Legislator Case Law & Legislation
269/2007 AI generated

269/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 269/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

269/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι με το προσδιοριζόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο του έτους 1990 που έχει μεταγραφεί, η μητέρα των διαδίκων ... πώλησε και μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα .... , θυγατέρα της, ένα διαμέρισμα που βρίσκεται σε πολυώροφο οικοδομή στην ...

Keywords

AI generated
market economy agricultural markets geographical market pricing policy terms of sale economic behaviour
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 269 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 269/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: .... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4462/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3847/2004 μη οριστική,614/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-3-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 13 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης της υπ΄ αριθμόν 614/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 138 του ΑΚ, δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Εξάλλου κατά την σαφή έννοια του άρθρου 513 του ίδιου Κώδικα, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και πληρωμής τους τιμήματος, η οποία προκειμένου για ακίνητο πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό έγγραφο (άρθρο 369 ΑΚ).

Από όλα αυτά ακολουθεί ότι για το κύρος της καταρτισθείσας σύμβασης πώλησης, δεν ασκεί καμμία επιρροή αν και πώς κατέβαλε ο αγοραστής το τίμημα που συμφωνήθηκε, ούτε η μη καταβολή του τιμήματος, καθιστά αυτή και μόνη την πώληση εικονική. Απλώς το γεγονός της μη καταβολής του τιμήματος μπορεί να αποτελέσει δικαστικό τεκμήριο για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας όχι όμως και αυτοτελή ισχυρισμό για τη θεμελίωση δικαιώματος για την ακύρωση της πώλησης ως εικονικής (ΑΠ 1534/2001, ΑΠ 253/1992, ΑΠ 306/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι με το προσδιοριζόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο του έτους 1990 που έχει μεταγραφεί, η μητέρα των διαδίκων ... πώλησε και μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα .... , θυγατέρα της, ένα διαμέρισμα που βρίσκεται σε πολυώροφο οικοδομή στην ...

αντί τιμήματος 4.509.484 δρχ., ότι η εν λόγω πώληση του διαμερίσματος προς την αδελφή του ενάγοντα από τη μητέρα τους, υπήρξε εικονική, δηλαδή συνομολογήθηκε χωρίς οι συμβαλλόμενοι να έχουν την σοβαρή πρόθεση να μεταβιβασθεί η κυριότητά του στην εμφανισθείσα ως αγοράστρια, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος που θα καταβάλλονταν στη μητέρα της ως πωλήτρια και συνεπώς είναι άκυρη, γι' αυτό θεωρείται ως μη γενόμενη, ότι δεν καταβλήθηκε ποτέ τίμημα από τη θυγατέρα της εναγόμενης, εξ ού και προκύπτει τεκμαρτώς ότι τίμημα ουδέποτε συνομολογήθηκε και ότι η μεταβίβαση του ακινήτου αυτού στην εναγόμενη έγινε από΄χαριστική αιτία και συγκεκριμένα από δωρεά της μητέρας της προς αυτή, σύμφωνα με την βούληση των συμβληθέντων.

Περαιτέρω το Εφετείο, προς στήριξη της κρίσεώς του αυτής, δέχθηκε ότι α) στο προμνημονευθέν συμβόλαιο αναφέρεται ότι το τίμημα καταβλήθηκε εκτός του συμβολαιογραφείου και επομένως περί της καταβολής του δεν στοιχειοθετείται άμεση κατά το άρθρο 438 εδ. α' ΚΠολΔ απόδειξη, β) από τα έγγραφα της δικογραφίας κατά τον κρίσιμο χρόνο συνάψεως της ένδικης δικαιοπραξίας (Μάιος 1990) δεν προκύπτει ούτε ανάληψη χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε η αδελφή του ενάγοντος προκειμένου να καταβάλει το τίμημα της πωλήσεως στην πωλήτρια μητέρα της ούτε και αντιστοίχως κατάθεση χρηματικών ποσών στο λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα της στο ταχυδρομικό ταμιευτήριο, γ) η μητέρα των διαδίκων νοσηλεύθηκε τον επίδικο χρόνο στο ΙΚΑ, το οποίο ανέλαβε και τις δαπάνες νοσηλείας της και δεν χρειάσθηκε χρήματα για την πληρωμή αυτών από εκταμίευση δικών της χρημάτων και επομένως δεν πήρε και χρήματα από την πώληση του διαμερίσματός της στη θυγατέρα της.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου, που δίωκε την αναγνώριση ως εικονικής και κατά συνέπεια ως άκυρης, της παραπάνω πωλήσεως ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Με την απόφασή του, το Εφετείο περιέλαβε σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί όλων των ανωτέρω ουσιωδών ζητημάτων, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου.

Συνεπώς, ο 1ος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Μειοψήφησε ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη.

Στην περίπτωση της κρινομένης διαφοράς το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, δέχθηκε ανελέγκτως ότι το υπ΄αριθ. 11882/8.5.1990 συμβόλαιο πωλήσεως, της συμβολαιογράφου Αθηνών ... , με το οποίο η .... , μητέρα των διαδίκων, μεταβίβασε προς την εναγομένη - αναιρεσείουσα, το εις αυτό αναφερόμενο ακίνητό της, υπήρξε εικονικό, καθ΄ όσον καταρτίσθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων κατά το φαινόμενο μόνο και όχι με σοβαρή συναλλακτική πρόθεση πώλησής του, προς στήριξη δε της κρίσης του, άντλησε όπως αναφέρεται στην προσβαλλομένη "ισχυρότατο τεκμήριο κατά το άρθρο 336 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

από το ότι δεν αποδεικνύεται πως καταβλήθηκε ποτέ τίμημα στην πωλήτρια από τη θυγατέρα της, εξ ου και προκύπτει (τεκμαρτώς) ότι τίμημα ουδέποτε συνομολογήθηκε, επομένως αποδεικνύεται πως η μεταβίβαση του ακινήτου αυτού στην εναγομένη εγένετο από χαριστική αιτία και συγκεκριμένα από δωρεά της μητέρας τους προς αυτή σύμφωνα με τη βούληση των συμβληθέντων", χωρίς όμως περαιτέρω να παραθέτει, αναλύει και αξιολογεί το Εφετείο στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης με λεπτομέρεια τα στοιχεία που προέκυψαν από τις αποδείξεις και αποδεικνύουν την εικονικότητα της άνω πώλησης, αλλά απλώς αναλίσκεται στο πώς η εναγομένη δεν κατέβαλε το τίμημα της πώλησης στη μητέρα της πωλήτρια.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή που δίωκε την αναγνώριση ως εικονικής και κατά συνέπεια ως άκυρης της παραπάνω πώλησης, ως βάσιμης στην ουσία της. Με την απόφασή του αυτή το Εφετείο δεν περιέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που να καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, ο δε 1ος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Επειδή ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ 2/2001 και 12/2000). Ως "πράγματα" κατά την έννοια της άνω διατάξεως του Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπόψη και αν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαράδεκτα ή η μη λήψη υπόψη καίτοι προτάθηκαν συνεπάγεται κατά τη διάταξη αυτή την αναίρεση της απόφασης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, τείνουν δηλαδή σε θεμελίωση ή κατάργηση διατάξεως δικονομικού ή ουσιαστικού δικαίου, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέτρο, ως οι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως) και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά υπέρ του βασίμου της αγωγής ή ενστάσεως ως επίσης και τα από τους διαδίκους προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003). Επομένως ο 2ος λόγος αναιρέσεως εκ του αρ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που αιτιάται την προσβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπόψη της αφενός μεν τον προταθέντα αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, ότι η μητέρα της εναγομένης - αναιρεσείουσας είχε την πρόθεση για πώληση του διαμερίσματος την οποία εκδήλωσε με πρότασή της για αγορά του επιδίκου τόσον στον ενάγοντα όσον και σε τρίτους και αφετέρου τα επιχειρήματα για την αξία του επιδίκου ως εκ της παλαιότητάς τους σχετικά με τον υπολογισμό του ποσοστού της νομίμου μοίρας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, ο οποίος με την ένδικη αγωγή ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της άνω πώλησης ως εικονικής και ότι αυτή υποκρύπτει δωρεά της μητέρας της εναγομένης προς αυτήν και την ανατροπή της εν λόγω δωρεάς για να ικανοποιηθεί το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά τα προαναφερθέντα.

Επειδή το Εφετείο, όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλομένη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υπόθεσης, αφού έλαβε υπόψη εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από τη βεβαίωση δε αυτή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το αναφερόμενο στον 3ο λόγο αναιρέσεως έγγραφο (πίνακας Υπουργείου Οικονομικών για αξία του επιδίκου) και ο εκ του αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 269 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στην κατ΄έφεση δίκη μπορούν κατ΄ εξαίρεση να προβληθούν παραδεκτώς πραγματικοί ισχυρισμοί που δεν προτάθηκαν νομίμως πρωτοδίκως, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 παρ. 2 εδαφ. α΄ Κ.Πολ.Δ., δηλαδή, αν κατά την κυριαρχική και ένεκα τούτου ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία (ΑΠ 1122/1993, ΑΠ 478/1976).

Συνεπώς το Εφετείο που δεν δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι η υπό της αναιρεσείουσας - εναγομένης προβληθείσα ένσταση εκ του άρθρου 1836 παρ. 1 εδ. α΄, κατά την οποίαν αυτή δήλωνε ότι προτίθετο να καταβάλει στον ενάγοντα το ισάξιο της ελλείπουσας νόμιμης μοίρας του, προκειμένου να αποφύγει την ανατροπή της προς αυτή δωρεάς, η οποία προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του ως από τις πρωτόδικες προτάσεις της προκύπτει, προβλήθηκε εγκαίρως και από δικαιολογημένη αιτία και ως εκ τούτου την κήρυξε απαράδεκτη, ουδόλως υπέπεσεν στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ήτοι στην κήρυξη απαραδέκτου παρά το νόμο και ο σχετικός 4ος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω ενόψει του απαραδέκτου της προτάσεως του εν λόγω ισχυρισμού ο ίδιος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον άνω ισχυρισμό καίτοι προταθέντα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι για να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως για την πλημμέλεια αυτή απαιτείται, κατά τα προαναφερθέντα στον 2ο λόγο αναιρέσεως, ο αυτοτελής ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη να προτάθηκε παραδεκτά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.3.2005 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 614/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ