Legislator Case Law & Legislation
268/2019 AI generated

268/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 268/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

268/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 268 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 268/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 1-11-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Φ. του Β. και 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" (πρώην "... ΟΕ"), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Π. χας Γ. Φ., το γένος Κ. Τ., 2) Ε. Φ. του Γ., 3) Β. Φ. Φ. του Γ. και 4) Κ. Φ. του Γ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Γ. Φ. του Β., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παρασκευά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2006 αγωγή του Η. Μ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάστηκε με την από 7-5-2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα (εξ αναγωγής) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2008 μη οριστική, 175/2011 οριστική, 176/2011 μη οριστική και 109/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2016 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 17-9-2016 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 17-11-2017, κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, Γ. Π., δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο, Γ. Φ. του Β. και ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, η οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η υπόθεση εξάλλου επαναφέρεται για συζήτηση με την από 4-7-2018 κλήση της αναιρεσείουσας, κατά των νόμιμων κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος, στις 20-11-2016, 1ου αναιρεσιβλήτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας - καλούσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. Περ. α', 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 1045/2017, ΑΠ 711/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης ο αρχικός 1ος αναιρεσίβλητος, Γ. Φ. του Β., απεβίωσε στις 20-11-2016, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 7-10-2016 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, Π. χήρα Γ. Φ. (εν ζωή νόμιμη σύζυγος αυτού) και από τα γνήσια τέκνα τους, Ε., Β. και Κ. Φ.. Οι ως άνω κληρονόμοι του αρχικού 1ου αναιρεσιβλήτου με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Γεωργίου Παρασκευά, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία το γεγονός του θανάτου του καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν, ότι συνεχίζουν γι' αυτόν τη διακοπείσα δίκη. Ο θάνατος και η συγγενική σχέση, που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη από τους ως άνω αναιρεσιβλήτους-κληρονόμους ληξιαρχική πράξη θανάτου με αριθμό ….7/2/2016 του ληξιάρχου Δ.Ε. …., το με αρ. …236/24-11-2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Εορδαίας και τα με αρ. 1035/2017 και 187/2017 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Εορδαίας περί μη δημοσίευσης διαθήκης και μη αποποίησης κληρονομίας.

Συνεπώς, νομίμως επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης για τους ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικού 1ου αναιρεσιβλήτου. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 623/2017, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 17-9-2016 (αρ. κατ. 25/2016) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία επαναφέρεται για να συζητηθεί με την από 4-7-2018 κλήση της αναιρεσείουσας κατά των καθών η κλήση εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού 1ου αναιρεσιβλήτου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 17-11-2017, με αριθμό πινακίου 14, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από την υπ' αρ. …67Γ'/10-7-2017 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κοζάνης, Α. Π., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 129 παρ. 1 ΚΠολΔ), στη 2η αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο η 2η αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, όπως τούτο προκύπτει από τη φωτοτυπία των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης της ανωτέρω αρχικής δικασίμου και η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η 2η αναιρεσίβλητη, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και οι καθών η κλήση ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού 1ου αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, αφού η 2η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτής.

Περαιτέρω η κρινόμενη από 17-9-2016 (αρ. κατ. 25/2016) αίτηση αναίρεσης, που, όπως εκτέθηκε, επαναφέρεται με την από 4-7-2018 κλήση κατά της υπ' αριθμ. 1/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 11 παρ. 1 Ν. 489/76 "Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού".

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, και προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2496/1997 συνάγεται, ότι μπορεί, στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, η οποία καταρτίζεται με απλή συναίνεση και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του τελευταίου, να περιληφθούν όροι περί αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή σε ορισμένες περιπτώσεις, άσχετα αν οι όροι αυτοί δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσουν ένσταση κατά του τρίτου που ζημιώθηκε.

Μια τέτοια περίπτωση προβλεπόταν στο άρθρο 25 περ. 6 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος (27-12-2004) και ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α' 100/14-5-2007), σύμφωνα με την οποία αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες από οδηγό, που δεν έχει την από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος, το οποίο οδηγεί, προβλεπομένη άδεια οδήγησης.

Η διάταξη αυτή ήταν ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976, αφού με αυτή δεν καθορίζεται γενικός όρος της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή. Όμως η απαλλακτική αυτή ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή μπορούσε να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, οπότε με τη συμπερίληψή του σ' αυτή δημιουργείτο δεσμευτικότητα του όρου αυτού.

Η συνομολόγηση του εν λόγω όρου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση, που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο.

Περαιτέρω, με το άρθρο 95 παρ. 1 εδ. α' - δ' του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος, ορίζεται ότι "Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών A, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοί τους, το εξηκοστό πέμπτο (65) έτος της ηλικίας τους. Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε και της κατηγορίας Β, όταν αυτή χρησιμοποιείται για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, ισχύουν για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης ή της προηγούμενης ανανέωσής τους.

Με τη λήξη πενταετούς ισχύος των αδειών αυτών λήγει συγχρόνως και η ισχύς των αδειών οδήγησης των κατηγοριών A, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1, που είναι ενσωματωμένες στο έντυπο της άδειας οδήγησης. Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών οι άδειες οδήγησης ανανεώνονται κάθε τρία (3) χρόνια από την έκδοση ή την προηγούμενη ανανέωσή τους.

Η ανανέωση των αδειών οδήγησης γίνεται μετά από ιατρική εξέταση". Εξάλλου, με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "Η ανανέωση της άδειας οδήγησης μπορεί να γίνει οποτεδήποτε όχι όμως προ του διμήνου, το οποίο προηγείται της ημερομηνίας λήξης της (εδ. α')... Η ανανέωση γίνεται χωρίς θεωρητική και πρακτική εξέταση, έπειτα από ιατρική εξέταση, κατά την οποία πρέπει να κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις υγείας (εδ.

γ')". Τέλος με την παρ. 5 του εν λόγω άρθρου ορίζεται: "Η άδεια οδήγησης επιτρέπεται να ανανεωθεί και μετά τη λήξη της ισχύος της, αν υπάρχουν οι νόμιμες, προς τούτο, προϋποθέσεις. Η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει: α. αν έληξε ο χρόνος ισχύος της, β. αν έχει φθαρεί ή αλλοιωθεί, σε τέτοιο βαθμό που να είναι δυσχερής ο έλεγχός της, και γ.

αν έπαψαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε ή ανανεώθηκε". Από όλα τα παραπάνω και ενόψει της γενικής διατύπωσης της παρ. 6 του άρθρ. 25 της με αριθ. Κ4/585/1978 ΑΥΕ, η οποία συνδέει τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή με την έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού, χωρίς να διακρίνει μεταξύ της περίπτωσης κατά την οποία ο οδηγός δεν είχε ποτέ ζητήσει και λάβει τέτοια άδεια και εκείνης, κατά την οποία είχε μεν λάβει τέτοια άδεια, αλλά μεταγενέστερα για κάποιο λόγο η άδεια ανακλήθηκε ή έληξε η διάρκεια της ισχύος της, προκύπτει, ότι στην περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη, και κατ' ακολουθίαν και του τυχόν υπάρχοντος απαλλακτικού όρου, που συμπεριελήφθη στο ασφαλιστήριο από την εν λόγω διάταξη, περιλαμβάνονται, κατ' αρχήν και οι δύο παραπάνω περιπτώσεις, και συνεπώς και η αναφερόμενη στην παρ. 5 εδ.

β' περ. α' του άρθρου 95 του Ν. 2696/1999 περίπτωση, κατά την οποία η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει, αν έληξε ο χρόνος ισχύος της. Ο όρος, όμως αυτός, εφόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν συμπεριλαμβανόταν στους προβλεπόμενους από το νόμο όρους, οι οποίοι αποτελούν μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης και αν ακόμη δεν εκφράστηκαν ρητώς οι συμβαλλόμενοι και σχετικά με τους οποίους δεν επιτρέπεται αντίθετη ρύθμιση από αυτούς, επιδέχεται ερμηνείας, σε περίπτωση σχετικής αμφιβολίας, για την ανεύρεση της πραγματικής θέλησης των συμβληθέντων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 925/2015, ΑΠ 230/2015, πρβλ.

επίσης, ΑΠ 1680/2017, ΑΠ 1628/2013).

Περαιτέρω,η σύγχρονη ασφαλιστική επιστήμη, η θεωρία και η πάγια νομολογία (πρβλ. ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 1016/2013, ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 1517/2006) θεωρούσαν, μέχρι την κατάργηση της παραπάνω υπουργικής απόφασης και τους λόγους αυτούς απαλλαγής ή εξαίρεσης (που αποτελούσαν συμβατικές εξαιρέσεις της κάλυψης του ασφαλισμένου) ως καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη (συμβατικά), δηλαδή η απαλλαγή του ασφαλιστή, στην επίμαχη περίπτωση, δεν επερχόταν μόλις διαπιστωνόταν η έλλειψη άδειας οδήγησης στο πρόσωπο του οδηγού, που είχε εμπλακεί στο ατύχημα, αλλά τούτο επερχόταν, εφόσον συνέτρεχε υπαιτιότητα και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης και του ατυχήματος, πλην, όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι ο νομοθέτης είναι δεσμευμένος (νομοθετικά) να ακολουθήσει οπωσδήποτε την παραδοχή αυτή. Αντίθετα, έχει την ευχέρεια να αποκλίνει, εφόσον, βέβαια, εκφράζεται σαφώς, όπως συμβαίνει πλέον στην περίπτωση του εδαφίου α' της παραγράφου 1 του άρθρου 6β' του π.δ. 237/1986, που δεν απαιτείται αιτιώδης συνάφεια και το οποίο ισχύει μετά τον Ν. 3557/2007 και συνεπώς λόγω του χρόνου του ατυχήματος (27-12-2004) δεν καταλαμβάνει την ένδικη υπόθεση, για την οποία ισχύει η προγενέστερη νομοθετική ρύθμιση υπό την ισχύ της ΥΑ Κ4/585/1978, που απαιτούσε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της έλλειψης άδειας οδήγησης και του ατυχήματος (ΑΠ 474/2017).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 53/2018, ΑΠ 1678/2017, ΑΠ 349/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμιά από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 198/2015).

Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Το δικαστήριο της ουσίας όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης (ΑΠ 226/2014, ΑΠ 819/2012, ΑΠ 1345/2012).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ 10/2015). Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεων των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται επίσης, ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 1677/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 27-12-2004 στην επαρχιακή οδό ..., ο αρχικά 1ος αναιρεσίβλητος, καθολικός δικαιοπάροχος των ήδη καθών η ένδικη κλήση, οδηγός του με αρ.

κυκλοφορίας ...11 ΙΧΦ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της 2ης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, τραυμάτισε τον πεζό, Η. Μ., ηλικίας 17 ετών (που σήμερα δεν είναι διάδικος). Ο παθών άσκησε σε βάρος των αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας την από 17-10-2006 (αρ.

κατ. 368/2006) κύρια αγωγή με την οποία ζητούσε αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες, πρόσθετη χρηματική παροχή - ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της κύριας ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 138/2008 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που διέταξε ιατρική δικαστική πραγματογνωμοσύνη.

Με την υπ' αρ. 455/2-11-2010 κλήση του παθόντα η υπόθεση εισήχθη προς έκδοση οριστικής απόφασης και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 175/2011 απόφαση του ανωτέρω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και υποχρέωσε τους κυρίως εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους και την αναιρεσείουσα με την ιδιότητά τους ως οδηγός ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου και ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, αντίστοιχα, να καταβάλουν στον παθόντα, καταψηφιστικά το ποσό των 90.000 ευρώ και αναγνωριστικά το ποσό των 71.533,45 ευρώ.

Ακολούθως οι διάδικοι άσκησαν εκατέρωθεν εφέσεις, οι οποίες όμως δεν συζητήθηκαν, διότι εχώρησε εξωδικαστικός συμβιβασμός για το ποσό των 217.960,14 ευρώ και κατόπιν τούτου, τόσο ο παθών, όσο και η ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία παραιτήθηκαν από τις εφέσεις τους και η οριστική ως άνω εκκαλουμένη απόφαση επί της κύριας αγωγής κατέστη τελεσίδικη.

Παράλληλα όμως, με την κύρια αγωγή η 2η κυρίως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα είχε ασκήσει την από 7-5-2007 (αρ. κατ. 191/2007) παρεμπίπτουσα εξ αναγωγής αγωγή, εναντίον του οδηγού και της ιδιοκτήτριας του ασφαλισμένου ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, η οποία, ας σημειωθεί, αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη.

Με την αναγωγή η παρεπιμπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με συμβατικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου από αυτήν ΙΧΦ αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός δεν κατέχει την άδεια οδήγησης, που προβλέπεται για την κατηγορία του οχήματος, που οδηγεί και ότι στην ένδικη περίπτωση πληρώθηκε ο όρος αυτός και άρα απαλλάσσεται, διότι η άδεια οδήγησης του 1ου εξ αναγωγής εναγομένου οδηγού και ήδη 1ου αρχικά αναιρεσιβλήτου είχε λήξει στις 30-8-2004, δηλαδή πριν το ατύχημα που συνέβη μετά, στις 27-12-2004, χωρίς αυτή να ανανεωθεί.

Με το ιστορικό αυτό η παρεμπιπτόντως εξ αναγωγής ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε να αναγνωριστεί (μετά την μετατροπή του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος), ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι υποχρεούνται να της καταβάλουν όποιο ποσό αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει αντίστοιχα στον κυρίως ενάγοντα.

Η αγωγή εξ αναγωγής συνεκδικάστηκε αρχικά με την κύρια αγωγή και, μετά την έκδοση της μη οριστικής υπ' αριθμ. 138/2008 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που διέταξε δικαστική πραγματογνωμοσύνη, με την υπ' αρ. 65/9-3-2011 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας - παρεμπιπτόντως ενάγουσας η αναγωγή εισήχθη προς συζήτηση και εκδόθηκε επ' αυτής η μη οριστική υπ' αριθμ. 176/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της αγωγής εξ αναγωγής, προκειμένου να προσκομιστεί το δικόγραφο αυτής που έλειπε από το φάκελο της δικογραφίας.

Ακολούθως, με την υπ' αρ. …21/22-12-2011 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας η παραπάνω εξ αναγωγής αγωγή εισήχθη προς συζήτηση εκ νέου και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 109/2014 απόφαση του ανωτέρω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των παρεμπιπτόντως εναγομένων - ασφαλισμένων να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα εξ αναγωγής και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία το ποσό των 67.960,14 ευρώ και 150.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 17-1-2011 και 27-12-2012 αντίστοιχα, σύμφωνα με το χρόνο πληρωμής από αυτήν προς τον παθόντα των ανωτέρω ποσών.

Στη συνέχεια, οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της εκκαλουμένης ως άνω απόφασης την από 29-4-2014 (αρ. κατ. 35/2014) έφεση με την οποία, κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική δίκη, αρνήθηκαν την εξ αναγωγής αγωγή και ζήτησαν την απόρριψη αυτής. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων-ασφαλισμένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και, αφού δίκασε την αναγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη κρίνοντας ότι σύμφωνα με την αληθή βούληση των συμβαλλομένων μερών στην ασφαλιστική σύμβαση, με τον όρο εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης απέβλεπαν, όχι στην τυπική έλλειψη της άδειας οδήγησης, αλλά στην ουσιαστική οδηγική ικανότητα του οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, την οποία είχε ο τότε 1ος εκκαλών - 1ος εξ αναγωγής εναγόμενος και ήδη 1ος αρχικός αναιρεσίβλητος, οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου.

Ήδη με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι αυτή όφειλε να ελέγχει προληπτικά, εάν ο αρχικά 1ος αναιρεσίβλητος οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος είχε ικανότητα οδήγησης, ενόψει της ηλικίας του, αν και αυτός δεν ήταν ο λήπτης της ασφάλισης, ούτε το όνομά του αναγραφόταν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και η άδεια οδήγησης αυτού είχε λήξει, χωρίς να ανανεωθεί νόμιμα, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 7 του Ν. 489/1976, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 3557/2007 και του άρθρου 11 του ίδιου νόμου 489/1976 περί της υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης των οχημάτων, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή στις ανωτέρω διατάξεις του όρου 9 παρ. 6 (περί εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης) της ασφαλιστικής σύμβασης, στην οποία είχε ενσωματωθεί το άρθρο 25 παρ. 6 της ΥΑ Κ4/585/1978, όπως ίσχυε τότε με εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 7 του Ν. 489/1976 (αντί του εσφαλμένου όρου 8 παρ. 6 που από προφανή παραδρομή δέχτηκε το Εφετείο, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα).

Με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου και κατά το υποσκέλος Α' αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει επίσης την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά την ερμηνεία του συμβατικού ως άνω όρου 9 παρ. 6 της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης της αναιρεσείουσας Ασφαλιστή από την κάλυψη του ζημιογόνου οχήματος λόγω έλλειψης της άδειας ικανότητας οδήγησης του αρχικού 1ου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ασφαλισμένου ΙΧΦ αυτοκινήτου εξαιτίας της λήξης και μη ανανέωσης αυτής, για τον οποίο συμβατικό όρο το Εφετείο δεν διέγνωσε ασάφεια ή αμφιβολία ως προς το αληθές περιεχόμενο αυτού, καθόσον ορθά, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας και κατ' ακριβή διατύπωση, το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα "θα μπορούσε να στραφεί εναντίον του οδηγού και να ζητήσει τα καταβληθέντα από αυτήν ποσά στον παθόντα...", εντούτοις το Εφετείο προσέφυγε, κατά την ερμηνεία του ανωτέρω όρου εξαίρεσης, στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους έτσι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ' αυτούς του όρου εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Κατά το υποσκέλος Β' του σκέλους Β' του 1ου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να προσφύγει, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 95 παρ. 4 και 6 του Ν. 2094/1992 (ΚΟΚ) περί ικανότητας οδήγησης, σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 6 της ΥΑ Κ4/585/1978 στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που εφαρμόζονται μόνο επί συμβατικών όρων, παραβίασε ευθέως τους ουσιαστικούς ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Εξάλλου, με τον συναφή προς τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία των ουσιαστικών κανόνων δικαίου του άρθρου 6 παρ. 1 και 7 και του άρθρου 11 παρ. 1 Ν. 489/1976, του άρθρου 95 παρ. 4 και 6 του Ν. 2094/1992, της ΥΑ Κ4/585/1976 και των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που, αν και δεν μνημονεύονται ενάριθμα εντούτοις το πραγματικό τους προκύπτει χωρίς αμφιβολία από το συνολικό περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΑΠ 199/2018, ΑΠ 565/2018) και συνεπώς κατά τούτο ο αναιρετικός ως άνω λόγος κρίνεται επαρκώς ορισμένος, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο Α) με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα όφειλε, ενόψει της ηλικίας του οδηγού, να ερευνά την ύπαρξη άδειας οδήγησης, χωρίς συγχρόνως, να διευκρινίζει το στοιχείο από το οποίο συνάγει το συμπέρασμα αυτό, διέλαβε ελλιπή αιτιολογία για το κρίσιμο ζήτημα της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη και Β) αν και το Εφετείο δέχεται ότι ο όρος περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη ήταν ισχυρός και μπορούσε η αναιρεσείουσα να στραφεί εναντίον των αναιρεσιβλήτων και να αναζητήσει τα καταβληθέντα από αυτήν ποσά στον παθόντα, εντούτοις με αντιφατική αιτιολογία κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι οι αναιρεσίβλητοι αποκόμισαν την εντύπωση, ότι αυτή δεν θα στραφεί αναγωγικά εναντίον τους.

Από την επιτρεπή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τους ερευνώμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, προκύπτει ότι το Εφετείο, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων αναιρετικά κρίση του (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα: "Ο πρώτος εναγόμενος γεννηθείς το 1935 οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...11 ΙΧΦ ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, δυνάμει του με αριθμό ...0510 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο είχε ανανεωθεί για τη χρονική περίοδο 25/8/04 έως 25/2/05 στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, στις 27-12-2004 και ώρα 19:30 μ.μ.

έβαινε στο 0,1 χλμ της επαρχιακής οδού ...ς - ... με κατεύθυνση προς .... Την ίδια ημέρα και ώρα εκινείτο πεζός στο δεξί άκρο του οδοστρώματος ο 17χρονος Η. Μ. με κατεύθυνση και αυτός προς .... Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφτασε τον πεζό δεν αντιλήφθηκε καθόλου την ύπαρξή του και επέπεσε στο σώμα του και τον ετραυμάτισε βαρύτατα.

Για το ατύχημα ασκήθηκε από τον παθόντα αγωγή και εκδόθηκε η 175/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης που έκρινε υπαίτιο του ατυχήματος τον εδώ πρώτο εναγόμενο κατά ποσοστό 80% και υποχρέωσε τους εναγομένους, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, να καταβάλουν εις ολόκληρον, στον παθόντα 90.000 ευρώ και αναγνώρισε επίσης ότι οφείλουν στον ίδιο παθόντα ποσό 71.533,45 ευρώ.

Κατά της απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και οι διάδικοι συνεβιβάσθησαν με ανάληψη υποχρέωσης της ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει 67.960,14 ευρώ και 150.000 ευρώ στον παθόντα, τις οποίες και κατέβαλε. Κατήργησαν δε την ανοιγείσα μεταξύ τους δίκη στο δεύτερο βαθμό διά του ανωτέρω τρόπου και της συμβιβαστικής καταβολής της αποζημίωσης.

Ακολούθως αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει του αναφερθέντος συμβολαίου που είχε ανανεωθεί για το διάστημα 25/8/04 έως 25/2/05 ασφάλισε το με αριθμό κυκλοφορίας ...11 ΙΧΦ της δεύτερης εναγόμενης και με οδηγό τον πρώτο εναγόμενο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη. Στο ανωτέρω συμβόλαιο αναφέρεται ότι η εν λόγω σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 400/70, του ν. 489/1976, ως ισχύει, της ΥΑ Κ4/585/78/ΦΕΚ 795, ως ισχύει, η οποία εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της παρ. 7 του άρθρου 6 ν. 489/76.

Επιπρόσθετα δε στον όρο 8 περ. 6 με τίτλο γενικές εξαιρέσεις προβλέπεται ότι δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση, ζημίες που προξενήθηκαν από οδηγό που δεν είχε άδεια οδήγησης που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία που οδηγεί, ενώ άδεια οδήγησης για άλλους τύπους οχημάτων δεν ισχύει.

Το παραπάνω ασφαλιστήριο παρέλαβε ο πρώτος εναγόμενος για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, κατέβαλε τα ασφάλιστρα, υπέβαλε δήλωση στην ενάγουσα, αποδεχόμενοι σιωπηρως τους όρους αυτού, ούτως δεσμευόμενος από τους όρους του ασφαλιστηρίου (άρθρ. 185 ΑΚ, 192 Εμπ.Ν., ΑΠ 1488/2001 ΤΝΠ - Νόμος), η δε άδεια οδήγησης του πρώτου είχε λήξει στις 30-8-2004 και κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν είχε προβεί στην ανανέωσή της, ώστε η ενάγουσα να δύναται να στραφεί εναντίον του και να ζητήσει τα ανωτέρω καταβληθέντα στον παθόντα ποσά.

Παρά ταύτα όμως η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία κατά τη σύναψη της συμβάσεως όπως και στις μεταγενέστερες ανανεώσεις αυτής, όφειλε ενόψει της ηλικίας του εναγομένου (γεννήθηκε το 1935), να ερευνά αν αυτός είχε άδεια ικανότητος οδηγού καθώς επίσης και αν αυτή είναι ανανεωμένη. Αν ανταποκρινόταν στην υποχρέωση αυτή, θα διεπίστωνε ότι η άδεια οδήγησης του εναγομένου θα έληγε στις 30-8-2004 και δεν θα έπρεπε να συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση για πέραν του χρόνου αυτού, δηλαδή για χρόνο από 25-8-2004 μέχρι 25-2-2005 όπως έπραξε.

Παρέλειψε δε να πράξει τούτο προκειμένου να εισπράξει τα ασφάλιστρα από την ανωτέρω σύμβαση. Έτσι όμως δημιούργησε δικαιολογημένα στους εναγόμενους (νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης), την πεποίθηση και την πίστη ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει το δικαίωμά της και να ασκήσει κατ' αυτών αγωγή, βάσει των όρων της σύμβασης, ζητώντας ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει σε περίπτωση που αυτός θα προκαλούσε τροχαίο ατύχημα.

Περαιτέρω οι διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 4 και 6 ν. 2094/1992 (ΚΟΚ) και 25 παρ. 6 της Κ4/585/78 απόφασης Υπουργού Εμπορίου, ερμηνευόμενες στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με εκείνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, άγουν στο συμπέρασμα ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγός καλυπτόταν από την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση αφού είχε την ουσιαστική ικανότητα οδήγησης, άλλωστε η άδειά του ανανεώθηκε μεταγενέστερα, συνοδευόμενη από τις υποχρεωτικές ιατρικές πιστοποιήσεις (παθολόγου και οφθαλμιάτρου ιατρών) και δεν δύναται επομένως να γίνει δεκτό ότι το διάστημα της λήξης εστερείτο ικανότητος οδήγησης και την ανέκτησε μεταγενέστερα.

Τουτέστιν δεν απεδείχθη ύπαρξη ουσιώδους συνάφειας μεταξύ της τυπικής παράβασης της μη ανανεωθείσης αδείας και του επελθόντος ατυχήματος, αφού αυτό αποδίδεται στην αμέλεια του εναγομένου, όχι όμως σε ανικανότητα οδήγησης. Με τα δεδομένα αυτά και με το να δεχθεί την αγωγή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πρέπει δε κατά παραδοχή των σχετικών λόγων εφέσεως να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και ν' απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη συνολική εκτίμηση του περιεχομένου της απόφασής του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι η ένδικη σύμβαση ασφάλισης διέπεται υπό την ισχύ της ΥΑ Κ4/585/1978, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 7 Ν. 489/1976, όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος (27-12-2004), πριν την κατάργησή της από το Ν. 3557/2007 (που άρχισε να ισχύει από 14-5-2007) και ότι το άρθρο 25 παρ. 6 της οποίας όριζε ότι εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη ο οδηγός, που δεν είχε άδεια οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, το οποίο ενσωματώθηκε ως όρος της ένδικης σύμβασης ασφάλισης περί απαλλαγής της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, δέχθηκε, στη συνέχεια, ανελέγκτως αναιρετικά ότι υφίσταται ασάφεια του ανωτέρω συμβατικού όρου περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα, εάν στην εξαίρεση αυτή και άρα στην απαλλαγή του Ασφαλιστή - ήδη αναιρεσείουσας εμπίπτει η τυπική έλλειψη της άδειας οδήγησης και ειδικότερα, η περίπτωση που ο οδηγός του ασφαλισμένου ΙΧΦ αυτοκινήτου, ο οποίος κατείχε άδεια η οποία έληξε, χωρίς να ανανεωθεί πριν από το ατύχημα, εξακολουθεί ή όχι να καλύπτεται ασφαλιστικά.

Ακολούθως, το Εφετείο ερμηνεύοντας την αληθή βούληση των συμβαλλομένων μερών κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο αρχικά 1ος αναιρεσίβλητος οδηγός του ασφαλισμένου ΙΧΦ ζημιογόνου αυτοκινήτου, αν και η άδεια οδήγησης αυτού είχε λήξει στις 30-8-2004, εντούτοις είχε την ουσιαστική οδηγική ικανότητα, στην οποία απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης και συνεπώς, ότι η αναιρεσείουσα εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι αυτών από την ασφαλιστική σύμβαση.

Επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 7 και του άρθρου 11 παρ. 1 Ν. 489/1976 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 6 της ΥΑ Κ4/585/1978 και, εφόσον διαπίστωσε ασάφεια στον ανωτέρω συμβατικό όρο, ορθά προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για τη συμπλήρωση του κενού κατά την αληθή βούληση των συμβαλλομένων μερών.

Και είναι μεν αληθές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει πανηγυρικά την έλλειψη ασάφειας - κενού, πλην όμως τούτο προκύπτει έμμεσα, πλην σαφώς από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία εισέπραττε κανονικά τα ασφάλιστρα από τον 1ο αρχικό αναιρεσίβλητο, ο οποίος παρέλαβε το ασφαλιστήριο για λογαριασμό της 2ης αναιρεσίβλητης ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου και υπέβαλε δήλωση προς την αναιρεσείουσα περί αποδοχής των όρων του ασφαλιστηρίου, καθώς επίσης ότι αυτός ανέκτησε την άδεια ικανότητας οδήγησης μετά το ατύχημα, ότι η τυπική παράβαση της έλλειψης της άδειας οδήγησης δεν συνδέεται με την πρόκληση του ατυχήματος και ότι αυτός είχε την ουσιαστική ικανότητα οδήγησης στην οποία απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι.

Επίσης, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η αναιρεσείουσα - Ασφαλιστής, ενόψει της ηλικίας του οδηγού, που είχε γεννηθεί το έτος 1935 και συνεπώς κατά το ατύχημα ήταν ηλικίας 69 ετών, όφειλε να ελέγχει, εάν είχε ανανεωθεί η άδεια οδήγησης, δεν αναιρεί τα παραπάνω, εφόσον, κατά τις παραδοχές, ο οδηγός συμμετείχε εν τοις πράγμασι ενεργά στη σύμβαση κατά την εκτέλεση των όρων της με το να καταβάλει τα ασφάλιστρα και να υποβάλει δήλωση αποδοχής των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης προς την αναιρεσείουσα.

Σημειώνεται, ότι από προφανή παραδρομή και πλεοναστικά το Εφετείο δέχτηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 95 παρ. 4 και 6 του Ν. 2094/1992 (ΚΟΚ) και του άρθρου 25 παρ. 4 της ΥΑ Κ4/585/1978 ερμηνεύτηκαν με τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, διότι οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται μόνο επί συμβατικών όρων κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων.

Όμως, η ως άνω αιτιολογία δεν επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης, που στηρίζεται επαρκώς στις λοιπές αιτιολογίες της απόφασης.

Συνεπώς, η αναιρεσείουσα δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον να ασκήσει τον σχετικό 1ο λόγο αναίρεσης κατά το Β' υποσκέλος αυτού, που πρέπει να απορριφθεί κατ' άρθρ. 578 ΚΠολΔ και να απαλειφθεί η ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1429/2018, ΑΠ 274/2018). Κατόπιν αυτών, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια για την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 6 παρ. 1 και 7, άρθρο 11 παρ. 1 Ν. 489/1976, 25 παρ. 6 της ΥΑ Κ4/585/1978, άρθρο 95 παρ. 4 και 6 Ν. 2094/1992 και άρθρα 173 και 200 ΑΚ, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα με τον 1ο κατά το Α' και Β' σκέλος αυτού αναιρετικό λόγο, διότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων και συνακόλουθα ο 1ος αναιρετικός λόγος κατά το Α' και Β' σκέλος αυτού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ούτε όμως παραβιάστηκαν και εκ πλαγίου οι ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, το Εφετείο με πλήρη και χωρίς κενά αιτιολογία δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα εξακολουθούσε να ασφαλίζει το ζημιογόνο ΙΧΦ αυτοκίνητο και ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά την αληθή βούληση αυτών, απέβλεψαν στην ουσιαστική οδηγική ικανότητα του οδηγού και όχι στην τυπική έλλειψη της άδειας οδήγησης, την οποία κατείχε ο οδηγός, πλην έληξε χωρίς να ανανεωθεί έγκαιρα πριν από το ατύχημα.

Επίσης με πληρότητα αιτιολόγησε την ενεργή συμμετοχή του 1ου αρχικού αναιρεσιβλήτου στην εκτέλεση των όρων της σύμβασης ασφάλισης με την πληρωμή των ασφαλίστρων, την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και την υποβολή δήλωσης αποδοχής των όρων του ασφαλιστηρίου, περιστατικά από τα οποία το Εφετείο άντλησε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Ούτε επίσης είναι αντιφατική η αιτιολογία ότι οι αναιρεσίβλητοι - ασφαλισμένοι είχαν την εύλογη εντύπωση, ότι η αναιρεσείουσα θα εξακολουθεί να τους καλύπτει ασφαλιστικά, εφόσον αυτή συνέχιζε να εισπράττει κανονικά και χωρίς αντίρρηση τα ασφάλιστρα. Επομένως ο 4ος αναιρετικός λόγος για την εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι είναι και απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης νόμιμης βάσης πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστή ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 1004/2015).

Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο, το μεν έλαβε, το δε δεν έλαβε υπόψη του αυτοτελείς ισχυρισμούς που συνιστούν "πράγμα", τους οποίους είχε προτείνει νόμιμα και ήταν ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και ειδικότερα Α) έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προτάθηκε με το να δεχθεί, ότι η αναιρεσείουσα με την είσπραξη των ασφαλίστρων δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στους αναιρεσιβλήτους - αντισυμβαλλόμενους, ότι δεν θα ασκήσει το αναγωγικό της δικαίωμα εναντίον τους, υπολαμβάνοντας εμμέσως πλην σαφώς την άσκησή του ως καταχρηστική, αν και τέτοια ένσταση δεν είχαν υποβάλει οι αναιρεσίβλητοι σε κανένα βαθμό δικαιοδοσίας, Β) δεν έλαβε υπόψη του πράγμα, δηλαδή τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που είχε προταθεί σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά και ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν τις συνέπειες της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω έλλειψης άδειας οδήγησης και ειδικότερα, ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος οδηγός του ασφαλισμένου ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου αποπειράθηκε να εμφανίσει ως οδηγό τον γιο του, ο οποίος για το λόγο αυτό καταδικάστηκε για το αδίκημα της ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης, Γ) έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προτάθηκε από τους αναιρεσιβλήτους με το να δεχθεί, ότι η άδεια ικανότητας οδήγησης του αρχικού 1ου αναιρεσιβλήτου ανανεώθηκε μεταγενέστερα από το ατύχημα και Δ) δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που προτάθηκε από τον 1ο αναιρεσίβλητο οδηγό και ειδικότερα τη ρητή ομολογία του, ότι έληξε η άδεια οδήγησης στις 30-8-2004, αλλά ότι αυτός δεν επιθυμούσε να την ανανεώσει.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό του, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 8α' και β' ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί η ελεύθερη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας, που όμως εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Επικουρικά, πρέπει να απορριφθεί κατά τις εξής διακρίσεις: Α) η υπό στοιχείο Α' αιτίαση δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, αλλά επιχείρημα του Δικαστηρίου που άντλησε από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, εφόσον, ούτε η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε την καταβολή των ασφαλίστρων προς αυτήν από τον αρχικό 1ο αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε την ανεπιφύλακτη από αυτήν είσπραξη αυτών.

Β) Η υπό στοιχείο Β' αιτίαση δεν είναι επίσης πράγμα, αλλά επιχείρημα που αντλήθηκε από την ποινική δικογραφία, προς ενίσχυση της άποψης της αναιρεσείουσας περί της απαλλαγής της από την ασφαλιστική κάλυψη του αυτοκινήτου. Γ) Η υπό στοιχείο Γ' αιτίαση συνιστά επίσης επιχείρημα του Δικαστηρίου για την ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι ο αρχικός 1ος αναιρεσίβλητος είχε την ουσιαστική ικανότητα οδήγησης και για το λόγο αυτό ανανεώθηκε η άδεια μεταγενέστερα.

Δ) Τέλος, η Δ' αιτίαση πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, διότι η ομολογία συνιστά αποδεικτικό μέσο (άρθρο 339 ΚΠολΔ) και όχι πράγμα υπό την έννοια της 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1543/2017) και σε κάθε περίπτωση είναι αλυσιτελής, διότι δεν ασκεί νομική επιρροή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης. Όλως επικουρικά, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την δικαστική ομολογία του οδηγού, ότι η άδεια είχε λήξει στις 30-8-2004 και ότι δεν επιθυμούσε να την ανανεώσει λόγω του ατυχήματος, η οποία εμπεριέχεται στη σελίδα 7 του εφετηρίου, πλην όμως, αφού την αξιολόγησε κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, κρίνοντας ειδικότερα το Εφετείο, ότι, παρά τη λήξη της ισχύος της άδειας οδήγησης, ο οδηγός είχε ουσιαστική οδηγική ικανότητα και ότι η τυπική αυτή έλλειψη δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου.

Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 556/2003), όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων (ΑΠ 200/2018, ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 42/2014). Εξάλλου, παραμόρφωση κατά την έννοια της 559 αρ. 20 ΚΠολΔ υπάρχει επίσης και όταν το Δικαστήριο κατά την ανάγνωση εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου, δηλαδή, κρίσιμες, δυνάμενες να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.

Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το Δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 695/2008, ΑΠ 112/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι` αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 234/2014).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ` αυτόν με επίκληση έγγραφα.

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό, που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΑΠ 1465/2018, πρβλ. επίσης, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 9/2014).

Με τον 3ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εντύπου των Γενικών Όρων Ασφάλισης, που ανάγνωσε εσφαλμένα αποσπασματικά και ειδικότερα, ότι, αν και στον όρο 9 παρ. 6 του ασφαλιστηρίου αναφέρεται ρητά ότι η αναιρεσείουσα Ασφαλιστής δεν ευθύνεται και στην περίπτωση που η άδεια οδήγησης έληξε "έστω και αν ανανεώθηκε μετά το ατύχημα", όπως συνέβη στην ένδικη υπόθεση, εντούτοις το Εφετείο περιόρισε την κρίση του περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη μόνον στην περίπτωση που ο οδηγός δεν έχει άδεια ικανότητας οδήγησης παραβλέποντας το γεγονός, ότι την ίδια κύρωση (απαλλαγή του ασφαλιστή) επιφέρει ο συμβατικός όρος της λήξης της και ανανέωσης της άδειας εκ των υστέρων.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι στο ασφαλιστήριο εμπεριέχεται όρος σύμφωνα με τον οποίο αυτή απαλλάσσεται και σε περίπτωση που έληξε η άδεια οδήγησης "έστω και αν ανανεώθηκε μετά το ατύχημα", προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Ειδικότερα, από τη σελίδα 3 της αναγωγής και των κατ' έφεση προτάσεων της αναιρεσείουσας, που επισκοπούνται επιτρεπτά ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή εντόπιζε την παραβίαση του όρου του ασφαλιστηρίου μόνο στο ότι "αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες που προξενούνται από οδηγό που δεν κατέχει την προβλεπόμενη άδεια οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί", χωρίς δηλαδή να αναφέρει, ότι την ίδια κύρωση επιφέρει και η λήξη της άδειας οδήγησης, "έστω και αν ανανεώθηκε μετά το ατύχημα", όπως το πρώτον αναφέρει ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Ούτε αρκεί ο ισχυρισμός να συνάγεται έμμεσα από τις αποδείξεις. Άλλως, ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος, εφόσον δεν προσκομίστηκε το έντυπο των Γενικών Όρων για παραμόρφωση του οποίου αιτιάται η αναιρεσείουσα, ώστε να εκτιμηθεί τούτο από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 569/2018). Σε κάθε περίπτωση ο 3ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έντυπο των Γενικών Όρων Ασφάλισης, που ενσωματώθηκε στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα και ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές, το Εφετείο δέχτηκε ότι οι συμβαλλόμενοι, κατά την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης, σύμφωνα με την αληθή βούληση αυτών, απέβλεπαν στην ουσιαστική οδηγική ικανότητα του οδηγού, την οποία είχε ο 1ος αρχικός αναιρεσίβλητος, οδηγός του ΙΧΦ και ότι τούτο ενισχύεται από το γεγονός, ότι μεταγενέστερα ανακτήθηκε η άδεια οδήγησης.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των 1ης έως 4ου των καθών η κλήση, καθολικών κληρονόμων του αρχικού 1ου αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών. Αντίθετα, δεν θα επιδικασθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ της 2ης αναιρεσίβλητης, διότι η τελευταία λόγω της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε δικαστική δαπάνη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-9-2016 (αρ. κατ. 25/2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου,που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας τα δικαστικά έξοδα των 1ης έως 4ου των καθών η από 4-7-2018 κλήση, καθολικών κληρονόμων του αρχικού 1ου αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ