26/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΔάνεια αγροτών από Α.Τ.Ε. Άρθρο 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004. Κατ΄ ορθή ερμηνεία του, στη ρύθμιση της μη υπερβάσεως του διπλασίου του κεφαλαίου υπάγονται περισσότερα του ενός δάνεια και δεν γίνεται ξεχωριστός για καθένα από αυτά υπολογισμός.
Legislator headnote
AI generated26/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 26 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Δάνεια αγροτών από Α.Τ.Ε. Άρθρο 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004. Κατ΄ ορθή ερμηνεία του, στη ρύθμιση της μη υπερβάσεως του διπλασίου του κεφαλαίου υπάγονται περισσότερα του ενός δάνεια και δεν γίνεται ξεχωριστός για καθένα από αυτά υπολογισμός.
Αριθμός 26/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, στην παρούσα από τον Διευθυντή του Καταστήματος ΑΤΕ ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζημιχάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/ΤΜ/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 544/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Ιουνίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 2 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 39 παρ.1, 5 και 12 του ν. 3259/2004, ορίζεται ότι "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).
Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση.
Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.
Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου (παρ.5). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει (παρ.12)". Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 30 του ν. 2789/2000 και 42 του ν. 2912/2001, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτουν τα εξής: 1) Με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 περιορίσθηκε το οριζόμενο με το άρθρο 30 παρ.1 του ν. 2789/2000 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, ως ανώτατο όριο του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείσθηκαν από τη ρύθμιση εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου. 2) Εάν πρόκειται για περισσότερα δάνεια ή πιστώσεις, το τριπλάσιο υπολογίζεται επί του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων ή, προκειμένου για αλληλόχρεους λογαριασμούς, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, 3) Προκειμένου για οφειλές κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, οι οποίες είναι σχετικές με την επαγγελματική τους δραστηριότητα και έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000, τότε το συνολικό ύψος τους υπολογίζεται στο διπλάσιο του συνολικού κεφαλαίου που έχει ληφθεί με ένα ή περισσότερα δάνεια, τα οποία συνυπολογίζεται και δεν γίνεται ιδιαίτερος υπολογισμός της οφειλής για το καθένα χωριστά.
Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή, παρά τη διφορούμενη διατύπωση της παρ. 5 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, όπου δεν επαναλαμβάνεται στο σημείο αυτό η διατύπωση της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, για συνυπολογισμό όλων των ληξιπρόθεσμων οφειλών από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, προκύπτει από τα εξής: α) Με την παράγραφο 1 γίνεται ρητή μνεία ότι το οριζόμενο με αυτή ανώτατο όριο (τριπλάσιο) της οφειλής αναφέρεται στο σύνολο των ληφθέντων δανείων και διατυπώνεται στο τέλος επιφύλαξη για τους ορισμούς των παραγράφων 4, και 5 του ίδιου άρθρου 39, που αφορούν διαφορετικές περιπτώσεις β) Η παράγραφος 4, όπως συμπληρώθηκε με την ερμηνευτική διάταξη του εδ.
β', που προστέθηκε με το άρθρο 39 ν. 3723/2008, αφορά ρύθμιση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων υπό την ισχύ του ν. 2789/2000, με ύψος άνω των 2.201.000 ευρώ (για κεφάλαιο και συμβατικούς τόκους) και αρχικό κεφάλαιο άνω των 400.000 ευρώ, όπου τα δύο αυτά μεγέθη αποτελούν άθροισμα οφειλών από περισσότερα δάνεια ή πιστώσεις και λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά γ) Με την παράγραφο 5 μειώνεται, ως προς μία ειδική κατηγορία πολιτών, (των αγροτών), για λόγους δημόσιου συμφέροντος, το οριζόμενο στην παράγραφο 1 ανώτατο όριο οφειλών, από πιστώσεις και δάνεια για την επαγγελματική τους δραστηριότητα, από τριπλάσιο σε διπλάσιο του κεφαλαίου και δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ότι το όριο αυτό δεν θελήθηκε από το νομοθέτη να ισχύει στο σύνολο των οφειλών, όπως κατ' αναλογία έχει ρητώς ορισθεί για τις οφειλές της παρ.1.
Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να συναχθεί, από τη διατύπωση της παρ. 4 που δεν έχει ομοιότητα (ως ρύθμιση) με την παρ. 1, ούτε από την τελευταία, η οποία, λόγω της ομοιότητάς της με την παρ.5, πρέπει να δεχθούμε ότι είναι αναλογικά εφαρμοστέα για τη συμπλήρωση του ερμηνευτικού προβλήματος που δημιουργεί η σχετικώς ασαφής διατύπωση της παρ.5, ενόψει του ότι, κατά τα λοιπά, αποτελεί επανάληψη της παρ.1 με ηθελημένο νομοθετικό σκοπό μόνον να μειωθεί το ανώτατο όριο των οφειλών των αγροτών στο διπλάσιο του κεφάλαιο ή των κεφαλαίων.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι κατόπιν εσφαλμένης ερμηνείας (και ακολούθως εφαρμογής) της διατάξεως του άρθρου 39 παρ.5 του ν. 3259/2004, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για τις περισσότερες της μιας δανειακές προς την αναιρεσείουσα υποχρεώσεις από αγροτικά δάνεια του αναιρεσιβλήτου, υπαγόμενα στις ρυθμίσεις της εν λόγω διατάξεως, εσφαλμένως υπολογίσθηκε ως ανώτατο όριο το σύνολο του κεφαλαίου όλων των δανείων, ενώ έπρεπε να γίνει ιδιαίτερος για το καθένα από αυτά υπολογισμός, με συνέπεια να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, ότι με τα ταυτόσημα προς τις παραδοχές του Εφετείου ως άνω περιστατικά, που επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία (και ακολούθως εφαρμογή) της διατάξεως του άρθρου 39 παρ.5 του ν. 3259/2004 κρίθηκε ορισμένη η αγωγή του, χωρίς να περιλαμβάνει προσδιορισμό του κεφαλαίου καθενός από τα δάνεια, για να γίνει ιδιαίτερος για το καθένα υπολογισμός του ανώτατου ορίου της οφειλής του, είναι, εφόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ως προς την (ορθή) ερμηνεία της ως άνω διατάξεως, αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, όχι δε αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από το πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνον αν παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, ενώ δεν ελέγχεται η κρίση για το περιεχόμενο εγγράφων, εφόσον αυτά εκτιμώνται ελεύθερα, εκτός αν υφίσταται παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου. Στην εξεταζόμενη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο, εκ του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον, προς απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι μέρος της οφειλής του αναιρεσιβλήτου, ποσού 1.500.000 δραχμών, προερχόταν από αλληλόχρεο λογαριασμό και έπρεπε αυτοτελώς να κριθεί, επικαλέσθηκε και προσκόμισε α) την υπ' αρ. ...
σύμβαση παροχής πίστωσης μεταξύ αυτής και του Αγροτικού Συνεταιρισμού Πλατάνου και β) τον σχετικό πίνακα απογραφής μελών του συνεταιρισμού, ενώ το Εφετείο έκρινε αυτά λιγότερα αξιόπιστα από τις (λιγότερο αξιόπιστες) μαρτυρικές καταθέσεις. Επομένως, εφόσον τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν είχαν ως εκδότη τον αντίδικο της επικαλούμενης αυτά αναιρεσείουσας ούτε αποτελούσαν δημόσια έγγραφα, δεν είχαν αυξημένη αποδεικτική ισχύ σε σχέση με τις μαρτυρικές καταθέσεις και ο ανωτέρω αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2008 αίτηση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ για αναίρεση της 544/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείoυσα στα δικαστικά έξοδα τoυ αναιρεσιβλήτου από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ