Legislator Case Law & Legislation
269/2013 AI generated

269/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 269/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

269/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υποχρέου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Keywords

AI generated
rural land rights holiday home zone allocation of family home property ownership rural habitat marital property acquets
AI generated
203/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
782/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2003/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
782/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
202/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 269 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 269/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανέζα Κονταξή.

Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Χ. του Δ. (πρώην συζ. Π. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Αναστασοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Απριλίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16356/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1572/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2012 έκθεση του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν.1329/1983 (άρθρο 12 ν. 1649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996).

Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 του Α.Κ. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υποχρέου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Ο χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Ο εναγόμενος δε, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή, Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.

Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 1400 ΑΚ στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία, κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Ο λόγος είναι προφανής, αφού σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου.

Λαμβανομένου δε υπόψη του σκοπού της πιο πάνω διατάξεως, ως δωρεά πρέπει να νοηθεί οποιαδήποτε απόκτηση οφέλους από χαριστική αιτία. Η συμβολή τέλος του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 ΑΚ).

Ειδικότερα, η παροχή υπηρεσιών, που η σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, μόνο όταν οι υπηρεσίες αυτές των οποίων προσδιορίζεται το είδος και η αξία τους είναι περισσότερες από αυτές, που η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες επιβάλει.

Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 11/1996, 12/1991, Α.Π. 354/2006, Α.Π. 448/2006, Α.Π. 624/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στη ... στις 15-6-1980, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τον Χ. που γεννήθηκε στις 1-12-1980, και τη Δ., που γεννήθηκε στις 16-7-1986 ήδη ενήλικα και τα δύο.

Στις 29-1-2000 η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε οριστικά και κατά την άσκηση της αγωγής (29-4-2004) είχε συμπληρωθεί χρόνος διάσπασης τριών (3) τουλάχιστον ετών. Κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου των διαδίκων, οι οποίοι δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, ο εναγόμενος στερούνταν οποιασδήποτε κινητής, ή ακίνητης περιουσίας, ενώ κατά τη διάρκεια του γάμου και μέχρι το κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής ο εναγόμενος απέκτησε κατά κυριότητα τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: 1) Έναν αγρό εκτάσεως 5.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Πετραλίδα" στην περιοχή ..., με το υπ' αριθμ. .../11-4-1991 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αρναίας Γρηγορίου Αστεριού Μπύρου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών ... 2) Έναν αγρό, εκτάσεως 6.437 τ.

μ., που βρίσκεται στη θέση "Δεβελίκια-Πεταλίδι" στην περιοχή ..., με το υπ' αριθμ. .../31-5-1991 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών...,3) έναν αγρό, εκτάσεως 5.160 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Τσέκαρα" στην περιοχή ... με το υπ' αριθμ. .../21-4-1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Αθανασίου Κοντά, που μεταγράφηκε νόμιμα, στα οικεία βιβλία μεταγραφών ... .

Τα παραπάνω αγροτεμάχια είναι άρτια και οικοδομήσιμα, βρίσκονται αρκετά κοντά στη θάλασσα, απέχουν λιγότερο από 500 μέτρα από αυτή, και υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον για τη δημιουργία οικισμών και ξενοδοχειακών μονάδων. Η αξία ων αγροτεμαχίων αυτών με βάση τι ς παραπάνω διαπιστώσεις ανέρχεται σε 20.000, 17.000 και 12.000 Ευρώ αντίστοιχα.

Επίσης ο εναγόμενος απέκτησε κατά κυριότητα 4) Ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 3.375,41 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Πελεκούδι" στην περιοχή ..., με το υπ' αριθμ. .../16-7-1991 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Αθανασίου Κοντά, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών ..., αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο 2.500 Ευρώ, 5) Ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 6.827,26 τ.μ.

που βρίσκεται στη θέση "Πελεκούδι" στη περιοχή ..., με το υπ' αριθμ. .../1-2-1993 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Ιωάννας Μπιλίση Χρουσαλά, που μεταγράφηκε νόμιμα ..., αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο παροχής έννομης προστασίας 4.000 Ευρώ, 6) ποσοστό 6,67114% εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου (συνολικής εκτάσεως 14.900 τ.μ.), το οποίο αντιστοιχεί σε 994,00 τ.μ, και βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος ..., με το υπ' αριθμ. .../10-12-993 συμβόλαιο της σ/φου Θεσσαλονίκης Σωτηρίας Νάκου Δαρδέλη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών ...

Το αγροτεμάχιο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, απέχει από τη θάλασσα περίπου 200 μέτρα και βρίσκεται σε τουριστική περιοχή της ... . Η αξία του ποσοστού του εναγομένου ανέρχεται κατά τον κρίσιμο χρόνο σε 35.000 Ευρώ. 7) ποσοστό 9,944% εξ αδιαιρέτου ενός αγρού με αριθμ. 308, συνολικής εκτάσεως 3.218 τ.μ., που βρίσκεται στο συνοικισμό ...

της κοινότητας ..., με το υπ' αριθμ. .../9-3-1990 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Αθανασίου Κοντά, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών ... Το αγροτεμάχιο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, απέχει από τη θάλασσα 300 μ. είναι πολύ κοντά στη .... Πρόκειται σύντομα να ρυμοτομηθεί με την ένταξη του στο σχέδιο επέκτασης της ..., που είναι τουριστική περιοχή με υποδομές.

Η αξία του ποσοστού του εναγομένου ανέρχεται, κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε 14.000 Ευρώ. Πρέπει να σημειωθεί ότι και ο προαναφερθείς πολιτικός μηχανικός Κ. Κ., που ορίσθηκε ως πραγματογνώμων με την ως άνω απόφαση του δικαστηρίου αυτού εκτίμησε την αξία των εν λόγω ακινήτων στα ίδια περίπου ποσά, με πολύ μικρές αποκλίσεις ... .

Περαιτέρω προέκυψε ότι ο εναγόμενος ήταν κύριος και ενός διαμερίσματος του τρίτου ορόφου εμβαδού 101 τ.μ. μικτών και 30 καθαρών με ποσοστό εξ αδιαίρετου στους κοινοκτήτους χώρους της οικοδομής 250/οοο και ολόκληρο τον υπόγειο χώρο της οικοδομής 88 τ.μ. περίπου, με ποσοστό, εξ αδιαίρετου, στους κοινόχρηστους και κοινοκτήτους χώρους της οικοδομής 100/1000 όπως προκύπτει από την με αριθμό .../2002 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Γυφτάκη - Βαϊνα, που μεταγράφηκε νόμιμα. ...

Τα παραπάνω ακίνητα αποτελούν το εργολαβικό αντάλλαγμα, το οποίο έλαβε ο εναγόμενος από την παραχώρηση στην εργολάβο εταιρία, με την επωνυμία "Ι. Μ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΟΕ", ενός οικοπέδου εμβαδού 143 τ.μ., στο συνοικισμό ... επί της οδού ..., για να ανεγείρει αυτή με το σύστημα της αντιπαροχής πολυόροφη οικοδομή. Το οικόπεδο αυτό απέκτησε ο εναγόμενος με το υπ' αριθμ. .../1983 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευτυχίας Ρητού, από γονική παροχή του πατέρα του Χ. ....

Κατόπιν τούτων, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις παραπάνω νομικές σκέψεις, τα ακίνητα αυτά αποκτήθηκαν από τη διάθεση του οικοπέδου, που απέκτησε ο εναγόμενος με γονική παροχή, δεν υπολογίζονται στην περιουσιακή του αύξηση.....Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο εναγόμενος κατασκεύασε πάνω ακριβώς από το προαναφερθέν διαμέρισμα αυθαίρετα, χωρίς δηλαδή την έκδοση οικοδομικής αδείας, ένα ακόμη διαμέρισμα, εμβαδού 80 τ.μ.

περίπου, το οποίο συνδέεται με το κάτω διαμέρισμα με εσωτερική σκάλα και αποτελούσαν τα δύο αυτά διαμερίσματα την οικογενειακή στέγη των διαδίκων. Η αξία του διαμερίσματος αυτού, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για αυθαίρετη κατασκευή, ανέρχεται σε 35.000 Ευρώ. Στο ίδιο ποσό σημειωτέον ότι προσδιόρισε την αξία του και ο προαναφερθείς πραγματογνώμων Κ.

Κ..... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους ένα ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητο μάρκας VOLKSWAGEN GOLF με αριθμό κυκλοφορίας ... μοντέλο 1976, αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο 1.300 Ευρώ, ενώ τον Φεβρουάριο του 2003 ο εναγόμενος πώλησε στην Μ. Κ. του Α. ένα αυτοκίνητο μάρκας VOLVO με αριθμό κυκλοφορίας ..., μοντέλο 1991 αντί του ποσού των 3.000 ευρώ...

Τέλος αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης αγόρασε και στις 31-12-1999 κατείχε τις εξής παρακάτω μετοχές: 1) 60 κοινές μετοχές της εταιρίας ALTEC ΑΒΕΕ, 2) 400 κοινές μετοχές της εταιρίας YNIFON ΑΕ, 3) 2.100 μετοχές της εταιρίας ΕΛ. ΕΤ. ΕΠΕΝΔ. ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ, 4) 10 κοινές μετοχές της εταιρίας "KLEEMAN HELLAS ΑΒΕΕ, 5) 450 κοινές μετοχές της εταιρίας ΛΑΜΨΑ, 6) 500 προνομιούχες μετοχές της εταιρίας ΜΗΧΑΝΙΚΗ EE, 7) 500 κοινές μετοχές, της εταιρίας ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ, 8) 1500 κοινές μετοχές της εταιρίας ΜΟΧΛΟΣ ΑΕ, 9) 10 κοινές μετοχές της εταιρίας ΝΕΩΡΙΟΝ ΝΕΑ ΑΕ ΝΑΥΠ.

ΣΥΡΟΥ και 10) 500 μετοχές της εταιρίας ΓΡΑΜΜΕΣ ΣΤΡΙΝΤΖΗ ΑΕ, συνολικής αξίας 24.118,350 Ευρώ ... και όχι 71.485,53 Ευρώ, όπως αναφέρεται στην αγωγή. Στη συνέχεια, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι ο εναγόμενος αγόρασε και άλλες, πλέον των προαναφερομένων στην αγωγή, μετοχές, οπότε ο αριθμός αυτών διπλασιάστηκε, πλην, όμως, η αξία τους κατά την 28-2-2001 ήταν 36.356,64 Ευρώ.

Τις μετοχές αυτές ο εναγόμενος την 1-6-2003 μετέφερε στην χρηματιστηριακή Eurobank, τότε η αξία τους ήταν 33.218,59 Ευρώ, στη συνέχεια ο εναγόμενος πώλησε κάποιο αριθμό μετοχών, (ούτε ο αριθμός τους ούτε η αξία τους αποδείχθηκε) αγόρασε άλλο αριθμό νέων μετοχών και κατά τον κρίσιμο χρόνο παροχής έννομης προστασίας η αξία των μετοχών, που κατείχε ο εναγόμενος ανερχόταν σε 8.917,20 Ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ανέλαβε από την ΑLPHA Τράπεζα το ποσό των 52.416.836 δραχμών και ήδη 153.827,83 Ευρώ, που είχε επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια της ΑLPHA ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ με συνδικαιούχο την ενάγουσα. Το ποσό αυτό ο εναγόμενος δεν αποδείχθηκε ότι το επένδυσε σε μετοχές το 2000, όπως ισχυρίζεται αυτός, διότι από τα προσαγόμενα από τους διαδίκους έγγραφα της χρηματιστηριακής εταιρίας δεν προέκυψε ότι έγινε από τον εναγόμενο επένδυση σε μετοχές τέτοιου ύψους κατά το χρόνο αυτό, αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι το ποσό αυτό αναλώθηκε για τις ανάγκες της οικογένειας του εναγομένου, καθόσον δεν προέκυψε ότι αυτές κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ιδιαίτερα αυξημένες, δεδομένου δε όλα τα περιουσιακά στοιχεία των διαδίκων είχαν αγοραστεί και εξοφληθεί σε προγενέστερο χρόνο (από το 1991 μέχρι 1994) και τα εισοδήματα του εναγομένου από την επαγγελματική του δραστηριότητα ήταν ιδιαίτερα υψηλά, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος στις προτάσεις του και ως εκ τούτου ήταν υπεραρκετά για την κάλυψη των τρεχουσών οικογενειακών αναγκών.

Κατόπιν τούτων εφόσον το παραπάνω ποσό δεν αναλώθηκε υφίστατο κατά τον κρίσιμο χρόνο και έτσι η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε κατά το ποσό αυτό των 153.827,83 Ευρώ. ... Περαιτέρω, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας ο εναγόμενος είχε στην κατοχή του το ποσό των 3.115.902 δραχμών, ή 9.144/25 ευρώ, που φέρεται, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ότι ανέλαβε ο τελευταίος από λογαριασμό που τηρούσε στην ALPHA Τράπεζα, αφού δεν γίνεται επίκληση και δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο της εν λόγω τράπεζας, από το οποίο να προκύπτει ότι το εν λόγω ποσό ήταν κατατεθειμένο σε καπό ι ο λογαριασμό και πολύ περισσότερο η ανάληψη του από τον εναγόμενο κατά το χρόνο αυτό.

Συνεπώς για το ποσό αυτό δεν μπορεί να γίνει λόγος για συνυπολογισμό του στην περιουσιακή αύξηση του εναγομένου. ... Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα η συνολική αξία των κτηθέντων, κατά τη διάρκεια του γάμου, περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου, κατά το κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 307.545,03 Ευρώ (= 20.000 + 17.000 + 12.000 + 2.500 + 4.000 + 35.000 + 14.000 + 35.000 + 1.300 + 3.000 + 3.000 + 8.917,20 + 153.827,83).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../6-6-2001 δανειακής σύμβασης, που υπέγραψε με την Τράπεζα Εργασίας ΑΕ έλαβε από την τελευταία, λόγω δανείου το ποσό των 26.000.000 δραχμών και ήδη 76.302,27 Ευρώ, για να το χρησιμοποιήσει για την επαγγελματική του δραστηριότητα και για την εξασφάλιση της απαίτησης του αυτής η παραπάνω δανείστρια Τράπεζα ενέγραψε σε βάρος του και επί του διαμερίσματος του επί της οδού ...

αριθμ. 11 προσημείωση υποθήκης, δυνάμει της υπ' αριθμ. 18.430/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για το ίδιο ως άνω ποσό. Το ποσό αυτό, το οποίο αποτελεί παθητικό της περιουσίας του εναγομένου, πρέπει να αφαιρεθεί από το παραπάνω ποσό της περιουσιακής του επαύξησης, δηλαδή από το ποσό των 307.545,03 Ευρώ, για να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, αφού σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία θέση, η περιουσιακή αύξηση του υπόχρεου συζύγου σε περίπτωση διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, όπως εν προκειμένω, ανάγεται στο χρόνο άσκησης της αγωγής ήτοι 29-04-2004 και το ποσό αυτό ο εναγόμενος το έλαβε ως δάνειο το έτος 2001.

Με βάση τα παραπάνω η περιουσιακή επαύξηση ανέρχεται σε 231.242,76 Ευρώ (= 307.545,03 Ευρώ- 76.302, 27 Ευρώ). ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αντεναγομένη κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου τους στερούνταν οποιασδήποτε κινητής, ή ακίνητης περιουσίας, ενώ κατά τη διάρκεια του γάμου και μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής αυτή με το υπ' αριθμ. .../8-5-1986 προσύμφωνο μεταβιβάσεως διαιρετού τμήματος της συμβολαιογράφου Νιγρίτας Αναστασίας Αραμπατζή απέκτησε από τον πωλητή - θείο της Χ.

Χ. το δικαίωμα, όπως αυτός της μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, με σύνταξη οριστικού συμβολαίου, από μια διόροφη κατοικία, αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 60 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 45 τ.μ., κτισμένη σε διαιρετό τμήμα οικοπέδου, εκτάσεως 85 τ.μ. κατά το ανωτέρω προσύμφωνο, και βρίσκεται στη ...

του νομού Σερρών, την ψιλή κυριότητα του ισογείου ορόφου και την πλήρη κυριότητα του πρώτου ορόφου, το δε δικαίωμα επικαρπίας του ισογείου ορόφου ανήκει από κληρονομία στον πατέρα της ενάγουσας αντεναγομένης. Το τίμημα του παραπάνω ακινήτου κατεβλήθη από τον εναγόμενο αντενάγοντα. Η παραπάνω κατοικία ανακαινίστηκε και η αξία αυτής κατά τον κρίσιμο χρόνο ανέρχεται, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο ποσό των 30.000/00 Ευρώ.

Στο ίδιο ποσό σημειωτέον ότι προσδιόρισε την αξία της και ο προαναφερθείς πραγματογνώμων Κ. Κ.. Κατά συνέπεια στο ίδιο ποσό ανέρχεται και η αξία του δικαιώματος της αντεναγομένης ενάγουσας στο παραπάνω ακίνητο. Επίσης η ενάγουσα με το υπ' αριθμ. .../7-10-1996 σύμβολα ίο της συμβολαιογράφου θήρας Φωτεινής Νικολοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα ...

απέκτησε την επικαρπία κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός κτίσματος εμβαδού 40,53 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." στην περιοχή ... της Νήσου ... των Κυκλάδων, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50% η επικαρπία αυτού ανήκει στον αντενάγοντα -εναγόμενο και η ψιλή κυριότητα αυτού ανήκει εξ ημισείας από κοινού στα τέκνα των διαδίκων.

Για την αγορά του ακινήτου αυτού ο ενάγων κατέβαλε ως τίμημα το ποσό των 9.000.000 δραχμών, ή 26.412.32 ευρώ. ενώ η αξία αυτού, κατά τον κρίσιμο χρόνο, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν προσκομίζουν κάποιο πρόσφατο συγκριτικό στοιχείο ανέρχεται σε 55.000 Ευρώ.

Συνεπώς η αξία του δικαιώματος της αντεναγομένης -ενάγουσας επί του 1/2 της επικαρπίας του ακινήτου ανέρχεται υπολογιζόμενης αυτής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 του ν.δ.118/1973, σε 13.750 Ευρώ [= αξία πλήρους κυριότητας 55.000 αξίας 1/2 επικαρπίας = 27.500 Χ 5/10 (λόγω της ηλικίας της αντεναγομένης) 2] . Κατά συνέπεια η συνολική αξία των κτηθέντων, κατά τη διάρκεια του γάμου, περιουσιακών στοιχείων της αντεναγομένης-ενάγουσας, κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 43.750 Ευρώ (= 30.000 + 13.750).

Από τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η συμβολή του αντενάγοντος - εναγομένου στην επαύξηση της περιουσίας της αντεναγομένης ενάγουσας ανέρχεται σε ποσοστό 2/3 και κατά συνέπεια η αξίωση συμμετοχής του αντενάγοντος στην περιουσιακή επαύξηση της περιουσίας της αντεναγομένης, αποτιμώμενης σε χρήμα, ανέρχεται σε 29.166 Ευρώ (" 43.750 Χ 2/3). ...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος αντενάγων από την αρχή της έγγαμης συμβίωσης του με την ενάγουσα - αντεναγομένη, αλλά και μέχρι σήμερα ασχολείται με την εμπορία ανταλλακτικών αυτοκινήτων και ηλεκτρικών συσκευών και τα τελευταία χρόνια ασχολείται και με την ανέγερση οικοδομών. Τα εισοδήματα του από τις άνω επαγγελματικές δραστηριότητες του κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων ήταν ιδιαίτερα υψηλά.

Ξεκίνησαν από 300.000 δραχμές το μήνα κατά τα έτη 1979 -1980 και κατά την τριετία 1993-1996 έφτασαν στο ποσό των 2.000.000 δραχμών μηνιαίως. Η ενάγουσα -αντεναγομένη καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης δεν δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά, αλλά ασχολήθηκε με την οικιακή εργασία, προσφέροντας τις υπηρεσίες της για τη σωστή λειτουργία του σπιτιού (αγορά καταναλωτικών αγαθών, προπαρασκευή του φαγητού, καθαριότητα σπιτιού, καθαρισμό και σιδέρωμα ρουχισμού κ.λ.π.), με την επιμέλεια και ανατροφή των παιδιών, την επίβλεψη της υγείας και εκπαίδευσης τους, απαλλάσσοντας το σύζυγο της, ο οποίος, σύμφωνα με τις καταθέσεις και των δύο μαρτύρων εργαζόταν ημερησίως επί πολλές ώρες, από τα ανάλογα εσωοικιακά βάρη, αλλά και προσέφερε τις υπηρεσίες της και στο σύζυγο της.

Επίσης συνέβαλε στη δημιουργία θερμού και ευχάριστου οικογενειακού κλίματος, με την παροχή ηθικής και ψυχικής συμπαράστασης, ώστε ο σύζυγος της να επιδίδεται ανενόχλητος στις επαγγελματικές του δραστηριότητες, από τις οποίες αποκόμιζε τα προαναφερθέντα οικονομικά οφέλη. Επειδή η ενάγουσα, η οποία και έφερε το βάρος αποδείξεως, απέδειξε ότι συνέβαλε στην πραγματοποίηση της περιουσιακής επαύξησης του συζύγου της με την οικιακή εργασία, την ανατροφή των παιδιών, την ψυχοσυναισθηματική συμπαράσταση του συζύγου της κ.λ.π., η δε συμβολή της υπερέβαινε το μέτρο της υποχρέωσης συμβολής της στις οικογενειακές τους δαπάνες, δεν απέδειξε, όμως, ότι η συμβολή της στην επαύξηση της περί ουσίας του συζύγου της ανερχόταν σε ποσοστό 1/2, ο δε εναγόμενος, ο οποίος έφερε το βάρος αποδείξεως της προβληθείσας ένστασης του προς ανατροπή του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 1400 ΑΚ, επίσης, δεν απέδειξε ότι η αντίδικος του δεν συνέβαλε στην επαύξηση αυτή, κρίνεται ότι πρέπει να αναγνωρισθεί στην ενάγουσα η τεκμαιρόμενη από το νόμο συμβολή της στην παραπάνω επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της, που ανέρχεται σε ποσοστό 1/3 και αντιστοιχεί στο ποσό των 11.081.253 Ευρώ (= 231.243,76 Ευρώ Χ 1/3).

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια και έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι υποχρεούται ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το προαναφερθέν ποσό των 77.081,253 Ευρώ λόγω συμβολής της στα αποκτήματα, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της πρώτης των συνεκδικαζομένων έφεσης περί αναγνωρίσεως ποσοστού 1/2 της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου και του δευτέρου λόγου της δεύτερης των συνεκδικαζομένων έφεσης, περί μηδενικής συμμετοχής της, πρέπει αν απορριφθούν ως αβάσιμα.

Μετά τα παραπάνω αποδειχθέντα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα και τα υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο της δεύτερης των συνεκδικαζομένων έφεσης ότι στην αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, δεν υπήρχε αναγνωριστικό αίτημα περί υποχρεώσεως αυτού στην καταβολή του 1/3 της συνολικής αξίας της περιουσίας, που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου του και συνεπώς η εκκαλουμένη παρά το νόμο διέλαβε τέτοια διάταξη στο διατακτικό της, διότι, εφόσον στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπήρχε, όπως προαναφέρθηκε, αίτημα καταδίκης του εναγόμενου στην καταβολή του 1/2 της αξίας της περιουσίας, που απέκτησε αυτός κατά τη διάρκεια του γάμου του, σαφώς εμπεριέχεται και το "έλασσον", δηλαδή η αναγνώριση υποχρεώσεως προς καταβολή του μικρότερου ποσού, ήτοι των 77.081,253 Ευρώ, αίτημα, άλλωστε, το οποίο και σαφώς συνάγεται από την ανάγνωση του όλου περιεχομένου της υπό κρίση αγωγής, χωρίς να είναι αναγκαία η πανηγυρική του διατύπωση.

Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν κρίνεται επιβεβλημένη η αυτούσια (in natura) απόδοση του αποδεδειγμένου ποσοστού συμβολής της ενάγουσας στα αποκτήματα (1/3), όπως τούτο αιτείται, αλλά ενδείκνυται η χρηματική απόδοση του παραπάνω ποσού (77.081,253 Ευρώ) ... . Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις ...".

Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δεν παρείδε τους, διαλαμβανομένους στον δεύτερο λόγο της εφέσεως, ισχυρισμούς τους αναιρεσείοντος, σχετικά με την εξ' ολοκλήρου συμβολή του στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, αλλ' αντιθέτως τους αντιμετώπισε και τους απέρριψε στην ουσία τους με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν.

Υπό τα δεδομένα αυτά ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για μη λήψη του υπό μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως ως άνω λόγου της εφέσεως που είχε ασκηθεί από τον αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Εξάλλου το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για τη συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος συζύγου της, κατ' αποδοχή του τεκμηρίου του άρθρου 1400 ΑΚ, δικαιολογούν την παραδοχή κατά ένα μέρος της αγωγής κατά το αντίστοιχο αίτημά της, περαιτέρω δε από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1400 ΑΚ την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, πέραν των εκτιθεμένων στην απόφαση αιτιολογίων, ως προς το είδος και την αξία των υπηρεσιών που συνιστούν τη συνυπολογιστέα συμβολή αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας των διαδίκων με παροχή υπηρεσιών πέραν του αναγκαίου μέτρου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο λόγος αναίρεσης.

ΙΙ). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε, κατά τα προεκτεθέντα, τον ισχυρισμό του περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας του, δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες με επίκληση α) υπ' αριθ. 346/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του γάμου και β) υπ' αριθ. 771/2008 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί αγωγής διατροφής της αναιρεσιβλήτου, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά, διότι είχε συνάψει δύο εξωσυζυγικούς δεσμούς, το έτος 1995 και 1999, αντιστοίχως.

Όμως από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος και τις παραπάνω αποφάσεις, ουδεμία δε υποχρέωση είχε να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτές ή και την επιρροή της στα αποδεικτέα θέματα, εν όψει και του ότι το δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, επί πλέον δε αποκλείεται η δημιουργία δεδικασμένου από την απόφαση διατροφής μεταξύ των συζύγων, στη δίκη αποκτημάτων, λόγω αναρμοδιότητας καθ' ύλην, αλλά και λόγω διαφοράς διαδικασίας.

Κατά συνέπεια ο δεύτερος, από τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.10.2010 αίτηση αναίρεσης του Π. Χ., για αναίρεση της 1572/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ