Legislator Case Law & Legislation
268/2020 AI generated

268/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 268/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

268/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΧΑΪΑΣ και σωματείου ΔΙ.ΛΟ.ΦΑΡ. Εκκαλούμενη ήταν η 614/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, την 17.11.2015, επί της από 17.11.2013 [Ε.Κ.Δ. 3603 / 28.11.2013] αγωγής της εναγούσης Α. Α. κατά των εναγομένων ν.π.δ.δ. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΧΑΪΑΣ και σωματείου ΔΙ.ΛΟ.ΦΑΡ., αντιμωλία των διαδίκων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 268 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 268/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 10 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Α. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσινούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., o oποίος κατέθεσε προτάσεις. Ο ως άνω δικηγόρος διορίσθηκε με την 12/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.1 του ν.3226/2004.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΧΑΪΑΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2)Σωματείου με την επωνυμία "ΔΙΑΝΕΜΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΧΑΪΑΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΔΙ.ΛΟ.ΦΑΡ." ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Πίγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 614/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 393/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/12/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 24.12.2018 [Α.Κ. 52 / 27.12.2018 - Εφετείο Πατρών] αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Α. Α.Ν.Δ.Ρ.Ι.Κ.Ο.Π.Ο.Υ.Λ.Ο.Υ. του Ε., κατοίκου ... κατά των αναιρεσιβλήτων (1).- νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου [ν.π.δ.δ.] υπό την επωνυμία ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΧΑΪΑΣ και (2).- σωματείου υπό την επωνυμία ΔΙΑΝΕΜΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΎ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΧΑΪΑΣ / διακριτικός τίτλος ΔΙ.ΛΟ.ΦΑΡ, που εδρεύουν στην ...

και νομίμως εκπροσωπούνται. Προσβάλλεται δε, η 393/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, την 8.10.2018, επί (α).- της από 20.5.2016 [Ε.Κ.Δ. 94 / 26.5.2016 - Πρωτοδικείο Πατρών] εφέσεως της εκκαλούσας Α. Α.Ν.Δ.Ρ.Ι.Κ.Ο.Π.Ο.Υ.Λ.Ο.Υ. και (β).- της από 20.7.2016 [Ε.Κ.Δ. 181 / 25.7.2016 - Πρωτοδικείο Πατρών] εφέσεως των εκκαλούντων ν.π.δ.δ.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΧΑΪΑΣ και σωματείου ΔΙ.ΛΟ.ΦΑΡ. Εκκαλούμενη ήταν η 614/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, την 17.11.2015, επί της από 17.11.2013 [Ε.Κ.Δ. 3603 / 28.11.2013] αγωγής της εναγούσης Α. Α. κατά των εναγομένων ν.π.δ.δ. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΧΑΪΑΣ και σωματείου ΔΙ.ΛΟ.ΦΑΡ., αντιμωλία των διαδίκων.

Με την 614/2015 απόφαση, η αγωγή, η οποία αφορά απαιτήσεις της εναγούσης από παροχή εργασίας, απορρίφθηκε στην ουσία, ως προς το εναγόμενο ν.π.δ.δ. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΧΑΪΑΣ και έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία, ως προς το εναγόμενο σωματείο ΔΙ.ΛΟ.ΦΑΡ. Με την 393/2018 απόφαση, (α).- συνεκδικάσθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, οι αντίθετες εφέσεις, (β).- έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία η από 20.5.2016 έφεση, (γ).- έγινε τυπικά δεκτή καθώς και στην ουσία η από 20.7.2016 έφεση, ως προς αμφότερους τους εκκαλούντες, δηλ.

και ως προς το εκκαλούν ν.π.δ.δ. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΧΑΪΑΣ για το οποίο κρίθηκε ότι δικαιολογούσε έννομο συμφέρον, (δ).- εξαφανίσθηκε η 614/2015 (πρωτόδικη) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και (ε).- απορρίφθηκε η αγωγή εν όλω, κατ' ουσία. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ.

ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον, για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 27.12.2018, νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης εφετειακής αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.

Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των δύο (2) λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). (Ι).- Στο έγγραφο [δικόγραφο] της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρα 118 παρ.4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ) ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση που προβάλλεται. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ Ολ. 27/1998, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 804/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επίσης, αν ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε ισχυρισμό, που πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου, να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), τότε, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, πρέπει να αναφέρεται ότι νομίμως προτάθηκε ο ισχυρισμός αυτός στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 194/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). (

ΙΙ).- Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ. Για να είναι ορισμένος [παραδεκτός] ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) και (β) ΚΠολΔ, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται, εκτός άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου καθώς και ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας, το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας συγκεκριμένου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα δικαίου των πραγματικών γεγονότων ενώ, δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 παρ.1 εδ. (β) ΚΠολΔ για εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ ολ. 18/2005, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 120/2004, ΑΠ 194/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ' όψη του πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη του πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αναίρεση επιτρέπεται, επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος 'πράγματα', στους λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 10 ΚΠολΔ, είναι ταυτόσημος. Νοούνται δε, ως 'πράγματα', οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Αποτελούν 'πράγματα' και η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών και οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποτελούν 'πράγματα' η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1795/2008, ΑΠ 1573/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Για το ορισμένο [παραδεκτό] του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ πρέπει να γίνεται προσδιορισμός των 'πραγμάτων' και, εάν η αιτίαση αφορά τη μη λήψη υπ' όψη 'πραγμάτων', που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, πρέπει, εκτός από τον προσδιορισμό των πραγμάτων, που δεν λήφθηκαν υπ' όψη, να γίνεται επίκληση ότι τα πράγματα αυτά προτάθηκαν νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.

Επίσης, για το ορισμένο [παραδεκτό] του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζονται, ποια είναι τα πράγματα, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή για ποια πράγματα, το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε απόδειξη καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη (ΑΠ 194/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Ανεπαρκής αιτιολογία, που έχει, ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν, από το αιτιολογικό της αποφάσεως, δεν προκύπτουν, επαρκώς, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφαρμόσθηκε.

Ορισμένος [παραδεκτός] είναι ο λόγος για εκ πλαγίου παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, όταν αναφέρονται, με πληρότητα και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 1457/2017, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 1795/2008, ΑΠ 804/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων και, εξαιρετικά, μόνο, προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη.

Για τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά το νόμο, είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, αφού εκτιμηθούν 'ελεύθερα' (άρθρα 340, 352, 438 επ., 441, 445 ΚΠολΔ και όπως το άρθρο 340 ΚΠολΔ ίσχυσε πριν από το άρθρο 1 - άρθρο δεύτερο ν. 4335/2015, σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015).

Ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, μόνο, αν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε, κατά το νόμο και όχι, αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 443/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος [παραδεκτός] και όταν διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, ποια είναι η παραβίαση νόμου, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που έχουν εκτιμηθεί ενώ, δεν αρκεί η επανάληψη του κειμένου του άρθρου 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ (ΑΠ 6/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Αναίρεση επιτρέπεται, κατά το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος αποδείξεως.Για το ορισμένο [παραδεκτό] του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει να καθορίζεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν, εσφαλμένως, οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους αποδείξεως καθώς και το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 233/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Ακόμη, κατ' άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση συντρέχει, όταν υπάρξει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ.

λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη κρίσιμων φράσεων ή περικοπών του κειμένου, δηλ. που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό συμπέρασμα. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε τη γνώμη του, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι, όταν το συνεκτίμησε απλώς μαζί με τις άλλες αποδείξεις (τα άλλα αποδεικτικά μέσα), χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Για να είναι ορισμένος [παραδεκτός] ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, πρέπει και να προσδιορίζεται, επαρκώς, στο δικόγραφο της αναιρέσεως, ποιο ακριβώς περιεχόμενο του εγγράφου δέχθηκε το δικαστήριο και να παρατίθεται, κατά λέξη, το ακριβές περιεχόμενό του και το περιεχόμενο, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 962/2013, ΑΠ 112/2008, ΑΠ 1573/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Τέλος το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν (άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή (β).- παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, δηλ.

αποδείξεις, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση ή (γ).- δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (α) ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη του αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στα αποδεικτικά μέσα, που καθορίζονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ ή, όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, όμως, δεν επιτρέπεται η χρήση του, στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Για να είναι ορισμένος [παραδεκτός] ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ και οι τρεις περιπτώσεις του, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ ολ. 8/2016, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 112/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, περιέχουν, με την επίκληση των αριθμών 1 εδ. (α) και εδ. (β), 8, 10, 11, 12, 13, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τις αιτιάσεις ότι η 393/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών (i).- παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, (ii).- παραβίασε διδάγματα από την κοινή πείρα, (iii).- δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (iv).- δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, (v).- έχει ανεπαρκή αιτιολογία για το αβάσιμο της αγωγής, (vi).- παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, (vii).- εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος αποδείξεως, (viii).- παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και (ix).- έλαβε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο [έγγραφο], που ο νόμος δεν επιτρέπει, επίσης, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, ακόμη, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που δεν προσκομίσθηκαν και δεν έγινε επίκλησή τους.

Πέραν τούτων, σε αμφότερους τους λόγους αναιρέσεως περιέχεται και η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την 393/2018 απόφασή του, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς να διαταχθούν αποδείξεις. Κατά τα εκτεθέντα στις μείζονες σκέψεις, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι και, ειδικότερα:

Ως προς την υπό στοιχείο (i) αιτίαση, οι λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, εφ' όσον δεν αναφέρεται καμία διάταξη ουσιαστικού νόμου και δεν καθορίζεται νομικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας περί την ερμηνεία και την εφαρμογή ουσιαστικού νόμου. Ως προς την υπό στοιχείο (ii) αιτίαση, οι λόγοι αναιρέσεως είναι, επίσης, αόριστοι και απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού δεν καθορίζονται τα διδάγματα από την κοινή πείρα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παράλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας συγκεκριμένου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου.

Ως προς την υπό στοιχείο (iii) αιτίαση, οι λόγοι αναιρέσεως είναι, ομοίως, αόριστοι και απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, εφ' όσον δεν προσδιορίζονται τα πράγματα, που δεν λήφθηκαν υπ' όψη δηλ. οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, κατά νόμο, διαμόρφωσαν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ως προς την υπό στοιχείο (iv) αιτίαση, οι λόγοι αναιρέσεως είναι και πάλιν αόριστοι και απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, εφ' όσον δεν προσδιορίζονται, ποιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί ['πράγματα'], που διαμόρφωσαν, κατά νόμο, το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, έγιναν δεκτοί, ως αληθινοί, χωρίς απόδειξη.

Ως προς την υπό στοιχείο (v) αιτίαση, οι λόγοι αναιρέσεως είναι, επίσης, αόριστοι και απορριπτέοι, αφού δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το αβάσιμο της αγωγής. Ως προς την υπό στοιχείο (vi) αιτίαση, οι λόγοι αναιρέσεως είναι, ομοίως, αόριστοι και απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, εφ' όσον δεν διαλαμβάνεται, αν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε εκτιμηθέν αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε, κατά το νόμο.

Ως προς την υπό στοιχείο (vii) αιτίαση, οι λόγοι αναιρέσεως είναι, επίσης, αόριστοι και απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού δεν αναφέρεται κανένας ισχυρισμός για τον οποίο έσφαλε το δικαστήριο της ουσίας σχετικά με το βάρος αποδείξεως. Ως προς την υπό στοιχείο (viii) αιτίαση, οι λόγοι αναιρέσεως είναι και πάλιν, αόριστοι και απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού δεν αναφέρεται κανένα έγγραφο για το οποίο υπήρξε λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του από το δικαστήριο της ουσίας.

Ως προς την υπό στοιχείο (ix) αιτίαση, καθ' όσον αφορά τις περιπτώσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν και ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, οι λόγοι αναιρέσεως είναι, ομοίως, αόριστοι και απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, εφ' όσον δεν καθορίζονται τα σχετικά αποδεικτικά μέσα.

Ως προς την ίδια αιτίαση [υπό στοιχείο (ix)], καθ' όσον αφορά την περίπτωση ότι το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο, που ο νόμος δεν επιτρέπει και, συγκεκριμένα, 'έλαβε υπ' όψη το αποσταλέν από την αναιρεσείουσα στους αντιδίκους - αναιρεσίβλητους SMS - Υπηρεσία Συντόμου Μηνύματος, του οποίου δεν επιτρέπεται η χρήση, κατά το άρθρο 4 π.δ. 47/2005', οι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι τούτο διότι το άρθρο 4 π.δ. 47/2005 (ΦΕΚ Α. 64 / 10.3.2005), που η αναιρεσείουσα επικαλείται, δεν απαγορεύει τη χρήση του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, στην ένδικη υπόθεση.

Τέλος, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως, ως προς την αιτίαση, που περιέχουν, δηλ. ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς να διαταχθούν αποδείξεις, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού, στην προκειμένη περίπτωση, που ακολουθήθηκε, η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 666, 667, 670, 671 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν, κατά τα παραπάνω, πριν από το ν. 4335/2015), το δικαστήριο της ουσίας αποφαίνεται αμέσως, με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάσσει αποδείξεις (ΑΠ 194/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Κατ' ακολουθία τούτων, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 393/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, στο σύνολό της.

Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζονται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ (άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ). Το παρόν Δικαστήριο επιτρέπεται να καταδικάσει, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, την ηττηθείσα αναιρεσείουσα, μολονότι η τελευταία (αναιρεσείουσα) έλαβε τη νομική βοήθεια του ν. 3226/2004. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1 παράγραφοι 1 και 2, 4, 2, 8 παρ.1, 9 παράγραφοι 3, 4, 5 και 6 ν. 3226/2004 (ΦΕΚ Α. 24 / 4.2.2004), η παροχή νομικής βοήθεια δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήτταςεκείνου, που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως, στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με την 12 / 17.1.2019 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, να επιβάλλει, σε βάρος της, τα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων της - αναιρεσίβλητων. Πλην όμως, δεν παρέχεται στους αναιρεσίβλητους και το δικαίωμα να επιδιώξει δι' αναγκαστικής εκτελέσεως την είσπραξη των ως άνωδικαστικών εξόδων πρίν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος της πενίας ή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί αυτό με δικαστική απόφαση (ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 1403/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.12.2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της 393/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ