Legislator Case Law & Legislation
269/2012 AI generated

269/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 269/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 269 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 269/2012

Legislator headnote

AI generated

269/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 269 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 269/2012

Keywords

AI generated
dispute amount in RON refusal under eea agreement insufficient amount denial of cost waiver contractual consideration advance on costs
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 269 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 269/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κοινοπραξία Ανάπλασης Άνω Λιοσίων ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ-ΤΟΜΗ ΑΒΕΤΕ" (προηγούμενη επωνυμία της "Κοινοπραξία Ανάπλασης Άνω Λιοσίων ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ-ΤΟΜΗ ΑΤΕ") που εδρεύει στην Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία" που εδρεύει στην Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα, και 3. Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΜΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ΤΟΜΗ ΑΒΕΤΕ",(προηγούμενη επωνυμία της "ΤΟΜΗ ΑΤΕ", που εδρεύει στην Κηφισιά εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασαράντου.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "ΙΜΑΣ Εμπόριο Μεταφορικών Ταινιών ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο Ν. Λ. που παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Μαραζιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1050/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1162/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26-2-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 21-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 404, 405 παρ. 1, 407, 340, 342 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι η αγωγή για την καταβολή ποινικής ρήτρας, η οποία έχει συμφωνηθεί για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής, απορρίπτεται, αν ο εναγόμενος ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη, αφού στην περίπτωση αυτή, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας: γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι κάθε εύλογη αιτία λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 1980/2008, ΑΠ 1484/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, με την από 30-7-2003 αγωγή της ισχυρίσθηκε: Ότι δυνάμει συμβάσεως που κατάρτισε στην Αθήνα, το τέλος Αυγούστου 2002, με την πρώτη εναγομένη Κοινοπραξία, νομίμως εκπροσωπούμενη, της οποίας μέλη είναι οι δεύτερη και τρίτη εναγόμενες, πώλησε και παρέδωσε σ' αυτήν κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-2002 έως 12-5-2003 τα ειδικότερον αναφερόμενα στην αγωγή "ελαστικά εφέδρανα" συνολικής αξίας 1.666.101 ευρώ. Ότι παρόλο που η πρώτη εναγομένη παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα άνω εμπορεύματα, κατέβαλε το ποσό των 1,558.485 ευρώ και εξακολουθεί να παραμένει ανεξόφλητο ποσό 107.666 ευρώ, το οποίο αρνείται να της καταβάλει παρά τις προς τούτο οχλήσεις της. Ότι οι ήδη αναιρεσείουσες, αμυνόμενες κατά της αγωγής προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι, η αναιρεσίβλητη, από υπαιτιότητα της, κατέστη υπερήμερη περί την εμπρόθεσμη παράδοση των άνω εμπορευμάτων, με συνέπεια να καταπέσει σε βάρος της η προβλεπόμενη από τη συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ποινική ρήτρα, ανερχομένη στο συνολικό ποσό των 107.616 ευρώ, με βάση την οποία προέτειναν ένσταση συμψηφισμού ισόποσου με αυτήν, μέρους του τιμήματος. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 1050/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή, απορριφθέντων ως αβασίμων των ως άνω ισχυρισμών των εναγομένων και υποχρεώθηκαν οι τελευταίες να καταβάλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 107.616 νομιμοτόκως κατά τα οριζόμενα σ' αυτήν. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ήδη αναιρεσείουσες άσκησαν έφεση, επί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά λέξη το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 26-8-02 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγόυσας και της πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας, της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι δεύτερη και τρίτη εναγόμενες εταιρίες ,η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει την πρώτη εναγόμενη, με ελαστικά εφέδρανα CΟΝΤ1 Α-5 με την σταθερή τιμή των 23,5 ευρώ ανά τεμάχιο για ελάχιστη ποσότητα ανά παραγγελία 10000 τεμαχίων. Κατά τον όρο δε 7 του άνω συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση κάθε τιμολογίου θα γινόταν σε 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης του στις τακτές ημερομηνίες που ορίζονται από τον εργοδότη, δηλ την κοινοπραξία, ενώ με τον όρο 4 του ίδιου συμφωνητικού ορίστηκε ότι οι παραδόσεις του υλικού θα γίνονται τμηματικώς για ελάχιστη ποσότητα 10000 τεμαχίων ανά φορτίο, το αργότερο μέσα σε επτά έως εννέα εβδομάδες από την έγγραφη παραγγελία, ενώ ρητώς συμφωνήθηκε ότι για κάθε ημερολογιακή ημέρα καθυστέρησης πέραν των συμφωνηθέντων χρόνων, ο προμηθευτής υποχρεούται να καταβάλει ως ποινική ρήτρα το ποσό των 300 ευρώ.

Σε εκτέλεση της άνω συμφωνίας η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη τις παρακάτω αναφερόμενες ποσότητες ελαστικών εφεδράνων δυνάμει των αναφερομένων κατωτέρω τιμολογίων ... Τα παραπάνω εμπορεύματα αξίας 1666101 ευρώ παρέλαβε η πρώτη εναγομένη ανεπιφύλακτα και κατέβαλε έναντι του ποσού αυτού συνολικά το ποσό των 1558485 ευρώ ως συνομολογείται από την ενάγουσα εξάλλου από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι οι άνω πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν μετά τρεις παραγγελίες από την εναγομένη κοινοπραξία προς την ενάγουσα και δη: α) Δυνάμει του 285/1-8-02 δελτίου παραγγελίας η εναγομένη κοινοπραξία παρήγγειλε 10000 τεμάχια εφεδράνων συνολικής αξίας 277300 ευρώ. Η παραγγελία αυτή ολοκληρώθηκε στις 20-11-02 με τα 452-494 δελτία αποστολής της ενάγουσας εκδοθέντων των 198-227 τιμολογίων της, δηλ. με 48 ημέρες καθυστέρηση από τη συμφωνηθείσα προθεσμία .Για το λόγο αυτό η πρώτη εναγομένη προέβη στην έκδοση και αποστολή στην ενάγουσα του 34/21-2-03 τιμολογίου ποινικής ρήτρας αξίας 16992 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, β) Δυνάμει του 311/22-8-02 δελτίου παραγγελίας η πρώτη εναγομένη παρήγγειλε 30000 τεμάχια εφεδράνων συνολικής αξίας 831900 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, η δε παραγγελία αυτή ολοκληρώθηκε στις 29-4-03 εκδοθέντων των 495 -586 δελτίων αποστολής και των 228 έως 294 τιμολογίων, δηλ με καθυστέρηση 173 ημέρες. Για το λόγο αυτό η πρώτη εναγομένη προέβη στην έκδοση και αποστολή στην ενάγουσα του 38/21-4-03 τιμολογίου ποινικής ρήτρας αξίας 61242 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ και γ)Δυνάμει του 443/17-12-02 δελτίου παραγγελίας η πρώτη εναγομένη παρήγγειλε 20000 τεμάχια εφεδράνων συνολικής αξίας 554600 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, η παραγγελία δε αυτή, ολοκληρώθηκε στις 12-5-03 εκδοθέντων των 592-604 δελτίων αποστολής της ενάγουσας και των 298-308 τιμολογίων δηλ με καθυστέρηση 83 ημερών. Για το λόγο αυτό η πρώτη εναγομένη προέβη στην έκδοση και αποστολή στην ενάγουσα του 41/23-5-03 τιμολογίου ποινικής ρήτρας αξίας 29382 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η καθυστέρηση δε στην παράδοση των άνω παραγγελιών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας αλλά στο γεγονός ότι υπήρξε καθυστέρηση στην μεταφορά της πρώτης ύλης από τον οίκο του εξωτερικού που της προμηθεύει τις ύλες αυτές ,οι οποίες μάλιστα είναι μοναδικές και δεν δύναται να της προμηθευτεί από αλλού. Σχετικά δε με την καθυστέρηση στην παράδοση των εμπορευμάτων η ενάγουσα είχε ειδοποιήσει την πρώτη εναγομένη αμέσως, μόλις ενημερώθηκε για το γεγονός αυτό από τον οίκο του εξωτερικού και της είχε ζητήσει να επιβεβαιώσει ή να ακυρώσει τις παραγγελίες, ως προκύπτει ιδίως από την από 3-10-02 επιστολή fax που έστειλε η ενάγουσα στην πρώτη εναγομένη, η δε εναγομένη κοινοπραξία με την από 4-10-02 επιστολή της δήλωσε ότι επιθυμεί τη συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας, παρά την γνωστοποίηση της υπάρχουσας καθυστέρησης "σύμφωνα με τους όρους του ιδιωτικού συμφωνητικού της 26-8-02". Εξάλλου από τα άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προμηθεύεται τις ύλες αυτές από την εδρεύουσα στην Αγγλία εταιρία με την επωνυμία "Zeon Europe GmbH" και όχι από την γερμανική εταιρία Continental, αμέσως δε μόλις ενημερώθηκε από την προμηθεύτρια εταιρία του εξωτερικού ενημέρωσε σχετικά την εναγομένη κοινοπραξία .Εξάλλου δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο ότι μπορούσε να προμηθευτεί έγκαιρα τις άνω ύλες από άλλη εταιρία και ειδικότερα από την εταιρία Continental. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η καθυστέρηση στην παράδοση των άνω εμπορευμάτων δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, αλλά σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη και δη στην απόφαση της προμηθεύτριας εταιρίας του εξωτερικού να σταματήσει την παραγωγή των σχετικών πρώτων υλών και την καθυστέρηση αποστολής των παραγγελθέντων γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του ισχυρισμού της ενάγουσας ο οποίος νόμιμα επαναφέρεται με τις προτάσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου .Επομένως, οι τέσσερις πρώτοι λόγοι έφεσης με τους οποίους οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι η καθυστέρηση της παράδοσης από την αλλοδαπή προμηθεύτρια εταιρία των άνω υλών στην ενάγουσα δεν συνιστά λόγο απαλλαγής της, ότι η ειδοποίηση τους από την ενάγουσα για καθυστέρηση στην παράδοση των συμφωνηθέντων εμπορευμάτων και η πρόσκληση της για συνέχιση ή ακύρωση της μεταξύ τους συμφωνίας καθώς και η αποδοχή από μέρους τους της υλοποίησης της μεταξύ τους συμφωνίας 'παρά την καθυστέρηση δεν ασκεί επιρροή στην αρχική συμφωνία τους, ότι τα υλικά αυτά παρασκευάζονται από την γερμανική εταιρία Continental της οποίας είναι θυγατρική απ' όπου και μπορούσε να τα προμηθευτεί έγκαιρα, καθώς και ότι όταν η ενάγουσα υπέγραφε τη μεταξύ τους σύμβαση τον Αύγουστο του 2002 όφειλε να είχε εξασφαλίσει την συμφωνηθείσα ποσότητα εφεδράνων είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ουδέποτε η ενάγουσα αποδέχθηκε την κατάπτωση των ποινικών ρητρών και ούτε συμψήφισε τα ποσά αυτά με μέρος του πιστωθέντος τιμήματος και επομένως, ο ισχυρισμός περί εξοφλήσεως ισόποσου των ποινικών ρητρών μέρους του τιμήματος δια συμψηφισμού, ο οποίος νόμιμα επαναφέρεται με την ένδικη έφεση είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες σχετικά με την ουσιαστική αβασιμότητα του ισχυρισμού των εναγομένων, ότι η ενάγουσα είχε περιέλθει σε υπερημερία περί την εκπλήρωση μέρους των παροχών που την βάρυναν ως πωλήτρια και ότι εξαιτίας τούτου είχε καταπέσει εις βάρος αυτής η συμφωνημένη ποινική ρήτρα και δημιουργήθηκε ως εκ τούτου υπέρ της πρώτης εναγομένης, ως αγοράστριας, αντίστοιχη απαίτηση την οποία αυτή πρότεινε σε συμψηφισμό. Έτσι, είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή εκ μέρους του Εφετείου των διατάξεων των άρθρων 341 παρ.1, 404 και 405 παρ. 1 ΑΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τις αναιρεσείουσες με τους πρώτο, δεύτερο (πλην του υπό στοιχ. 6 μέρους αυτού) και τρίτο λόγους της αίτησης τους είναι αβάσιμα.

Αβάσιμος είναι επίσης ο δεύτερος λόγος, κατά το υπό στοιχ. 6 αυτού με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια και υποστηρίζεται (κατ' εκτίμηση) ότι το Εφετείο απήλλαξε την ενάγουσα πωλήτρια από το (αντικειμενικό) βάρος να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι "η εμφανισθείσα καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής της δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της". Τούτο δε διότι από το παρατεθέν ανωτέρω περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι, ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιηθείσα φρασεολογία, το Εφετείο έκρινε αποδεδειγμένο το ρηθέντα ισχυρισμό της ενάγουσας χωρίς να μεταφέρει το σχετικό βάρος από αυτήν στους αντιδίκους της.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθ. 176,183Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-2-2010 αίτηση 1. της εδρεύουσας στη Κηφισιά Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κοινοπραξία Ανάπλασης Άνω Λιοσίων ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ - ΤΟΜΗ ΑΒΕΤΕ", 2. της εδρεύουσας στην Κηφισιά εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία" και 3. της εδρεύουσας στην Κηφισιά εταιρείας με την επιονυμία "ΤΟΜΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ -ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της 1162/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ