Legislator Case Law & Legislation
269/2008 AI generated

Supreme Court rejects restitution claim when execution was based on a separate final judgment, not the appealed one.

Case Number 269/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court upheld the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ordering a remand to the lower court. The appellant sought restitution of funds paid under a final judgment that had been temporarily enforced and later confirmed by the appealed appellate ruling. The court rejected the specific request for restitution because the payment was made pursuant to the separate final judgment, not the appealed decision, meaning the appeal did not invalidate the basis for the payment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) and 579(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot order restitution of property when execution was based on a separate final judgment that remains valid after the appeal, as the appeal does not erase that judgment.

Keywords

AI generated
restitution of property execution of judgment appeal against final decision temporary enforcement separate final judgment remand to lower court legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 565(2) of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 88/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 269 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 269/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" νόμιμα εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Του αναιρεσιβλήτου:Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/1996 αγωγή του Ψ ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την από 15/5/1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 20/10/1996 και 13/1/1997 αγωγές του ήδη αναιρεσέιοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4092/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10438/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 22/3/2002? αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω., Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανάγνωσε την από 21/3/2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρίου Κυριτσάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση 3990 και ...... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ......, αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της από 3-7-2007 κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα νόμιμα και εμπρόθέσμα στον ίδιο αναιρεσίβλητο. Όμως αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ).

ΙΙ. Με την από 22-3-2002 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 10438/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 31-1-1999 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου και της 4092/1998 πρωτόδικης απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η από 15-5-1996 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και το υποχρέωσε να του καταβάλει το ποσό των 896.713 δραχμών, ως αποζημίωση για ζημιές που προξένησε το ζημιογόνο ΗΥ -8182 ΙΧΕ αυτοκίνητο που ήταν ανασφάλιστο.

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 εδ. 1 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εμφανιστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία, είτε με εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, το Επικουρικό Κεφάλαιο ευθύνεται για αποζημίωση του παθόντος τρίτου στην περίπτωση του εδαφίου β της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του ν. 489/1976, δηλαδή όταν το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 του άνω νόμου υποχρέωση για σύναψη σύμβασης ασφάλισης αστικής ευθύνης.

Κατά την πάγια νομολογία, ανασφάλιστο θεωρείται ένα αυτοκίνητο για το οποίο δεν έχει συναφθεί ποτέ σύμβαση ασφάλισης, όπως επίσης όταν η συναφθείσα στο παρελθόν σύμβαση ασφάλισης λύθηκε ή ακυρώθηκε μεταγενέστερα με νόμιμο τρόπο (καταγγελία, αντίθετη συμφωνία), εφόσον επακολούθησε η κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 489/1976 γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λύσης της σύμβασης ασφάλισης από τον ασφαλιστή στον αντισυμβαλλόμενο και το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την εγκύρως χωρήσασα γνωστοποίηση.

Αντίθετα, αν μετά την εγκύρως χωρήσασα λύση της σύμβασης ασφάλισης μεταξύ των μερών δεν επακολουθήσει η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 παρ. 2 ν. 489/1976 γνωστοποίηση της λύσης της σύμβασης ασφάλισης, τότε διατηρείται η έναντι του παθόντος τρίτου ευθύνη του ασφαλιστή παρά τη χωρήσασα λύση της σύμβασης ασφάλισης, οπότε και δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανασφάλιστο αυτοκίνητο και έτσι δεν ανακύπτει περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για ζημίες προς τρίτους (ΑΠ 1145 και 680/2006).

Η αγωγή του τρίτου παθόντος δύναται να στηριχθεί στην ιδιότητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου ως ανασφαλίστου. Σε απόκρουση τέτοιας αγωγής το Επικουρικό Κεφάλαιο μπορεί να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι είχε καταρτιστεί σύμβαση ασφάλισης. Σε τέτοια περίπτωση ο παθών τρίτος, έχει το δικαίωμα να ισχυριστεί και να αποδείξει, ότι η σύμβαση αυτή έληξε, λύθηκε, ακυρώθηκε ή έχει ανασταλεί με νόμιμο τρόπο, επιπλέον δε έγινε η γνωστοποίηση αυτής με έγγραφη επιστολή από τον ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή αντισυμβαλλόμενο και ότι το ατύχημα έχει συμβεί μετά παρέλευση 16 ημερών από αυτή τη γνωστοποίηση.

Αν αποδειχτεί αυτός ο ισχυρισμός, το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο και το Επικουρικό Κεφάλαιο ενέχεται στην καταβολή της αποζημίωσης. 'Ετσι, ο τρίτος παθών δεν βρίσκεται σε δυσχερή θέση έναντι του αντιδίκου του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφού γνωρίζοντας την ασφαλιστική σύμβαση που επικαλέστηκε το τελευταίο έχει την ευχέρεια να ερευνήσει αν η ασφάλιση κατά το χρόνο του ατυχήματος ίσχυε ή είχε λήξει, ακυρωθεί ή ανασταλεί και να προβάλει και να αποδείξει το σχετικό ισχυρισμό του (Ολ.

ΑΠ 3/2005). Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Π.Δ/τος 314/1993 δεν παρέχουν στήριγμα σε διαφορετική εκδοχή, αφού αυτές, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, αναφέρονται σε διαφορά μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και ασφαλιστή και δεν καθιερώνουν από την αρχή δυνατότητα του παθόντος τρίτου να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και υποχρέωση του τελευταίου, ακόμη και αν το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, να αποζημιώσει τον τρίτο και στη συνέχεια να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει απόδοση των όσων κατέβαλε (ΑΠ 1519/2006).

Τέλος, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, που εκδόθηκε με εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 6 του ν. 489/1976 "η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει για την ασφαλιστική περίοδο, η οποία ορίζεται στο ασφαλιστήριο και ανανεώνεται εκάστοτε για ίσο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη αυτής της ασφαλιστικής περιόδου ως και των επομένων, εκτός εάν τριάντα (30) ημέρες πριν από το τέλος εκάστης ασφαλιστικής περιόδου, εκάτερο των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει το έτερο με συστημένη επιστολή περί του αντιθέτου" (Ολ.

ΑΠ 3/2005, ΑΠ 1519/2006). Με την από 31-1-1999 έφεσή του, κατά της πρωτόδικης 4992/1998 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχτεί ότι το ζημιογόνο ....... ΙΧΕ αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο και έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, απορρίπτοντας τους αντίθετους ισχυρισμούς του για ύπαρξη ασφαλιστικής σύμβασης που ανανεώθηκε αυτοδικαίως και ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος (13-9-1995) χωρίς να μεσολαβήσει κανένας νόμιμος λόγος και τρόπος ακύρωσης ή λύσης της, το αναιρεσείον (εναγόμενο) ισχυρίστηκε και πάλι, ότι το ζημιογόνο αυτό αυτοκίνητο είχε ασφαλιστεί στην ασφαλιστική εταιρεία Ιντεραμέρικαν ΑΕ με το .......

ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το διάστημα από 25-6-1993 μέχρι 25-6-1994 και στη συνέχεια από 25-6-1994 μέχρι 25-6-1995, όταν και ανανεώθηκε αυτοδικαίως (άρθρο 6 παρ. 1 τη Κ4/585/1978 ΑΥΕ) για το διάστημα από 25-6-1995 μέχρι 25-6-1996, χωρίς ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) να αποδείξει με κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, νομότυπη ακύρωση, διακοπή ή λύση της σύμβασης αυτής και κυρίως τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 489/1976, ώστε να μπορεί να προταθεί η ακύρωση, διακοπή ή λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι των ζημιωθέντων τρίτων.

Ζήτησε δε με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη της από 15-5-1996 αγωγής. Όμως η προσβαλλόμενη απόφαση επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα το Εφετείο Αθηνών, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά : "Στις 13-9-1995 ο Γ1, οδηγώντας το ..... ΙΧΕ ανασφάλιστο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Γ2, εκινείτο στη διπλής κατευθύνσεως οδό ..... με κατεύθυνση από ..... προς .......

Προσεγγίζοντας στη διασταύρωσή της, στην οποία εκινείτο, οδού, με την οδό ......, δεν ανέκοψε την οποία είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, να προσκρούσει με το εμπρόσθιο αριστερό κυρίως μέρος του στο αριστερό πλαϊνό μέρος του ..... ΔΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Γ3 και ήταν ιδιοκτησίας του Ψ.

Στη συνέχεια το ως άνω ΔΧΕ αυτοκίνητο εξετράπη της πορείας ου και κατέληξε στο δεξιό πεζοδρόμιο του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ......, πέφτοντας πάνω στο εκεί σταθμευμένο ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ψ1. Με βάση τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές και σκέψεις αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) δια την σύγκρουση και τις συνέπειές της βαρύνουν τον οδηγό του ......

ΙΧΕ αυτοκινήτου Γ1. Μεταξύ της εταιρείας Ιντεραμέρικαν ΑΕ και του ιδιοκτήτου του ζημιογόνου ........ ΙΧΕ αυτοκινήτου Γ2 καταρτίσθηκε σύμβαση ασφαλίσεως, με την οποία ο τελευταίος ασφαλιζόταν για τα εκ του αυτοκινήτου αυτού ατυχήματα από 25-6-1993 μέχρι 25-6-1995, πλην όμως, με αντισυμφωνία των μερών η σύμβαση αυτή (.......

ασφαλιστήριο συμβόλαιο) ακυρώθηκε στις 25-12-1994 με την ....... πρόσθετη πράξη. Όλα αυτά ανεξαρτήτως του ότι ο οδηγός και ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου αυτού δήλωσαν στην αστυνομία ότι αυτό ήταν ανασφάλιστο. Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες (παθόντες εκ του ατυχήματος) Ψ και Ψ1 έχοντες λόγους να πιστεύουν ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο, ευλόγως έστρεψαν τις αγωγές τους κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο δεν επιτρέπεται να επικαλεσθεί ότι υπάρχει σύμβαση ασφαλίσεως και κατόπιν τούτου δεν ευθύνεται τούτο.

Η ευθύνη για αποζημίωση των παθόντων στην περίπτωση αυτή βαρύνει καταρχήν το Επικουρικό Κεφάλαιο (άρθρο 3 Π.Δ/τος 314/1993), το οποίο ικανοποιεί τα συμφέροντα των παθόντων και στη συνέχεια μεταφέρει τη λύση του ζητήματος αν το αυτοκίνητο είναι ασφαλισμένο ή ανασφάλιστο στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και Επικουρικού Κεφαλαίου" κρίνοντας έτσι το Εφετείο, υπέπεσε πράγματι στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.

Ειδικότερα, στην απόφασή του δεν περιέχει αιτιολογίες για το κρίσιμο εδώ ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν δηλαδή για την ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που δέχτηκε ότι έλαβε χώρα, τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις του άρθρου 11 του ν. 489/1976 και ιδίως η επιβαλλόμενη απ' αυτό γνωστοποίηση, ώστε να μπορεί η ακύρωση αυτή να προταθεί από την ασφαλιστική εταιρεία έναντι του ζημιωθέντος τρίτου (αναιρεσιβλήτου), παρά το ότι απ' αυτή τη διατύπωση εξαρτάται αν το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο ή ανασφάλιστο και αν συντρέχει ή όχι περίπτωση ευθύνης του αναιρεσείοντος για αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου.

Επιπλέον, παραβίασε τις διατάξεις α) των άρθρων 11 παρ. 2 του ν. 489/1976 και 6 παρ. 1 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, με τη μη εφαρμογή τους, ενώ κατά τα άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και β) των άρθρων 3 του Π.Δ/τος 314/1993, 10 και 19 παρ. 1 και 5 του ν. 489/1976, με την εσφαλμένη ως άνω ερμηνεία και εφαρμογή τους.

Συνακόλουθα είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, σχετικοί λόγοι του αναιρετηρίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος εκείνο (διατάξεις) που αφορά τους εδώ διαδίκους και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ).

IV. Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔικ "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που βρίσκεται σε αρμονία με εκείνη του άρθρου 565 παρ. 2 ΚΠολΔικ για αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη (ΑΠ 88/1996).

Η διαπίστωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔικ "η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε" υπήρξε συνειδητή και είναι σαφής, ώστε να μη μετατρέπεται ο 'Αρειος Πάγος σε δικαστήριο ουσίας, κρίνοντας σε τέτοιες περιπτώσεις, εμμέσως τουλάχιστον, ζητήματα τα οπο9ία ανήκουν στο δικαστήριο της παραπομπής.

Επομένως, δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό και κάθε άλλη περίπτωση που δημιουργεί παράνομη κατάσταση εξαιτίας της αναιρεθείσας απόφασης. 'Ετσι δεν μπορεί να διαταχθεί επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ούτε όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, που κηρύχτηκε προσωρινά εκτελεστή και επικυρώθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία τελικά και αναιρείται, ενόψει και του ότι με την αναίρεση της εφετειακής δεν εξαφανίζεται και η ως άνω πρωτόδικη απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τις από 10-1-2008 προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το αναιρεσείον ισχυρίζεται, ότι σε εκτέλεση της πρωτόδικης 4092/1998 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και επικυρώθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο δραχμές 1.449.536 (ευρώ 4.253,95), γεγονός που αποδεικνύεται προαποδεικτικά από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες σχετικές έγγραφες αποδείξεις πληρωμής (σε απλές φωτοτυπίες).

Ζητεί δε, μετά την αναίρεση της εφετειακής απόφασης, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει σ' αυτό το πιο πάνω ποσό των 4.253,95 ευρώ, νομιμοτόκως από την ημερομηνία συζήτησης της αναίρεσης, αλλιώς από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης και σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της ίδιας απόφασης.

Με τέτοιο περιεχόμενο το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι υπό τα εκτιθέμενα η καταβολή του ως άνω χρηματικού ποσού δεν έγινε σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, αλλά σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και βέβαια δεν εξαφανίζεται με την αναίρεση της εφετειακής απόφασης που την επικύρωσε.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε σαν απορριπτέο στο σκεπτικό.

-

Αναιρεί την 10438/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος εκείνο (διατάξεις) που αφορά τους εδώ διαδίκους.

-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Και

-

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ