269/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated269/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεως του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (Ολ.ΑΠ 8/2001).
Full text
Απόφαση 269 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 269/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε", όπως μετονομάσθηκε νόμιμα η "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αθανάσιος Μητρούσης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, κατοίκων ......, οι οποίες δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.12.2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 668/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4195/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12.11.2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της ένδικης αιτήσεως περί αναιρέσεως της 4195/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ......, ...... και ...... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4195/2006 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με κλήση για συζήτηση κατά την νόμιμα ορισθείσα δικάσιμο της 9-12-2008, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες Ψ1, Ψ2 και Ψ3, αντίστοιχα. Πρέπει, επομένως, εφόσον αυτές δεν προσήλθαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη εκφώνηση και συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως, να δικασθούν ερήμην, να ερευνηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν παρούσες, κατ' άρθρο 576 Κ.Πολ.Δικ.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη τη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεως του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (Ολ.ΑΠ 8/2001).
Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιστάσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη (ΑΠ 630/2008, 556/2008 και 403/2008).
Εν προκειμένω, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι: α) με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητες, που απασχολούντο στην αναιρεσείουσα ως διοικητικοί υπάλληλοι, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησαν να τους καταβληθεί επίδομα για τα άγαμα και μη συμπληρώσαντα το 20ο έτος της ηλικίας τους τέκνα τους, του χρονικού διαστήματος από 1996-2001 για την πρώτη (Ψ1), από 1999-2001 για τη δεύτερη (Ψ2) και για τα έτη 2000 και 2001 για την Τρίτη (Ψ3), β) η αναιρεσείουσα προέβαλε παραδεκτά ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για τη λήψη του ένδικου επιδόματος ισχυρισθείσα ειδικότερα: 1) ότι οι αναιρεσίβλητες δεν υπέβαλαν τα οριζόμενα σε σχετική εγκύκλιο της δικαιολογητικά για τη λήψη του ένδικου επιδόματος με συνέπεια να δημιουργηθεί στην αναιρεσείουσα η εντύπωση ότι δεν θα εζητείτο η καταβολή του επιδόματος, 2) ότι οι αναιρεσίβλητες επί σειρά ετών αδράνησαν να διεκδικήσουν το επίδομα ή έστω να διατυπώσουν έγγραφη αντίρρηση, μολονότι στις μηνιαίες εκκαθαρίσεις της μισθοδοσίας τους περιείχετο πρόσκληση να εκφέρουν εγγράφως εντός διμήνου τις τυχόν αντιρρήσεις τους, άλλως θα εθεωρείτο ότι συμφωνούν με την εκκαθάριση των αποδοχών τους, 3) ότι σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ένδικης αγωγής, άλλων εκκρεμών και όσων αναμένεται βασίμως ότι θα ασκηθούν σχετικά με την καταβολή του ένδικου επιδόματος θα προκληθεί οικονομική επιβάρυνση στην αναιρεσείουσα 11.500.000 δρχ.
μηνιαίως και ετησίως 161.000.000 δρχ. και συνολικά για το χρονικό διάστημα από του έτους 1994 και εντεύθεν 1.127.000.000 δρχ. πλέον τόκων, που θα προκαλέσει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά στην αναιρεσείουσα, αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεως της, ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγιάνσεως των Ν. 2271/94 και 2602/98, με περαιτέρω τη δημιουργία ανυπερβλήτων προβλημάτων στις σχέσεις της εταιρίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς κα την αναπόφευκτη χρεοκοπία της.
Τα άνω πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν το πραγματικό του άρθρου 281 Α.Κ. και καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ως άνω δικαιώματος των εναγουσών. Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε, ως Εφετείο, με το να δεχθεί τα αντίθετα και να απορρίψει ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας, παρεβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
και, κατά συνέπεια, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, στηριζόμενη στο άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.
Επειδή, λόγω ήττας, οι αναιρεσίβλητες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρο 176 Κ.Πο.λ.Δικ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζοντας ερήμην των αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4195/2006 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ