Legislator Case Law & Legislation
26/2014 AI generated

26/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 26/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-11-2004 και 9-5-2005 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 256/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 783/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 27-1-2009 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1301/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναιρεί την προσβαλλομένη απόφαση και παραπέμπει για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Θράκης. Εκδόθηκε η 189/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2012 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

26/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Keywords

AI generated
excessive speed motorcycle road accident dangerous overtaking driving while unfit to drive extreme speeding offence traffic violation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 26 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 26/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Χ. Δ., 2. X. Δ. Δ. και 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Αρνέλλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Χ. του Β., 2. Π. Χ. συζ. Ε. και 3. Δ. Χ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Γιαλάογλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-11-2004 και 9-5-2005 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 256/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 783/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 27-1-2009 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1301/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναιρεί την προσβαλλομένη απόφαση και παραπέμπει για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Θράκης. Εκδόθηκε η 189/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 6-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 189/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρ. 681Α Κ.Πολ.Δ.), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την από 15.11.2004 και με αριθμό κατάθεσης 384/2004 αγωγή, στρεφομένη κατά των ήδη αναιρεσειόντων με την οποία ιστορούσαν ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Δ. Δ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε κατ' ισομοιρία στην ιδιοκτησία αυτού και του δεύτερου των εναγομένων και ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Χ.

Δ. και ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης τους κατά την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη και ήδη τρίτη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ", προκάλεσε από υπαιτιότητά του την ολική καταστροφή της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ιδιοκτησίας του υιού των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφού της τρίτης τούτων Η.

Χ., καθώς και τον θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου, κατά την σύγκρουση των οχημάτων αυτών, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησαν όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να καταβάλουν σ' αυτούς ως αποζημίωση για την θετική ζημία την οποία υπέστησαν και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα ακόλουθα ποσά και ειδικότερα στον πρώτο τούτων 129.873,33 ευρώ, στην δεύτερη εξ αυτών 128.333,33 ευρώ και στην τρίτη 103.333,33 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Περαιτέρω, οι δύο πρώτοι των ήδη αναιρεσειόντων Δ. Δ. και Χ. Δ. είχαν εγείρει ενώπιον του ιδίου ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την από 9.5.2005 και με αριθμό κατάθεσης 136/2005 αγωγή, στρεφομένη κατά των ήδη τριών αναιρεσιβλήτων Ε., Π. και Δ. Χ. και της μη μετέχουσας της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ", με την οποία, επικαλούμενοι το ίδιο πιο πάνω ατύχημα, ζήτησαν όπως υποχρεωθούν οι τρείς πρώτοι εναγόμενοι, υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανασίμως τραυματισθέντος Η.

Χ., σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οποίου αποδίδουν το ένδικο ατύχημα, η δε τέταρτη ασφαλιστική εταιρία υπό την ιδιότητά της ως έχουσας ασφαλίσει την προαναφερόμενοι δίκυκλη μοτοσυκλέτα, να καταβάλουν στον μεν πρώτο τούτων ως αποζημίωση για την θετική ζημία την οποία υπέστη και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό των 24.500 ευρώ και στον δεύτερο εξ αυτών, για τις ίδιες πιο πάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 10.250 ευρώ.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας η υπ' αριθμ. 256/2005 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος είναι αμφότεροι οι οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων και ειδικότερα ο μεν οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου Δ. Δ. (πρώτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής και πρώτος ενάγων της δεύτερης) κατά ποσοστό 60%, ο δε θανασίμως τραυματισθείς οδηγός της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας ... κατά ποσοστό 40%, έκανε εν μέρει δεκτές αυτές, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμες και επιδίκασε σε έκαστο των εναγόντων τα ποσά που ειδικότερα μνημονεύονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό αυτής.

Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκαν εφέσεις από αμφότερα τα διάδικα μέρη των προαναφερομένων αγωγών και ειδικότερα α) από τους ενάγοντες της πρώτης των προαναφερομένων αγωγών, η από 9.2.2006 και με αριθμό κατάθεσης 45/2006 έφεση (αριθμ. κατάθ. Εφετείου 169/2006), στρεφομένη κατά των εναγομένων της αγωγής αυτής, β) από τους ενάγοντες της δεύτερης αγωγής, η από 2.2.2006 και με αριθμό κατάθεσης 37/2006 έφεση (αριθμ.

κατάθ. Εφετείου 176/2006), στρεφομένη κατά των εναγομένων αυτής και γ) από την τέταρτη εναγόμενη της δεύτερης των προαναφερομένων αγωγών, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ", η από 18.1.2006 και με αριθμό κατάθεσης 19/2006 έφεση, στρεφομένη κατά των εναγόντων της αγωγής αυτής. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Εφετείο Θράκης η υπ' αριθμ. 783/2007 απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος ήσαν οι οδηγοί των εμπλακέντων οχημάτων και κατά τα ίδια ποσοστά συνυπαιτιότητας ως και πρωτοδίκως (60% ο οδηγός του ΙΧΕ και 40% ο οδηγός της μοτοσυκλέτας), στη συνέχεια α) απορρίφθηκαν ως αβάσιμες κατ' ουσία η δεύτερη και η τρίτη των προαναφερομένων εφέσεων (από 2.2.2006 και 18.1.2006) και β) έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία η από 9.2.2006 πρώτη των προαναφερομένων εφέσεων.

Μετά ταύτα δε το Εφετείο εξαφάνισε την πληττόμενη πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που έκανε εν μέρει δεκτή την από 15.11.2004 και με αριθμό κατάθεσης 384/2004 πρώτη των προαναφερομένων αγωγών και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσία έκανε εν μέρει δεκτή ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη την πρώτη αυτή αγωγή, και επιδίκασε μεγαλύτερα ποσά στους ενάγοντες, μόνον καθόσον αφορά την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ενώ τα λοιπά πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά παρέμειναν τα ίδια.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν την από 27.1.2009 αναίρεση οι ενάγοντες της πρώτης των προαναφερομένων αγωγών και εκκαλούντες της πρώτης των ως άνω εφέσεων, την οποία έστρεψαν κατά των εναγομένων της αγωγής αυτής και εφεσιβλήτων της προαναφερόμενης πρώτης έφεσης. Επί της εν λόγω αναίρεσης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1301/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή αυτή κατά τον επί του άρθρου 559 αριθμ. 19 στηριζόμενο λόγο της και ειδικότερα για εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθεισών από το Εφετείο διατάξεων περί αδικοπραξιών.

Μετά δε την παραπομπή της υπόθεσης στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση και την περαιτέρω εκδίκαση αυτής, εκδόθηκε από το Εφετείο Θράκης η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 189/2012 απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος θανάσιμου τραυματισμού του οδηγού της υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας Η. Χ. ήταν ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Δ. Δ., στη συνέχεια α) απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η από 2.2.2006 δεύτερη των προαναφερομένων εφέσεων, την οποία είχαν ασκήσει οι εναγόμενοι της πρώτης αγωγής και ενάγοντες της δεύτερης, β) έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία η από 9.2.2006 πρώτη των ως άνω εφέσεων, που είχαν ασκήσει οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής, γ) εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 256/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και μετά ταύτα, δ) κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσία η υπόθεση και αφενός απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία η από 9.5.2005 και με αριθμό κατάθεσης 136/2005 δεύτερη των ως άνω αγωγών, πλην του μέρους της που αφορούσε την μη υπάρξασα ως διάδικο στην δεύτερη κατ' έφεση δίκη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", και αφετέρου έγινε εν μέρει δεκτή ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη η από 15.11.2004 και με αριθμό κατάθεσης 384/2004 πρώτη των προαναφερομένων αγωγών και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες τα εκεί ειδικότερα μνημονευόμενα ποσά, υπό μορφή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνονται οι ηττηθέντες εναγόμενοι της πρώτης αγωγής και ενάγοντες της δεύτερης τούτων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.-

ΙΙ.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι και τα έγγραφα που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση αυτού του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να είναι αναγκαίο, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για έγγραφα, να μνημονεύονται αυτά ένα προς ένα στην απόφασή του.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' Κ.Πολ.Δ. δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πλήττεται η απόφαση του εφετείου, διότι, από το όλο περιεχόμενό της, δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από το αναιρεσείον έγγραφα και ειδικότερα α) την περιληφθείσα στα έγγραφα της σχηματισθείσας από την Τροχαία ποινικής δικογραφίας έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από την διενεργήσασα την προανάκριση Αρχή, μηχανολόγου του ΕΜΠ Χ.

Μ., β) την κατάθεση του εξετασθέντος κατά την προανάκριση αυτόπτη μάρτυρα του ατυχήματος Λ. Ξ. και γ) τις περιεχόμενες στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 427/2005 απόφασης του Στρατοδικείου Ξάνθης καταθέσεις των εξετασθέντων ως μαρτύρων ως άνω Χ. Μ. και Λ. Ξ.. Τα στοιχεία δε αυτά αναφέρονται στην ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, η οποία ταχύτητα, κατά τους αναιρεσείοντες, ευρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα του ενδίκου ατυχήματος (καταστροφή των συγκρουσθέντων οχημάτων, τραυματισμός του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και θάνατος του οδηγού της μοτ/τας) και αποτελεί την μόνη αιτία αυτού.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς το ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του προαναφερόμενου οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων Δ.

Χ. Δ., έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει, χωρίς κανένα δισταγμό, ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν στο Εφετείο οι ήδη αναιρεσείοντες.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το δικάσαν Εφετείο δεν αρκέστηκε να αναφέρει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και έκανε ρητή μνεία ότι μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβάνονται και εκείνα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, στην οποία εμπεριέχονται η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα Λ.

Ξ. και η πραγματογνωμοσύνη του ως άνω Χ. Μ. (α' σελ. 5ου φύλλου απόφασης). Ακόμη ρητή μνεία της ως άνω υπ' αριθμ. 427/2005 απόφασης του Στρατοδικείου Ξάνθης γίνεται στην α' σελ. του 7ου φύλλου της εφετειακής απόφασης. Δυσχερώς δε δύναται να γίνει δεκτό ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την παραπάνω απόφαση του Στρατοδικείου, αλλά δεν έλαβε υπόψη του τις περιεχόμενες στα πρακτικά αυτής καταθέσεις των ως μαρτύρων εξετασθέντων ως άνω Λ.

Ξ. και Χ. Μ..-

ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 854/1994 Ελλ.Δνη 37.292). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο.

Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 297 και 914 ΑΚ, οι αιτιολογίες πρέπει να καλύπτουν την υπαιτιότητα, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο (ΑΠ 16/2005).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα :

Στις 9.7.2004 και περί ώρα 16.25, ο πρώτος των ήδη αναιρεσειόντων Δ. Δ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εκινείτο επί της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης - Καβάλας με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη. Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης, συνολικού πλάτους οκτώ (8) μέτρων, με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. "Όταν έφθασε στο 118,9 χιλ.

της οδού αυτής, επιχείρησε, έχοντας αναμμένα τα αλάρμ του αυτοκινήτου του, εκκινώντας από το ευρισκόμενο στο σημείο εκείνο έρεισμα της οδού, να εκτελέσει αριστερό ελιγμό σε σχέση με την πορεία του, προκειμένου να ενεργήσει αναστροφή και διερχόμενος από το αντίθετο ρεύμα, να εισέλθει σε ανώνυμη αγροτική οδό που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά της ως άνω Ε.Ο.

και οδηγεί προς τη θάλασσα". Περαιτέρω, κατά την ίδια χρονική στιγμή ο ..., γιός των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και αδελφός της τρίτης εξ αυτών "οδηγώντας την ιδιοκτησίας του, με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, μεγάλου κυβισμού, κινούνταν ομόρροπα με το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο. Όμως, ο Δ. Δ., από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής και επιμέλειας περί την οδήγηση, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν βεβαιώθηκε, όπως όφειλε προηγουμένως, ελέγχοντας τον καθρέπτη του οχήματός του, ότι μπορούσε να προβεί στην αναστροφή, χωρίς κίνδυνο και παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πίσω του, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους.

Για το λόγο αυτό, δεν αντιλήφθηκε την με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, η οποία οδηγούμενη από τον θανόντα, κινούνταν πίσω του, με αποτέλεσμα, λόγω της αιφνίδιας κίνησης του αυτοκινήτου του, κατά την εκτέλεση του ελιγμού, η μοτοσυκλέτα, της οποίας σημειωτέον ο οδηγός δεν πρόλαβε να τροχοπεδήσει, να προσκρούσει, με μεγάλη σφοδρότητα στο πίσω αριστερό πλάγιο τμήμα του οχήματός του.

Συνέπεια αυτών ήταν να εκτραπούν από την πορεία τους και τα δύο οχήματα και να ανατραπούν, ο δε οδηγός της μοτοσυκλέτας Χ. Η., να εισέλθει από το πίσω αριστερό παράθυρο του αυτοκινήτου εντός αυτού, να βρεθεί εγκλωβισμένος σ' αυτό και να τραυματιστεί θανάσιμα, υποστάς μεταξύ άλλων "βαρύτατη κάκωση πνευμόνων - έντονη συμφόρηση αυτών - οξεία ασφυξία", συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και του εξαιτίας αυτής επισυμβάντος θανάτου του Χ. Η. του Ε. είναι ο Δ. Δ.. Ειδικότερα αυτός έχοντας αναμμένα τα αλάρμ και ευρισκόμενος στο έρεισμα της ως άνω οδού, δημιουργώντας την εντύπωση, στους οδηγούς που κινούνταν ομόρροπα και πίσω από αυτόν ότι είχε σταθμεύσει το όχημά του, επιχείρησε να εκτελέσει αριστερό ελιγμό σε σχέση με την πορεία του, χωρίς, από απρονοησία και απερισκεψία του, να ανάψει έστω τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως, για να προειδοποιήσει τους λοιπούς οδηγούς, και χωρίς επιπλέον να βεβαιωθεί ότι μπορεί να προβεί στην ενέργειά του αυτή χωρίς κίνδυνο, ελέγχοντας, εκτός από την κίνηση στο αντίθετο ρεύμα πορείας και την κίνηση των οχημάτων στο δικό του ρεύμα πορείας, ώστε να μην ανακόψει την πορεία τους.

Με δεδομένο δε ότι η άνω οδός, στο σημείο συγκρούσεως, είναι ευθεία σε μεγάλο μήκος τουλάχιστον 100 μ, υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός, αφού ήταν ημέρα και επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες, μπορούσε ευχερώς να δει στους καθρέπτες του οχήματός του την μοτοσυκλέτα. Όφειλε δε να έχει τεταμένη την προσοχή του, διότι υπήρχε αυξημένη κίνηση οχημάτων, τα οποία, με δεδομένο ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 110 χιλ/ώρα, κινούνταν, ως επί το πλείστον με σχετικά μεγάλες ταχύτητες.

Όσον αφορά την ταχύτητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας, αυτή δεν συνάγεται, με βεβαιότητα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας (έκθεση αυτοψίας, ίχνη τροχοπέδησης κλπ). Βέβαια ο μάρτυρας Χ. Α., ο οποίος κατέθεσε τόσο κατά την ποινική προδικασία, όσο και κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης, που διεξήχθη λόγω της ιδιότητας του Δ.

Δ., ενώπιον του Πενταμελούς Στρατοδικείου Ξάνθης (βλ. την 427/2005 απόφαση του δικαστηρίου αυτού), αναφέρει ότι στο αντίθετο από αυτόν ρεύμα είδε να κινείται η μηχανή, η οποία κατά την εκτίμησή του έτρεχε υπερβολικά, η δε ταχύτητά της, όπως υπολόγισε, πρέπει να ήταν πάνω από 120 χιλ/ώρα. Ο αυτόπτης μάρτυρας Τ. Μ., επίσης εξετασθείς στο άνω Δικαστήριο καταθέτει ότι είδε το μαύρο αυτοκίνητο να επιχειρεί να κάνει αναστροφή, είτε να στρίψει κάθετα στο δρόμο, έχοντας αναμμένα τα αλάρμ.

Ότι η απόσταση από το μαύρο αυτοκίνητο, του Δ. Δ. μέχρι τη μηχανή του θανόντος ήταν 100 - 120 μέτρα, αλλά όταν επιχειρήθηκε ο ελιγμός από το μαύρο όχημα η απόσταση αυτή είχε μειωθεί, χωρίς όμως να μπορεί να εκτιμήσει πόσο. Με βάσει τα ανωτέρω, στοιχεία που να θεμελιώνουν συνυπαιτιότητα και του θύματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι της πρώτης αγωγής, δεν αποδείχθηκαν.

Υπέρβαση του ορίου ταχύτητος δεν αποδείχθηκε. Αλλά και ενδεχόμενα μεγάλη ταχύτητά του, δεν συναρτάται αιτιωδώς με τη σύγκρουση, αφού και αν έβαινε με μικρότερη ταχύτητα, αυτό δεν ήταν ικανό να αποτρέψει τη σύγκρουση, δεδομένου ότι αυτός δεν μπορούσε να προβλέψει την τόσο αιφνίδια και αντικανονική είσοδο του αυτοκινήτου του εναγομένου στο ρεύμα του, σε χρόνο μάλιστα που λόγω της μικρής απόστασης, η οποία χώριζε τα δύο οχήματα, δεν είχε τη δυνατότητα επιλογής κανενός ελιγμού.

Συνεπώς η ανωτέρω ένσταση των εναγομένων της πρώτης αγωγής, αν και νόμιμη (άρθρο 300 ΑΚ), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ας σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος ως υπαίτιος για την εξ αμελείας ανθρωποκτονία με την με αριθμό 427/2005 απόφαση του Πενταμελούς Στρατοδικείου Ξάνθης και αφού του αναγνωρίσθηκε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων Δ. Δ. στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, της έλλειψης συνυπαιτιότητας σ' αυτό (ατύχημα) του παθόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας Η.

Χ. και της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του ως άνω οδηγού του αυτοκινήτου και του επελθόντος αποτελέσματος, που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας ή μη των εφαρμοσθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, οι οποίες μνημονεύονται στην αρχή της παρούσας σκέψης, τα δε αντιθέτως προβαλλόμενα με τον επί του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

θεμελιούμενο πρώτο λόγο της αναίρεσης, με τα οποία, εν πολλοίς, και υπό το πρόσχημα της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση του δικαστηρίου, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ειδικότερα δε πρέπει συνοπτικά να αναφερθεί, ότι : α) στην πληττόμενη απόφαση δεν γίνεται λόγος για απαγορευμένη αναστροφή του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αλλά για αντικανονική τοιαύτη, ήτοι αναστροφή η οποία έγινε χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει προς τούτο ο ΚΟΚ (άρθρ. 12 § 1, 21 § 1, 23 Ν. 2696/1999) και κατά συνέπεια δεν είναι ουσιώδες να μνημονεύεται σ' αυτή (απόφαση) αν στο σημείο του ενδίκου ατυχήματος υπήρχε συνεχής διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της οδού ή διακεκομμένη τοιαύτη, η ύπαρξη μάλιστα της πρώτης των οποίων θα καθιστούσε εντονότερη την αμελή συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, β) δεν κρίνεται απαραίτητη η μνεία στην πληττόμενη απόφαση του πλάτους του ερείσματος από το οποίο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, κινήθηκε το ζημιογόνο όχημα προκειμένου να εκτελέσει την κίνηση της αναστροφής, αφού το κυρίως ζητούμενο είναι η τέλεση ή μη αυτής (αναστροφής) υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, γ) δεν ήταν απαραίτητο να εξειδικεύεται στην πληττόμενη απόφαση η ταχύτητα του ζημιογόνου οχήματος όταν αυτό επιχείρησε την αναστροφή, αφού στην παραδοχή αυτής ότι αυτό εκκίνησε από το έρεισμα, διαλαμβάνεται εμμέσως πλην σαφώς και η αντλούμενη και από τα διδάγματα της κοινής πείρας γνώση και παραδοχή του ελαχίστου της ταχύτητας με την οποία εκ των πραγμάτων γίνεται αυτή (αναστροφή).

Δεν επικαλούνται δε οι αναιρεσείοντες αποδεικτικό στοιχείο που να υπάρχει στη δικογραφία και από το οποίο, έστω και εμμέσως, να δύναται το δικαστήριο να αντλήσει το κατ' αυτούς (αναιρεσείοντες) ελλείπον τούτο στοιχείο, δ) στην παραδοχή της απόφασης ότι στο σημείο του ατυχήματος η οδός είναι ευθεία επί μήκους τουλάχιστον εκατό (100) μέτρων, ότι υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός (το ατύχημα έγινε στις 9 Ιουλίου 2004 και περί ώρα 16.25) και ότι επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες, που επέτρεπαν στον οδηγό του αυτοκινήτου τον έλεγχο της οδού, εμπεριέχεται εμμέσως πλην σαφώς και το ότι αυτή, τουλάχιστον (δηλαδή τα 100 μέτρα), ήταν η μεταξύ του ζημιογόνου οχήματος και της μοτοσυκλέτας απόσταση, από την οποία και μπορούσε να αντιληφθεί την μοτοσυκλέτα ο οδηγός του αυτοκινήτου, την οποία όμως μοτοσυκλέτα δεν αντιλήφθηκε αφού, κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, δεν έλεγξε - πριν την αναστροφή - μέσω του καθρέπτη του αυτοκινήτου του για να βεβαιωθεί αν πίσω από το αυτοκίνητο βρισκόντουσαν άλλα οχήματα και αν ακινδύνως ή όχι μπορούσε να πραγματοποιήσει την αναστροφή, ε) σαφής λόγος γίνεται στην απόφαση για το ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν πρόλαβε να τροχοπεδήσει, λόγω της αιφνίδιας κίνησης του αυτοκινήτου, και, συνεπώς, δεν ήταν απαραίτητο να μνημονεύεται σ' αυτή και αν μπορούσε να τροχοπεδήσει, αφού στην παραδοχή ότι δεν πρόλαβε να τροχοπεδήσει εμπεριέχεται και το ότι δεν μπορούσε πλέον να τροχοπεδήσει και, τέλος, στ) επαρκής και εκτενής λόγος γίνεται στην εφετειακή απόφαση για την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, για την οποία κρίθηκε ότι δεν αποδεικνυόταν κατά τρόπο αναμφίβολο ότι υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο στο σημείο του ατυχήματος όριο των 110 χιλ/ώρα, η δε επί του στοιχείου τούτου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αναγομένη σε κρίση περί πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά.-

VI.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, β) να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, και γ) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και για το οποίο εκδόθηκε το με αριθμό 4428879/20.7.2012 διπλότυπο είσπραξης της ΥΑ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.7.2012 και με αριθμό κατάθεσης 46/2012 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 189/2012 απόφασης του Εφετείου Θράκης.-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- Και

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της προαναφερόμενης αίτησης αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το με αριθμό 4428879/20.7.2012 διπλότυπο είσπραξης της ΥΑ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ