Legislator Case Law & Legislation
26/2007 AI generated

26/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 26/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 26 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 26/2007

Legislator headnote

AI generated

26/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 26 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 26/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 26 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 26/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα-----

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρίτσανο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΤΑΡΑΓΚΙΩΤΗΣ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 639/2002 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/12/2002 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 13/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή εν μέρει των πρώτου και τρίτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθμό 5599/10.11.2005 έκθεση επιδόσεως του δικ.επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας ... προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη εταιρία. Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την άνω ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση αυτής παρά την απουσία της (576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της άνω διάταξης είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ή ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.ΑΠ 25/2003). Αντίθετα δεν είναι πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα που συνάγονται από το δικαστήριο ή τους διαδίκους, από τις αποδείξεις. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, όπως εκτίθεται συνοπτικά στο αναιρετήριο και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι την 31.8.1999 προσφέρθηκε στην αναιρεσείουσα - ενάγουσα, από την αναιρεσίβητη, το ποσό των 118.800 δρχ, που αφορούσε αποδοχές του μήνα Αυγούστου 1999, πλην αυτή αρνήθηκε να το λάβει λόγω του ότι την ημερομηνία αυτή η αναιρεσίβλητη δια του νομίμου εκπροσώπου της, τής κοινοποίησε την με την ίδια ημεροχρονολογία καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτής Ωστόσο, από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και των προτάσεων της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο, δεν προκύπτει ισχυρισμός αυτής περί προσφοράς προς την αναιρεσείουσα κατά τον άνω χρόνο του ποσού των 118.800 δρχ., για αποδοχές Αυγούστου 1999 και άρνηση της τελευταίας να το παραλάβει. Αντίθετα ισχυρίσθηκε ότι είχε εξοφλήσει την αναιρεσείουσα και για τις αποδοχές του μήνα Αυγούστου 1999 και ότι αυτό προέκυπτε από τις προσκομισθείσες με επίκληση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αποδείξεις. Επομένως το Εφετείο δεχόμενο τ' ανωτέρω, ήτοι ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη, ο οποίος ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης (υπερημερία της αναιρεσείουσας, μη οφειλή τόκων ως προς το άνω ποσό από την αναιρεσίβλητη) υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και είναι εν μέρει βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο α' μέρος του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών που κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 452/2002). Αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της στο Εφετείο, προς αντίκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης και απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της ότι προσλήφθηκε για να απασχοληθεί στην αναιρεσίβλητη την 1-6-1999, επικαλέσθηκε και προσκόμισε μεταξύ άλλων τα εξής έγγραφα: 1) το με αριθμ. ..../8-6-1999 Τιμολόγιο-Δελτίο Αποστολής της αναιρεσίβλητης που φέρει την υπογραφή της αναιρεσείουσας, 2) το με αρ. πρωτ. 1/226/29-9-1999 έγγραφο του περιφερειακού υποκαταστήματος ΙΚΑ.... και την επακολουθήσασα με αριθμ. 501/2001 απόφαση της ΤΔΕ του ίδιου περιφερειακού υποκαταστήματος η οποία, κατά τα εκτιθέμενα, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε στην αναιρτεσίβλητη από 1-6-1999, 3) κατά την προθεσμία της προσθήκης-αντίκρουσης την με αριθμ. 530/2001 ένορκη βεβαίωση της ..., υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, που προορίζονταν για το ΙΚΑ, προκειμένου να εκτιμηθεί από το Εφετείο ως δικαστικό τεκμήριο. Το Εφετείο όπως σημειώθηκε ανωτέρω, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αναιρεσείουσα είχε προσληφθεί και εργασθεί στην αναιρεσίβλητη όχι κατά το μήνα Ιούνιο 1999, αλλά από 1-7-1999. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό έλαβε υπόψη, όπως αναφέρεται στην απόφασή του, τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, οι οποίοι εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και την όλη διαδικασία. Ωστόσο, από την άνω γενική διαβεβαίωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο ενόψει του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξε σχετικά με το χρόνο έναρξης της εργασιακής σχέσης των διαδίκων, έλαβε υπόψη τα άνω υπ' αριθμ. 1 και 2 έγγραφα (το υπ' αρ. 3 είχε προσκομισθεί απαραδέκτως ενόψει των διατάξεων των άρθρων 670, 674 παρ. 2 και 591 παρ. 1δ' ΚΠολΔ) στο περιεχόμενο των οποίων και την αποδεικτική αξία τους ουδεμία θετική ή αρνητική αναφορά γίνεται. Έτσι όμως το Εφετείο, υπέπεσε στη πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που η αναιρεσείουσα είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει και είναι εντεύθεν εν μέρει βάσιμος ο εκ της άνω διάταξης τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης.

Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 639/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ