26/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 26 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 26/2011
Legislator headnote
AI generated26/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 26 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 26/2011
Full text
Απόφαση 26 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 26/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΛΥΜΠΙΩΝ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρό του και ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Γενικών Εσόδων Αθηνών, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε, 2) Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σπινάσα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/1994 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4581/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 417/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3/4/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 26/11/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3-4-2008 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 417/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 575 εδάφ. α' ΚΠολΔ, με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδαφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά τη αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στην μετ' αναβολή δικάσιμο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 & 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η πληρεξουσιότητα δε δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε με έγγραφο της αρχής, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων. Προκειμένου όμως για την εκπροσώπηση του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., όταν αυτή γίνεται από τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 3087/2002, τα τελευταία "έχουν από τη θέση τους και χωρίς άλλο αποδεικτικό στοιχείο την πληρεξουσιότητα από το νόμο, για την παράσταση και υπεράσπιση, ενώπιον όλων των Δικαστηρίων και Αρχών, του Δημοσίου και των οργάνων που το εκπροσωπούν κατά περίπτωση, καθώς και των Νομικών προσώπων και των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, των οποίων η νομική υπηρεσία, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις, διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ. ή από μέλος του".
Εν προκειμένω δε, στο άρθρο 8 παρ. 2 του α.ν. 1920/1939, που αφορά το ν.π.δ.δ. "Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων" (αναιρεσείον), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 2386/1996, ορίζονται τα εξής: "Νομικός Σύμβουλος της Επιτροπής ορίζεται ένας Νομικός Σύμβουλος ή Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), επικουρούμενος στο έργο του από ένα δικαστικό αντιπρόσωπο του Ν.Σ.Κ.Ο διορισμός αυτών γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.....Οι παραπάνω παρίστανται ενώπιον όλων των Δικαστηρίων (πολιτικών, ποινικών, διοικητικών) κατά τις διατάξεις περί Ν.Σ.Κ. και εκπροσωπούν την Επιτροπή στις δίκες χωρίς να είναι αναγκαίο να προσκομίσουν απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής για τη νομιμοποίησή τους". Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, "αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι" (παρ. 1). "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή αν εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί" (παρ. 2). "Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους" (παρ. 3). Τέλος, στις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν, η μεν πρώτη με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998, η δε δεύτερη, με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, οι οποίες έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον το άρθρο 12 του άνω νόμου καταργήθηκε ήδη με την παράγραφο 9 του άρθρου 13 του ν. 3790/2009 (ΦΕΚ Α 143/7-8-2009), με έναρξη ισχύος 7-8-2009, σύμφωνα με το άρθρο 21 του νόμου αυτού, ορίζονται τα εξής: "1. Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου από μέρους του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, του οποίου η νομική υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώπηση διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) ή από μέλη του, το αναιρεσείον, με επιμέλεια του υπογράφοντος το αναιρετήριο δικαστικού πληρεξουσίου, αποστέλλει στο Ν.Σ.Κ. αντίγραφο του αναιρετηρίου, των προσβαλλομένων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης και των παρεμπιπτουσών δικών, καθώς και των προτάσεων των διαδίκων. 2. Το κατά την επόμενη παράγραφο αρμόδιο τμήμα του Ν.Σ.Κ., μέσα σε τρεις (3) μήνες από την άσκηση της αναίρεσης, αποφαίνεται αιτιολογημένα για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό της, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου. Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριών (3) μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση , κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο Δικαστήριο που απευθύνεται. Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου, ως και τους τυχόν πρόσθετους, για τους οποίους υπάρχει ήδη θετική γνώμη του αρμοδίου τμήματος του Ν.Σ.Κ.". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σε περίπτωση αιτήσεως αναιρέσεως, ενώπιον του Αρείου Πάγου, από το Ελληνικό Δημόσιο ή ν.π.δ.δ., του οποίου η νομική υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώπηση διεξάγεται από το Ν.Σ,Κ., αν η αίτηση αναιρέσεως δεν συνοδεύεται από γνωμοδότηση του αρμόδιου τμήματος του Ν.Σ.Κ., ή συνοδεύεται από εκπρόθεσμη ή αρνητική γνωμοδότηση, αυτή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, με συνέπεια να μην είναι αναγκαίο να ανατεθεί η υπόθεση σε εισηγητή, ούτε να ορισθεί δικάσιμος. Αν παρά ταύτα εισαχθεί η υπόθεση στο αρμόδιο τμήμα του Αρείου Πάγου και λάβει χώρα συζήτηση της στο ακροατήριο , το Τμήμα αυτό, ως αρμόδιο κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις (βλ. ιδίως άρθρα 1, 20 και 577 ΚΠολΔ) να αποφανθεί και για τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της αναιρετικής δίκης, οφείλει να διαγνώσει την εκ των προαναφερομένων ως άνω διατάξεων διαδικαστική έλλειψη και να καταγνώσει την προσήκουσα έννομη συνέπεια (ΑΠ 1163/2003, βλ. σχετ. και ΣτΕ 60/2009, 2371/2008), ανεξάρτητα μάλιστα από το αν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους δεν εμφανίσθηκε και δεν είχε κλητευθεί για να παραστεί στη δίκη, αφού στην περίπτωση αυτή η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η κλήτευση και η παράσταση του. Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 3-4-2008 αίτηση του ν.π.δ.δ. "Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων", του οποίου η νομική υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώπηση διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ., κατά τα προεκτεθέντα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 417/2007 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η εκδίκαση της οποίας αρχικά ορίσθηκε για τις 2-11-2009, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε, με σχετική εγγραφή της στο πινάκιο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων" και η πρώτη αναιρεσίβλητη τραπεζική ανώνυμη εταιρία με τη επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν την από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, το αναιρεσείον κατά την αρχική δικάσιμο της 2-11-2009 εκπροσωπήθηκε από το Νομικό Σύμβουλο του Κράτους Σπύρο Δελλαπόρτα, ο οποίος υπογράφει και την αίτηση αναιρέσεως, ενώ, ούτε η απολιπόμενη πρώτη αναιρεσίβλητη, ούτε ο ήδη νομίμως παριστάμενος δεύτερος αναιρεσίβλητος Χ. Κ., είχαν παρασταθεί κατά την άνω δικάσιμο. Την δικάσιμο αυτή (αρχική), είχε επισπεύσει το αναιρεσείον, όπως προκύπτει από αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτό κλήση προς συζήτηση για την άνω αρχική δικάσιμο (2-11-2009) και παραγγελία προς επίδοση του άνω δικαστικού πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος, καθώς και επισημείωση σ' αυτό της ημερομηνίας επίδοσης της, του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... προς τον νομίμως ήδη παριστάμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ο οποίος προσκομίζει το άνω αντίγραφο. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, στην αρχική αυτή δικάσιμο (2-11-2009) το αναιρεσείον, εκπροσωπήθηκε από τον άνω Νομικό Σύμβουλο του Κράτους Σπύρο Δελαπόρτα, ενόψει δε του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η νομική υπηρεσία και η εκπροσώπησή του διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ., μόνο από τη θέση και την ιδιότητα του εν λόγω δικαστικού πληρεξουσίου και χωρίς άλλο αποδεικτικό στοιχείο υφίσταται η πληρεξουσιότητα που απαιτείται από το νόμο για την παράσταση των διαδίκων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και επομένως το αναιρεσείον εφόσον είχε παρασταθεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ίσχυε ως κλήτευση και ως προς αυτό και δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευση αυτού, σε τρόπον ώστε να πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Εξάλλου, δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον, είχε κλητεύσει, κατά νόμιμο τρόπο, την πρώτη αναιρεσίβλητη, που δεν εμφανίσθηκε, στην άνω αρχική δικάσιμο, ούτε όμως ότι κλητεύθηκε αυτή, με την επιμέλεια του δεύτερου αναιρεσίβλητου, που παρίσταται νόμιμα, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας μετά από αναβολή από το πινάκιο δικάσιμο, ή έστω, κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο της 2-11-2009. Ωστόσο, δεν συντρέχει λόγος να τύχει εφαρμογής η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 ΚΠολΔ και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς όλους τους διαδίκους, καθόσον δεν ήταν αναγκαία η κλήτευση και η παράσταση στην παρούσα δίκη της εν λόγω αναιρεσίβλητης, αφού η ένδικη αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν έπρεπε να εισαχθεί προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Τμήματος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το επικυρωμένο αντίγραφο του δικογράφου αυτής που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας, η τελευταία κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών στις 7-4-2008, χρόνο κατά τον οποίο είχαν εφαρμογή και για το αναιρεσείον οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995, όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργηση του (άρθρο 13 παρ. 9 και 21 ν.3790/2009 - ΦΕΚ ΑΛ143/7-8-2009), πλην όμως, από τα στοιχεία του ίδιου φακέλου δεν προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως συνοδεύεται από το προβλεπόμενο, στην παρ. 2 του άρθρου 12 του άνω νόμου, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης του αρμοδίου τμήματος του Ν.Σ.Κ., ως προς το παραδεκτό αυτής και το παραδεκτό και βάσιμο, ενός τουλάχιστον από τους λόγους της. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, και όσων εκτίθενται στην αρχή της παρούσης, πρέπει, να θεωρηθεί ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου αναιρεσίβλητου, κατ' ανάλογο εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 188 παρ. 1 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 3-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του ν.π.δ.δ. "Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 417/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ