Supreme Court allows appeal against labor court decision regarding pension eligibility and mandatory dismissal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Athens' decision, remanding the case for retrial. The appellant argued the respondent was ineligible for the voluntary exit program because he had not yet reached the required age of 58 on the specific cutoff date. The court found the lower court erred in applying the law, noting that military service only counts towards pension eligibility after a specific legislative change in 2009, which the employer correctly utilized to dismiss the employee. Consequently, the court ruled the lower judgment flawed and ordered the case to be re-examined by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(1), 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a dismissal based on the non-completion of the age requirement for the voluntary exit program constitutes a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, necessitating the remittal of the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 268 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 268/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυκοκάπη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2023 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 29-4-2024 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 29-4-2024 (4293/409/2024) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα .../2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η παραπάνω αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 1-5-2024, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης, ούτε έχει παρέλθει διετία από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 9-1-2024), γεγονός εξάλλου που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία εδίωκε την καταβολή ποσού 85.491,51 ευρώ ως απολεσθείσες συνταξιοδοτικές αποδοχές του ενδίκου διαστήματος (15-10-2006 έως 6-7-2009), ως εκ της παρανόμου μη υπαγωγής του στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, στο οποίο υπήχθη το προσωπικό της ήδη αναιρεσείουσας δυνάμει του Ν. 3371/2005.
Εξεδόθη αρχικώς η .../2023 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία, δικάζοντας αντιμωλία και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, απέρριψε την αγωγή. Κατόπιν ασκήσεως της από 5-9-2023 εφέσεως από πλευράς ενάγοντος, εξεδόθη η παραπάνω .../2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτή την παραπάνω αγωγή για ποσό 38.762,07 ευρώ.
Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα με την κρινομένη αίτησή της. 1) Κατά την παρ. 1 περ. δ και ε του άρθρου 17 Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (ΓΚΠ) - ΟΤΕ, ο οποίος εξεδόθη κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 Α.Ν. 301/1968, κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, ως έκτοτε τροποποιήθηκε με Επιχειρησιακές ΣΣΕ που συνήπτε η αναιρεσείουσα (ΟλΑΠ 14/1998, ΟλΑΠ 16/2011), το προσωπικό απολύεται:...
δ. ένεκα συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας, ε. Ένεκα 35ούς πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό. Εντούτοις το προσωπικό δύναται με αίτησή του, που υποβάλλει το αργότερο τρεις μήνες προ της προβλεπόμενης ημερομηνίας απόλυσής του, να παραμείνει στην Υπηρεσία μέχρι συμπληρώσεως 35ετούς συντάξιμου χρόνου υπηρεσίας στον ΟΤΕ ...".
Κατά το άρθρο 7. παρ. 4 ΓΚΠ - ΟΤΕ "Προσωπικό το οποίο καλείται στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων ένεκα επιστρατεύσεως ή άλλων λόγων, διατηρεί κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του υπηρεσίας τη θέση του στον Οργανισμό και επανέρχεται αυτοδίκαια σ` αυτόν μετά την απόλυσή του εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου.
Ο ανωτέρω χρόνος λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό.", ενώ κατά το άρθρο 47 παρ. 2α ΓΚΠ - ΟΤΕ "1. Για την απόλυση λόγω 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας στον ΟΤΕ: α. Ο χρόνος φοίτησης στη Σχολή Προσωπικού ΟΤΕ και ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας για όσους στρατεύθηκαν όντας υπάλληλοι του Οργανισμού δεν λαμβάνονται υπόψη, εφόσον το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, με αίτηση που θα υποβάλει στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, το αργότερο τρεις μήνες προ της ημερομηνίας απολύσεως.
Η απόλυση συντελείται την επομένη της συμπλήρωσης της 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας ...". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρ0 16 παρ. 1, του καταστατικού ΤΑΠ - ΟΤΕ, που εξεδόθη κατά το άρθρο 3 του Ν. 34/1943, εγκρίθηκε με την 36360/Σ.1181/1943 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 215/1943) και έχει ισχύ νόμου (ΑΠ 1612/2011), δικαιούνται σύνταξη "Ο ησφαλισμένος εάν μετά συμπλήρωσιν 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ή μετά συμπλήρωσιν 30ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 25ετής πραγματική εν ασφαλίσει και ηλικίας 50 ετών, αποχωρήση της Υπηρεσίας ..." (άρθρο 16 παρ. 1).
Στη συνέχεια με τις παραγράφους 1, 2, 3, 5 περ. α. γγ. και β. γγ., 6 περ. γ και 12 του άρθρου 10 του ν. 1092/1990, ως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991, ρυθμίστηκε το συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων και ορίσθηκε ότι: "1.
Στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι, για κύρια ή επικουρική σύνταξη, στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η.... 2. Συντάξιμος χρόνος, με τη συμπλήρωση του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα για σύνταξη γήρατος, κύριας και επικουρικής, παραμένει ο προβλεπόμενος από τα καταστατικά του κάθε ταμείου.
Όπου προβλέπεται θεμελίωση δικαιώματος με ασφάλιση άνω των είκοσι πέντε (25) ετών το δικαίωμα θεμελιώνεται και με τη συμπλήρωση της εικοσιπενταετίας. 3. Ο υπολογισμός και η απονομή της σύνταξης διέπονται από τις ισχύουσες κάθε φορά καταστατικές διατάξεις του κάθε ταμείου...5. Τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων των ειδικών ταμείων της παρ. 1 του άρθρου αυτού ορίζονται ως εξής, ανεξάρτητα αν από τα καταστατικά τους προβλέπεται συνταξιοδότηση με όριο ηλικίας ή χωρίς όριο ηλικίας, α.
Για όσους έχουν υπαχθεί για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι την 31.12.1982 και συμπληρώνουν το συντάξιμο χρόνο μέχρι την 31.12.1997:... γγ. Το πεντηκοστό πέμπτο (55ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο προκειμένου για τους άνδρες ... β. Για όσους έχουν υπαχθεί για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι την 31.12.1982 και συμπληρώνουν το συντάξιμο χρόνο από 1.1.1998 και μετά:...
γγ. το εξηκοστό (60ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο, προκειμένου για τους άνδρες..., 6. Οι περιορισμοί της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή: ... 12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται για όλους τους ασφαλισμένους των ειδικών ταμείων της παρ. 1, έστω και αν με τις προϊσχύουσες καταστατικές διατάξεις είχαν συμπληρώσει προϋποθέσεις για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος".
Εξάλλου, από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου "... καταργείται κάθε άλλη διάταξη της ισχύουσας κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας, ανεξάρτητα από τον τρόπο θέσπισής της, που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα, στα οποία αναφέρονται οι διατάξεις του νόμου αυτού" (άρθρο 43 παρ. 1). Κατόπιν, με το άρθρο 2 παρ. 3 εδ.
α` του ν. 3029/2002, στις διατάξεις του οποίου υπάγονταν και οι ασφαλισμένοι στο ΤΑΠ -ΟΤΕ ορίσθηκε ότι:"... 3. Ασφαλισμένοι των ειδικών Ταμείων, που υπήχθησαν στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1982, θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ..." ενώ με την παρ. 8 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι "8.
Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν καταλαμβάνουν όσους έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, με βάση ευνοϊκότερες διατάξεις των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών, όπως ισχύουν μετά το Ν. 2084/1992, επιφυλασσομένων των διατάξεων του παρόντος που αφορούν τον υπολογισμό της σύνταξης.".
Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι όσοι είχαν ασφαλισθεί στο ΤΑΠ - ΟΤΕ (του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι ήδη το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), πριν την 31.12.1982 και συμπλήρωσαν συντάξιμη υπηρεσία 25 τουλάχιστον ετών μετά την 31.12.1997, δηλαδή από το έτος 1998 και εντεύθεν, θεμελιώνουν δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης είτε με τη συμπλήρωση 35 ετών υπηρεσίας (χωρίς όριο ηλικίας) είτε μετά τη συμπλήρωση 25 τουλάχιστον ετών συντάξιμης υπηρεσίας εφόσον έχουν συμπληρώσει το 60ο (και πλέον) έτος ηλικίας. (ΑΠ 834 Έως 837/2023).
Τα προαναφερόμενα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης δεν ισχύουν όμως στις περιπτώσεις όπου οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν στις παραπάνω διατάξεις".. .απολύονται χωρίς δική τους υπαιτιότητα ..." (παρ. 6 του άρθρου 10 του ν. 1092/1990), ευεργέτημα που συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν η απόλυση γίνεται για υπηρεσιακούς λόγους, λόγω βούλησης του εργοδότη, συμπλήρωσης του συντάξιμου χρόνου ή ορίου ηλικίας.
Εξάλλου στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1358/1983 προβλέπεται ότι "1. Αναγνωρίζεται ως χρόνος ασφάλισης για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης που χορηγούν οι οργανισμοί κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα Σώματα Ασφαλείας, καθώς και στο Λιμενικό και στο Πυροσβεστικό Σώμα που υπηρέτησαν ως κληρωτοί ή έφεδροι οι ασφαλισμένοι των οργανισμών αυτών.
Από το χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε με την ιδιότητα του μόνιμου ή εθελοντή ή ανακαταταγμένου δεν αναγνωρίζονται περισσότερα από τρία χρόνια. Κατ` εξαίρεση, ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου, υπολογίζεται και για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας του και έχει πραγματοποιήσει 3.600 ημέρες εργασίας.
Οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας που εξαιρούν από τον υπολογισμό για τη θεμελίωση του δικαιώματος το χρόνο της στρατιωτικής υπηρεσίας δεν εφαρμόζονται για τους ασφαλισμένους που αναγνωρίζουν το χρόνο αυτό σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου ή έχουν αναγνωρίσει το χρόνο αυτό με εξαγορά σύμφωνα με άλλες διατάξεις." ενώ, κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, προβλέπεται ότι "Γενικές ή ειδικές διατάξεις ευνοϊκότερες από το νόμο αυτόν εξακολουθούν να ισχύουν μόνο για όσους είναι ασφαλισμένοι μέχρι τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφόσον αυτοί υποβάλουν σχετική αίτηση μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία μέχρι την 31.12.1985.
Εξαιρούνται και διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2054/1952, όπως αυθεντικά ερμηνεύτηκε από το άρθρο 34 του Ν.Δ. 2961/1954". Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν είναι (κατά τον κανόνα) δυνατή η προσμέτρηση του χρόνου στράτευσης για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, λόγω γήρατος, πριν το 58ο έτος της ηλικίας.
Η μη δυνατότητα αυτή δεν επηρεάζεται από το ότι ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας των υπαλλήλων του ΟΤΕ, που υπηρέτησαν αυτήν, ενόσω ήταν υπάλληλοι, θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, αφού οι παραπάνω διατάξεις του ΓΚΠ δεν τροποποίησαν τις διατάξεις του ασφαλιστικού δικαίου των ασφαλισμένων στο ΤΑΠ - ΟΤΕ (ΑΠ 834 έως 837/2023, ΑΠ 699/2024 ).
Εξάλλου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η δραστική μείωση του μόνιμου προσωπικού της ΟΤΕ ΑΕ, ορίσθηκε, με το άρθρο 74 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 3371/2005, ότι:... "1. Στο μόνιμο προσωπικό του Ο.Τ.Ε. που, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Τ.Ε., απολύεται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά μέχρι 31.12.2012 και συνταξιοδοτείται μέχρι την ίδια ημερομηνία από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε, το οποίο επιθυμεί να υπαχθεί στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, αναγνωρίζεται τόσος πλασματικός χρόνος ασφάλισης όσος απαιτείται για το σκοπό θεμελίωσης δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης.
Για τον υπολογισμό του αναγνωριζόμενου χρόνου το προσωπικό θεωρείται ως υπηρετούν μέχρι τη συμπλήρωση του προς απόλυση ορίου ηλικίας ή του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας που προβλέπονται από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού Ο.Τ.Ε. ή των προϋποθέσεων άμεσης λήψης σύνταξης κατά τις ισχύουσες διατάξεις. Ο αναγνωριζόμενος χρόνος εξικνείται μέχρι την επέλευση της πρώτης χρονικά εκ των ανωτέρω περιπτώσεων. 2.
Το μόνιμο προσωπικό του Ο.Τ.Ε., που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και επιθυμεί να υπαχθεί σε αυτές πρέπει να υποβάλει έγγραφη αίτηση απόλυσης εντός προθεσμίας τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου. Η ανωτέρω αίτηση δεν ανακαλείται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου.
Η απόλυση συντελείται εντός προθεσμίας δώδεκα μηνών από τη λήξη της προαναφερόμενης προθεσμίας, 3. Η απόφαση αναγνώρισης και υπολογισμού του αναγνωριζόμενου χρόνου μέχρι τη συμπλήρωση του προς απόλυση ορίου ηλικίας ή του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας, που προβλέπονται από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ή των προϋποθέσεων άμεσης συνταξιοδότησης κατά τις ισχύουσες διατάξεις, εκδίδεται από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε..
Ανάλογη απόφαση αναγνώρισης πλασματικού χρόνου ασφάλισης εκδίδεται από το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε. για τους Κλάδους Επικουρικής Ασφάλισης και Αρωγής ... Ο κατά τα ανωτέρω αναγνωριζόμενος χρόνος ασφάλισης λογίζεται ως πραγματικός χρόνος κύριας και επικουρικής ασφάλισης (Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης και Κλάδος Αρωγής) και συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, καθώς και για τον υπολογισμό του ποσού της κύριας σύνταξης, της επικουρικής σύνταξης και της εφάπαξ χορηγίας....
Στις ανωτέρω περιπτώσεις, μετά την αναγνώριση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης, η θεμελίωση του δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης κατά πλάσμα δικαίου λογίζεται συντελούμενη την επομένη της απόλυσης, οι δε παροχές λόγω συνταξιοδότησης αρχίζουν έκτοτε να καταβάλλονται". Είναι σαφές ότι οι αμέσως παραπάνω διατάξεις τροποποίησαν (για τους ασφαλισμένους που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής τους και υπέβαλαν σχετική αίτηση), τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης.
Από αυτές συνάγεται ακόμη ότι σκοπός του νόμου ήταν η αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης για το προσωπικό που δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις άμεσης λήψης σύνταξης, ανεξάρτητα από το εάν είχε θεμελιώσει ή όχι συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την τελευταία παράγραφο του ίδιου παραπάνω άρθρου σύμφωνα με την οποία "... 5.
Σε περίπτωση που παρά την προσθήκη του αναγνωριζόμενου πλασματικού χρόνου, ο απολυθείς δεν θεμελιώνει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, η γενόμενη απόλυση ανακαλείται και ο απολυθείς επανέρχεται στην υπηρεσία από την οποία αποχώρησε, λόγω απολύσεως εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σε αυτόν του σχετικού εγγράφου.
Ο χρόνος που ο κατά τα ανωτέρω απολυθείς παραμείνει εκτός υπηρεσίας δεν είναι χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας...". Επομένως στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν όσοι είχαν ήδη θεμελιώσει αξίωση άμεσης λήψης της σύνταξης και όσοι, ούτε θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα ούτε δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, έως το έτος 2012 (ΑΠ 834 έως 837/ 2023, ΑΠ 699/2024 ). 2) Σύμφωνα με το άρθρο 34 Ν. 3672/2009: 1α.
Το μόνιμο προσωπικό του Ο.Τ.Ε., το οποίο: i) έχει υποβάλει έγγραφη αίτηση απόλυσης εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 προθεσμίας, ..., απολύεται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας του εδαφίου ϋ της παραγράφου αυτής.
β. Ο χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας των ανωτέρω προσώπων συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1358/1983 και για την αυτοδίκαιη και υποχρεωτική απόλυση τους από τον Ο.Τ.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ο.Τ.Ε. (Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε.), όπως αυτός ίσχυε κατά την ημερομηνία ισχύος του ν. 3371/2005.
3) Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης. Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 462/2016). Πράγματα κατά την παραπάνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι της έφεσης, εφόσον όμως έχουν αυτοτέλεια και η παραδοχή τους οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (AΠ 278/2022, AΠ .../2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που αφορούν τον πρώτο ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, ερειδόμενο στους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών Ιωάννης Συνοδινός προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ...
στις 28-5-1976 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος. Αυτός εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, και ειδικότερα στον εισαγωγικό βαθμό του Διοικητικού Κλάδου, στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε και, κατά το χρόνο απόλυσης του, που έλαβε χώρα στις 6-7-2009, είχε εξελιχθεί βαθμολογικά μέχρι το βαθμό Δ/Α.
Εξάλλου, οι εργασιακές σχέσεις του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος με την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη διέπονταν από τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΟΤΕ (ΓΚΠ - ΟΤΕ), ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 Α.Ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 568 Β/8/9/1969, κυρώθηκε με τοάρθρο 54 παρ. 1 ΝΔ 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τις ειδικές ΣΣΕ που συνάπτονταν μεταξύ της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης και της ΟΜΕ - ΟΤΕ.
Με τη διάταξη του άρθρου 74 Ν 3371/2005 θεσπίσθηκε η εθελουσία αποχώρηση των υπαλλήλων μόνιμου προσωπικού της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, το οποίο συμπλήρωνε 35ετή υπηρεσία μέχρι τις 31-12-2012 και γι' αυτό είχε το δικαίωμα να αιτηθεί την αυτοδίκαιη και υποχρεωτική εθελουσία έξοδο του από την υπηρεσία. Σε αυτήν την κατηγορία υπαλλήλων υπαγόταν και ο ενάγων και ήδη εκκαλών, ο οποίος κατά την εν λόγω ημερομηνία συμπλήρωνε 35ετή υπηρεσία στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, προσμετρουμένου και του χρόνου στρατιωτικής θητείας του, η οποία διανύθηκε από 20- 9-1976 έως 22-1-1979, ήτοι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στον ΟΤΕ.
Άλλωστε, όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 εδ. α ΓΚΠ - ΟΤΕ, για την απόλυση λόγω 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας στον ΟΤΕ ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας για όσους στρατεύθηκαν όντες υπάλληλοι του ΟΤΕ δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο εφόσον το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος με αίτηση του, ενώ ο ενάγων και ήδη εκκαλών δεν υπέβαλε τέτοια αίτηση.
Περαιτέρω, με την παράγραφο 2 του άρθρου 74 Ν 3371/2005 ορίσθηκε ότι το μόνιμο προσωπικό, που εμπίπτει στις διατάξεις του εν λόγω νόμου και επιθυμεί την υπαγωγή του στο πρόγραμμα της εθελουσίας αποχώρησης, πρέπει να υποβάλει έγγραφη αίτηση απόλυσης, η οποία δεν είναι δεκτική ανάκλησης, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του ως άνω άρθρου, η δε απόλυση θα συντελεσθεί εντός προθεσμίας 12 μηνών από τη λήξη της προαναφερόμενης προθεσμίας (...).
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών υπέβαλε στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη την από 14-10-2005 αίτηση του για απόλυση σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προαναφερόμενες διατάξεις περί εθελουσίας εξόδου. Όμως η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη δεν απάντησε στην εν λόγω αίτηση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος για πρόωρη αποχώρηση του, και συνεπώς την απέρριψε σιωπηρώς, με αποτέλεσμα αυτός (ενάγων και ήδη εκκαλών) να παραμείνει στην υπηρεσία του μέχρι τις 6-7-2009, οπότε και απολύθηκε λαμβάνοντας από την επομένη (7-7-2009) σύνταξη από τον ασφαλιστικό φορέα του.
Εξάλλου, σε περίπτωση που η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη είχε κάνει δεκτή την ανωτέρω αίτηση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, ο τελευταίος θα είχε απολυθεί αυτοδίκαια και υποχρεωτικά στις 15-10-2006, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις περί εθελουσίας εξόδου. Αυτό επειδή κατά την εν λόγω ημερομηνία είχε συμπληρωθεί ο χρόνος, με συνυπολογισμό και αναγνώριση του πλασματικού χρόνου ασφάλισης, που απαιτείται για να θεμελιώσει ο ενάγων και ήδη εκκαλών αφενός δικαίωμα για να αξιώσει άμεση λήψη σύνταξης, αφετέρου δικαίωμα για να αξιώσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων για εθελουσία αποχώρηση του.
Περαιτέρω, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι η εκ μέρους της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης σιωπηρή απόρριψη της προαναφερόμενης αίτησης του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος και η παράλειψη της να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του τελευταίου, προκειμένου αυτός να αποχωρήσει από την υπηρεσία του λόγω εθελουσίας εξόδου, συνιστά αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως από υπαιτιότητα αυτής (εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης) και δη από αμέλεια της λόγω μη καταβολής της απαιτούμενης στις σχετικές συναλλαγές επιμέλεια.
Επιπροσθέτως, η εν λόγω ζημιογόνος παράλειψη της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, με την οποία παραβιάζεται συμβατική υποχρέωση της, είναι δυνατόν να επιστηρίξει και αξίωση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος από αδικοπραξία. Αυτή δε η αξίωση από αδικοπραξία θεμελιώνεται στο γεγονός ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 15-10-2006 (ημερομηνία κατά την οποία θα απολυόταν αυτοδίκαια και υποχρεωτικά λόγω εθελουσίας εξόδου) μέχρι 6-7-2009 (ημερομηνία απολύσεως του) συνέχισε να παρέχει την εργασία του, ενώ, σε περίπτωση που ελάμβανε χώρα η αυτοδίκαιη και υποχρεωτική απόλυση του στις 15-10-2006, αυτός (ενάγων και ήδη εκκαλών) θα ελάμβανε τη σύνταξη του χωρίς να παρέχει την εργασία του.
Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται υπέρ του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος συρροή αξιώσεων από τη σύμβαση και την αδικοπραξία, κατά την οποία η ικανοποίηση της μιας αξιώσεως θα έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της άλλης αξιώσεως ... Κατόπιν τούτου, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, λόγω της προπεριγραφείσας υπαιτιότητας που τη βαρύνει, υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που εν προκειμένω υπέστη ο ενάγων και ήδη εκκαλών, η οποία συνίσταται στο ποσό της σύνταξης που ο τελευταίος θα ελάμβανε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από το ΤΑΠ - ΟΤΕ κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 15-10-2006 μέχρι 6-7- 2009".
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚπολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα είχε προτείνει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραδεκτά ως εφεσίβλητη (άρθρ. 577 περ.1 ΚΠολΔ) (σελ. 14-15 των προτάσεων της) τον πρωτόδικο ισχυρισμό ότι ο ενάγων- αναιρεσίβλητος δεν είχε συμπληρώσει κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα την κατ' άρθρον 1 παρ. 1 Ν. 1358/1983 ελάχιστη ηλικία των 58 ετών, η οποία ήταν (αρχικά) απαραίτητη, ώστε αυτός να υπαχθεί στο καθεστώς πρόωρης συνταξιοδοτήσεως του άρθρου 74 παρ. 1 Ν. 3371/2005. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν διέλαβε καμία απολύτως αναφορά για την ηλικία του αναιρεσιβλήτου και δεν εξέτασε καθόλου τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που εκ των πραγμάτων οδηγούσε σε απόρριψη της υπό κρίση αγωγής και της ασκηθείσης εφέσεως (έστω δια της αντικαταστάσεως των αιτιολογιών της εκκαλουμένης αποφάσεως). Και τούτο διότι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπ' αρ. 1 νομική σκέψη της παρούσης, ο αναιρεσίβλητος δεν θα μπορούσε να υπαχθεί στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, αν δεν συμπλήρωνε το 58ο έτος της ηλικίας του στις 31-12-2012. Σύμφωνα δε με τους (μη εξετασθέντες) ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας εκείνος, ως γεννηθείς το 1955, θα ήταν 57 ετών και όχι 58 ετών κατά την παραπάνω ημερομηνία.
Συνεπώς ο αναιρεσίβλητος, ναι μεν (κατά τον ΓΚΠ ΟΤΕ) με την προσμέτρηση της στρατιωτικής του θητείας θα συμπλήρωνε 35ετία στις 31-12-2012, ωστόσο, αν υπελείπετο του ανωτέρω ηλικιακού ορίου, δεν θα θεμελίωνε κατά την παραπάνω ημερομηνία δικαίωμα συνταξιοδότησης από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε (αρθ. 1 παρ. 2 Ν. 1358/1983), ώστε να δικαιούται να του αναγνωριστεί ο απαιτούμενος πλασματικός χρόνος ασφάλισης, σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 1 Ν. 3371/2005.
Όπως δε προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διατάξεως ("απολύεται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά μέχρι 31.12.2012 και συνταξιοδοτείται μέχρι την ίδια ημερομηνία από το ΤΑΠ ΟΤΕ") οι προϋποθέσεις αυτές ισχύουν αθροιστικά και όχι διαζευκτικά, ως εξάλλου δέχεται η 1001/15-11-2005 σχετική απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (που δεν προκύπτει να έχει ακυρωθεί), αλλά και συνομολογεί και ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος στην υπό κρίση αγωγή του (σελ. 4).
Μόνο μετά την θέσπιση του άρθρου 34 Ν. 3672/2009 (ΦΕΚ Α, .../7-5-2019) ο χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας του προσωπικού του ΟΤΕ συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, ανεξαρτήτως ή μη συμπληρώσεως του (έως τότε) ελαχίστου ορίου των 58 ετών (σύμφωνα και με εκτιθέμενα στην αρ. 2 νομική σκέψη), διάταξη που η αναιρεσείουσα εφάρμοσε, προβαίνοντας στην απόλυσή του αναιρεσιβλήτου εντός της προβλεπομένης τρίμηνης προθεσμίας.
Με βάση λοιπόν τα προδιαλαμβανόμενα η προσβαλλομένη υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚπολΔ πλημμέλειες, κατά τη βάσιμη σχετική αιτίαση που διαλαμβάνεται στον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως.
Ακολούθως πρέπει, δεκτού γενομένου του παραπάνω λόγου της κρινομένης αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, από δικαστή άλλον εκείνου που δίκασε. Η εξέταση των λοιπών τριών λόγων αναιρέσεως καθίσταται άνευ αντικειμένου, διότι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την .../2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή, άλλον από εκείνον που δίκασε.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, ύψους χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ