Supreme Court allows appeal against civil judgment for insufficient reasoning regarding contract performance and payment obligations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance judgment regarding a sales contract dispute. The appellants argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for why the seller was liable to the company rather than the buyer. The court found the reasoning inadequate and contradictory regarding the performance of the contract and payment obligations.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 no. 6 C.Pol.D.; Art. 93 para. 3 Constitution: An appeal is admissible if the decision lacks legal basis, has no reasons, or has contradictory reasons on matters affecting the outcome, requiring the case to be remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 269 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 269/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Ι., 2) Ε. συζύγου Γ. Μ. το γένος Α. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/11/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Aπό την υπ' αριθμ. 2411Β'/05-06-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την οποία προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την παρούσα δικάσιμο, έχει επιδοθεί, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των ιδίων, στον αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο Αλέξανδρο Παρασκευιώτη (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία". (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Το αποτέλεσμα τούτο επέρχεται, είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις.
Στην περίπτωση αυτή, υποκείμενο της δημιουργουμένης έννομης σχέσης από την ενέργεια του αμέσου αντιπροσώπου είναι ο αντιπροσωπευόμενος, ο οποίος και μόνον δεσμεύεται από τις επιχειρούμενες στο όνομά του πράξεις υπό του πρώτου. Αντιθέτως, επί εμμέσου αντιπροσωπείας υποκείμενο της έννομης σχέσης που δημιουργείται από την ενέργεια του εμμέσου αντιπροσώπου είναι αυτός ο ίδιος (ο αντιπρόσωπος) και όχι ο αντιπροσωπευόμενος, ο οποίος (αντιπρόσωπος) με βάση και μόνο την εσωτερική σχέση που τον συνδέει με τον κύριο των υποθέσεων υποχρεώνεται να μεταφέρει τα επελθόντα στο πρόσωπό του αποτελέσματα με χωριστές μεταβιβαστικές πράξεις στον εμμέσως υπ' αυτού αντιπροσωπευόμενο.
Η έμμεση δηλαδή αντιπροσωπεία αποτελεί αντιπροσώπευση συμφερόντων, ενέργεια δηλαδή άλλου και όχι αντιπροσωπεία του άρθρου 211 ΑΚ (AΠ 1128/2015, ΑΠ 2017/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Το Δεκέμβριο του έτους 2010, οι εκκαλούντες ήλθαν σε συμφωνία με τον εφεσίβλητο, ο οποίος είναι έμπορος και διατηρεί αποθήκες ρυζιού στη ..., προκειμένου να αγοράσουν από αυτόν ποσότητες ρυζιού για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία ΑΦΟΙ Κ. ΟΒΕΕ, που εδρεύει στην …. Δυνάμει της συμφωνίας αυτής, ο εφεσίβλητος πώλησε και παρέδωσε σε αυτούς τις κάτωθι ποσότητες ρυζιού, αντί των κάτωθι τιμημάτων, που οι εκκαλούντες δεν αμφισβητούν: 1) ρύζι ποικιλίας Ευρώπα (EUROPA ), ποσότητας 31.830 κιλών, με τιμή ανά κιλό προς 0,32 λεπτά, ήτοι συνολικά (31.830 χ 0,32 λεπτά = ) 10.185,60 ευρώ, 2) ρύζι, ποικιλίας Λίμπερο ( LIΒΕRΟ ), ποσότητας 4.090 κιλά, με τιμή ανά κιλό προς 0,24 λεπτά, ήτοι συνολικά (4.090 χ 0,24 λεπτά =) 981,60 ευρώ, 3) ρύζι, ποικιλίας Ρ - 64, ποσότητας 33.260 κιλά με τιμή ανά κιλό προς 0,45 λεπτά, ήτοι συνολικά (33.260 Χ 0,45 = ) 14.967,00 ευρώ.
Συνεπώς, το συνολικό τίμημα της σύμβασης πώλησης ανήλθε στο ποσό των 26.134,20 ευρώ. Τις ανωτέρω ποσότητες ρυζιού τις παρέλαβε ο πρώτος εκκαλών με το φορτηγό του από τις αποθήκες του εφεσίβλητου, ενώ για την εξόφληση του τιμήματος είχε συμφωνηθεί ειδικότερα να γίνει αυτή εντός προθεσμίας 6 μηνών από την παράδοση των ανωτέρω ποσοτήτων ρυζιού και σε κάθε περίπτωση μέχρι τις 30.06.2011.
Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι στην επίδικη σύμβαση πώλησης δεν ενεργούσαν για τον εαυτό τους, αλλά για την ως άνω εταιρία από την οποία και είχαν εντολή να ανεύρουν πωλητές ποσοτήτων ρυζιού και να διαμεσολαβήσουν στην κατάρτιση της σύμβασης πώλησης αυτών, δυνάμει σύμβασης μεσιτείας και ότι συνεπώς συμβαλλόμενοι ήταν ο εφεσίβλητος, ως πωλητής και η ως άνω εταιρία, ως αγοράστρια.
Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούντες είχαν δηλώσει σαφώς και ευκρινώς στον εφεσίβλητο ότι τα αποτελέσματα της πώλησης δεν θα επέρχονταν στο πρόσωπο των ιδίων, αλλά στο πρόσωπο της ως άνω εταιρίας για λογαριασμό της οποίας ενεργούσαν, δυνάμει σύμβασης με χαρακτηριστικά αντιπροσωπείας και μεσιτείας και ότι συνακόλουθα υπόχρεη προς καταβολή του τιμήματος θα ήταν η ως άνω εταιρία και όχι αυτοί.
Οι εκκαλούντες από την πλευρά τους προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, προσκομίζουν μετ' επικλήσεως ακριβή βεβαίωση διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία και της με αριθμό …/….01.2011 βεβαίωσης έναρξης φυσικού προσώπου επιτηδευματία της Β' Δ.Ο.Υ. Σερρών, που αφορούν τη δεύτερη εκκαλούσα και από τα οποία προκύπτει ότι εκείνη την χρονική περίοδο αυτή είχε διακόψει την δραστηριότητα της αγρότισσας και είχε προβεί σε έναρξη δραστηριότητας μεσιτείας αγαθών, καθώς και ακριβή αντίγραφα των με αριθμούς....
τιμολογίων παροχής υπηρεσιών της δεύτερης των εκκαλούντων προς την ως άνω εταιρία, από τα οποία προκύπτουν οι επιμέρους αμοιβές, που έλαβε από την ως άνω εταιρία, ως μεσίτρια. Ωστόσο, από την επισκόπηση των προαναφερόμενων τιμολογίων προκύπτει ότι το σύνολο αυτών δικαιολογούν αμοιβή μεσιτείας ύψους 200€ έως 400€ περίπου για την κάθε συναλλαγή, εκτός από το με αριθμό …/….01.2011 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με το οποίο η δεύτερη εκκαλούσα έλαβε ως αμοιβή για τη μεσιτεία της το ποσό των 30.384,91€.
Η προσκόμιση δε του με αριθμό …/2011 τιμολογίου, που αφορά μάλιστα και την επίδικη περίοδο, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ως άνω εταιρεία δεν κατέβαλε στους εκκαλούντες μόνο το ποσό, που αντιστοιχούσε στην παροχή υπηρεσιών μεσιτείας, όπως ισχυρίζονται οι τελευταίοι, αλλά κατέβαλε και το τίμημα, για τις ποσότητες προϊόντων, που της μεταπωλούσαν αυτοί.
Εξάλλου, τα αυτά επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας απόδειξης, που εξετάσθηκε με επιμέλεια του εφεσίβλητου - ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιού δικαστηρίου. Ειδικότερα, ο ως άνω μάρτυρας - ο οποίος είχε ίδια γνώση των γεγονότων, αφού τυγχάνει υιός του εφεσίβλητου και ήταν παρών κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης - ανέφερε ότι ο εφεσίβλητος γνώριζε ότι οι εκκαλούντες είχαν πρόθεση να πουλήσουν τις ως άνω ποσότητες ρυζιού στην ως άνω εταιρία και ότι ενεργούσαν ως μεσίτες προς υπόδειξη ευκαιριών πώλησης ποσοτήτων ρυζιού προς αυτήν, αλλά και ως αντιπρόσωποι αυτής, εντούτοις από τα συμφωνηθέντα πίστευε ότι, υπόχρεοι προς καταβολή του τιμήματος ήταν οι ίδιοι, με τους οποίους και είχε συναλλαχθεί και όχι η εταιρία, με την οποία και δεν είχε ουδεμία επαφή και συνομιλία...
Μάλιστα, σε ερώτηση του δικάζοντος δικαστή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επιβεβαίωσε ότι οι εκκαλούντες θα έπαιρναν την ποσότητα ρυζιού για να την "μεταπωλήσουν" στον κ. Κ., με τον οποίο ο εφεσίβλητος δεν είχε καμία επαφή. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν ανατρέπεται από την ένορκη κατάθεση τον μάρτυρος ανταπόδειξης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος δε γνώριζε τίποτε σχετικό για την επίδικη σύμβαση πώλησης και τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων παρά μόνο κατέθεσε ότι οι εκκαλούντες ενεργούσαν ως μεσίτες, καθώς και ότι και ο ίδιος πώλησε προς την ως άνω εταιρία ποσότητες ρυζιών διά μέσω αυτών, με την ίδια ως άνω ιδιότητα τους και ότι το τίμημα καταβλήθηκε από την εταιρία και όχι από τους εκκαλούντες....
Ενόψει τούτων, υπόχρεοι προς καταβολή του τιμήματος της επίδικης σύμβασης πώλησης ήταν οι εκκαλούντες, οι οποίοι και συμβλήθηκαν με τον εφεσίβλητο. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, έναντι του ως άνω συνολικού τιμήματος, οι εκκαλούντες κατέβαλαν είτε οι ίδιοι αυτοπροσώπως είτε μέσω της ως άνω εταιρίας, με την οποία αυτοί είχαν συναλλαχθεί, χωρίς καμία συμμετοχή του εφεσίβλητου, το ποσό των (6.000,00 + 2.000,00 + 360,00 + 1.800,00 + 4.000,00 + 3.300,00 =) 17.460,00 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβήτησαν, χωρίς να έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα το υπόλοιπο ποσό των 8.674,20 ευρώ, το οποίο αρνούνται να καταβάλουν παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του εφεσίβλητου...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στέρησε την απόφασή του, από νόμιμη βάση, παραβιάζοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 211 του ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 513 του ίδιου Κώδικα, καθόσον, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα ότι υπόχρεοι προς καταβολή του τιμήματος της ένδικης σύμβασης πώλησης ήταν οι ήδη αναιρεσείοντες, εναγόμενοι, που συμβλήθηκαν, ατομικά και για λογαριασμό τους με τον ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα και όχι η ανωτέρω εταιρεία, για λογαριασμό της οποίας αυτοί, κατά τους ισχυρισμούς τους, ενεργούσαν, στην προκειμένη περίπτωση, ως αντιπρόσωποι και μεσίτες, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Και, τούτο καθόσον, από τις ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει, με σαφήνεια, αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι στην ένδικη σύμβαση πώλησης οι ήδη αναιρεσείοντες, ως αγοραστές, συμβλήθηκαν με τον ήδη αναιρεσίβλητο, πωλητή, αντιπροσωπεύοντας αμέσως ή εμμέσως την ανωτέρω εταιρεία ή αν αγόρασαν, ατομικά και για δικό τους λογαριασμό τα ένδικα προϊόντα και συνεπώς αν αυτοί νομιμοποιούνται ή όχι παθητικά, ως εναγόμενοι, στην προκειμένη περίπτωση.
Ειδικότερα: Ενώ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ότι οι ήδη αναιρεσείοντες, εναγόμενοι "...ήλθαν σε συμφωνία με τον εφεσίβλητο (σημ. ήδη αναιρεσίβλητο), ο οποίος είναι έμπορος και διατηρεί αποθήκες ρυζιού στη ..., προκειμένου να αγοράσουν από αυτόν ποσότητες ρυζιού για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία ΑΦΟΙ Κ.
ΟΒΕΕ, που εδρεύει στην … ...", στη συνέχεια, προκειμένου να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο τον αρνητικό της ένδικης αγωγής, ισχυρισμό τους (ήδη αναιρεσειόντων), περί έλλειψης παθητικής τους νομιμοποίησης, γιατί αυτοί δεν συμβλήθηκαν στην ένδικη σύμβαση, επ' ονόματί τους, αλλά για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας, που αντιπροσώπευαν, ως μεσίτες, αντιφάσκοντας προς την προαναφερθείσα παραδοχή του, αλλά και απαιτώντας ρητή δήλωση αυτών (αναιρεσειόντων), ότι το αποτέλεσμα της ένδικης δικαιοπραξίας (πώλησης) θα επερχόταν στο πρόσωπο της εταιρείας αυτής, παρότι δεν αξιώνεται το κριτήριο τούτο, ως αποκλειστικό, για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης (211 ΑΚ), που ορίζει ότι τούτο μπορεί να συνάγεται και από τις περιστάσεις, δέχθηκε ότι: "...δεν αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούντες είχαν δηλώσει σαφώς και ευκρινώς στον εφεσίβλητο ότι τα αποτελέσματα της πώλησης δεν θα επέρχονταν στο πρόσωπο των ιδίων, αλλά στο πρόσωπο της ως άνω εταιρίας για λογαριασμό της οποίας ενεργούσαν, δυνάμει σύμβασης με χαρακτηριστικά αντιπροσωπείας και μεσιτείας και ότι συνακόλουθα υπόχρεη προς καταβολή του τιμήματος θα ήταν η ως άνω εταιρία και όχι αυτοί...".
Για να ενισχύσει δε την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε, ως επιχείρημα, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η δεύτερη ήδη αναιρεσείουσα έλαβε και αμοιβή για παροχή μεσιτικών υπηρεσιών, αναφορικά με τη σύναψη της ένδικης σύμβασης πώλησης, επιτείνοντας, έτσι, την ασάφεια της ανωτέρω αιτιολογίας του.
Τέλος, ενόψει και της παραδοχής της προσβαλλομένης ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος, ενάγων, ουδεμία επαφή είχε με την ως άνω εταιρεία, ούτε και συμβλήθηκε μαζί της, δεν διευκρινίζεται ο λόγος για τον οποίο έγινε δεκτό ότι μέρος του ενδίκου τιμήματος, το οποίο (μέρος), σημειωτέον, καθόλου δεν προσδιορίζεται, καθ' ύψος, χρόνο και τρόπο καταβολής του, εξοφλήθηκε μέσω αυτής της εταιρείας.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο, κατά το νοηματικό περιεχόμενό του, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, που έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι ουσιαστικά βάσιμος. Επομένως, με την παραδοχή του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών (πρώτου, περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 480 ΑΚ, γιατί οι αναιρεσείοντες υποχρεώθηκαν εις ολόκληρον να καταβάλουν στον αντίδικό τους την ένδικη παροχή, που είναι διαιρετή και δευτέρου, περί ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 703 ΑΚ), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 166/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ