Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects substantive arguments regarding evidence and document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Piraeus, ruling the appeal inadmissible due to the expiration of the thirty-day objection period. The appellant argued that the lower court relied exclusively on criminal court decisions and distorted a procedural document regarding illegal recording, but the court found these claims baseless. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondent, and the appeal bond was forfeited to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 para. 1b, 577 para. 1 C.P.D.; Art. 503 para. 1, 144 para. 2 C.P.D.; Art. 559 para. 16, 20 C.P.D.; The cassation appeal is inadmissible if the thirty-day objection period has expired; distortion of a document requires a clear error in reading, not a different evidentiary conclusion drawn from correct reading.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 269 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 269/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταθακόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 31-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, 5-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και 21-10-2013 ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3724/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 389/2015 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-11-2015 αίτησή του και τους από 1-11-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 1-12-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή του τέταρτου πρόσθετου λόγου και την απόρριψη των κύριων και λοιπών πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 5 Νοεμβρίου 2015 αίτηση για αναίρεση της 389/2015 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, είναι παραδεκτή (αρθρ.553παρ.1β,577παρ.1ΚΠολΔ), λαμβανομένου υπόψη ότι κατά την άσκηση της (στις 5-11-2015) η ερήμην του εφεσίβλητου (και ήδη αναιρεσιβλήτου) εκδοθείσα ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, είχε καταστεί τελεσίδικη, αφού από 6 Οκτωβρίου 2015 που επιδόθηκε με επιμέλεια του τελευταίου στον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση επί του προσκομιζομένου αντιγράφου αυτής σε συνδυασμό με την σχετική παραγγελία του αναιρεσίβλου, οπότε άρχισε να τρέχει και κατ' αυτού η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (αρθρ.503παρ.1και 144παρ.2ΚΠολΔ), δεν ασκήθηκε από τον τελευταίο το ένδικο αυτό μέσο, σύμφωνα με το με αριθμ.
πρωτ. …/2017 Πιστοποιητικό της Γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς. Εξάλλου, είναι παραδεκτή η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παρά την μη προσκόμιση από τον δικηγόρο Πειραιώς Κωνσταντίνο Σταθακόπουλο, τον οποίο ο αναιρεσείων με προφορική του δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά διόρισε ως πληρεξούσιο του, αφού, όπως προκύπτει από την με αριθμ.πρωτ.
…/1-1-2015 απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, ο αναιρεσείων εμπίπτει στην κατηγορία των προσώπων του άρθρου 82 παρ.2 του νόμου 4194/2013,με αποτέλεσμα να απαλλάσσεται από την καταβολή των προβλεπομένων από το άρθρο 61 παρ.3 του ίδιου νόμου εισφορών, εφόσον ,ανεξαρτήτως της μη εισέτι απονομής σύνταξης, συγκεντρώνει τις νόμιμες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί. Η παράλειψη δε τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ143/1984,ΑΠ318/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των από 1-11-2017 πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ,την 1 Νοεμβρίου 2017, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε νόμιμα, εντός της αυτής προθεσμίας, στον αναιρεσίβλητο ,αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει την έκθεση επίδοσης αυτών στον τελευταίο, ούτε προσκομίζεται έστω αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων με σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για επίδοση αυτών. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.
Το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα:"Οι διάδικοι διατηρούσαν επαγγελματική συνεργασία στα πλαίσια της οποίας ο Ε. Κ. (ήδη αναιρεσίβλητος) ανέθεσε στον Μ. Π. (ήδη αναίρεσείοντα) την διεκπεραίωση υποθέσεων του, κατόπιν προφορικής εντολής ,που δόθηκε το έτος 1996 και επιβεβαιώθηκε αργότερα με τη χορήγηση του με αριθμό …/22-7-1999 γενικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Π.
Π.-Β., συζύγου του Μ. Π. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων δημιουργήθηκαν οικονομικές διαφορές, οι οποίες αφορούσαν αφενός τις αξιώσεις του Μ. Π. για την αμοιβή του λόγω διεξαγωγής των υποθέσεων που του είχε αναθέσει ο Ε. Κ. και αφετέρου την αξίωση του τελευταίου που απορρέει από την επικαλούμενη από 7-11-2000 έγγραφη σύμβαση έντοκου δανείου ποσού 20.000.000 δρχ (ήδη 58.694,06€) που είχε καταρτίσει με τον αντίδικο του, που είχαν, μεταξύ άλλων, και ως αποτέλεσμα την ανάκληση της ως άνω εντολής και πληρεξουσιότητας που είχε χορηγηθεί στον Μ.
Π. για τη διεξαγωγή των νομικών υποθέσεων του Ε. Κ., με τη με αριθμό …/04-02-2003 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Κ. και την από 07-02-2003 εξώδικη δήλωση ανάκλησης πληρεξουσιότητας. Αναφορικά με τις προαναφερόμενες αυτές αξιώσεις ο Μ. Π. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς τη με αριθμό κατάθεσης 4694/2003 αγωγή.
Σχετικά εκδόθηκε η με αριθμό 4876/2003 απόφαση (διαδικασία εργατικών διαφορών), δυνάμει της οποίας έγινε δεκτό ότι ο Μ. Π. ανέλαβε τη διεκπεραίωση διαφόρων εκκρεμών υποθέσεων του Ε. Κ. και ο τελευταίος υποχρεώθηκε να καταβάλει ως αμοιβή το ποσό των 32.592,42 €, που αναλύεται σε 5.278,56 € + 58.201,354 € + 27.806,57 € μείον 58.694,06 € (ή 20.000.000δρχ) το οποίο ο ίδιος ο Μ.
Π. είχε αφαιρέσει, δεχόμενος ότι το έλαβε από τον Ε. Κ. και δεν το είχε περιλάβει στην ως άνω αγωγή. Κατόπιν ασκήσεως αντίθετων εφέσεων εκδόθηκε η με αριθμό 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε τύποις και απέρριψε στην ουσία τους τις εφέσεις και τους προσθέτους λόγους κατά της ως άνω απόφασης.
Η απόφαση αυτή (788/2005) αναιρέθηκε εν μέρει, δυνάμει της με αριθμό 880/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου, ως προς την κρίση της να μην απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας το δικόγραφο της αγωγής περί καταβολής δικηγορικής αμοιβής για την υπόθεση κληρονόμων Α. και κατά το μέρος αυτό παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση, διατηρουμένου του δεδικασμένου κατά τα λοιπά κεφάλαια.
Ακολούθως εκδόθηκε η με αριθμό 103/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας εξαφανίστηκε η με αριθμό 4876/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά το κεφάλαιο περί επιδίκασης ποσού 27.806,57 € ως αμοιβή για την υπόθεση κληρονόμων Α. και απορρίφθηκε η αγωγή κατά το σκέλος αυτό ως αόριστη για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, ενώ κατά τη απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο, όπως προκύπτει ιδίως από το με αριθμό …/30-06-2008 πιστοποιητικό του Εφετείου Πειραιώς.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Μ. Π. υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά : α) την από 20-12-2004 και με Α.Β.Μ. ... έγκληση του κατά του Ε. Κ. και του υπογράφοντος δικηγόρου Π. Τ. το δικόγραφο της με αριθμό κατάθεσης …/13-04-2003 έφεσης κατά της ως άνω 4876/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως τόσο στις 09-03- 2005 ενώπιον της 1ης Πταισματοδίκου Πειραιώς όσο και με τα από 09-03-2005 και 23-01-2006 υπομνήματα του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά διά του 1ου Πταισματοδίκη Πειραιά, β) την από 15-02-2005 και με Α.Β.Μ. ...
έγκληση του κατά του Ε. Κ. και του υπογράφοντος δικηγόρου Π. Τ. το δικόγραφο της με αριθμό κατάθεσης …/13-04-2003 έφεσης κατά της ως άνω 4876/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως τόσο στις 16-02- 2005 με την ένορκη εξέταση μηνυτή ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά όσο και με το από 07-04-2005 υπόμνημα του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά διά του 2ου Πταισματοδίκη Πειραιά και γ) την από 02-06-2005 και με Α.Β.Μ. ...
έγκληση του κατά του Ε. Κ. και του υπογράφοντος δικηγόρου Π. Τ. το δικόγραφο της με αριθμό κατάθεσης .../13-04-2003 έφεσης κατά της ως άνω 4876/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως τόσο στις 02-06-2005 με την ένορκη εξέταση μηνυτή ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά όσο και με την από 17-10- ένορκη εξέταση μηνυτή ενώπιον του 1ου Πταισματοδίκη Πειραιά.
Και οι τρεις ως άνω εγκλήσεις, οι οποίες είχαν περίπου ταυτόσημο περιεχόμενο, απερρίφθησαν με τις με αριθμούς 205/09-05-2007, 114-06/68/22-10-2006 και 435/23-05-2006 αντίστοιχα εισαγγελικές διατάξεις κατ" άρθρο 47§ 1 ΚΠΔ, ως απαράδεκτες λόγω παρέλευσης χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου του τριμήνου από το χρόνο που έλαβε γνώση ο εγκαλών Μ.
Π. των άδικων πράξεων και των προσώπων που τις τέλεσαν, ενώ κατά της με αριθμό 43 5/23-05-εισαγγελικής διάταξης ο εγκαλών Μ. Π. άσκησε προσφυγή, η οποία απερρίφθη ως ουσία αβάσιμη δυνάμει της με αριθμό 68/15-10-2006 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά. Στη συνέχεια, ο Ε. Κ. άσκησε την υπό κρίση πρώτη αγωγή του, ισχυριζόμενος ότι όσα διαλαμβάνονται στις ως άνω εγκλήσεις, οι οποίες περιήλθαν σε γνώση μεγάλου αριθμού προσώπων, είναι ψευδή και συκοφαντικά, ο δε Μ.
Π. υπέβαλε τις ως άνω εγκλήσεις γνωρίζοντας ότι όσα αναφέρει σε αυτές είναι ψευδή και συκοφαντικά για τον ίδιο με αποτέλεσμα να πλήξει την τιμή και την υπόληψη του και να του προξενήσει ηθική βλάβη. Ειδικότερα, ο Μ. Π. ανέφερε στις ως άνω εγκλήσεις του ότι ο Ε. Κ. του είχε καταβάλει το ποσό των 20.000.000 δραχμών ως προκαταβολή για τις ήδη παρασχεθείσες αλλά και μέλλουσες να παρασχεθούν από αυτόν νομικές υπηρεσίες και ότι το από 07-11-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο χαρακτήριζαν την καταβολή του ανωτέρω ποσού ως δάνειο, ήταν άκυρο ως εικονικό, καθώς η αληθής βούληση τους ήταν η καταβολή της αμοιβής του πρώτου αυτών.
Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι ο Ε. Κ. άσκησε τη με αριθμό κατάθεσης …/2008 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με αίτημα να υποχρεωθεί ο Μ. Π. να του επιστρέψει το ποσό των 20.000.000 δραχμών - και ήδη 58.694,06 ευρώ - το οποίο του όφειλε από την από 07-11- 2000 μεταξύ τους σύμβαση δανείου και το οποίο ήταν αποδοτέο στις 31-12-2002, πλέον τόκων αυτής ποσού 2.934,70 ευρώ, πλην όμως με τις προτάσεις του περιόρισε το αίτημα της αγωγής μόνο στο αιτούμενο ποσό των τόκων, δηλώνοντας ότι το κεφάλαιο της σύμβασης έχει συμψηφιστεί, κατόπιν συμφωνίας τους, με οφειλή του προς τον εναγόμενο Μ.
Π. λόγω δικηγορικής αμοιβής. Το δικαστήριο, με τη με αριθμό 2744/2009 απόφαση του, δέχθηκε ότι πράγματι καταρτίστηκε η από 07-11- 2000 σύμβαση δανείου ανάμεσα στους διαδίκους, οι οποίοι είχαν σοβαρή πρόθεση κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης δανείου και έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη μόνο κατά το αιτηθέν ποσό των τόκων.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από αμφότερους τους διαδίκους και εκδόθηκε η με αριθμό 833/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, που απέρριψε ως ουσία αβάσιμες τις ασκηθείσες εφέσεις και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.. Ακολούθως, ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης, κατά της ως άνω με αριθμό 833/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, από τον Μ.
Π., η οποία απερρίφθη με τη με αριθμό 1869/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει ιδίως από το με ημερομηνία 10-10-2013 πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου. Παράλληλα, στη με αριθμό 4876/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε, κατόπιν αγωγής του Μ. Π. για καταβολή της δικηγορικής του αμοιβής από την οποία ο ίδιος είχε αφαιρέσει το ποσό των 20.000.000 δραχμών ως ήδη καταβληθείσα αμοιβή, το Δικαστήριο έκρινε στα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι το ανωτέρω ποσό αφορά πράγματι σε δάνειο και όχι σε προκαταβολή δικηγορικής αμοιβής.
Επομένως, υπάρχει δεδικασμένο, που δεσμεύει το πρωτοβάθμιο ως άνω Δικαστήριο, σχετικά με την καταβολή του ποσού των 20.000.000 δραχμών και ήδη 58.694,06 ευρώ δυνάμει συμβάσεως δανείου μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, ο Μ. Π. με τις ίδιες ως άνω εγκλήσεις του ισχυριζόταν ότι ο Ε. Κ. χρησιμοποιούσε ψευδομάρτυρες για την προάσπιση των συμφερόντων του καθώς στη μεταξύ τους αντιδικία.
Ειδικότερα, κατόπιν της από 20-08-2004 εγκλήσεως του Μ. Π., ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Ε. Κ. για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και δη διότι έπεισε τους Δ. Κ., Κ. Γ. και Σ. Σ. να καταθέσουν ενόρκως γεγονότα ψευδή ως αληθή, προκειμένου να τον υποστηρίξουν στην αντιδικία του με τον εγκαλούντα.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις προς τούτο και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, σύμφωνα με το με αριθμό 1232/2007 βούλευμα του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για τις σε βάρος τους αποδιδόμενες κατηγορίες. Ο εγκαλών Μ. Π. επικαλείται και προσκομίζει αντίγραφο της από 24- 08-2010 αγωγής της Π. (Π.) χας Δ.
Δ. κατά του Ε. Κ., στην οποία η ενάγουσα διηγηματικά αναφέρει ότι ο εναγόμενος ζήτησε από την ίδια και τα υπόλοιπα αδέρφια τους να καταθέσουν ενόρκως εις βάρος του Μ. Π., προκειμένου να μην του καταβάλει αμοιβές, γεγονότα που δεν ήταν αληθή. Επιπλέον, στο κείμενο των εγκλήσεων του κατονομάζει τον Α. Ζ., κάτοικο ...
και κάποια ερωμένη του θείου του Θ. Κ., ο οποίος έχει ήδη αποβιώσει, τους οποίους γνώρισε προκειμένου να τους χρησιμοποιήσει ως μάρτυρες στις υποθέσεις του Ε. Κ., πλην όμως ούτε ο ίδιος ο Μ. Π. δεν αναφέρει εάν τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν ενόρκως σε κάποια δίκη και σε καταφατική περίπτωση, ποια ήταν τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσαν.
Εξάλλου, ο Μ. Π. με τις ως άνω εγκλήσεις του ισχυριζόταν ότι ο Ε. Κ., κατά το χρονικό διάστημα από τις 20-12-2003 έως τις 26-05-2004, προέβη επανειλημμένα, χωρίς τη συγκατάθεση του Μ. Π. και χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος του, στη φωτογράφιση της οικογενειακής οικίας του τελευταίου καθώς και των προσώπων και οχημάτων που κινούνταν στους χώρους της, πράξη για την οποία κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος, δυνάμει της με αριθμό 108.403/27-10-2008 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επίσης, ο Μ. Π. ισχυρίστηκε με τις ως άνω εγκλήσεις του ότι ο Ε. Κ. αφαίρεσε από τις δικογραφίες, που του είχε αναθέσει και χειριζόταν ως δικηγόρος του, κρίσιμα και σημαντικά έγγραφα ώστε να καθίσταται αδύνατο για τον ίδιο να αποδείξει την ενασχόληση του με τις συγκεκριμένες υποθέσεις και να διεκδικήσει την οφειλόμενη δικηγορική του αμοιβή, ισχυρισμός που έχει αποδειχθεί αμετάκλητα ψευδής.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι κατόπιν εγκλήσεως του Μ. Π., ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Ε. Κ. για υπεξαγωγή εγγράφων που έλαβε χώρα από το γραφείο του πρώτου αυτών στις 27-03-2002 και το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου του ιδίου έτους και αφορούσε τα έγγραφα που αναφέρονται αναλυτικά στη με αριθμό 729/2006 απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος, καθώς, κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο, όπως προκύπτει ιδίως από το με αριθμό …/25-02-2009 πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, με τις ως άνω αναφερόμενες εγκλήσεις του ο Μ. Π. ισχυριζόταν ότι ο Ε. Κ. προέβη σε επανειλημμένη παράνομη μαγνητοφώνηση των κατ' ιδίαν συνομιλιών τους προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σε αυτόν της δικηγορικής του αμοιβής, ισχυρισμός που επίσης έχει κριθεί αμετάκλητα ως ψευδής. Ειδικότερα, ο Μ.
Π. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά τη με αριθμό κατάθεσης …./2003 αγωγή του, στην οποία εξέθετε ότι ο Ε. Κ., κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Μαρτίου 2002 μέχρι την 28-12-2002, παραβίασε παρανόμως το απόρρητο των τηλεφωνικών του διαλέξεων και των προφορικών του συνομιλιών, ηχογραφώντας κατ' επανάληψη τις μεταξύ τους συνομιλίες, χωρίς τη συναίνεση του και εν αγνοία του, προκαλώντας του, με την κατ' επανάληψη ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του, προσβολή της τιμής και της υπόληψης του, για την αποκατάσταση της οποίας ζητούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 5189/2007 απόφαση που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του, δεχόμενο ότι πράγματι οι ως άνω μαγνητοφωνήσεις των τηλεφωνικών και προφορικών τους συνομιλιών έλαβαν χώρα, και υποχρέωσε τον εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ, ως ηθική βλάβη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από τον Ε.
Κ. και εκδόθηκε η με αριθμό 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά με την οποία απερρίφθη η αγωγή. Ακολούθως, ο Μ. Π. υπέβαλε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 18-03-2009 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1484/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε τη με αριθμό 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το δε Εφετείο Πειραιά, κατόπιν κλήσεως προς συζήτηση της υποθέσεως, εξέδωσε τη με αριθμό 634/2012 απόφαση του, με την οποία απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή, παράγοντας δεδικασμένο ως προς το γεγονός ότι ουδέποτε έλαβαν χώρα μαγνητοφωνήσεις των κατ' ιδίαν τηλεφωνικών και προφορικών συνομιλιών των διαδίκων εκ μέρους του Ε.
Κ. και ακολούθως το γεγονός αυτό ουδέποτε αποτέλεσε αιτία της διάσπασης των μεταξύ των διαδίκων επαγγελματικών σχέσεων. Όσον αφορά το ποινικό σκέλος της εν λόγω υπόθεσης, ο Ε. Κ. κηρύχθηκε ένοχος για παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας κατ' εξακολούθηση, πράξεις που φέρονται ότι έλαβαν χώρα στον Πειραιά στο χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του έτους 2002 έως τις 28-12-2002, δυνάμει της με αριθμό 2887/30-03-2005 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, ενώ κατόπιν ασκηθείσας εφέσεως, εκδόθηκε η με αριθμό 103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς με την οποία κηρύχθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών για τις ανωτέρω πράξεις, η δε απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, όπως προκύπτει από το με αριθμό …/18-06-2008 πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου.
Παράλληλα, ο Ε. Κ. υπέβαλε έγκληση κατά του Μ. Π. για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης κατ' εξακολούθηση, η οποία συνίστατο στην έγερση της ως άνω με αριθμό κατάθεσης …/2003 αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία όπως προαναφέρθηκε - απερρίφθη αμετάκλητα ως ουσία αβάσιμη και ασκήθηκε ποινική δίωξη, συνεπεία της οποίας ο Μ.
Π. κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης (7) μηνών, δυνάμει της με αριθμό 1668/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, ενώ δυνάμει της με αριθμό 508α, 513α, β, γ και 528/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά - κατόπιν ασκηθείσας εφέσεως - κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης (5) μηνών.
Ακολούθως, ο καταδικασθείς Μ. Π. άσκησε την από 10-01-2011 αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης, η οποία απερρίφθη με τη με αριθμό 486/2011 απόφαση του Αρείου - Πάγου, στη δε απόφαση αυτή αναφέρεται ότι από τη με αριθμό 103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος ο Ε.
Κ. για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προσωπικής συνομιλίας κατ' εξακολούθηση, παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο για την αναλήθεια των γεγονότων, που αποτελούν το περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφήμισης και δεν επιτρέπεται η εκ νέου έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας αυτών.
Ο Μ. Π. ισχυρίστηκε ότι το γεγονός της μαγνητοφώνησης των κατ' ιδίαν συνομιλιών τους αποδεικνύεται από τη με αριθμό 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε ότι κύρια αιτία διαταράξεως των σχέσεων των διαδίκων υπήρξε η καχυποψία του Ε. Κ., η οποία τον οδήγησε στη χρήση ενίοτε αθέμιτων μεθόδων, όπως η εν αγνοία του Μ.
Π. μαγνητοφώνηση των τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων και ότι νια το λόγο αυτό η γενόμενη, από τον Ε. Κ., ανάκληση της πληρεξουσιότητας προς τον Μ. Π. ήταν αδικαιολόγητη και συνεπώς οφειλόταν προς τον τελευταίο δικηγορική αμοιβή για την αναφερόμενη σε αυτή υπόθεση κληρονόμων Α.. Όμως, η ως άνω απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, αναιρέθηκε με τη με αριθμό 880/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Εφετείο Πειραιώς, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 103/2008 απόφαση του, απέρριψε την αγωγή κατά το ως άνω μέρος.
Εν όψει τούτων δεν αποδεικνύεται με ισχύ δεδικασμένου η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του Ε. Κ. διότι αφενός η προαναφερθείσα 788/2005 απόφαση έχει εξαφανιστεί κατά το σκέλος που αφορά την υπόθεση κληρονόμων Α., όπου περιλαμβάνεται η ως άνω κρίση, αφετέρου το αντικείμενο επί της δίκης αυτής (δηλαδή της δικηγορικής αμοιβής του Μ.
Π.) δεν είναι ίδιο με το κρινόμενο στην προκειμένη υπόθεση, δεδομένου ότι δεδικασμένο (324 και 331 ΚΠολΔ) υπάρχει μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή υφίσταται ταυτότητα διαφοράς που θεμελιώνεται στα ίδια κατά βάση πραγματικά περιστατικά που υπάγονται στον ίδιο κανόνα δικαίου.
Τέλος, στις ανωτέρω εγκλήσεις του Μ. Π. περιέχονται εξυβριστικές φράσεις και χαρακτηρισμοί, οι οποίοι ήταν αντικειμενικά πρόσφοροι να πλήξουν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος Ε. Κ.. Ενδεικτικά, στις εγκλήσεις του ανέφερε ότι "...η επιχειρούμενη άρνηση, απόκρυψη και διαστροφή της αλήθειας είναι τόσο έντονη και εμφανής ώστε καταντάει όμοια με τη σκουριά που καταστρέφει το ίδιο το σίδερο που το γέννησε.", "...ο πρώτος εγκαλούμενος είναι άνθρωπος που φθάνει στο σημείο να ισχυρίζεται με τα συκοφαντικά του ψεύδη...", "από τότε αποδύθηκε ο Ε.
Κ. σε έναν άνευ προηγουμένου πόλεμο λάσπης και ψεύδους εναντίον μου, αρνούμενος, αποκρύπτοντας, διαστρέφοντας και συσκοτίζοντας την αντικειμενική αλήθεια για τις επαγγελματικές και οικονομικές μας σχέσεις...", "και ενεργεί κατ" επάγγελμα και κατά συνήθεια παρελκυστικά...", "από καθαρή κακεντρέχεια και προκειμένου να με προσβάλλει ως επαγγελματία δικηγόρο, ισχυρίζεται ότι...", "αποδεικνύει και στην κρίσιμη αυτή περίπτωση την ανειλικρίνεια του και τον οξύ συκοφαντικό και υβριστικό σε βάρος μου λόγο και εν γένει έργο του...με σαφή στόχο να συκοφαντήσει, ονειδίσει, καθυβρίσει, πλήξει και υπονομεύσει πρωτίστως τη δικηγορική μου προσωπικότητα και παρουσία...
στα πλαίσια της εν λόγω αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς επιδόθηκε συστηματικά στη διάδοση των παραπάνω ψευδών και συκοφαντιών και σε υβριστικούς χαρακτηρισμούς σε βάρος μου...", "με τις ρηθείσες ιταμές μεθοδεύσεις, συκοφαντίες και ύβρεις του πειράθηκε να με εμφανίσει....", "γιατί ποιος έντιμος επαγγελματίας μπορεί να φέρει το ανυπολόγιστο ηθικοπνευματικό βάρος της "λάσπης" και εξοντωτικής, συκοφαντικής δυσφήμισης και προσβολής που δέχεται από έναν ψευδόμενο και υποκρινόμενο Ε.
Κ.;", "όταν συνειδητοποιώ ότι ο ήδη αντίδικος οπλίστηκε με τα όπλα του ψεύδους και της παραπλάνησης...", "όπως κατέδειξε η μέχρι σήμερα συμπεριφορά του, ο Ε. Κ. έκανε συμφωνίες όχι για να τις τηρεί αλλά για να τις αρνείται και διαψεύδει. Κάθε άλλος ισχυρισμός του εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο της συκοφαντικής και υβριστικής του συμπεριφοράς σε βάρος μου, με την διαστροφή, παρέλκυση, άρνηση και απόκρυψη της αντικειμενικής αλήθειας...".
Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω χαρακτηρισμοί καθώς και τα ως άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, εκ μέρους του εγκαλούντος -εναγομένου Μ. Π. περί της εικονικής σύμβασης δανείου, της παράνομης μαγνητοφώνησης των προφορικών και τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων, της αφαίρεσης εγγράφων με σκοπό την αποφυγή καταβολής της δικηγορικής του αμοιβής, της παράνομης φωτογράφησης του ιδίου και της οικογενείας του αλλά και της κατοικίας του και της χρησιμοποίησης ψευδομαρτύρων στη μεταξύ τους αντιδικία, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, όπως, μεταξύ άλλων, των αρμοδίων δικαστικών υπαλλήλων, των δικαστικών λειτουργών που επιλήφθησαν των σχετικών υποθέσεων, ήταν ψευδή και έπληξαν την τιμή και την υπόληψη και προσέβαλαν την προσωπικότητα του πρώτου ενάγοντος Ε.
Κ., καθώς κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις αντίκεινται στην έννοια της ευπρέπειας και προσδίδουν κοινωνική απαξία σε αυτόν, παρουσιάζοντας τον ως ένα πρόσωπο ανέντιμο, ανυπόληπτο, άηθες, υποκριτικό, που μετέρχεται παράνομες μεθόδους προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του. Ο εναγόμενος εξάλλου γνώριζε την αναλήθεια των ισχυρισμών του, των οποίων έλαβαν γνώση δικαστές, εισαγγελείς, γραμματείς, δικαστικοί επιμελητές και παρευρισκόμενοι στα Δικαστήρια, και παρά ταύτα προέβη στην επίκληση τους με σκοπό να προκαλέσει στον ενάγοντα βλάβη, ώστε η σχετική συμπεριφορά του να είναι υπαίτια και παράνομη.
Ως εκ τούτου, ο ενάγων .... υπέστη, εκ της ως άνω υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένου, ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, λαμβανομένου υπόψη του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή τελέσθηκε, το βαθμό υπαιτιότητας του εναγομένου, την προσωπικότητα του ενάγοντος και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, οδηγείται στην κρίση ότι εύλογο, ως χρηματική ικανοποίηση, εν προκειμένω, είναι το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, για τον προσδιορισμό του ύψους της οποίας λαμβάνονται υπόψη όλα τα επιμέρους στοιχεία, ώστε αυτή να ανταποκρίνεται στην ένταση και την απαξία της προσβολής....
Συνακόλουθα με το περιεχόμενο της ως άνω πρώτης αγωγής, το οποίο αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμο και αληθές, κατά τα προαναφερόμενα, δεν προσβλήθηκε η τιμή και η υπόληψη, ούτε η επαγγελματική φήμη του ενάγοντος της δεύτερης αγωγής και ως εκ τούτου η από 05-06-2012 με αριθμό κατάθεσης …/2012 αγωγή του πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Περαιτέρω, με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκαν οι επικαλούμενες από τον αντενάγοντα άδικες και τελεσθείσες σε βάρος του πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της εξύβρισης και ότι συνεπεία αυτών προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητα του. Εξάλλου, ο αντεναγόμενος γνώριζε την αναλήθεια των περιεχομένων στη δεύτερη αγωγή του ισχυρισμών, των οποίων έλαβαν γνώση τρίτα πρόσωπα (γραμματείς, δικαστικοί επιμελητές κλπ), δεδομένου ότι σχεδόν όλες οι προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων τελεσίδικες ή αμετάκλητες, με τις οποίες αποδείχθηκαν αληθείς οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην πρώτη αγωγή, ήταν γνωστές σ' αυτόν (ενάγοντα της δεύτερης αγωγής) τόσο κατά τη σύνταξη αυτής όσο και κατά τη συζήτηση της στο πρωτοβάθμιο ως άνω Δικαστήριο.
Παρά ταύτα προέβη στην επίκληση τους με σκοπό να προκαλέσει βλάβη στον αντενάγοντα, ώστε η παραπάνω συμπεριφορά του να είναι υπαίτια και παράνομη. Επομένως, ο αντενάγων υπέστη βλάβη από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του αντεναγομένου για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση κατ' άρθρο 932 του ΑΚ.
Το Δικαστήριο τούτο λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή τελέσθηκε, το βαθμό υπαιτιότητας του αντεναγομένου, την προσωπικότητα του αντενάγοντος και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι εύλογο ως χρηματική ικανοποίηση εν προκειμένω, είναι το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, για τον προσδιορισμό του ύψους της οποίας λαμβάνονται υπόψη όλα τα ως άνω επιμέρους στοιχεία, ώστε αυτή να ανταποκρίνεται στην ένταση και την απαξία της προαναφερόμενης προσβολής......".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ακολούθως απέρριψε την από 4-11-2014 έφεση του αναίρεσε ιόντος και επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η οποία είχε κρίνει ομοίως και δεχόμενη εν μέρει την από 31-12-2010 αγωγή του αναιρεσίβλητου, είχε υποχρεώσει τον αναιρεσείοντα να του καταβάλει ως Χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης το προαναφερόμενο ποσό των 8.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ είχε απορρίψει την από 5-6-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος και κάνοντας δεκτή την επ' αυτής ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 5.000 ευρώ από την άσκηση της ανταγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο.(Ολ. ΑΠ 19/2005). Ο ίδιος λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης.
Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ).
Για να θεμελιωθεί όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 1858/2005). Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη.
Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός(νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση(ΑΠ591/2017,1685/2008).
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, υπό στοιχείο α, ο αναιρεσείων, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.16 ΚΠολΔ, διότι κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε την ύπαρξη του προταθέντος από τον ίδιο δεδικασμένου ως προς την διάπραξη από τον αναιρεσίβλητο της εν αγνοία αυτού μαγνητοφώνησης των κατ' ιδίαν συνομιλιών τους, το οποίο απέρρεε από την 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Από την επισκόπηση της εν λόγω απόφασης, σε συνδυασμό με τις 880/2007 και 103/2008 αποφάσεις του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Πειραιώς, αντίστοιχα, προκύπτουν τα εξής: Με την απόφαση αυτή (788/2005) κρίθηκε σε δεύτερο βαθμό, στα πλαίσια άσκησης αντίθετων εφέσεων, κατά της 7876/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η από 2-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου,με την οποία ζητούσε επιδίκαση της οφειλόμενης από τον τελευταίο δικηγορικής του αμοιβής.
Μεταξύ των υποθέσεων ,για την οποία ζητούσε τη σχετική αμοιβή του ήταν και "η υπόθεση κληρονόμων Α.".Για τη συγκεκριμένη υπόθεση, το Εφετείο, με την επίμαχη (788/2005) απόφασή του δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δικαιούται να λάβει την αιτούμενη αμοιβή του διότι η από μέρους του αναιρεσίβλητου ανάκληση της πληρεξουσιότητας, ενώ οι ασκηθείσες σχετικώς με την υπόθεση αυτή από τον αναιρεσείοντα εφέσεις ήσαν εκκρεμείς, ήταν αδικαιολόγητη, ενώ αποδείχθηκε ότι "κύρια αιτία διαταράξεως των σχέσεων των διαδίκων υπήρξε η καχυποψία του ήδη αναιρεσίβλητου, η οποία τον οδήγησε στη χρήση ενίοτε αθέμιτων μεθόδων στις μετά του ήδη αναιρεσείοντος επαφές του, όπως η εν αγνοία του τελευταίου μαγνητοφώνηση των τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων, για την οποία καταγγέλθηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα και ελέγχεται ποινικά".Η ανωτέρω απόφαση αναιρέθηκε με την 880/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά το προαναφερθέν κεφάλαιο της που αφορούσε στην επιδίκαση της αμοιβής της υπόθεσης των κληρονόμων Α.
και στη συνέχεια, το Εφετείο Πειραιώς, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της, με την 103/2008 απόφαση του, το απέρριψε ως αόριστο. Επομένως, από την προαναφερθείσα παραδοχή της 788/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, περί της εν αγνοία του αναιρεσείοντος μαγνητοφώνησης από τον αναιρεσίβλητο των τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων, η οποία αφορούσε μόνο στην υπόθεση της επιδίκασης αμοιβής των κληρονόμων Α., με την οποία και μόνο συνδεόταν η αιτούμενη αμοιβή με την ανάκληση της εντολής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, δεν παράγεται δεδικασμένο, διότι το σχετικό κεφάλαιο της εξαφανίστηκε με την ανωτέρω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.
Σε κάθε περίπτωση, η ένδικη διαφορά, προκληθείσα από επικαλούμενη τέλεση αδικοπραξίας από τον αναιρεσείοντα σε βάρος του αναιρεσίβλητου, με την επίκληση διάπραξης συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του, δεν ταυτίζεται ούτε κατά τη νομική ούτε κατά την ιστορική αιτία με αυτή επί της οποίας εκδόθηκε η προεκτεθείσα 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, ενώ, αυτοτελώς λαμβανόμενες, τόσο η νομική, όσο και η ιστορική αιτία, παραμένουν εκτός της ενέργειας του δεδικασμένου, από το οποίο, επομένως, δεν καλύπτονται και τα πραγματικά περιστατικά, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Α.Π. 1250/2015).
Επομένως, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε με την προεκτεθείσα αιτιολογία τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό του αναίρεσε ιόντος δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.16 ΚΠολΔ πλημμέλεια και είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης.
Με τον πρώτο επίσης λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, υπό στοιχείο β, ο αναιρεσείων κατ' επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.16 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι "στηρίχθηκε σχεδόν κατ αποκλειστικότητα σε αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων",καίτοι οι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών δεν είναι δεσμευτικές για τα πολιτικά δικαστήρια. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από το προεκτεθέν αναλυτικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ,προκύπτει ότι δεν υφίσταται παραδοχή του Εφετείου για ύπαρξη δεδικασμένου από τις ποινικές αποφάσεις που μνημονεύει, των οποίων το περιεχόμενο, είναι σαφές, ότι συνεκτιμά με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.20ΚΠολΔ,για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Περαιτέρω, έγγραφο νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο δεν είναι το διαδικαστικό έγγραφο της συγκεκριμένης δίκης ,ενώ είναι το έγγραφο της απόφασης επί άλλης δίκης, κατά το μέτρο που προσκομίζεται, προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη (ΑΠ2061/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559αριθμ.20ΚΠολΔ,προβάλλει ,ότι το Εφετείο δεχόμενο, ότι η προαναφερθείσα παραδοχή της 788/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, περί της παράνομης μαγνητοφώνησης των μεταξύ τους συνομιλιών από τον αναιρεσίβλητο, αφορούσε μόνο την υπόθεση των κληρονόμων Α., παρεμόρφωσε το περιεχόμενο της, αφού η εν λόγω παραδοχή αφορούσε όλες τις αναφερόμενες στην αγωγή του υποθέσεις για τις οποίες διεκδικούσε την δικηγορική του αμοιβή.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον η συγκεκριμένη πληττόμενη για παραμόρφωση, απόφαση, ναι μεν έχει εκδοθεί επί άλλης δίκης, πλην όμως κατέστη διαδικαστικό έγγραφο της παρούσας, εφόσον επισκοπήθηκε για την διερεύνηση του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης από το άρθρο 559 αριθμ.16ΚΠολΔ.Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι και αβάσιμος ,εφόσον κατά τα ήδη προεκτεθέντα, το Εφετείο, ανέγνωσε σωστά την εν λόγω απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ.176, 183ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Νοεμβρίου 2015 αίτηση και τους από 1 Νοεμβρίου 2017 πρόσθετους αυτής λόγους του Μ. Π. για αναίρεση της 389/2015 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ