Legislator Case Law & Legislation
269/2016 AI generated

269/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 269/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 269 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

269/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 269 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 269 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 269/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." με το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γιάννα Παναγοπούλου - Μπέκα. Της αναιρεσίβλητης: Σ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αντωνόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36558/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 333/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 18-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Περαιτέρω, η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση των περιεχομένων στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ. ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να γίνει ευθέως ή εκ πλαγίου, οπότε δημιουργούνται, αντιστοίχως, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ευθεία παραβίαση υπάρχει και όταν : α) το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 Α.Κ προς διακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, β) προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Εκ πλαγίου παραβίαση συντρέχει και όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τους εν λόγω κανόνες, χωρίς στην απόφαση του να διαλαμβάνεται, έστω και εμμέσως, η διαπίστωση περί υπάρξεως κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, καθώς και όταν στην απόφαση του δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω κανόνων και ειδικότερα ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ. Α.Π. 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο: "Η εναγομένη εταιρία είναι κύρια αντιπρόσωπος στην Ελλάδα του πανεπιστημίου "COMENIOUS University, που εδρεύει στη Μπρατισλάβα Σλοβακίας, για λογαριασμό του οποίου βρίσκει υποψήφιους σπουδαστές που ενδιαφέρονται να φοιτήσουν στις σχολές της ιατρικής, οδοντιατρικής και φαρμακευτικής του πανεπιστημίου αυτού. Στις υπηρεσίες της εναγομένης είχε προσφύγει και η ενάγουσα το έτος 2002 για την εγγραφή στην ιατρική σχολή του ανωτέρω πανεπιστημίου του υιού της Χ. Κ. και το έτος 2005 για την εγγραφή στην ίδια σχολή της κόρης της Π. Κ.. Κατά τη διάρκεια των σπουδών των τέκνων της, η ενάγουσα επισκεπτόταν συχνά την Μπρατισλάβα και γνώρισε πολλούς υποψήφιους σπουδαστές που επιθυμούσαν να φοιτήσουν σε πανεπιστημιακή σχολή της πόλης αυτής και βοήθησε πολλούς από αυτούς να βρουν κατοικία και γενικά να εγκατασταθούν ομαλά στην πόλη αυτή. Έτσι, έχοντας αποκτήσει καλή γνώση των συνθηκών φοίτησης στην πόλη της Μπρατισλάβας και στο προαναφερόμενο πανεπιστήμιο και ταυτόχρονα ευρύ κύκλο γνωριμιών στην Αθήνα, συνήψε με την εναγομένη, η οποία είχε δραστηριότητα κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, σύμβαση αντιπροσωπείας, τους όρους της οποίας αποτύπωσαν στο από 1-6-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ειδικότερα, συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα : α) Δυνάμει του πρώτου όρου του, η εναγομένη εκχώρησε στην ενάγουσα τη "δυνατότητα αποκλειστικής εκπροσώπησης στην Αθήνα", με έδρα το επί της οδού ... της Αθήνας ιδιόκτητο διαμέρισμα της τελευταίας και καθήκοντα την υποχρέωση να παρέχει πληροφορίες σε υποψήφιους σπουδαστές για τη συνεργασία της εναγομένης με το πανεπιστήμιο "COMENIOUS", να ενημερώνει αυτούς για την ιατρική, οδοντιατρική και φαρμακευτική σχολή του ανωτέρω πανεπιστημίου και να δέχεται αιτήσεις προεγγραφής τους και β) Δυνάμει του τρίτου όρου, ως αμοιβή (προμήθεια) ενάγουσας για κάθε εγγραφόμενο σπουδαστή στις ανωτέρω σχολές, καθορίσθηκε το ποσό των 1000 ευρώ, το οποίο θα ήταν καταβλητέο αμέσως μετά την εξόφληση των διδάκτρων εκ μέρους του σπουδαστή, ενώ δυνάμει του τέταρτου όρου συμφωνήθηκε ως προμήθεια της και το ποσό των 1.000 ευρώ για κάθε απόφοιτο της ιατρικής σχολής του ανωτέρω πανεπιστημίου που θα επέλεγε για την περαιτέρω επιστημονική εξειδίκευση του το πανεπιστήμιο της Μπρατισλάβας.

Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, η ενάγουσα πέτυχε αποκλειστικά με διαμεσολάβηση της, την εγγραφή στο ανωτέρω πανεπιστήμιο των παρακάτω σπουδαστών, οι οποίοι εξόφλησαν εντός του έτους εγγραφής τους τα οφειλόμενα δίδακτρα. Ειδικότερα, κατά το έτος 2006 γράφτηκαν στην ιατρική σχολή του ανωτέρω πανεπιστημίου οι : 1) Λ. Γ. , 2) ....

Συνεπώς, η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια ισχύος της συνεργασίας της με την εναγομένη πέτυχε την εγγραφή στο πανεπιστήμιο " COMENIOUS" 77 φοιτητών, η δε αναλογούσα σε αυτήν προμήθεια, για την εν λόγω διαμεσολάβηση της ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 77.000 ευρώ. Ωστόσο, έναντι του ποσού αυτού η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 49.000 ευρώ και της οφείλει το υπόλοιπο ποσό από 28.000 ευρώ, το οποίο αρνείται να καταβάλει....Ο επιπλέον ισχυρισμός της εναγομένης ότι 46 από τους σπουδαστές που γράφτηκαν στο πανεπιστήμιο "COMENIOUS" δεν είναι κάτοικοι Αθηνών, αλλά άλλων πόλεων και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υφίστατο ανάμειξη της ενάγουσας στην εγγραφή τους, πολύ δε περισσότερο αξίωση της για λήψη προμήθειας, διότι οι συμβατικές της αρμοδιότητες περιορίζονταν αποκλειστικά στην πόλη των Αθηνών, μόνο δε για τους καταγόμενους από την πόλη αυτή φοιτητές δικαιούνταν προμήθεια είναι αβάσιμος. Και τούτο, διότι το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή 45 από τους φοιτητές που γράφτηκαν στο ανωτέρω πανεπιστήμιο με διαμεσολάβηση της ενάγουσας, προέρχονται από πόλεις της νότιας Ελλάδας και όχι των Αθηνών, απευθύνθηκαν στο γραφείο που διατηρούσε η ενάγουσα στην Αθήνα για τις ανάγκες της σύμβασης αντιπροσωπείας και η τελευταία διαπραγματεύθηκε στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης τη σύναψη των συμβάσεων εγγραφής των φοιτητών στο ανωτέρω πανεπιστήμιο και έλαβε τις σχετικές αιτήσεις προεγγραφής τους. Το γεγονός ότι οι εν λόγω φοιτητές ανήκουν στον κοινωνικό περίγυρο της ενάγουσας ή την προσέγγισαν έχοντας συστάσεις από άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντος της ή απλά μετέβησαν στο γραφείο Αθηνών, γιατί πληροφορήθηκαν τη συνεργασία εναγομένης με το ανωτέρω πανεπιστήμιο, μέσω των διαφημίσεων που η ίδια είχε πραγματοποιήσει για την προώθηση των υπηρεσιών της, είναι αδιάφορο για την ένταξη αυτών στο πελατολόγιο που η ίδια εξασφάλισε για την εναγομένη και τη γέννηση αξίωσης της για λήψη της σχετικής προμήθειας, καθόσον ακόμη και από το κείμενο της επίδικης σύμβασης αντιπροσωπείας δεν μπορεί να συναχθεί ότι η καταβολή της συμφωνημένης προμήθειας της ενάγουσας τελούσε υπό την προϋπόθεση της προσωπικής τους γνωριμίας με την ενάγουσα ή κάποιο πρόσωπο του κοινωνικού της περίγυρου, ενώ εξάλλου και από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση. Περαιτέρω, η επισήμανση-αναφορά στην επίδικη σύμβαση αντιπροσωπείας, ότι η ενάγουσα θα ενεργεί, κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, ως αποκλειστική εκπρόσωπος της εναγομένης στην Αθήνα, δεν ενέχει τη δέσμευση της πρώτης, αναφορικά με τους εντασσόμενους στο πελατολόγιο της δεύτερης φοιτητές, με την έννοια ότι η διαμεσολάβηση της θα αφορά μόνον αυτούς που διαμένουν στην Αθήνα και ως εκ τούτου μόνον για αυτούς τους φοιτητές θα δικαιούται προμήθεια, η δε αναφορά στην Αθήνα έγινε αποκλειστικά προς το σκοπό προσδιορισμού της έδρας δραστηριότητας της ενάγουσας. Αυτό προκύπτει σαφώς από τη φύση της συνεργασίας των διαδίκων, με την οποία η εναγομένη ενδιαφερόταν να αυξήσει το πελατολόγιο της, ενσωματώνοντας σε αυτό φοιτητές που διαμένουν σε μέρη απομακρυσμένα από τη Θεσσαλονίκη, που διατηρεί την έδρα της και πλησιέστερα στην Αθήνα, όπου η ενάγουσα διατηρούσε το προαναφερόμενο γραφείο. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, αντίγραφα των δελτίων καταθέσεων των διδάκτρων πολλών φοιτητών, που προέρχονταν από άλλες πόλεις της Ελλάδος, εστάλησαν από αυτούς και από την εναγομένη στην ενάγουσα, για τη διαμεσολάβηση της......Περαιτέρω, λόγω της μη καταβολής εκ μέρους της εναγομένης του συνόλου της αμοιβής της ενάγουσας, οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν και ανταλλάγησαν μεταξύ τους εξώδικες δηλώσεις, μεταξύ των οποίων και η από 29-7-2008 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας προς την εναγομένη. Με τη δήλωση αυτή, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 29-7-2008, η ενάγουσα κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση συνεργασίας και έτσι έπαυσε κάθε συνεργασία των διαδίκων από υπαιτιότητα της εναγομένης...." Έτσι που έκρινε το Εφετείο : 1 ) με το να δεχθεί ότι η αναφορά στη σύμβαση ότι η ενάγουσα θα λειτουργεί ως αποκλειστική εκπρόσωπος στην Αθήνα της εναγομένης έχει την έννοια του προσδιορισμού της έδρας της επιχείρησης της και όχι ότι δεν μπορεί να μεσολαβεί για την εγγραφή σπουδαστών που διαμένουν σε περιοχές εκτός Αθηνών, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 1-6-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, διότι δεν πρόκειται για εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, αλλά για εκτίμηση του περιεχομένου του, με προσφυγή στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., διαφορετική από εκείνη που του αποδίδει η αναιρεσείουσα, η οποία (διαφορετική εκτίμηση) δεν ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 59 αριθ. 20 ΚΠολΔ. Ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος. 2) δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. κατά την ερμηνεία της σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, όσον αφορά την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως ότι η ενάγουσα θα λειτουργεί ως αποκλειστική εκπρόσωπος της εναγομένης στην Αθήνα. Τούτο δε, διότι το Εφετείο, δεχόμενο, εμμέσως πλην σαφώς, ύπαρξη αμφιβολίας, προσέφυγε στις αρχές της καλής πίστεως, έστω και αν στην προσβαλλόμενη απόφαση του δεν αναφέρει τούτο ρητώς, ούτε αναφέρει τις παραπάνω διατάξεις, και ερμηνεύοντας τη σχετική ως άνω δήλωση βουλήσεως, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, δέχθηκε ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ήταν να δικαιούται η ενάγουσα να μεσολαβεί για την εγγραφή σπουδαστών στο πανεπιστήμιο COMENIOUS της Σλοβακίας, έστω και αν αυτοί δεν κατοικούν στην Αθήνα, στην οποία οι συμβαλλόμενοι αναφέρθηκαν για τον προσδιορισμό και μόνο της έδρας της επιχείρησης της και όχι για το πεδίο διαμεσολάβησης της, το πόρισμα δε στο οποίο κατέληξε με την ερμηνεία το Εφετείο δεν αντίκειται στην καλή πίστη. Το Εφετείο για την ερμηνεία της δήλωσης των συμβαλλομένων προσέφυγε και έλαβε υπόψη του τη φύση της συνεργασίας των διαδίκων, με την οποία συνεργασία η εναγομένη ενδιαφερόταν να αυξήσει το πελατολόγιο της, ενσωματώνοντας σε αυτό φοιτητές που διαμένουν σε μέρη απομακρυσμένα από τη Θεσσαλονίκη και πλησιέστερα στην Αθήνα, όπου η ενάγουσα διατηρούσε το γραφείο της. Ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος., 3) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα του περιεχομένου της συμφωνηθείσης προμήθειας της ενάγουσας, δεχόμενο ότι το ύψος αυτής συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.000 ευρώ ανά σπουδαστή-φοιτητή, το οποίο κάλυπτε και τα έξοδα λειτουργίας και διαφήμισης της επιχείρησης της, με βάση δε το ποσό αυτό υπολόγισε στη συνέχεια την οφειλόμενη στην ενάγουσα προμήθεια. Ο περί του αντιθέτου τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 1 παρ.2 του π. δ. 212/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων "για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Δ/τος, Εμπορικός Αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου". Κατά δε το άρθρο 14 παρ. 4 εδ. α' του ν. 3557/2007 "οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις : α) αντιπροσωπείας, οι οποίες αφορούν παροχή υπηρεσιών... β)....". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους έφερε τα χαρακτηριστικά της εμπορικής αντιπροσωπείας του π. δ. 219/1991, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του π. δ. 219/1991, η οποία προϋποθέτει την ιδιότητα του αντιπροσώπου ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, που διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε ούτε αυτοτέλεια ούτε ανεξαρτησία της αναιρεσίβλητης, αλλά αυτή ενεργούσε μόνο υπό τις οδηγίες της αναιρεσείουσας και ως αποκλειστική εκπρόσωπος της, χωρίς να έχει δικαίωμα να ενεργεί ελεύθερα και κατά βούληση, συνδεόμενη με την αναιρεσείουσα με σχέση κοινής εντολής και αντιπροσώπευσης του Α.Κ.. Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της θεμελιώσεως του πλήττει την μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι την παραδοχή του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη δυνάμει της σύμβασης που την συνέδεε με την αναιρεσείουσα διαπραγματεύτηκε στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας τη σύναψη των συμβάσεων εγγραφής των φοιτητών στο πανεπιστήμιο της Μπρατισλάβας της Σλοβακίας και έλαβε τις σχετικές αιτήσεις προεγγραφής τους, καλύπτουσα εξ ιδίων τα έξοδα της επιχείρησης της και τις δαπάνες διαφήμισης αυτής, δηλαδή την παραδοχή ότι αυτή ενεργούσε ως ανεξάρτητος μεσολαβητής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Ιουνίου 2014 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 333/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ