Legislator Case Law & Legislation
26/2009 AI generated

26/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 26/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

26/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η τυχόν δε παραπέρα ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτό, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
on-premises contracts non-implementation of the offending agreements landlord's additional performance architect fees renovation costs construction cost overruns
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 26 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 26/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Τζημόπουλου βάσει πληρεξουσίου ...... της συμβολαιογράφου Ανασελίτσης Κυριακή Σακελλάρη, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Θεοδοσίου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (ΑΝΚΟ) ΑΕ) που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γραμματικόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2007 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-4-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 19-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ, οι οποίοι όμως εφαρμόζονται τότε μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Συνεπώς, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο τούτο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και, παρά το γεγονός αυτό, δεν τους εφάρμοσε.

Το στοιχείο αυτό πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ., αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νομικά βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η τυχόν δε παραπέρα ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτό, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως.

Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν από την αιτιολογία αυτής δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα αναγκαία κατά νόμο για την εφαρμογή ή μη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου πραγματικά περιστατικά ή όταν η απόφαση έχει ελλιπείς αιτιολογίες σε ουσιώδες ουσιαστικό ζήτημα, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθώς ή όχι εφαρμόστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου.

Έτσι οι κανόνες δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ποια ουσιώδη και απαραίτητα στοιχεία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής για να είναι ορισμένη, δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών και χωρίς επαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι η αγωγή, με την οποία ζητείτο η καταψήφιση του αναιρεσείοντος στην καταβολή του ποσού της επιχορήγησης που του κατέβαλε η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, σε εκτέλεση της καταρτισθείσης μεταξύ τους συμβάσεως εκτελέσεως του υπ' αυτού αναληφθέντος έργου, στα πλαίσια εφαρμογής του προγράμματος LEADER II στην Ελλάδα, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως για υπαίτια μη εκπλήρωση της συμβατικής του υποχρεώσεως να παραδώσει το αναληφθέν έργο εντός της συμφωνηθείσης προθεσμίας, ήταν ορισμένη, ενώ ήταν αόριστη, διότι δεν αναφέρονταν τα διαλαμβανόμενα στον αναιρετικό αυτό λόγο στοιχεία και επιπλέον δεν αναφερόταν "τελικά αν είχε δικαίωμα η αναιρεσίβλητη σύμφωνα με το άρθρο 7 της συμβάσεως να διακόψει απλώς την επιχορήγηση και εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την επιστροφή των ήδη καταβεβλημένων ποσών της επιχορήγησης".

Ο λόγος αυτός, όπως ανωτέρω διατυπώνεται, ενέχει αοριστία και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι, ως προς μεν το μέρος του που αφορά την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων σχετικά με το περιεχόμενο του άρθρου 7 της συμβάσεως, ως προς δε με το μέρος του που κατ' εκτίμηση αφορά την από τον αριθμό 14 -και όχι 19- του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεν αναφέρεται ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο της αγωγής, ώστε να διαπιστωθεί αν η παράθεση των επικαλούμενων περιστατικών ήταν αναγκαία για το ορισμένο του αγωγικού δικογράφου.

Το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα με βάση το οποίο επικυρώθηκε, όπως προαναφέρθηκε, η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη η αγωγή της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 εδαφ.α της από 17-6-1988 σύμβασης που υπογράφηκε από τους διαδίκους η αναιρεσίβλητη εποπτεύει την υλοποίηση του έργου.

Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 αυτού, στις περιπτώσεις που διαπιστωθεί παρατυπία από τον φορέα υλοποίησης, παράβαση Κοινοτικής ή Εθνικής διάταξης σε βάρος του Εθνικού ή Κοινοτικού προϋπολογισμού, παράβαση των διατάξεων της παρούσας καθώς και κάθε σημαντική απόκλιση από τη φύση, τα χαρακτηριστικά και το σκοπό ένταξης του έργου στο πρόγραμμα LEADER Π, έτσι όπως περιγράφεται στην παρούσα σύμβαση, το Υπουργείο Γεωργίας μετά από δική του διαπίστωση ή γνωστοποίηση της ΑΝΚΟ ΑΕ (αναιρεσίβλητης) ή και η ΑΝΚΟ ΑΕ δύνανται κατά την κρίση τους και με αιτιολογημένη πράξη ...

να ζητήσουν την επιστροφή των ήδη καταβεβλημένων ποσών επιχορήγησης...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής (17-6-1998) άρχισε την κατασκευή του ενταχθέντος στο πρόγραμμα έργου σε ακίνητό του που βρίσκεται στη ...... ήτοι "Ξενοδοχείο επιπλωμένων διαμερισμάτων". Σύμφωνα, λοιπόν, με την σύμβαση η αναιρεσίβλητη κατέβαλε σ' αυτόν την επιχορήγηση από 51.502,04 ευρώ, όπως προκύπτει από την ......

επιταγή της Αλφα Τράπεζας Πίστεως, προκειμένου αυτός να προβεί στην ολοκλήρωση της επιχείρησης του "ξενοδοχείο επιπλωμένων διαμερισμάτων" μέχρι το Δεκέμβριο του 1999. Με απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας παρετάθη η προθεσμία ολοκλήρωσης του έργου μέχρι και 31-12-2000, κατόπιν δε με νέα υπουργική απόφαση παρετάθη μέχρι 31-10-2001.

Αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε το έργο να έχει ολοκληρωθεί τουλάχιστον τέσσερις μήνες πριν, ώστε να υπάρχει το χρονικό περιθώριο να ελεγχθεί και να γίνουν οι γραφειοκρατικές διαδικασίες που απαιτούνται για την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης του έργου. Με βάση τα παραπάνω ο εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, στις 23-1-2001 οπότε και μετά από έλεγχο που είχε γίνει προέκυπτε ότι το έργο βρισκόταν στο στάδιο της τοιχοποιίας, κάλεσε τον αναιρεσείοντα για να συζητήσουν.

Τότε ο αναιρεσείων, αποδέχτηκε το γεγονός ότι το έργο δεν ήταν δυνατόν να ολοκληρωθεί στους επόμενους πέντε μήνες. Εξάλλου από την μέχρι τότε πορεία του έργου και με δεδομένο ότι ο αναιρεσείων είχε ξεκινήσει την κατασκευή ενός ξενοδοχείου πολύ μεγαλύτερου από τα αρχικά εγκεκριμένο σχέδιο, ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι το έργο δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί ούτε καν μέχρι το τέλος του έτους 2001.

Ο ίδιος δε ο αναιρεσείων παραδέχτηκε ότι καθυστερούσε το έργο για το λόγο ότι περίμενε την έγκριση ενός δανείου το οποίο δεν είχε εγκριθεί ακόμη τον Ιανουάριο του 2001.

Για τους λόγους αυτούς την ίδια ημέρα ο αναιρεσείων συμφώνησε να απενταχθεί από το πρόγραμμα με σκοπό να ενταχθεί αργότερα σε κάποιο άλλο, δεδομένου και του ότι το έργο που τελικά εκτελούνταν θα είχε πολύ μεγαλύτερο κοστολόγιο από τον αρχικό προϋπολογισμό και άρα θα μπορούσε να εισπράξει μεγαλύτερη επιχορήγηση και μάλιστα υπέγραψε ότι συμφωνεί να επιστρέψει στην αναιρεσίβλητη τα χρήματα που του είχε η ίδια καταβάλει.

Την επόμενη όμως ημέρα ο αναιρεσείων έστειλε επιστολή στην αναιρεσίβλητη με την οποία ζητούσε την επανένταξή του στο πρόγραμμα γιατί ισχυρίζετο ότι θα ολοκλήρωνε το έργο μέχρι την 31-10-2001. Η αναιρεσίβλητη και ενώ πλέον είχε ήδη φτάσει Απρίλιος και το έργο συνέχιζε να βρίσκεται στο ίδιο στάδιο, με την με αριθμ. 197/3η 2001 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της αποφάσισε την απένταξη του αναιρεσείοντος από το πρόγραμμα κοινοτικής πρωτοβουλίας LEADER ΙΙ, καταγγέλοντας έτσι την σύμβαση της με τον αναιρεσείοντα εναγόμενο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων, καταλήγει το Εφετείο, σύμφωνα και με το άρθρο 7 της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, η αναιρεσείουσα έχει δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή της καταβληθείσας επιχορήγησης. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς τα στηρίζοντα το διατακτικό της αποφάσεως ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, χωρίς να είναι αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας της η αναφορά ότι η επιχορήγηση καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα αφού είχε προηγηθεί έλεγχος του εκτελεσθέντος υπ' αυτού έργου, ούτε ότι αυτός ήταν συμβατικά ανακόλουθος, ενώ καμία ασάφεια υφίσταται στην προσβαλλόμενη ως προς το ποιο διάδικο μέρος κατάγγειλε τη σύμβαση, αφού γίνεται ρητή περί αυτού αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου τέταρτος και πέμπτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα παραμορφώθηκε, εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονταν στο έγγραφο αυτό και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άρθρου 7 της καταρτισθείσης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης. Δεν παρατίθεται όμως στο αναιρετήριο επακριβώς το περιεχόμενο του όρου αυτού της συμβάσεως και δεν αναφέρεται με σαφήνεια ποιό ήταν το διαφορετικό περιεχόμενο του όρου αυτού, που δέχθηκε το Εφετείο, ούτε το συνεπεία τούτων επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος. Ο ίδιος λόγος (δεύτερος) κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση "για παντελή έλλειψη αιτιολογίας", είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, καθόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο για ποιο ουσιώδες ζήτημα με επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση της από το άρθρο 1 ΚΠολΔ οριζόμενης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχει και όταν το δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης που κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης αφορά τη δημόσια τάξη και μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά και στον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ.2 περ. γ' και 3 ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. ι` και 9 παρ. 1 εδ. γ` του νόμου 1406/1983, που εκδόθηκε σε εφαρμογή του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, από 11 Ιουνίου 1985 υπάγονται στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως διοικητικές διαφορές και οι διοικητικές συμβάσεις.

Διοικητικές συμβάσεις είναι εκείνες, στις οποίες το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή άλλο Ν.Π.Δ.Δ., έχουν δε ως αντικείμενο την άμεση εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού και τελούν κάτω από νομικό καθεστώς, το οποίο εξασφαλίζει στο Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ. υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος.

Για το χαρακτηρισμό μιας συμβάσεως ως διοικητικής πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά και οι τρεις παραπάνω προϋποθέσεις. Αν το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ ενεργεί ως ιδιώτης που διαχειρίζεται την περιουσία του, χωρίς τη συνομολόγηση ρητρών που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και που του προσδίδουν υπεροχή απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, οι συμβάσεις που συνάπτει δεν είναι διοικητικές, αλλά ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 3 του Συντάγματος και 1 περ.

α' ΚΠολΔ, έστω και αν αποβλέπουν και στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ πλημμέλεια για υπέρβαση δικαιοδοσίας, διότι η επίδικη σύμβαση είναι διοικητική, όπως και συμβατικά είχε καθορισθεί με τον ορισμό του διοικητικού εφετείου ως αρμόδιου για την επίλυση κάθε διαφοράς από τη σύμβαση, είναι αβάσιμος, αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι σωρευτικώς απαιτούμενες ως άνω προϋποθέσεις και ειδικότερα, συμβαλλόμενος στην επίδικη σύμβαση δεν είναι το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ.

αλλά ανώνυμη εταιρεία, ούτε άλλωστε επικαλείται ο αναιρεσείων ότι περιελήφθηκαν στη σύμβαση αυτή όροι που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και προσδίδουν έναντι αυτού υπεροχή στην αναιρεσίβλητη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 2 εδαφ. α` και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως που ενέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους, χωρίς υπερημερία του εναγομένου οφειλέτη (άρθρο 346 ΑΚ) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ, και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της ασκήσεως της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της οχλήσεως, που και όταν ασκείται με την αγωγή, της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική της φύση ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει.

Η κατά τα άρθρα 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, που έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, συνεπάγεται την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων που επήλθαν με και από την άσκηση της αγωγής, δεν αφορά όμως και την επίδοση της αγωγής κατά το μέρος που η επίδοση αυτή έχει χαρακτήρα οχλήσεως, δημιουργικής υπερημερίας του οφειλέτη και εντεύθεν οφειλής για αντίστοιχους τόκους κατά το άρθρο 345 ΑΚ (Ολ ΑΠ 13/1994).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται επί του επιδικασθέντος σ' αυτήν με την πρωτόδικη απόφαση ποσού, τόκους από την επίδοση προγενέστερης κατά του αναιρεσείοντος αγωγής της, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, διότι η παραίτηση αυτή, κατά το μέρος που συνιστά όχληση, δεν συνεπάγεται άρση των κατά το άρθρο 345 ΑΚ εννόμων συνεπειών της υπερημερίας του οφειλέτη αναιρεσείοντος, μετά ταύτα δε επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 51.502,04 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 17-11-2001.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 345, 345 ΑΚ ούτε εκείνη του άρθρου 295 παρ. 1 ΚΠολΔ και γι` αυτό ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αντίθετος τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ