Supreme Court annuls appeal court decision on lease return, ruling legal interest must exist at appeal stage, not filing stage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Instance Court's decision regarding the return of a leased property, ruling that the legal interest for the claim existed only at the appeal stage. The appellant argued the lower court erred by accepting the appeal based on a filing date rather than the actual delivery date of the property. The court held that the interest was extinguished upon delivery, making the appeal inadmissible and the lower court's acceptance of the appeal a procedural error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 574, 575, 576 of the Civil Code; Article 68 of the Code of Civil Procedure: The legal interest for a claim for the return of leased property is extinguished upon the actual delivery of the property, and an appeal must be rejected if the property was already delivered before the appeal stage, not merely at the filing stage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 269 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 269/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Τ. του Φ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βιργινία Περάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Πυροβολάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκε με την από 29-4-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575 και 576 του Α.Κ. προκύπτει, ότι ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραχωρήσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να διατηρεί αυτό κατάλληλο για τη χρήση αυτή καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης. Ο μισθωτής υποχρεούται, σε αντάλλαγμα, να καταβάλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα που συμφωνήθηκε.
Αν κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου στο μισθωτή αυτό έχει ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε μια τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.
Επομένως, αν υπό την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος ή την έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του μισθίου εμποδίσθηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση αυτού, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, να μην καταβάλει το μίσθωμα και αν το προκατέβαλε, δικαιούται να αναζητήσει αυτό ως αχρεώστητο κατά το άρθρο 904 του ΑΚ, εφόσον εξαιτίας του πραγματικού ελαττώματος, αναιρείται η δυνατότητα να κάνει χρήση ελεύθερη και ανενόχλητη, κατά τους όρους της σύμβασης, με αποτέλεσμα να καθίσταται χωρίς περιεχόμενο το δικαίωμά του και να αναιρείται και η γενόμενη παράδοση της χρήσης του μισθίου (ΑΠ 1469/2013).
Στην περίπτωση αυτή ο εκμισθωτής εναγόμενος, μπορεί κατ' ένσταση να προβάλει τον ισχυρισμό ότι ο μισθωτής κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης γνώριζε το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας ή ότι παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη, γεγονός που αποκλείει την ευθύνη του για την ύπαρξη του ελαττώματος ή την έλλειψη της ιδιότητας (άρθρα 579 και 581 Α.Κ.) και επομένως ο μισθωτής δεν έχει τα δικαιώματα που απονέμονται σ' αυτόν από τα άρθρα 576 έως 578 Α.Κ. (ΑΠ 774/2015).
Από τα παραπάνω προκύπτει, σε σχέση με την έννοια του πραγματικού ελαττώματος, ότι για τη συγκρότηση του ελαττώματος δεν αρκεί οποιαδήποτε δυσμενής κατάσταση της υλικής υπόστασης του μισθίου, αλλά απαιτείται κατάσταση τέτοια που επηρεάζει την προσφορότητα για λειτουργική χρήση αυτού. Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου, όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής.
Ως πραγματικό ελάττωμα θεωρείται και η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από μέτρα που επιβάλλονται από διοικητική αρχή ή από περιορισμούς δημοσίου δικαίου, εφόσον όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι εμποδίζεται η συμφωνημένη χρήση του μισθίου. Αντιθέτως, αν η χρήση δεν εμποδίζεται παρά την έλλειψη των νομίμων προϋποθέσεων δεν υπάρχει ελάττωμα (ΑΠ 912/2000).
Αν το ελάττωμα του μισθίου είναι ασήμαντο και η εξαιτίας αυτού παρακώλυση της χρήσης επουσιώδης, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (άρθρο 288 Α.Κ.) δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, δηλαδή δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ελάττωμα, οπότε δεν χορηγούνται τα ως άνω δικαιώματα στο μισθωτή (ΑΠ 633/2003).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ε. Τ. , με την από 12-4-2010 αγωγή του κατά του Δήμου Ηρακλείου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ισχυρίσθηκε ότι, δυνάμει της από 31-3-2009 σύμβασης μισθώσεως, μίσθωσε από τον εναγόμενο Δήμο (ήδη αναιρεσίβλητο) το κείμενο στο Ηράκλειο και επί της Λεωφόρου ….
παλαιό κτήριο με τον αύλειο χώρο του, προκειμένου, αφού με δικές του ενέργειες και δαπάνες αναπαλαιώσει το ως άνω κτήριο και ανοικοδομήσει νέο στον αύλειο χώρο, να το λειτουργήσει ως ξενοδοχείο. Ότι η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε εικοσαετής και το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 10.150 ευρώ και ότι συμφωνήθηκε η απαλλαγή του από την καταβολή του μισθώματος τους έξι πρώτους μήνες (από 1-4 έως 30-9-2009), χρόνος κατά τον οποίο υπολογίσθηκε ότι θα είχε περαιωθεί η διαδικασία έκδοσης των σχετικών αδειών για την έναρξη των εργασιών ανακαίνισης και ανοικοδόμησης του μισθίου.
Ότι, ενώ έβαιναν με γρήγορους ρυθμούς οι αναγκαίες εργασίες για την έκδοση των σχετικών αδειών (εκπόνηση σχεδίων και μελετών, ανασκαφικές εργασίες στο μίσθιο, επαφές με τις συναρμόδιες υπηρεσίες), η Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων και τεχνικών έργων Κρήτης, που έπρεπε να αποφανθεί για την καθαίρεση ετοιμόρροπων τμημάτων της τοιχοποιίας του ως άνω κτηρίου, ξεκίνησε τον προβληματισμό για το αν θα έπρεπε να κηρυχθεί διατηρητέο το εν λόγω κτήριο και ποιος είναι αρμόδιος για την κήρυξη αυτή, με αποτέλεσμα να σταματήσει κάθε δραστηριότητα επί του μισθίου μέχρις ότου ολοκληρωθεί η εν λόγω χρονοβόρα διαδικασία και να είναι αδύνατη, η προβλεπόμενη στην επίδικη σύμβαση μίσθωσης, χρήση του μισθίου, ότι εκ του λόγου αυτού προέκυψε πραγματικό ελάττωμα, εξαιτίας του οποίου παρακωλύεται παντελώς η συμφωνημένη χρήση του μισθίου και δικαιούται να απαιτήσει τη μη καταβολή του μισθώματος και για το χρονικό διάστημα πέραν του εξαμήνου της μισθωτικής σύμβασης.
Τέλος, ισχυρίσθηκε ότι το μίσθιο δεν έχει παραδοθεί προσηκόντως εκ του λόγου ότι ο εκμισθωτής δεν έχει απομακρύνει ένα περίπτερο, τμήμα του οποίου ευρίσκεται εντός του μίσθιου χώρου, που παρεμποδίζει τη διαδικασία των ανασκαφών και της ανοικοδόμησης. Ζήτησε δε να κριθεί ότι δικαιούται να απαλλαγεί από την καταβολή του μισθώματος από 1-9-2009 μέχρι και την έκδοση της οριστικής άδειας αναπαλαίωσης και ανοικοδόμησης από το αρμόδιο Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου Ηρακλείου.
Εξάλλου, ο Δήμος Ηρακλείου με την από 29-4-2010 αγωγή του κατά του παραπάνω αντιδίκου του ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, αφού επικαλέσθηκε την ανωτέρω σύμβαση μισθώσεως και τους όρους που προαναφέρθηκαν, ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος, αν και κάνει ανενόχλητη χρήση του μισθίου, καθυστερεί την καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Οκτωβρίου 2009 μέχρι και Απριλίου 2010, συνολικού ποσού 71.050 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου, ότι λόγω της καθυστέρησης αυτής κατήγγειλε τη μίσθωση και ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του αποδώσει το μίσθιο.
Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 340/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία έγινε δεκτή η πρώτη αγωγή και απαλλάχθηκε ο ενάγων μισθωτής από την υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων από 1-10-2009 μέχρι την έκδοση άδειας αναπαλαίωσης και ανοικοδόμησης του μισθίου και απορρίφθηκε η δεύτερη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ορισμένη την πρώτη από 12-4-2010 αγωγή, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του εναγομένου περί αοριστίας αυτής, στη συνέχεια δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα σχετικά με τα αφορώντα στους λόγους της αναίρεσης κεφάλαια: "Ο Δήμος Ηρακλείου είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου που βρίσκεται στη Λ.
…. αρ. ... το οποίο αποτελείται από: 1. Ισόγειο κατάστημα αρ. 1 με εμβαδόν 57 τ.μ., 2. Ισόγειο κατάστημα αρ. 2 με εμβαδόν 54,5 τ.μ. 3. Ισόγειο κατάστημα αρ. 3 με εμβαδόν 58 τ.μ. 4. Α' όροφο, ο οποίος έχει εμβαδόν 169,5 τ.μ. και είναι ενιαίος και ερειπωμένος και 5. Οικοπεδικό χώρο έκτασης 230 τ.μ. Στο ακίνητο αυτό, όπως φαίνεται σε παλιά φωτογραφία, τόσο στον καλυμμένο χώρο του, όσο και στον ακάλυπτο, ο οποίος ήταν κτισμένος, λειτουργούσε το ξενοδοχείο ... ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο Δήμος Ηρακλείου, μετά τις δύο άγονες δημοπρασίες, για την απευθείας εκμίσθωση του δημοτικού ακινήτου, κατά τη διάταξη του άρθρου 192 του ν. 3463/06, ανακοίνωσε μέσω του τοπικού τύπου, την πρόθεσή του να προσελκύσει ενδιαφερόμενους μισθωτές, στους οποίους γνωστοποιούσε τους όρους που περιλαμβάνοντο στο με αριθμό πρωτ. 7…8/28-7-2008 έγγραφο του Τμήματος Δημοτικής Περιουσίας.
Του εγγράφου αυτού και του περιεχομένου του, ο ενάγων-εναγόμενος Ε. Τ. έλαβε γνώση και βάσει αυτού, εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για τη μίσθωση του ακινήτου, όπως αποδεικνύεται και από τη με χρονολογία 20-8-2008 αίτησή του, συνοδευόμενη από με την ίδια χρονολογία οικονομική προσφορά και την ίδια χρονολογία τεχνική έκθεση της αρχιτέκτονος μηχανικού Μ.
Μ. ... Με βάση τους όρους αυτούς, που το Δημοτικό Συμβούλιο του εναγομένου - ενάγοντος Δήμου ενέκρινε, τα συμβαλλόμενα μέρη προχώρησαν στην υπογραφή της υπό χρονολογία 31η Μαρτίου σύμβασης μισθώσεως, σε εκτέλεση της 765/2008 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Ηρακλείου, υπογραφής των διαδίκων και με την οποία συμφωνήθηκε ρητά ότι:
Ο εκμισθωτής παρέλαβε το μίσθιο και αφού το εξέτασε το βρήκε της απολύτου αρεσκείας του και κατάλληλο για τη χρήση που το προορίζει. Ότι η μίσθωση συμφωνείται ορισμένου χρόνου, με έναρξη την 1η Απριλίου 2009 και λήξη την 31η Μαρτίου 2029 και μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 10.150,00 ευρώ, πλέον της υποχρεώσεως του μισθωτή να παραδώσει το μίσθιο κατά τη λήξη του.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε 20 έτη. Ο μισθωτής απαλλάχθηκε από την καταβολή του μισθώματος για έξι (6) μήνες, δηλαδή από 1η Απριλίου 2009 έως και 30η Σεπτεμβρίου 2009. Ως προς τη χρήση συμφωνήθηκε ότι το ακίνητο θα χρησιμοποιηθεί από το μισθωτή ως ακολούθως: Με δαπάνες του: α) θα αναπαλαιώσει το υπάρχον κατασκευασμένο κτίριο, θα οικοδομήσει εξ αρχής στον αύλειο χώρο του ακινήτου, το τμήμα του ξενοδοχείου "... ", όπως ήταν στο παρελθόν, στην αρχική του κλασική μορφή, θα κάνει τις απαιτούμενες εγκαταστάσεις για ξενοδοχείο πέντε αστέρων (... , τηρώντας όλες τις προδιαγραφές και συστάσεις του ΕΟΤ, της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, της Τεχνικής Υπηρεσίας και του Γραφείου Παλιάς Πόλης του Δήμου, θα εξοπλίσει πλήρως το όλο οίκημα (αναπαλαιωμένο και κατασκευασμένο), θα το λειτουργήσει κανονικά όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι την παρέλευση του χρόνου μίσθωσης, διατηρώντας το πάντα σε άριστη κατάσταση, οπότε και θα το παραδώσει στο Δήμο Ηρακλείου, πλήρως ανακαινισμένο και έτοιμο προς λειτουργία, απομακρύνοντας μόνο τα κινητά πράγματα, β) θα εκπονήσει τις απαιτούμενες μελέτες, θα εξασφαλίσει τις απαιτούμενες εγκρίσεις και άδειες, γ) για όλες τις προμελέτες και μελέτες που αφορούν το ακίνητο απαιτείται η γνωμοδότηση του Τμήματος Παλιάς Πόλης.
Οι κατά το νόμο απαιτούμενες εγκρίσεις, αδειοδοτήσεις και οι τροποποιήσεις μελετών, ως και η προώθηση αυτών σε οποιοδήποτε στάδιο κατασκευής και ανακαίνισης γίνονται με δαπάνη και ευθύνη του μισθωτή ή της μισθώτριας εταιρείας και μόνο με τη συναίνεση του μισθωτή. Οποιεσδήποτε ανασκαφικές ή αρχαιολογικές έρευνες απαιτηθούν από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού και αδυνατούν να διεξαχθούν από αυτό, σε εύλογο χρονικό διάστημα, θα πραγματοποιηθούν με την επίβλεψη του Υπουργείου Πολιτισμού με δαπάνη και ευθύνη του μισθωτή.
Σε περίπτωση που πιστοποιημένα η αδυναμία για αναπαλαίωση, οικοδόμηση και αποπεράτωση, εντός της διετίας οφείλεται σε λόγους αντικειμενικούς, που συνδέονται με εγκρίσεις και αδειοδοτήσεις των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, οποτεδήποτε διαπιστωθεί αυτή (η αδυναμία), η μίσθωση λύεται, η εγγυητική δεν καταπίπτει υπέρ του Δήμου, ενώ ο Δήμος απαλλάσσεται οποιασδήποτε ευθύνης έναντι του μισθωτή.
Μετά την παρέλευση του εξαμήνου από την έναρξη της μίσθωσης, ο μισθωτής θα καταβάλει κανονικά το μίσθωμα, ενώ η μίσθωση θα λύεται σε κάθε περίπτωση και η εγγυητική επιστολή θα καταπέσει υπέρ του εκμισθωτή, αν σε μία τριετία από την υπογραφή της μίσθωσης δεν έχει ολοκληρωθεί η αναπαλαίωση, η ανοικοδόμηση και δεν έχει γίνει η έναρξη λειτουργίας του ξενοδοχείου.
Η τριετής προθεσμία του παρόντος όρου, μπορεί να διαφοροποιηθεί μόνο με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, αφού εξετασθούν οι λόγοι καθυστερήσεως...
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα ο ενάγων-εναγόμενος ενημερώθηκε πλήρως, προ της υπογραφής της συμβάσεως μισθώσεως, για το γεγονός ότι η προηγηθείσα μελέτη του Δήμου για την αξιοποίηση του ακινήτου δεν είχε εγκριθεί από την αρχαιολογική υπηρεσία και για τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε με τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες...
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι σε εκτέλεση της συμβάσεως μισθώσεως ο ενάγων-εναγόμενος Δήμος παρέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα το μίσθιο, ο μισθωτής ποιούνταν τη συμφωνηθείσα χρήση, επιχειρώντας τη λήψη των διοικητικών εγκρίσεων. Συγκεκριμένα μετά την υπογραφή της συμβάσεως ξεκίνησε η ανασκαφική έρευνα μετά από αίτησή του στην αρμόδια 13η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και προκειμένου να επισπεύσει τις διαδικασίες προσέλαβε με δικές του δαπάνες συνεργείο για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών.
Κατά το στάδιο των ανασκαφών και επειδή έπρεπε να αποφανθεί η Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων και τεχνικών έργων Κρήτης για την καθαίρεση ετοιμόρροπων τμημάτων της τοιχοποιίας του ακινήτου, δημιουργήθηκε προβληματισμός, για το αν θα έπρεπε να κηρυχθεί το μίσθιο διατηρητέο, εκτός από τις προσόψεις που όριζε το ΠΔ 28-//1982 (ΦΕΚ Δ' 58 1982) και το εσωτερικό κτίσμα.
Για το λόγο αυτό η ως άνω Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων απέστειλε το θέμα για να κριθεί από την Κεντρική Επιτροπή του Υπουργείου Πολιτισμού προκειμένου να αποφανθεί για την κήρυξη ή μη του κτιρίου συνολικά ως διατηρητέου. Στη συνέχεια το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο με την με αρ. ΥΠΠΟΤ/ΔΥΝΣΑΚ/55195/1217 με ημερομηνία 2-9-2010 απόφασή του έκρινε διατηρητέο το μίσθιο μόνο ως προς τις προσόψεις.
Ωστόσο ο ενάγων-εναγόμενος Ε. Τ. , επικαλούμενος πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, συνιστάμενο στην παύση των οικοδομικών εργασιών επί του μισθίου, συνεπεία του αναφερθέντος ως άνω προβλήματος, αλλά και την ύπαρξη περιπτέρου, που παρεμποδίζει και παρακωλύει τη διαδικασία ανοικοδόμησης, ενώ ταυτόχρονα τμήμα του βρίσκεται εντός του μίσθιου χώρου, άσκησε την κρινόμενη αγωγή με την οποία ζητά την απαλλαγή του από την υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων από 1ης Οκτωβρίου 2009 μέχρι και την έκδοση οριστικής άδειας αναπαλαίωσης και ανοικοδόμησης του μισθίου ακινήτου.
Όμως κατά τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, ο ενάγων-εναγόμενος Δήμος δεν εκμίσθωσε ακίνητο, κατάλληλο και έτοιμο για να χρησιμοποιηθεί ως ξενοδοχείο, αλλά προέβη στη μίσθωση ακινήτου, υπαγομένου σε ειδικό καθεστώς, γνωστού στον ενάγοντα, με συμφωνημένη χρήση, αφενός την αναπαλαίωση του υπάρχοντος κτιρίου και την ανακατασκευή τμήματος αυτού (α' στάδιο χρήσης), με την έκδοση των αναγκαίων διοικητικών εγκρίσεων και την εκπόνηση των απαιτούμενων μελετών, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως ξενοδοχείο (β' στάδιο χρήσης), με ρητή συμβατική πρόβλεψη ότι ο μισθωτής θα αναλάμβανε την ευθύνη για την έκδοση των αναγκαίων διοικητικών εγκρίσεων.
Με τα δεδομένα αυτά, και με βάση το γεγονός ότι ο εκμισθωτής Δήμος, παρέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα το μίσθιο στον ενάγοντα, ο οποίος πράγματι ασκεί την προβλεπόμενη χρήση, ήτοι επιχειρεί σε αυτό τις αναγκαίες πράξεις για το α' στάδιο της χρήσης, δηλαδή με επιμέλειά του, ασκείται η προβλεπόμενη αρχαιολογική ανασκαφική έρευνα, η οποία ακόμη δεν είχε ολοκληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, προκειμένου να λάβει τις αναγκαίες εγκρίσεις, δεν μπορεί να γίνει λόγος για πραγματικό ελάττωμα "λόγω παύσης των οικοδομικών εργασιών εξαιτίας άρνησης των απαιτούμενων εγκρίσεων" και δεν υπάρχει παύση οικοδομικών εργασιών, αφού δεν έχουν μέχρι σήμερα αρχίσει, ούτε άρνηση των απαιτούμενων εγκρίσεων, αφού είναι σε εξέλιξη οι διαδικασίες για τη λήψη τους, οι οποίες λήφθηκαν εκ των υστέρων, όπως αποδείχθηκε αφού τελικά το μίσθιο κηρύχθηκε διατηρητέο μόνο κατά τις προσόψεις...
Περαιτέρω ο ενάγων κατά την κατάρτιση της μίσθωσης γνώριζε ότι το μίσθιο υπάγεται σε ειδικό καθεστώς δόμησης σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 28-//1982 (ΦΕΚ Δ' 58 1982), ενώ ο ενάγων - εναγόμενος Δήμος δεν απέκρυψε αφού δεν είχε άλλωστε κανένα λόγο για να αποκρύψει, ούτε την ιδιότητα του ακινήτου ως διατηρητέου, ούτε τη δυσκολία που αντιμετώπισε στην επιχειρηθείσα υπ' αυτού αξιοποίηση, ούτε το ενδεχόμενο της καθυστέρησης στη λήψη των απαιτούμενων εγκρίσεων, ούτε μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε αρμόδια καθύλην ενέργεια, για την επίσπευση αυτών.
Επομένως η όποια καθυστέρηση, η οποία άλλωστε είναι μέσα στα συμβατά πλαίσια της τριετούς προθεσμίας, που συμφωνήθηκε με τον ενάγοντα, για την έναρξη λειτουργίας του ξενοδοχείου, δεν θεωρείται ελάττωμα του μισθίου, το οποίο ο ενάγων-εναγόμενος Δήμος όφειλε να άρει... Ανεξάρτητα όμως από τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων-εναγόμενος Ε.
Τ. , τόσο κατά τη συνομολόγηση της μισθώσεως όσο και κατά την παραλαβή του μισθίου, γνώριζε α) την ιδιότητα του μισθίου ως διατηρητέου, β) ότι υπήγετο σε ειδικό καθεστώς εγκρίσεων για λήψη της οικοδομικής άδειας, γ) το ενδεχόμενο καθυστέρησης οφειλόμενο στην αιτία αυτή, αποδέχθηκε δε και παρέλαβε το μίσθιο ανεπιφύλακτα και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση περί απαλλαγής του κάθε ευθύνης (άρθρα 579-581 ΑΚ), την οποία παραδεκτά επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως ο εκκαλών.
Εξάλλου στη σύμβαση της μίσθωσης καθορίζονται οι συνέπειες σε περίπτωση που πιστοποιημένα προκύψει αδυναμία για αναπαλαίωση, οικοδόμηση και αποπεράτωση, εντός της διετίας, η οποία οφείλεται σε λόγους αντικειμενικούς, που συνδέονται με εγκρίσεις και αδειοδοτήσεις των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, καθόσον οποτεδήποτε διαπιστωθεί αυτή (αδυναμία), η μίσθωση λύεται, η εγγύηση δεν καταπίπτει υπέρ του Δήμου, ενώ ο Δήμος απαλλάσσεται οποιασδήποτε ευθύνης έναντι του μισθωτή.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων-εναγόμενος αν και κάνει ανενόχλητη χρήση του μισθίου, καθυστερεί να καταβάλει τα μισθώματα των μηνών από Οκτώβριο του 2009 έως και Απρίλιο του 2010 συνολικού ποσού 71.050 (7 μήνες χ 10.150 ευρώ μηνιαίως), πλέον του χαρτοσήμου από 3,65% ποσού 1.278,9 ευρώ. Για το λόγο αυτό ο ενάγων-εναγόμενος Δήμος κατήγγειλε τη μίσθωση λόγω μη καταβολής των ως άνω μισθωμάτων κατ' άρθρο 597 του ΑΚ.
Η ως άνω μίσθωση έληξε μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής (βλ. τη με αρ. 1….Β/30-4-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Ε. Μ. ), ήτοι την 1-6-2010 και έκτοτε ο ενάγων-εναγόμενος πρέπει να αποδώσει το μίσθιο...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την 340/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και α) απέρριψε την από 12-4-2010 αγωγή του Ε.
Τ. και β) έκανε δεκτή την από 29-4-2010 αγωγή του Δήμου Ηρακλείου και υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει στον ενάγοντα τη χρήση του ως άνω μισθίου ακινήτου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 του Α.Κ., ως προς το θέμα της κηρύξεως ή μη του μισθίου συνολικά ως διατηρητέου, διότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές του, είχε παραδοθεί το μίσθιο στον μισθωτή (αναιρεσείοντα) και με δική του φροντίδα και με δαπάνες του προχωρούσαν με γρήγορους ρυθμούς όλες οι απαιτούμενες εργασίες για την έκδοση των σχετικών αδειών για την έναρξη των εργασιών ανακαίνισης και αναπαλαίωσης του υπάρχοντος κτιρίου και την ανοικοδόμηση του νέου και ότι τα θέματα των ειδικών όρων δόμησης του μισθίου και ο χαρακτηρισμός αυτού ως διατηρητέου κατά τις προσόψεις είχαν ρυθμιστεί με το ΠΔ 28-//1982 (ΦΕΚ Δ' 58 1982) και ήταν γνωστά στα συμβαλλόμενα μέρη.
Ότι το θέμα ανέκυψε όταν δημιουργήθηκε προβληματισμός από την Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων και τεχνικών έργων Κρήτης, η οποία είχε κληθεί να αποφανθεί κατά τη διάρκεια των ανασκαφών στο μίσθιο για την καθαίρεση ετοιμόρροπων τμημάτων της τοιχοποιίας του κτιρίου, για το αν θα έπρεπε να κηρυχθεί το μίσθιο διατηρητέο, εκτός από τις προσόψεις, που όριζε το παραπάνω προεδρικό διάταγμα, και το εσωτερικό του κτίσματος.
Το θέμα διαβιβάσθηκε στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και τελικά το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο με την ΥΠΠΟΤ/ΔΥΝΣΑΚ/55195/1217 με ημερομηνία 2-9-2010 απόφασή του έκρινε διατηρητέο το μίσθιο μόνο ως προς τις προσόψεις. Δηλαδή το θέμα αυτό κρίθηκε δέκα επτά μήνες μετά την υπογραφή της μισθωτικής σύμβασης και έντεκα μήνες από την παρέλευση του πρώτου εξαμήνου αυτής, κατά τους οποίους διακόπηκαν οι εργασίες στο μίσθιο και όλες οι ενέργειες που απέβλεπαν στην έκδοση των αδειών για την αναπαλαίωση του παλαιού κτιρίου και την ανοικοδόμηση του νέου, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η προβλεπόμενη στην επίδικη σύμβαση μισθώσεως χρήση του μισθίου.
Με βάση τα συμφωνηθέντα, ο μισθωτής (αναιρεσείων) προσδοκούσε, έχοντας τη χρήση του μισθίου, να συνεχίσει απρόσκοπτα τις εργασίες και ενέργειες για την κατά τα ανωτέρω αδειοδότηση. Η παραπάνω χρονοβόρα διαδικασία για να κριθεί αν το μίσθιο ακίνητο έπρεπε να κηρυχθεί διατηρητέο και στους εσωτερικούς χώρους του, συνιστά πραγματικό ελάττωμα, που είχε ως αποτέλεσμα να διακοπούν όλες οι ενέργειες και οι εργασίες στο μίσθιο για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών και εγκρίσεων κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάιο του 2009 έως τις 2-9-2010, κατά το οποίο ο μισθωτής στερήθηκε τη συμφωνημένη χρήση του.
Το Εφετείο που δέχθηκε, με βάση τις ως άνω πραγματικές παραδοχές, ότι δεν υπάρχει πραγματικό ελάττωμα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 576 του Α.Κ.
Συνεπώς, ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 579 και 581 του Α.Κ. με το να δεχθεί ότι ακόμη και αν υπάρχει πραγματικό ελάττωμα ο εκμισθωτής (αναιρεσίβλητος) δεν ευθύνεται γιατί ο μισθωτής (αναιρεσείων), αφένος γνώριζε το ελάττωμα κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης και αφετέρου παρέλαβε το μίσθιο ανεπιφύλακτα γνωρίζοντας την ύπαρξή του.
Το συγκεκριμένο όμως ελάττωμα δεν ήταν γνωστό κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης και κατά την παραλαβή του μισθίου, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το θέμα ανέκυψε για πρώτη φορά όταν η Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων, που είχε κληθεί από το μισθωτή να αποφανθεί για την καθαίρεση ετοιμόρροπων τμημάτων της τοιχοποιίας του κτιρίου, προβληματίσθηκε για το αν το κτίριο έπρεπε να κηρυχθεί διατηρητέο και ως προς το εσωτερικό του, παρέπεμψε δε το θέμα στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού για να αποφανθεί σχετικά.
Ο ανωτέρω δε προβληματισμός, ως προς το εύρος της ιδιότητας του μισθίου ως διατηρητέου, που πάγωσε την όλη διαδικασία της αδειοδότησης, για την αναπαλαίωση του παλαιού κτιρίου και την ανοικοδόμηση του νέου δεν είχε δημιουργηθεί και εκφρασθεί νωρίτερα, και συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να τον γνωρίζουν οι συμβαλλόμενοι, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι το θέμα αυτό είχε απασχολήσει και πάλι τις αρμόδιες αρχές και είχε κριθεί ποια τμήματα του κτιρίου θα ήταν διατηρητέα (π.δ. 28-//1982).
Έτσι, και αν ο μισθωτής παρέλαβε το κτίριο ανεπιφύλακτα, δεν αίρεται η ευθύνη του εκμισθωτή για το συγκεκριμένο ελάττωμα, εφόσον δεν το γνώριζε ο μισθωτής.
Συνεπώς, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο τρίτος κατά το πρώτο τμήμα του λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 579 και 581 του Α.Κ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, σε σχέση με την επικαλούμενη με την από 12-4-2010 αγωγή ύπαρξη περιπτέρου, που παρεμποδίζει και παρακωλύει τη διαδικασία ανοικοδόμησης, ενώ ταυτόχρονα τμήμα του ευρίσκεται εντός του μίσθιου χώρου και αποτελεί πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, που παρεμποδίζει τη συμφωνημένη χρήση αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε ότι στη βορειοδυτική γωνία του μισθίου ευρίσκεται περίπτερο εκτός του μισθίου χώρου, όπως προκύπτει από το με αριθμό 6…68/3-6-2010 έγγραφο της Διεύθυνσης τεχνικών έργων του Δήμου και το συνημμένο σε αυτό τοπογραφικό, βάσει του οποίου έγινε η μίσθωση και ενώ θα έπρεπε να έχει διαστάσεις 1,20 χ 1,20 μ., για άγνωστους λόγους έχει επεκταθεί κατά ένα μέρος εντός του μισθίου.
Όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι εμποδίζει τις ανασκαφικές και οικοδομικές εργασίες, αφού η οικοδομική άδεια δεν έχει ακόμη εκδοθεί, καθότι ο ενάγων δεν έχει λάβει τις απαιτούμενες εγκρίσεις. Εξάλλου το ελάττωμα του μισθίου από την ύπαρξη του περιπτέρου είναι ασήμαντο και, αν δημιουργεί πρόβλημα κατά τις ανασκαφές, η όποια παρακώλυση της χρήσης του μισθίου είναι επουσιώδης, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (άρθρο 288 ΑΚ) και δεν λαμβάνεται υπόψη, δηλαδή δεν θεωρείται ως ελάττωμα...".
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η ύπαρξη περιπτέρου στη βορειοδυτική γωνία του μισθίου αποτελεί πραγματικό ελάττωμα που παρακωλύει τη συμφωνημένη χρήση αυτού. Έτσι που έκρινε παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 576 και 288 ΑΚ, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την παρακώληση της χρήσης του μισθίου από την ύπαρξη του περιπτέρου.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η ύπαρξη του περιπτέρου αποτελεί ελάττωμα του μισθίου, δεν διευκρινίζει αν παρεμποδίζονται οι ανασκαφικές εργασίες που πρέπει να γίνουν στο μίσθιο, ενώ περαιτέρω δέχεται ότι αν η ύπαρξη του περιπτέρου δημιουργεί πρόβλημα κατά τις ανασκαφές, η παρακώλυση της χρήσης είναι επουσιώδης.
Δηλαδή το πόρισμά του σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα αν δημιουργείται πρόβλημα κατά τις ανασκαφές, δεν είναι αναμφίβολο. Έτσι όμως η απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, που αποτελεί αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατά το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ. δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η αιτουμένη διάγνωση είναι κατάλληλο μέσο άρσεως της υφισταμένης αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλουμένου στο συμφέρον του ενάγοντος κινδύνου από αυτή.
Το έννομο συμφέρον, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, αλλά και σε κάθε στάση της δίκης. Η εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση, της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, και η κρίση περί συνδρομής αυτής από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 772/2014).
Η παραβίαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 68 του Κ.Πολ.Δ. εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι στον αναιρετικό λόγο με αρ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι με το να δεχθεί η προσβαλλομένη απόφαση την έφεση του εκκαλούντος Δήμου και εν συνεχεία την αγωγή του, περί απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου, καίτοι το μίσθιο ήδη είχε αποδοθεί στον ενάγοντα Δήμο, κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (έφεσης), αφενός παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. αφού είχε εκλείψει το έννομο συμφέρον του, προς απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου, υποπίπτοντας στην εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας και στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ.
Από το σύνολο των διαδικαστικών εγγράφων τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.ΠολΔ από το παρόν Δικαστήριο, για τις ανάγκες του παραπάνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι μετά την άσκηση της έφεσης και πριν από τη συζήτηση αυτής, είχε αποδοθεί το μίσθιο ακίνητο από τον αναιρεσείοντα μισθωτή στον αναιρεσίβλητο εκμισθωτή Δήμο και ο τελευταίος ενέκρινε τη λύση της μίσθωσης με την 218/2012 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, μάλιστα δε, υπεγράφη και σχετικό με αρ. 71487/15-5-2012 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής του μισθίου.
Επομένως κατά το χρόνο συζήτησης της από 5-7-2011 έφεσης του Δήμου στις 14-2-2017, το μίσθιο ακίνητο είχε ήδη αποδοθεί σε αυτόν και συνεπώς εξέλιπε το έννομο συμφέρον του προς απόδοση του ήδη αποδοθέντος μισθίου ακινήτου, και η έφεσή του έπρεπε να απορριφθεί, από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως απαράδεκτη, κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε την αγωγή απόδοσης του μισθίου ενόψει του ότι τα πραγματικά περιστατικά που αφορούσαν την απόδοση του μισθίου ακινήτου τέθηκαν υπόψη του δικάσαντος δικαστηρίου (βλ.
σελ. 26 και 33 των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου). Το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο που έκρινε αντίθετα, δεχθέν ως κρίσιμο χρόνο για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος τον χρόνο συζήτησης της αγωγής, και όχι της συζήτησης του ενδίκου μέσου της έφεσης, κάνοντας δεκτή την έφεση κατά το παραπάνω κεφάλαιο της και εν συνεχεία την αγωγή του Δήμου, εσφαλμένα ερμήνευσε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ο οποίος ερείδεται στον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη και όχι και στον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και κατά το κεφάλαιό της που αφορά την παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος Δήμου και εν συνεχεία την παραδοχή της αγωγής του περί απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου.
Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμων των πρώτου, τρίτου, πέμπτου και έκτου λόγων της αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, διότι χρειάζεται διευκρίνιση, στο ίδιο Εφετείο, ήτοι στο Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, δεύτερου και τέταρτου περί παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παρέλκει, αφού η αναιρετική εμβέλεια των πρώτου, τρίτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης καλύπτει και τους λόγους αυτούς. Ακολούθως πρέπει ο αναιρεσίβλητος Δήμος να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), τα οποία θα καθορισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".
Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 128/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Και
Διατάσσει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ