Legislator Case Law & Legislation
26/2020 AI generated

26/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 26/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα και Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

26/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 26 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 26/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα και Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Ζ. του Π.. 2. Σ. Ν. Σ., ατομικά και ως κληρονόμου του αρχικώς εκκαλούντος, κατοίκων ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Δικαίο Των αναιρεσίβλητων: 1. του εδρεύοντος στο Μαρούσι Αττικής, συλλόγου με την επωνυμία ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ασπασία Παπαγρηγορίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 2. του Υπουργού Οικονομικών, ως προσθέτως παρεμβαίνοντος και ασκούντος την εποπτεία υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυματων γενικά καταλιπομένων περιουσιών, που εκπροσωπείται νόμιμα, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 10-5-2013 πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3643/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3290/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-9-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ2/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016).Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο Ν.4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 κατά την ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ίδιου Νόμου, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, "1.0 διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη.

Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα (ΑΠ 17/2015, ΑΠ 42/2007).

Επίσης, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 204/2017, 1461/2013, ΑΠ 481/ 2013) και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται (ΑΠ 17/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο (πρώτο μέρος) του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη 3290//2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την αριθμ.5324/05- 04-2017 ένορκη βεβαίωση, στην οποία περιλαμβανόταν οι δοθείσες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαιώσεις των ιατρών Σ.

Β., ψυχιάτρου και Κ. Τ., ρευματολόγου, που δόθηκαν νόμιμα, από τις οποίες προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, που θεμελίωναν τους λόγους της έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε την αγωγή αυτών (αναιρεσειόντων), με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη, αλλιώς ακυρώσιμη, η ιδιόγραφη διαθήκη της Α.

Σ., συζύγου του 1ου ενάγοντος, θυγατέρας του 2ου ενάγοντος και αδελφής του 3ου ενάγοντος, με την οποία αποκλήρωσε τον 1ο και απέκλεισε τους 2ο και 3ο από την εξ αδιαθέτου διαδοχή και επικουρικά, να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη η περί αποκλήρωσης διάταξη της. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 3-11-2014 προτάσεων των εναγόντων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτοί επικαλέστηκαν (σελίδα, ιδίως, 8η) και προσκόμισαν πρώτη φορά, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, που διαλάμβανε τις βεβαιώσεις των ανωτέρω ιατρών, οι οποίες λήφθηκαν μετά την πρωτοβάθμια δίκη, ύστερα από την μνημονευόμενη νόμιμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου Συλλόγου "...", με τη μνεία της οικείας εκθέσεως επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.

Π., ενώ ανέφεραν και το περιεχόμενο τους, ήδη δε οι αναιρεσείοντες προσκομίζουν και στην παρούσα δίκη, όπως απαιτείται, τις επίμαχες αυτές ένορκες βεβαιώσεις με την έκθεση επίδοσης (με αριθμό 5991 Δ/30-03-2017 δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Π.). Όπως, όμως προκύπτει από τις ανωτέρω έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου αυτοί δεν επικαλέστηκαν σαφώς και ορισμένως το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο, καθόσον δεν επικαλέσθηκαν ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση είχε ληφθεί και μετά από νόμιμη κλήτευση του μη παραστάντος, κατά την εξέταση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών των ανωτέρω μαρτύρων, αντιδίκου τους Υπουργού Οικονομικών, η κλήτευση του οποίου ήταν υποχρεωτική, ενόψει του ότι η ασκηθείσα από αυτόν υπέρ του εναγομένου - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου πρόσθετη παρέμβαση είναι αυτοτελής, καθόσον ασκήθηκε κατ'άρθρο 69 του Ν. 4182/2013, δηλαδή σε δίκη που ενδιαφέρει την καταλειπόμενη υπέρ κοινωφελούς σκοπού περιουσία, υπάρχει δε μεταξύ αυτού (παρεμβαίνοντος) και του κύριου διαδίκου σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, με συνέπεια την υποχρεωτική, κατ'άρθρο 422 ΚΠολΔ., κλήτευσή του, η οποία αποδεικνύεται μόνο με έκθεση επιδόσεως.

Επομένως, ορθά το Εφετείο δεν έλαβε όψη του την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, (χωρίς ωστόσο, να κάνει ρητή αναφορά) ο δε ανωτέρω λόγος, κατά το πιο πάνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 17/2018, 1731/2010). Περαιτέρω, με τον ίδιο πιο πάνω 2ο λόγο και με το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 11 γ', με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 15/03/2017 ιατρική γνωμάτευση του ρευματολόγου ιατρού Κ.

Τ., διευθυντή της ρευματολογικής κλινικής του Νοσοκομείου ΚΑΤ, την οποία είχαν προσκομίσει ενώπιόν του, με νόμιμη επίκληση με τις κατ'έφεση προτάσεις τους (σελ.4, 8, 10 και 46 προτάσεων), παραδεκτά, ως οψιγενές αποδεικτικό μέσο (άρθρο 529 ΚΠολΔ), και προσκομίζουν και στο παρόν Δικαστήριο (σχετ. 16), καθόσον αυτός υπήρξε θεράπων ιατρός της διαθέτιδας επί σειρά ετών και ότι από το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο επιβεβαιώνονται οι αγωγικοί ισχυρισμοί τους περί της ακυρότητας και ακυρωσίας της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης, καθώς και περί της ακυρότητας της διαλαμβανόμενης σε αυτήν διάταξης αποκλήρωσης του 1ου ενάγοντος, συζύγου της, την οποία το Εφετείο όφειλε να αξιολογήσει ειδικά εφόσον κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαθέτης Α. Σ., με την από 16/05/2007 ιδιόγραφη διαθήκη της, εγκατέστησε αποκλειστικό κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο "...", αποκληρώνοντας τον 1ο εναγόμενο νόμιμο σύζυγό της επικαλούμενη κατά λέξη: "Επίσης αποκληρώνω το σύζυγο μου Α.

Ζ. του Π. και Έ. από τα περιουσιακά μου στοιχεία διότι στον έγγαμο βίο μας με κακομεταχειριζόταν με πολύ βία και μίσος μου στέρησε ακόμη και τη μητρότητα να γίνω μάνα μόνο μίσος είχε απέναντι μου για μένα κατάρες για να πεθάνω τον αποκληρώνω Εύχομαι να σε συγχωρέσει ο θεός για όλα αυτά τα χρόνια.", (αποκλήρωση εν στενή εννοία).

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι με την πιο πάνω διαθήκη της η διαθέτις απέκλεισε από το εξ αδιαθέτου κληρονομικό τους δικαίωμα τον 2ο και τον 3ο εναγόμενο, πατέρα και αδελφό της, αντίστοιχα, (αποκλήρωση εν ευρεία έννοια), ήδη αναιρεσείοντες και ότι α)η διαθέτις κατά το χρόνο συντάξεως της ένδικης διαθήκης δεν βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη βούλησή της, β) το περιεχόμενό της διαθήκης δεν αντίκειτο στα χρηστά ήθη ούτε προήλθε από πλάνη της διαθέτιδας, και γ)ο λόγος της αποκλήρωσης του συζύγου της δεν ήταν αναληθής και ότι, επομένως, δεν συνέτρεχαν λόγοι ακυρότητας και ακυρωσίας αυτής, καθώς και ακυρότητα της περί αποκληρώσεως διατάξεώς της.

Το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα, σύμφωνα με την διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση, αφού έλαβε υπ'όψη του και όλα το έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, μεταξύ των οποίων, όπως επί λέξη αναφέρει τις ιατρικές γνωματεύσεις των ιατρών Ν.

Χ., ψυχιάτρου, Κ. Τ., ρευματολόγου, Γ. Π., παθολόγου λοιμωξιολόγου, Ν. Α., ειδικευόμενου ιατρού και Σ. Β., ψυχιάτρου. Από την γενική όμως αυτή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες της απόφασης, που παραδεκτά επισκοπείται, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο αλλά καταλείπονται αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και την προαναφερθείσα από 15/03/2017 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού ρευματολόγου Κ.

Τ., Διευθυντή της Ρευματολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου ΚΑΤ, στην οποία ο τελευταίος κατά λέξη αναφέρει: "Βεβαιώνεται ότι η Α. Ζ. - Σ. παρακολουθείτο στη Ρευματολογική Κλινική του Νοσοκομείου ΚΑΤ επί 20ετία (1990- 2010), επειδή έπασχε από δύο αυτοάνοσα ρευματικά νοσήματα ταυτόχρονα, (δηλαδή ρευματοειδή αρθρίτιδα και συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.

Τα νοσήματα αυτά ήταν πολύ σοβαρά και είχαν προκαλέσει σημαντικές βλάβες στις αρθρώσεις και άλλα όργανα. Ιδιαίτερα ο Ερυθηματώδης Λύκος, ο οποίος είναι το βαρύτερο και συχνά θανατηφόρο ρευματικό νόσημα, είχε προσβάλλει πολλά όργανα, κυρίως την καρδιά (ενδοκαρδίτιδα), τον πνεύμονα (πλευρίτιδα) και τον εγκέφαλο (αγγειίτιδα).

Στη διάρκεια της παρακολούθησής της η θανούσα προοδευτικά άρχισε να εμφανίζει μεταβολή της προσωπικότητας, ψυχαναγκαστική συμπεριφορά, επιθετικότητα, φοβίες, υποχονδρία, διαταραχές του ύπνου και εξασθένηση της μνήμης, της κρίσης και της περιληπτικής σκέψης. Οι ψυχιατρικές αυτές διαταραχές, κατά τη γνώμη μου οφείλοντο πιθανότατα στις επιπτώσεις (αναπηρία) που είχαν προκαλέσει τα νοσήματά της στον ψυχισμό της, αλλά κυρίως στην προσβολή του εγκεφάλου από τον Ερυθηματώδη Λύκο.

Στην ασθενή μου είχα συστήσει να αποφύγει την τεκνοποίηση με βάση τους εξής λόγους: α) η ασθενής είχε μειωμένο προσδόκιμο επιβίωσης λόγω της βαρύτητας των νοσημάτων της, β) η κατάσταση της υγείας της θα επιδεινωνόταν σε ενδεχόμενη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής (τα αντιρευματικά φάρμακα απαγορεύονται στη διάρκεια της κύησης), γ) ευρίσκετο στο τέλος της αναπαραγωγικής της περιόδου (εμμηνόπαυση), οπότε υπήρχε και μεγαλύτερος κίνδυνος γέννησης εμβρύων με γενετικές ανωμαλίες και δ) υπήρχε αυξημένος κίνδυνος μετάδοσης των νοσημάτων της στο κυοφορούμενο τέκνο.

Λόγω της βαρύτητας των νοσημάτων της, η ασθενής κατέληξε τον Αύγουστο του 2010, λόγω πολυοργανικής ανεπάρκειας, σηπτικής καταπληξίας, μηκυτιάσικής ενδοκαρδίτιδας και καρδιακής ανεπάρκειας.". Τούτο, διότι, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική σπουδαιότητα της εν λόγω ιατρικής γνωμάτευσης, για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών περί της ακυρότητας, αλλιώς ακυρωσίας της ένδικης διαθήκης, ιδίως δε περί της ακυρότητας της διαλαμβανόμενης σ'αυτήν διάταξης αποκλήρωσης του 1ου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, συζύγου της διαθέτιδος, σε καμιά αναφορά ή σχολιασμό αυτής (ιατρικής γνωματεύσεως) δεν προβαίνει, όπως προέβη για τις άλλες ιατρικές γνωματεύσεις, αναφέροντας για εκείνη του ψυχιάτρου Ν.

Χ. "ότι δεν βεβαιώνεται αν και σε ποιο βαθμό η ψυχική διαταραχή της διαθέτιδας επηρέαζε τις διανοητικές λειτουργίες και τη βούλησή της, οι δε τρεις εντός χρονικού διαστήματος δύο ετών, κατ'οίκον, επισκέψεις του, δεν συγκροτούν συστηματική παρακολούθηση αυτής ικανή να τεκμηριώσει ασφαλή διάγνωση της ψυχικής διαταραχής της από την οποία έπασχε και του βαθμού επιδράσεώς της στην διανοητική και βουλητική της ικανότητα", για εκείνες της Γ.

Π. και Ν. Α. "ότι προέρχονται από ιατρούς άσχετων προς την ψυχιατρική ειδικοτήτων", για εκείνη της Χ. Λ., ψυχιάτρου στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο "ότι αφορά εξέταση της διαθέτιδος που έγινε στις 17/6/2010 μετά 3ετία από τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, όταν η κατάσταση της υγείας της είχε επιδεινωθεί" και τέλος για εκείνη του ψυχιάτρου Σ.

Β. "ότι προέρχεται από ιατρό που δεν εξέτασε τη διαθέτιδα αλλά αποφαίνεται από τον ιατρικό της φάκελο και όσα του εξέθεσαν οι ενάγοντες". Παρά το γεγονός δε ότι το Εφετείο δεν δεσμεύεται από το άνω έγγραφο, ενόψει της σοβαρότητας του εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου, έπρεπε να το αντικρούσει ειδικά. Έτσι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα (ΑΠ46/2019, 363/2018, 1496/2017, 443/2017).

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, παρελκούσης μετά από αυτό της έρευνας των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση, και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σε αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3290/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Σύλλογο, με την επωνυμία "...", στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων τριακοσίων (3.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ