26/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΌπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη, από 22-4-2008 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος σοβαρό τραυματισμό του σε εργατικό ατύχημα κατά την ανέγερση οικοδομής, ζήτησε να υποχρεωθούν [μεταξύ άλλων και] οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, εργολάβος και επιβλέπων μηχανικός, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 400.000 ευρώ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1833/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε. Κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 5850/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν, η έφεση έγινε δεκτή, η τότε εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίσθηκε και, αφού η αγωγή απορρίφθηκε ως προς την τρίτη εναγομένη, κυρία του οικοδομικού έργου, έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους λοιπούς εναγομένους και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 25.000 ευρώ, εις ολόκληρον σε βάρος ενός εκάστου και με προσωπική κράτηση 6 μηνών ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της απόφασης. Κατά της εν λόγω τελεσιδίκου αποφάσεως άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως οι εκ των εναγομένων δεύτερος και τρίτος.
Legislator headnote
AI generated26/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν όψει, όμως, του ότι μόνο ένα ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεως ιδρύει λόγο αναιρέσεως υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).
Full text
Απόφαση 26 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 26/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τσουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Τ. του Μ., κατοίκου ... και 2) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Πουλημένου - Τσισκομιχελή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ρ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αγγελίνας Παρασκευοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1833/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5850/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη, από 22-4-2008 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος σοβαρό τραυματισμό του σε εργατικό ατύχημα κατά την ανέγερση οικοδομής, ζήτησε να υποχρεωθούν [μεταξύ άλλων και] οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, εργολάβος και επιβλέπων μηχανικός, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 400.000 ευρώ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1833/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε. Κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 5850/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν, η έφεση έγινε δεκτή, η τότε εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίσθηκε και, αφού η αγωγή απορρίφθηκε ως προς την τρίτη εναγομένη, κυρία του οικοδομικού έργου, έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους λοιπούς εναγομένους και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 25.000 ευρώ, εις ολόκληρον σε βάρος ενός εκάστου και με προσωπική κράτηση 6 μηνών ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της απόφασης. Κατά της εν λόγω τελεσιδίκου αποφάσεως άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως οι εκ των εναγομένων δεύτερος και τρίτος.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.
Εν όψει, όμως, του ότι μόνο ένα ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεως ιδρύει λόγο αναιρέσεως υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα: 1) την από 5-8-2007 ένορκη κατάθεση του ενάγοντος και την από 3-8-2007 όμοια του αδελφού του, Κ.
Μ., που δόθηκαν κατά την προανάκριση στο πλαίσιο της παράλληλης ποινικής διαδικασίας και 2) την κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων Λ. Μ., που δόθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά. Όπως, όμως, προκύπτει από τη σχετική διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα περί της κατά ένα μέρος ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα "όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα", καθώς "και την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια του πρώτου εναγομένου" (ήτοι του Λ.
Μ.). Από τη γενική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από την ειδική αναφορά του Εφετείου στους "μάρτυρες αποδείξεως των ισχυρισμών των εναγομένων", περί το μέσο της πίσω πλευράς του έκτου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό αυτής, από το οποίο προκύπτει σαφώς ότι, ανεξάρτητα από τη συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντος, διαπιστώθηκε παράλληλη ευθύνη των εναγομένων ως προς την επέλευση του τραυματισμού του κατά την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, που φέρονται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη.
Συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξία, ενώ κατά την παρ.2 εδ. β' του ίδιου άρθρου, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 62 παρ.2 του ν. 3994/2011, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη των 1.500 ευρώ.
Με την ως άνω διάταξη (άρθρο 62 παρ. 2 ν. 3994/2011) το εν λόγω χρηματικό όριο αυξήθηκε σε 30.000 ευρώ, ενώ κατά το άρθρο 72 παρ.12 του ίδιου νόμου (3994/2011), η τροποποιημένη παρ.2 του άρθρου 1047 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και σε αγωγές που εκκρεμούν κατά τη δημοσίευσή του, η οποία έγινε την 25-7-2011. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, το ως άνω όριο των 30.000 ευρώ, μέχρι του οποίου δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση, ισχύει και για τις εκκρεμείς αγωγές ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον κατά το χρόνο δημοσίευσης του νόμου αυτού δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής, με την οποία ζητείται προσωπική κράτηση για απαίτηση από αδικοπραξία (ΑΠ 308/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο, αν και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 25.000 ευρώ, ήτοι απαίτηση από αδικοπραξία ανερχόμενη σε ύψος που υπολείπεται των 30.000 ευρώ, εντούτοις απείλησε κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων προσωπική κράτηση έξι μηνών ως μέσο εκτελέσεως της απόφασης.
Πράγματι, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή, μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης που την είχε απορρίψει ως αβάσιμη, εκδικάστηκε από το Εφετείο μετά τη δημοσίευση του ν. 3994/ 2011 (την 22-10-2013), ήτοι ήταν εκκρεμής ενώπιον αυτού μετά την ισχύ του νόμου και την αύξηση του σχετικού ορίου.
Επομένως, η επιδικασθείσα απαίτηση δεν ήταν δεκτική απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως και ο εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιο με το οποίο απαγγέλθηκε προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση της επιδικασθείσας χρηματικής απαιτήσεως ποσού 25.000 ευρώ, προερχομένης από εργατικό ατύχημα για την επέλευση του οποίου συνέτρεξε παράνομη και υπαίτια (αμελής) συμπεριφορά των εναγομένων (ΑΚ 914, 932). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της αγωγής και η υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος, δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα διότι, από τα όσα αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του αναιρετικού λόγου που ευδοκίμησε, το κεφάλαιο περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως ελέγχεται ως μη νόμιμο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό και να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα εκατέρωθεν έξοδα της αναιρετικής δίκης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας της κάθε πλευράς (ΚΠολΔ 178, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5850/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατώντας την υπόθεση και Δικάζοντας εκ νέου επί της από 22-4-2008 αγωγής, που είχε κατατεθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 5-5-2008.
Απορρίπτει την αγωγή, ως προς το κεφάλαιο περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως. -Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα, την 19η Δεκεμβρίου 2017. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιανουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ