Legislator Case Law & Legislation
269/2015 AI generated

269/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 269/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ελασσόνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 218/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/9/2014 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

269/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι λόγοι αναιρέσεως κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αντίστοιχοι με τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., απαριθμούνται περιοριστικώς και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναιρέσεως του τελευταίου αυτού άρθρου (Ολ.Α.Π. 45/1987).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 269 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 269/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Β. του Κ., χήρας Γ. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Κρίτσανου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λιάκο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ελασσόνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 218/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/9/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 2/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 218/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, το οποίο δίκασε την από 05-12-2012 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 26/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ελασσόνας, που είχε συνεκδικάσει την από 11-11-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου, με αίτημα την καταβολή του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής από την εκτελεσθείσα απ' αυτόν σύμβαση έργου που του είχε αναθέσει η εναγομένη (αναιρεσείουσα), την οποία έκανε δεκτή και επεδίκασε στον ενάγοντα το αιτούμενο ποσόν, με την από 21-09-2011 ανταγωγή της τελευταίας, με αίτημα την καταβολή αποζημίωσης για κακοτεχνίες, ελαττώματα και ελλείψεις του εκτελεσθέντος έργου, την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη (χωρίς ως προς το κεφάλαιο αυτό να προσβληθεί με την έφεση η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), ακολούθως δε (το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως εφετείο), δέχθηκε μεν τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, επειδή έκρινε ότι οι προβληθείσες από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) ενστάσεις περί εξοφλήσεως της επιδιωκόμενης με την αγωγή απάιτησης και τον ισχυρισμό περί πλημμελούς εκτέλεσης του έργου, ήταν απαράδεκτοι, ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τους είχε κρίνει παραδεκτούς και νόμιμους και τους είχε απορρίψει κατ' ουσίαν, περαιτέρω όμως (το Μονομελές Εφετείο) ερευνώντας την ένδικη αγωγή έκρινε αυτή νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, επιδικάζοντας νομιμοτόκως στον ενάγοντα και εις βάρος της εναγομένης, το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 4.460 ευρώ, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό η ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς` ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι λόγοι αναιρέσεως κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αντίστοιχοι με τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., απαριθμούνται περιοριστικώς και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναιρέσεως του τελευταίου αυτού άρθρου (Ολ.Α.Π. 45/1987).

Εν προκειμένω, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προβάλλονται οι ακόλουθες αναιρετικές αιτιάσεις. Ειδικότερα: 1) Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πότισμα, δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα μετ' επίκλήσεως, τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσον και ενώπιον του, δέκα τέσσερα (14) έγγραφα που αναλυτικώς αναφέρονται στο αναιρετήριο και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, 2) με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 1020/2011 ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε νομότυπα από τον Ειρηνοδίκη Αθηνών, στην οποία περιέχεται η κατάθεση της μάρτυρός της Δ.

Β., που επίσης ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, 3) με τον έκτο λόγο αναιρέσεως ότι α) παραμόρφωσε τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με το να δεχθεί ότι δεν προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό "ότι η πρόσδεση του σιδηρού οπλισμού, και η κατασκευή και ρίψη έτοιμου σκυροδέματος έγιναν από την εταιρεία Σολωμός ΑΕ", ισχυρισμό όμως που είχε προβάλλει πρωτοδίκως και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) <<παραμόρφωσε με εσφαλμένη ανάγνωση "το συνοπτικό προϋπολογισμό" συνολικού ποσού 15.471,12 ευρώ του πολιτικού μηχανικού Μ.

Χ. και την από 1-9-2005 τεχνική έκθεση προς αποκατάσταση των ζημιών της, που συντάχθηκε από την Χ. Ε.-Αρχιτέκτονα Μηχανικό, με το να αποδώσει σε αυτά, ως αποδεικτικά, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφα, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτά έχουν και ακολούθως να καταλήξει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόριαμα για πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης...>> και γ) <<παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προτάσεών της, ως προς την προβληθείσα απ' αυτήν ένσταση πλημμελούς εκτέλεσης του έργου, με το να θεωρήσει ότι παρίσταται ελλιπής και αόριστη και η επίκληση των ελαττωμάτων του έργου αλυσιτελής, γιατί δεν προβάλλεται αίτημα, αφού η εναγομένη δεν ζήτησε, ή μείωση της αμοιβής ή ποσό ίσο με τη διαφορά της αξίας του έργου χωρίς ελάττωμα ή αποζημίωση>> και 4) με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον, είτε δεν περιέλαβε στην απόφασή του καθόλου αιτιολογίες, ως προς κρίσιμα ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε οι περιεχόμενες σ'αυτήν αιτιολογίες ως προς τα ίδια ζητήματα είναι αντιφατικές και ανεπαρκείς, ώστε να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετκός έλεγχος.

Όλοι οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, είναι προεχόντως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον, όπως εκτιμάται, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις θεμελιώνουν αντιστοίχως τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 11 περ. γ', 11 περ. γ', 20 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι όμως δεν προβλέπονται από το άρθρ. 560 ΚΠολΔ για τον αναιρετικό έλεγχο των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως είναι και η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 περ, α'ΚΠολΔ, όμοιας εκείνης του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. α'του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 681 και 694 παρ.1 ΑΚ, συνάγεται ότι στη σύμβαση μισθώσεως έργου, κατ` εξαίρεση προς τις γενικές αρχές που ισχύουν επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων, ο εργολάβος οφείλει, έναντι του εργοδότη, να εκπληρώσει πρώτος αυτός τόσο την κυρία υποχρέωσή του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής του έργου, όσο και κάθε άλλη υποχρέωση η οποία, βάσει συμβατικού όρου, ανάγεται σε κυρία υποχρέωση.

Και ότι, μόλις προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεων, ο εργολάβος δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του, ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 778/2013).

Συνεπώς, όταν ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, οφείλει να επικαλεσθεί, για το ορισμένο της αγωγής, και να αποδείξει περαιτέρω, τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως, ήτοι το έργο και την αμοιβή που συμφωνήθηκε, καθώς και την εκ μέρους αυτού εκτέλεση και παράδοση του έργου ή, έστω, την προσφορά του στον εργοδότη (ΑΠ 357/2012).

Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι το έργο δεν εκτελέσθηκε, διότι μεταξύ των υποχρεώσεων του εργολάβου περιλαμβανόταν και κάποια ακόμη, επί πλέον εκείνων που αναφέρονται στην αγωγή, η οποία, επίσης, είχε αναχθεί σε κυρία υποχρέωση και την οποία ο εργολάβος παρέλειψε να εκπληρώσει, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Εξάλλου, οι σχετικές διατάξεις οι οποίες προβλέπουν την αποκατάσταση των σεισμοπλήκτων, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 8 παρ. 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 28/28 Ιουλίου 1978 "περί αποκαταστάσεως ζημιών εκ των σεισμών 1978 εις περιοχήν Βορ. Ελλάδος κλπ", που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 867/1979, οι οποίες αναφέρονται στην δανειοδότηση αυτών (σεισμοπλήκτων) και την επιδότηση από το δημόσιο των ληφθέντων απ' αυτούς δανείων, καθώς και στις προβλεπόμενες φορολογικές απαλλαγές και λοιπές διατυπώσεις της εκτέλεσης των εργασιών του έργου και της παραλαβής αυτού προκειμένου οι σεισμόπληκτοι να τύχουν των καθοριζόμενων με τους νόμους αυτούς και τις υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των τελευταίων, προνομίων, δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση συμβάσεως έργου μεταξύ εργοδότη και εργολάβου για την αποκατάσταση των φθορών και βλαβών που προκλήθηκαν από την αιτία αυτή στα ακίνητα των σεισμοπλήκτων, αλλά αυτές εφαρμόζονται μόνο για να αποδοθούν σ' αυτούς τα άνω προνόμια και απαλλαγές, χωρίς να επηρεάζουν την κατάρτιση της σύμβασης έργου μεταξύ του εργοδότη και του εργολάβου για την αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν από τον σεισμό, ως προς την οποία εφαρμογή έχουν μόνο οι προπαρατεθείσες διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Περαιτέρω, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, με συνέπεια να ιδρύεται ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (ΑΠ 254/2003, ΑΠ 142/2003, ΑΠ 110/2001).

Τέλος, τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 560 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ` αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Εν προκειμένω, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, όπως το περιεχόμενο αυτών εκτιμάται, προβάλλονται οι ακόλουθες αναιρετικές αιτιάσειςς: α) Ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο εναγόμενος εκτέλεσε την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου και παρέδωσε το τελευταίο στην εναγομένη-εργοδότρια, ώστε να δικαιούται ο ενάγων-εργολάβος ολόκληρης της συμφωνηθείσης αμοιβής, χωρίς να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των δικαιοπραξιών προκειμένου να οριοθετήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του αναιρεσίβλητου εργολάβου και να διαγνώσει το ουσιώδες, πλην αμφισβητούμενο εκ μέρους της αναιρεσείουσας, περιστατικό, της προσήκουσας εκπλήρωσης αυτών, υποχρεώθηκε να αναζητήσει την, πράγματι, ηθελημένη έννοια των δικαιοπρακτικών δηλώσεων, οι οποίες είχαν συμπεριληφθεί στην αγωγή του αναιρεσίβλητου, χωρίς να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των δικαιοπραξιών, παραβιάζοντας έτσι, ευθέως και εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 361, 681, 694, 173 και 200 του ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στις αναιρετικές πλημέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, β) Ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, αφορούσε την αποκατάσταση της καταστραφείσας από τους σεισμούς του 1978 στην Βορ.

Ελλάδα, οικία της αναιρεσείουσας, δεν εφάρμοσε την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 28/28 Ιουλίου 1978 "περί αποκαταστάσεως ζημιών εκ των σεισμών 1978 εις περιοχήν Βορ. Ελλάδος κλπ", που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 867/1979 και ειδικότερα το άρθρο 8 παρ. 1 αυτής, στο οποίο ορίζεται ότι "Αι εκ της εφαρμογής της παρούσης πράξεως τυχόν συναπτόμεναι συμβάσεις μεταβιβάσεως ακινήτων και η μεταγραφή τούτων, αι συμβάσεις παροχής ενυπόθηκων δανείων, η εξόφλησις των δόσεων, των εξ αυτών απορρεόντων τόκων, η εγγραφή και η εξάλειψις προς ασφάλισιν αυτών υποθήκης, αι μελέται δια την ανακατασκευήν ή την επισκευήν των βλαβέντων κτιρίων, αι εργολαβικαί συμβάσεις και τα τιμολόγια διά την εκτέλεσιν των εργασιών, ως και η έκδοσις των οικοδομικών αδειών, απαλλάσσονται παντός φόρου, τέλους, χαρτοσήμου, δικαιώματος κρατήσεως ή εισφοράς εν γένει, του Δημοσίου ή Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή οιουδήποτε τρίτου, εξαιρέσει του φόρου εισοδήματος", με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, γ) Ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον "παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, ότι η επίδικη σύμβαση έργου, αφορά σεισμόπληκτο, ωστόσο παρέλειψε να προσφύγει στις άνω ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που αφορούν τους σεισμόπληκτους, με αποτέλεσμα να αποδεχθεί την αγωγή του αναιρεσίβλητου, παρότι οι εργασίες που απαιτήθηκαν για την επισκευή της σεισμόπληκτης οικίας της αναιρεσείουσας αναφέρονται αναλυτικά στην από 1-9-2005 τεχνική έκθεση και στον προϋπολογισμό που εγκρίθηκε από την Υπηρεσία Σεισμοπλήκτων Κοζάνης", δ) Ότι η αναιρεσεσιβαλλομένη για να καταλήξει στην κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος εργολάβος ολοκλήρωσε και παρέδωσε το επίδικο έργο στην αναιρεσείουσα στις 20-9-2007, ώστε να δικαιούται την συμφωνηθείσα συνολική αμοιβή του, παραβίασε τους άνω, υπό στοιχ.

β', κανόνες ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στην αποκατάσταση ζημιών που υπέστησαν σεισμόπληκτοι, με την μη υπαγωγή σ' αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας "ότι δεν μπορεί να γίνει παραλαβή και παράδοση του έργου πριν αποφανθεί ο πολιτικός μηχανικός της υπηρεσίας σεισμοπλήκτων, στην προκειμένη δε περίπτωση η Αρχιτέκτων Μηχανικός Ε.

Χ., που ορίστηκε από την υπηρεσία Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων Κοζάνης, η οποία δεν έχει συντάξει μέχρι σήμερα τη σχετική έκθεση περί καλής εκτελέσεως των εργασιών, ώστε να προσκομιστεί από την αναιρεσείουσα στην Υπηρεσία Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων Κοζάνης, προκειμένου να της χορηγηθεί η αρωγή του Εληνικού Δημοσίου ποσού 5.105,7 ευρώ και έτσι στην πραγματικότητα δεν έγινε παράδοση και παραλαβή του έργου" και ε) Ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με το να απορρίψει ως απαραδέκτως προταθέντες τους ισχυρισμούς της εναγομένης, περί ολοσχερούς εξοφλήσεως της αμοιβής του ενάγοντος εργολάβου και περί πλημμελούς εκπλήρωσης του έργου απ' αυτόν (τον δεύτερο δε εξ αυτών και ως αόριστο), παραβίασε με τις παραδοχές του τις διατάξεις των άρθων 527, 269 και 262 του ΚΠολΔ, με συνέπεια να υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 218/2013 απόφαση του δέχθηκε, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: << Η οικία της εναγομένης που βρίσκεται στο Λικούδι Ελασσόνας υπέστη εξαιτίας σεισμού που επισυνέβη στις 9-7-2002 ζημίες.

Κατόπιν αίτησής της και δυνάμει των υπ' αριθ. 5004/21-8-2003 και 8047/Α32/9-12-2003 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υφυποργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. σχετικά με πιστωτικές διευκολύνσεις για την αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν από τον παραπάνω σεισμό σε περιοχές του νομού Λάρισας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 13/22-1-2007 άδεια επισκευής σεισμοπλήκτου και εγκρίθηκε η χορήγηση δανείου ποσού 10.365,65 ευρώ και δωρεάν κρατική αρωγή ποσού 5.105,47 ευρώ και στη συνέχεια η εναγομένη προέβη στην σύναψη με την Εθνική Τράπεζα της υπ' αριθ. 4206998574/30-8-2007 σύμβασης ειδικού στεγαστικού δανείου ποσού 10.365,65 ευρώ.

Ενόψει των ανωτέρω, μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης καταρτίστηκε στο Λυκούδι Ελασσόνας στις 9-8-2007 προφορική σύμβαση μίσθωσης έργου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε ως εργολάβος να προβεί σε εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στην οικία της εναγομένης με τα οικοδομικά υλικά που αυτή θα του παρείχε.

Η αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή στο ποσό των 10.960 ευρώ, με κατ' αποκοπή αμοιβή για κάθε μία από τις παρακάτω εργασίες. Η ανωτέρω συμφωνηθείσα αμοιβή θα καταβάλονταν στον ενάγοντα σταδιακά με την πρόοδο των εργασιών και μέχρι την παράδοση του έργου. Ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ότι η παραπάνω αμοιβή συμφωνήθηκε να καταβληθεί από την εναγομένη με την παράδοση και παραλαβή του έργου.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, όπως προκύπτει από τις χειρόγραφες από 24-8-2007, ποσού 3.000 ευρώ, 30-8-2007, ποσού 1.500 ευρώ, 11-9-2007, ποσού 1.000 ευρώ, 20-9-2007, ποσού 500 ευρώ και 4-10-2007, ποσού 500 ευρώ, ήτοι συνολικού ποσού 6.500 ευρώ, αποδείξεις, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν και οι δύο διάδικοι και αφορούν καταβολές της εναγομένης προς τον ενάγοντα έναντι εργασιών, η αμοιβή του καταβάλλόταν από την εναγομένη σταδιακά, όπως βάσιμα αυτή ισχυρίζεται.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης ο ενάγων εκτέλεσε τις ακόλουθες συμφωνηθείσες εργασίες, έναντι της παρακάτω για κάθε μία συμφωνηθείσας κατ' αποκοπή αμοιβής: 1) καθαίρεση επικεράμωσης και καταστροφή του ξυλότυπου της ξύλινης σκεπής της οικίας, επιφάνειας 70 τ.μ., με κατ' αποκοπή αμοιβή 500 ευρώ, 2) καθαίρεση-κατεδάφιση 44 τ.μ.

πέτρινων τοίχων, που βρίσκονται στη δυτική και αριστερή πλευρά της οικίας και στην απομάκρυνση των μπάζων από τα χαλάσματα αυτών, με κατ' αποκοπή αμοιβή ποσού 600 ευρώ, 3) κατασκευή-χτίσιμο των ανωτέρω 44 τ.μ. τοίχων με πέτρα, με κατ'αποκοπή αμοιβή 4.000 ευρώ, 4) κατασκευή 36 τρέχοντων μέτρων συναζιού, με κατ' αποκοπή αμοιβή 650 ευρώ, 5) κατασκευή ενός ισογείου μπαλκονιού 5 τ.μ., ήτοι κατασκευή τεσσάρων τσιμεντένιων βάσεων, τεσσάρων κολώνων, τσιμεντόστρωση δαπέδου και κατασκευή τσιμεντένιας πλάκας που στηρίζεται πάνω στις τέσσερις κολώνες, με κατ' αποκοπή αμοιβή 400 ευρώ, 6) κατασκευή του ξυλοτύπου και επικεράμωσης μιας ξύλινης στέγης (κιόσκι), πέντε τετραγωνικών μέτρων με εγχώρια ξυλεία, η οποία βρίσκεται στον πρώτο όροφο της οικίας και στηρίζεται στην παραπάνω τσιμεντένια πλάκα, με κατ' αποκοπή αμοιβή 700 ευρώ, 7) τοποθέτηση και πρόσδεση σιδηρού οπλισμού (σιδέρωμα) στα μέρη της οικίας στα οποία κατασκεύασε τσιμέντα (βάσεις-κολώνες-πλάκες, συνάζ, μέσα θεμέλια) με κατ' αποκοπή αμοιβή 150 ευρώ, 8) κατασκευή και ρίψη 25 κυβικών μέτρων έτοιμου σκυροδέματος με πρέσσα, με κατ' αποκοπή αμοιβή 350 ευρώ, 9) κατασκευή και ρίψη 7 κυβικών μέτρων χειροποίητου σκυροδέματος, για τον εσωτερικό χώρο της οικίας και για την κατασκευή των μπαλκονιών, με κατ' αποκοπή αμοιβή 450 ευρώ, 10) χτίσιμο-κατασκευή 5 τετραγωνικών μέτρων πέτρινου τοίχου στα θεμέλια της οικίας και αναστύλωση του πατώματος αυτής, με κατ' αποκοπή αμοιβή 500 ευρώ, 11) χτίσιμο-κατασκευή ενός τζακιού με κατ' αποκοπή αμοιβή 120 ευρώ, 12) χτίσιμο-κατασκευή ενός καμπινέ διαστάσεων 2Χ2,5 μέτρων με τούβλα, με κατ' αποκοπή αμοιβή 100 ευρώ, 13) άνοιγμα ενός παραθύρου στον πέτρινο τοίχο με κατ' αποκοπή αμοιβή 100 ευρώ, 14) κατασκευή του ξυλότυπου και της επικεράμωσης της ξύλινης σκεπής της οικίας, 70 τ.μ., με κατ' αποκοπή αμοιβή 1500 ευρώ, 15) στήριξη των τοίχων με σιδηρόβεργες με κατ' αποκοπή αμοιβή 300 ευρώ, 16) μπάζωμα των χώρων εργασίας της οικίας, αποκομιδή των επί πλέον μπάζων και άχρηστων υλικών από το χώρο των εργασιών και φόρτωση αυτών με φορτωτή σε τρακτέρ που χρησιμοποιήθηκε για δέκα ώρες, με κατ' αποκοπή αμοιβή 300 ευρώ, 17) διάφορες λοιπές εργασίες (μερεμέτια), με κατ' αποκοπή αμοιβή 240 ευτώ.

Η εκτέλεση του έργου από τον ενάγοντα άρχισε στις 9-8-2007 και αυτό ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε στην εναγομένη στις 20-9-2007, η οποία και το παρέλαβε. Η εναγομένη, έναντι της συμφωνηθείσης συνολικής αμοιβής του ενάγοντος, ποσού 10.960 ευρώ, κατέβαλε σ'αυτόν σταδιακά το ποσό των 6.500 ευρώ, όπως παραπάνω εκτίθεται και αποδεικνύεται από τις προαναφερόμενες χειρόγραφες αποδείξεις καταβολής και του οφείλει ακόμη το ποσό των 4.460 ευρώ, το οποίο αρνείται να του καταβάλει.

Η εναγομένη, με τις από 20-5-2009 έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε στις 21-5-2009 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίζεται ότι, η συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντος ορίστηκε στο ποσό των 10.000 ευρώ για τις ακόλουθες εργασίες: α) γκρέμισμα πέτρινων τοίχων στην αριστερή και δυτική πλευρά της οικίας μήκους περίπου δέκα (10) μέτρων και ύψους τριών (3) περίπου μέτρων και την ανακατασκευή τους, μαζί με την ανακατασκευή του παλαιού πέτρινου τζακιού, β) κατασκευή και εν γένει αποκατάσταση της παλαιάς στέγης και της καμινάδας σ' αυτή, γ) στο χώρισμα με τούβλα υπάρχοντος μέρους εντός της οικίας για τη χρησιμοποίησή του ως καμπινέ, δ) επισκευή παλαιού παραδοσιακού μπαλκονιού (εξώστη) της οικίας και ε) σοβάτισμα (επιχρίσματα) μέσα και έξω των τοίχων.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Με την ένδικη έφεσή της ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με τον ενάγοντα έναντι αμοιβής 10.000 ευρώ να εκτελέσει αυτός τις εργασίες που περιγράφονται στην άδεια επισκευής σεισμόπληκτου, χωρίς να αναφέρει ειδικότερα αυτές. Στην ανωτέρω μνημονευόμενη άδεια επισκευής σεισμοπλήκτου αναφέρεται η υπ' αριθ.

πρωτ. 1040/26-1-2005 έκθεση αυτοψίας κτίσματος και η από 19-10-2006 αυτοψία ελέγξαντος μηχανικού για τη διαπίστωση των βλαβών που υπέστη το κτίριο από το σεισμό. Τα δύο αυτά έγγραφα δεν προσκομίζονται, ούτε γίνεται επίκληση αυτών από την εναγομένη, προσκομίζει όμως και επικαλείται αυτή, τον χωρίς ημερομηνία "συνοπτικό προϋπολογισμό" συνολικού ποσού 15.471,12 ευρώ του πολιτικού μηχανικού Χ.

Μ. και την από 1-9-2005 τεχνική έκθεση προς αποκατάσταση των ζημιών που συνέταξε η αρχιτέκτονας μηχανικός Ε. Χ.. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η εναγομένη με την έφεσή της αναφέρεται στα έγγραφα αυτά, στα τελευταία δεν περιλαμβάνονται οι παραπάνω υπό στοιχεία γ'και δ'εργασίες που ισχυρίζεται αυτή πρωτοδίκως ότι συμφώνησε με τον ενάγοντα να εκτελέσει (το χώρισμα με τούβλα υπάρχοντος μέρους εντός της οικίας για τη χρησιμοποίησή του ως καμπινέ και η επισκευή παλαιού παραδοσιακού μπαλκονιού (εξώστη) της οικίας, ενώ αντίθετα περιλαμβάνονται σ' αυτά εργασίες άλλες τις οποίες πρωτοδίκως δεν επικαλέστηκε η εναγομένη ότι ανέθεσε στον ενάγοντα - αποξύλωση δαπέδου, ηλεκτρική εγκατάσταση, ανακατασκευή δαπέδου -).

Ενόψει των ανωτέρω, οι εν λόγω ισχυρισμοί της εναγομένης για τις συμφωνηθείσες εργασίες, παρίστανται αντιφατικοί, σε κάθε δε περίπτωση, δεν αποδείχθηκαν. Η εναγομένη με την έφεσή της αρνείται την εκτέλεση από τον ενάγοντα των ανωτέρω με αριθμούς 4, 7, 8, 9 και 15 εργασιών, ισχυριζόμενη ότι αυτές πραγματοποιήθηκαν από την εταιρία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Σ.

Ο.Ε." και προσκομίζει με επίκληση σχετικές αποδείξεις. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης, ουδόλως προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως βάσιμα επισημαίνεται από τον εφεσίβλητο, επικαλείται δε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τις ίδιες παραπάνω αποδείξεις, "για αγορά προϊόντων σκυροδέματος, δομικού πλέγματος, μανδύα υποστηλωμάτων και τσέρκια", χωρίς να γίνεται περαιτέρω μνεία για την εκτέλεση των εργασιών αυτών από την εν λόγω εταιρία και επομένως, απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου....

αφού δεν γίνεται επίκληση με τις προτάσεις της συνδρομής των, από τα άρθρα 527 και 269 ΚΠολΔ, οριζομένων προϋποθέσων, για το παραδεκτό του οψίμως προβληθέντος αυτού ισχυρισμού. Περαιτέρω, με την εφέσή της παραπονείται η εναγομένη, ότι εσφαλμένα, παρά το νόμο και κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 10.960 ευρώ, ενώ αυτή ανερχόταν κατά τα υποστηριζόμενα από την ίδια στο συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ, ήτοι ποσό 6.500 ευρώ για τις εργασίες που αναφέρονται στον "εγκεκριμένο προϋπολογισμό", χωρίς να τις εκθέτει περαιτέρω και 3.500 ευρώ για το σοβάτισμα, το οποίο έχει πλήρως εξοφληθεί.

Όπως προκύπτει όμως από τα ταυτάριθμα με την ανωτέρω αναφερόμενη υπ' αριθ. 36/2009 μη οριστική απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία θεωρείται με την ένδικη απόφαση συνεκκαλουμένη (άρθρο 513 παρ. 2 ΚΠολΔ).... η εναγομένη δεν πρότεινε στην πρωτόδικη δίκη κατά τη συζήτηση, ισχυρισμό περί πλήρους εξόφλησης της αμοιβής του ενάγοντος, ο οποίος να καταγράφηκε στα ως άνω πρακτικά, παρά μόνο καταγράφεται σ' αυτά ότι αρνήθηκε την αγωγή και αναφέρεται στις προτάσεις και τα έγγραφά της.

Τον εν λόγω ισχυρισμό (περί πλήρους εξοφλήσεως του ενάγοντος) η εναγομένη πρότεινε με τις από 20-5-2009 έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε στις 21-5-2009 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δηλαδή μετά τη συζήτηση της αγωγής (που έγινε στις 18-5-2009) και συνεπώς.... προτάθηκε απαραδέκτως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το πρώτον με τις προτάσεις της (άρθρα 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ ΚΠολΔ).

Ενόψει δε των ανωτέρω, δεν μπορεί να προταθεί αυτή (ένσταση πλήρους εξοφλήσεως) παραδεκτά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 αριθ. 3 και 269 ΚΠολΔ, ούτε στο παρόν δικαστήριο. Εξάλλου, και υπό την εκδοχή ότι η εν λόγω ένσταση εξοφλήσεως προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αυτή είναι απαράδεκτη, διότι η εναγομένη-εκκαλούσα ουδόλως επικαλείται, ούτε στο δικόγραφο της έφεσής της, ούτε στις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της, τη συνδρομή των, από τα άρθρα 527 και 269 ΚΠολΔ, οριζομένων προϋποθέσεων.

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της έφεσης η εκαλλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι ο ενάγων επαρκώς έχει φέρει σε πέρας το σύνολο των υποχρεώσεών του από την μεταξύ τους σύμβαση, ενώ η κατασκευή της οροφής έχει πλημμελώς πραγματοποιηθεί και στη συνέχεια εκθέτει επί λέξει ότι "το κόστος των εργασιών που επιβάλλεται να γίνουν για την αποκατάσταση της σκεπής, ώστε να μην είναι θανατηφόρα επικίνδυνη ανέρχεται στο ύψος των 2.000 ευρώ....

Συνεπώς, ακόμα και να έκρινε ορθά η εκκαλουμένη πως η μοναδική κακοτεχνία του αντιδίκου βρίσκεται στους δύο βασικούς μπαμπάδες (ορθοστάτες) σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να καταλογίσει στον αντίδικο το σύνολο της δήθεν συμφωνημένης αμοιβής του αλλά θα έπρεπε να μειώσει αυτήν κατά 4.000 ευρώ, τα μισά λόγω της πλημμελούς εκπλήρωσης εργασιών και τα υπόλοιπα λόγω του κόστους των εργασιών που απαιτούνται για την αντικατάσταση των ζημιών που προξένησε".

Από τα ταυτάριθμα με την ανωτέρω αναφερόμενη υπ' αριθ. 36/2009 μη οριστική συνεκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι η εναγομένη πρότεινε στην πρωτόδικη δίκη με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τη συζήτηση την ένσταση πλημμελούς εκπλήρωσης χωρίς περαιτέρω να αναπτύξει αυτήν και αναφέρθηκε στις προτάσεις και τα έγγραφά της.

Με τις έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τα προαναφερόμενα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η εναγομένη υπό τον τίτλο "ένσταση πλημμελούς εκπληρώσεως παροχής (επικουρικά)", εξέθετε ελαττώματα του εκτελεσθέντος από τον ενάγοντα έργου και επαναλάμβανε τον ισχυρισμό της ότι κατέβαλε συνολικά την συμφωνηθείσα κατά τα υποστηριζόμενα από την ίδια αμοιβή του ενάγοντος, ποσού 10.000 ευρώ, εξοφλώντας έτσι ολοσχερώς αυτόν και επί πλέον ανέφερε ότι τον κάλεσε να αποκαταστήσει τις κακοτεχνίες.

Με αυτό το περιεχόμενο, η ένσταση πλημμελούς εκτέλεσης του έργου παρίσταται ελλιπής και αόριστη και η επίκληση των ελαττωμάτων του έργου αλυσιτελής, δεδομένου ότι δεν προβάλλεται αίτημα, αφού η εναγομένη δεν άσκησε κανένα από τα δικαιώματά της που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ και συγκεκριμένα δεν ζήτησε μείωση της αμοιβής του ενάγοντος σε συγκεκριμένο ποσοστό ή ποσό συνιστάμενο στη διαφορά της αξίας του έργου χωρίς ελλάτωμα ή αποζημίωση.

Επομένως, απαραδέκτως προτείνεται ο ισχυρισμός αυτός με την κρινομένη έφεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 αρ. 3 και 269 ΚΠολΔ, αφού, προς τους μη προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς εξομοιώνονται μεταξύ άλλων και οι αορίστως προταθέντες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Αλλά και υπό την εκδοχή ότι ο εν λόγω ισχυρισμός πλημμελούς εκτέλεσης του έργου προβάλλεται με την έφεση για πρώτη φορά, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κυρίως και προεχόντως γιατί η εκκαλούσα δεν επικαλείται, για το παραδεκτό της προβολής του, τη συνδρομή των, από τα άρθρα 527 και 269 ΚΠολΔ, οριζομένων προϋποθέσεων, σε κάθε δε περίπτωση και πέραν του ότι αυτός δεν δύναται, να βελτιωθεί και να συμπληρωθεί με την κρινομένη έφεση, όπως προβάλλεται με την τελευταία είναι αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, δεδομένου ότι, η εναγομένη ασαφώς επιχειρεί να ασκήσει τα δικαιώματά της ως κυρία του έργου που της παρέχονται διαζευκτικά και όχι σωρευτικά από τις διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ, αφού αφενός μεν ζητά ποσό 2.000 ευρώ λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής και στη συνέχεια 2.000 ευρώ λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης των εργασιών που απαιτούνται για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την ένσταση εξόφλησης και τον ισχυρισμό περί πλημμελούς εκτέλεσης του έργου ως ουσιαστικά αβάσιμους (τον πρώτο από αυτούς σιωπηρά), αφού με την υπ' αριθ. 36/2009 μη οριστική απόφασή του, η οποία όπως προαναφέρθηκε θεωρείται συνεκκαλουμένη, δέχθηκε τους εν λόγω ισχυρισμούς, εξόφλησης και πλημμελούς εκτέλεσης του έργου, ως παραδεκτούς και νόμιμους, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείται για την ουσιαστική απόρριψη των ισχυρισμών αυτών, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και η μη οριστική υπ' αριθ. 36/2009 συνεκκαλουμένη τοιαύτη κατά την μη οριστική της διάταξη.

Αντικατάσταση της αιτιολογίας της εκκαλουμένης απόφασης δεν αρκεί, καθόσον η απόρριψη της ένστασης εξόφλησης ως απαραδέκτως προταθείσα και η απόρριψη της ένστασης πλημμελούς εκτέλεσης του έργου ως αόριστης είναι επωφελέστερες για την εκαλλούσα, γι' αυτό και πρέπει η τελευταία να εξαφανισθεί, ακολούθως δε αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και διαστεί η από 11-11-2008 αγωγή, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση εξόφλησης ως απαραδέκτως προταθείσα και η ένσταση πλημελούς εκτέλεσης του έργου ως αόριστη, να γίνει δεκτή η κρινομένη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.460 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την παράδοση του έργου, δηλαδή από 20-9-2007>>.

Κρίνοντας έτσι, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 681, 694 του ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων. Ειδικότερα, δικαιολούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, οι παραδοχές του Εφετείου:

α) Ότι μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης καταρτίσθηκε στο Λυκούδι Ελασσόνας στις 9-8-2007 προφορική σύμβαση μίσθωσης έργου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε ως εργολάβος να προβεί στην εκτέλεση των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση οικοδομικών εργασιών προς αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν, εξαιτίας σεισμού που επισυνέβη στις 9-7-2002 στην Βορ.

Ελλάδα, στην οικία της εναγομένης, με τα οικοδομικά υλικά που αυτή θα του παρείχε, αντί συμφωνηθείσης κατ' αποκοπή συνολικής αμοιβής 10.960 ευρώ, όπως η αμοιβή αυτή αναφέρεται αναλυτικά για κάθε επιμέρους εργασία, β) ότι ο ενάγων πραγματοποίησε όλες τις συμφωνηθείσες για την εκτέλεση του έργου εργασίες, οι οποίες άρχισαν στις 9-8-2007 και ολοκληρώθηκαν στις 20-9-2007, οπότε και παρέδωσε το έργο στην εναγομένη, η οποία και το παρέλαβε, γ) ότι πέραν των αναφερομένων στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εργασιών, καμία άλλη εργασία για την ολοκλήρωση του έργου, δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, η οποία να έμεινε ανεκτέλεστη, ώστε να ανακύπτει ζήτημα μη ολοκλήρωσης του συμφωνηθέντος και παραδοθέντος στην εναγομένη έργου και δ) ότι η τελευταία, μολονότι παραδόθηκε σ' αυτήν πλήρως αποπερατωμένο το συμφωνηθέν να εκτελεστεί έργο, το οποίο και παρέλαβε, κατέβαλε στον ενάγοντα εργολάβο σταδιακά μέρος της συμφωνηθείσης αμοιβής του και συγκεκριμένα το ποσό των 6.500 ευρώ, αρνούμενη να καταβάλει σ' αυτόν το υπόλοιπο της αμοιβής του ανερχόμενο στο ποσό των 4.460 ευρώ (10.960 μείον 6.500).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όλα όσα γίνονται δεκτά απ' αυτήν, αναφορικά με την συμφωνία των διαδίκων για την πραγματοποίηση των προαναφερόμενων εργασιών από τον ενάγοντα εργολάβο και την συμφωνηθείσα κατ' αποκοπή συνολική αμοιβή του, ποσού 10.960 ευρώ, κατά το ποσό που για κάθεμια των άνω εργασιών αυτών δέχεται, καθώς και ως προς το ότι δεν συμφωνήθηκε άλλη, εκτός αυτών, εργασία, που δεν εκτελέσθηκε, αποδεικνύονται από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, χωρίς να προκύπτει από την απόφαση αυτή, ότι το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο που την εξέδωσε, διεπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία, στην δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων στην καταρτισθείσα μεταξύ αυτών σύμβαση έργου, αναφορικά με τα ανωτέρω, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, τις οποίες και δεν παραβίασε με την μη προσφυγή του σ' αυτές.

Επομένως, ο άνω υπό στοιχείο α'λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η αναιρετική πλημμέλεια, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (άρθρα 361, 681, 694 ΑΚ), καθώς και αυτών της ερμηνείας των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που αποδίδεται σ' αυτήν, η αναιρετική πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω διατάξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η αναιρετική αυτή πλημμέλεια, δεν προβλέπεται από το άρθρ. 560 ΚΠολΔ για τον αναιρετικό έλεγχο των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως είναι και η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, ο υπό στοιχ. β'λόγος αναιρέσεως, κατά τη γενόμενη ανωτέρω απαρίθμιση, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε με το να μην εφαρμόσει την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 28/28 Ιουλίου 1978 "περί αποκαταστάσεως ζημιών εκ των σεισμών 1978 εις περιοχήν Βορ.

Ελλάδος κλπ", που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 867/1979 και ειδικότερα το άρθρο 8 παρ. 1 αυτής, καθώς και το άρθρο πέμπτο του ν. 1190/1981, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 42 του ν. 2412/1996, που αναφέρεται στην άνω Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, μολονότι δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, αφορούσε την αποκατάσταση της καταστραφείσας από τους σεισμούς του 1978 στην Βορ.

Ελλάδα, οικία της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον οι άνω διατάξεις δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, αφού δεν αναφέρονται στις συμβάσεις έργου που καταρτίζονται για την αποκατάσταση ζημιών στα ακίνητα των ιδιοκτητών που προκλήθηκαν από σεισμούς, για τις οποίες εφαρμογή έχουν μόνο οι προαναφερόμενες τοιαύτες των άρθρων 681 επ.

ΑΚ, αλλά ρυθμίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις, καθώς και τις διατυπώσεις που απαιτούνται, προκειμένου να δικαιωθούν των προβλεπόμενων σ' αυτές προνομίων, οι ζημιωθέντες από τους σεισμούς ιδιοκτήτες ακινήτων. Ομοίως αβάσιμοι και απορριπτέοι είναι και οι απαριθμούμενοι ως άνω υπό στοιχ. γ'και δ' λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 560 αριθ. 1, εδ.

α'και β' ΚΠολΔ, αντίστοιχα, ήτοι α) για παραβίαση των διατάξεων των άρθων 173 και 200 ΑΚ, με την μη προσφυγή του δικαστηρίου της ουσίας στις διατάξεις αυτές, προκειμένου μετά από ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως διαδίκων στην μεταξύ τους σύμβαση έργου, να υπαγάγει αυτές στις ως άνω υπό στοιχ. β'διατάξεις που αφορούν τους σεισμόπληκτους, και β) με το να μην υπαγάγει επίσης στις ίδιες διατάξεις το επικαλούμενο στην υπό στοιχ.δ'αιτίαση δίδαγμα της κοινής πείρας, αφού οι προαναφερόμενες περί σεισμοπλήκτων διατάξεις, δεν έχουν, κατά τα προαναφερόμενα, εν προκειμένω, εφαρμογή.

Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος, είναι και ο απαριθμούμενος υπό στοιχ. ε'λόγος αναιρέσεως, καθόσον η αιτίαση που προβάλλεται μ' αυτόν, συνιστά πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η αναιρετική αυτή πλημμέλεια, δεν προβλέπεται από το άρθρ. 560 ΚΠολΔ για τον αναιρετικό έλεγχο των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως είναι και η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 25-09-2014 αίτηση της Ε. Β. του Κ., χήρας Γ. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 218/2013 απόφασης του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-09-2014 αίτηση της Ε. Β. του Κ., χήρας Γ. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 218/2013 απόφασης του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ