Legislator Case Law & Legislation
268/2015 AI generated

268/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 268/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 325/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/8/2013 αίτησή τους και τους από 14/7/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

268/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο αντίστοιχος των πρόσθετων λόγων με τον οποίο με πρόσχημα πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
reproduction and imitation of banknotes forgery of official marks euro banknotes production misuse of permits and plates banking documents banking policy
AI generated
254/2011
Περιορισμένη ευθύνη ανώνυμη εταιρεία με ν.δ 17-7/23-8-1923 – Πλαστογράφηση επιταγής και είσπραξή της – ευθύνη πληρώτριας τράπεζας – ανεπαρκής αιτιολογία για έλλειψη συνυπαιτιότητας της δικαιούχου εταιρίας, κατά την εποπτεία προστημένων υπαλλήλων της, που έχει τη διαχείριση της επιταγής που πλαστογραφήθηκε.
967/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
980/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
1443/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
666/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή και Γεώργιο Παπαγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 268 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 268/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. συζύγου Δ. Ν., το γένος Α. Κ., 2) Δ. Ν. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αντώνιο Καχριμάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Θεόδωρο Χρονόπουλο στο ακροατήριο, και κατέθεσαν προτάσεις δια του πρώτου.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πιτσούνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 325/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/8/2013 αίτησή τους και τους από 14/7/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 4/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων.

Ο παραστάς στο ακροατήριο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ.

ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι επί παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας, ο αδικηθείς δικαιούται να αξιώσει, πλην άλλων, χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο αδικηθείς που επιδιώκει, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από τον αδικοπραγήσαντα, επιδίκαση εύλογης, κατά την κρίση του δικαστηρίου, χρηματικής ικανοποιήσεως, οφείλει, για να είναι ορισμένη η αγωγή του ως προς την έννοια της "εύλογης" χρηματικής ικανοποιήσεως, να εκθέτει τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής του, τη βαρύτητα και την έκταση της βλάβης, το βαθμό της προσβολής της προσωπικότητάς του, το βαθμό του πταίσματος του υπαιτίου και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, χωρίς να αναφέρεται αναγκαίως και σε τι συνίσταται η κατάσταση αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εκθέτει, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής: Ότι, η πρώτη αναιρεσείουσα κατέθεσε στις 3-2-1999 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αμαλιάδας την από 13-1-1999 μήνυσή της, στρεφόμενη, μεταξύ άλλων προσώπων, και εναντίον του, με την οποία τον κατεμήνυσε ψευδώς ότι διέπραξε, υπό την ιδιότητά του ως Υποδιευθυντής του Καταστήματος Αμαλιάδας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το όφελος που υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές, επιδιώκοντας να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτό, καίτοι γνώριζε την αναλήθεια των καταγγελομένων με τη μήνυση αυτή.

Ότι η ίδια αναιρεσείουσα με την κατάθεση της ψευδούς αυτής μηνύσεως, εν γνώσει της αναληθείας των αναγραφομένων σ' αυτήν, έθεσε την αξιοπρέπειά του υπό αμφισβήτηση ενώπιον των δικηγόρων, γραμματέων του Εισαγγελέα και των λοιπών προσώπων που έλαβαν γνώση της μηνύσεως και ως εκ τούτου υπέστη σημαντική ηθική βλάβη από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το συκοφαντικό περιεχόμενο της μηνύσεως, όπως αυτό ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή.

Ότι στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας που επακολούθησε, οι αναιρεσείοντες εξετάσθηκαν ενόρκως ως μάρτυρες και με τις ψευδείς, εν γνώσει της αναληθείας καταθέσεις τους, επιβεβαίωσαν το περιεχόμενο της ψευδούς κατά το περιεχόμενο μηνύσεως της πρώτης αναιρεσείουσας και ότι συνενεπεία των παράνομων και υπαίτιων ενεργειών αυτών, οι οποίες έγιναν ευρέως γνωστές και στον κοινωνικό και επαγγελματικό κύκλο αυτού (ενάγοντος), προσβλήθηκε η προσωπικότητά του, καθώς παρουσιάσθηκε με τους ψευδείς ισχυρισμούς τους, εν γνώσει της αναληθείας αυτών, ως άτομο μειωμένης ηθικής υπόληψης που διαπράττει αξιόποινες πράξεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, λόγω δε της παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του από τους αναιρεσείοντες υπέστη ηθική βλάβη, εξόχως σημαντική, καθόσον οι άνω ενέργειες των αναιρεσειόντων του δημιούργησαν βαρύτατο ψυχικό κλονισμό και ψυχικό άλγος και των καταρράκωσαν ηθικά, ώστε να δικαιούται συνεπεία αυτής εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, η οποία πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των 200.000 ευρώ, για καθένα των αναιρεσειόντων, το οποίο είναι εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των άνω συνθηκών, υπό τις οποίες τελέστηκε κατ' εξακολούθηση και με ενορχηστρωμένες ενέργειες η παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων, της εγκληματικής ενέργειας που με επιμονή και μένος επένδυσαν, των εν γένει συνθηκών της ζωής του και της δημοσιότητας που έλαβαν οι κατ' επανάληψη προσβολές.

Ζητεί δε κατόπιν αυτών, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν να του καταβάλουν νομιμοτόκως, για την παραπάνω αιτία, το ποσό των 200.000 ευρώ ο καθένας. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημά της, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχονται σ' αυτήν τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν την επίδικη αξίωση του ενάγοντος κατά των εναγομένων (αναιρεσειόντων) από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρονται επιπλέον στο δικόγραφό της περισσότερα προσδιοριστικά στοιχεία, βάσει των οποίων θα καθοριστεί το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, όπως η περιουσιακή κατάσταση των μερών, διότι το στοιχείο αυτό δεν είναι ίδιον και αυτοτέλές, αλλά βοηθητικό και δύναται να προκύψει από τις αποδείξεις.

Επομένως το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν παρέληψε παρά τον νόμο να κηρύξει αυτήν απαράδεκτη, λόγω ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας της και συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, σε κάθε μειωτική επέμβαση της προσωπικότητας από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτόμενου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι, είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως της προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρο 914 ΑΚ). Προσβολή προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της προβλεπόμενης από το άρθρο 229 παρ. 1 Π.Κ.

αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και να απέβλεπε με αυτή την κίνηση ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του αναληθώς εγκαλούντος.

Ακόμη, σε περίπτωση ψευδορκίας μάρτυρα (άρθρο 224 παρ. 1 και 2 Π.Κ.) σε πολιτική ή ποινική δίκη, αυτός που επηρεάζεται άμεσα από την ψευδή κατάθεση, έχει το δικαίωμα να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ. Τέλος, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από τις ποινικά κολάσιμες πράξεις, της εξύβρισης, απλής δυσφήμησης ή συκοφαντικής δυσφήμησης που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:

α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο.

Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ.

α’-δ’ ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ’ και δ’). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος(ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως , ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 109/2012, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 532/2011).

Εξ ετέρου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα: «Στις 3-2-1999 η πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα) κατέθεσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αμαλιάδας την από 13-1-1999 μήνυση στρεφόμενη κατά του ενάγοντος Β.

Γ. (ήδη αναιρεσίβλητου), τέως Υποδιευθυντή του καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην …, του Ξ. Μ. και κατά τρίτων αγνώστων δραστών. Στη μήνυση αυτή, μεταξύ άλλων, η πρώτη εναγομένη ιστορούσε τα ακόλουθα: "... από τη μελέτη που (προσφάτως) κάναμε (εννοεί τις .../4/23-2-1987, .../2/5-3-1987, .../3/1-9-1987 και .../4/23-9-1987 συμβάσεις αυξήσεως πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού που καταρτίστηκαν μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας "Α.

Χ. Κ. Α.Ε." και της Εθνικής Τράπεζας, στις οποίες έχει συμβληθεί ως εγγυητής και ο Α. Κ.) διαπιστώσαμε ότι σε κανένα από αυτά τα έγγραφα η υπογραφή που υπάρχει και αποδίδεται στον Α. Κ. ως δήθεν εγγυητή, δεν του ανήκει και όλες οι φερόμενες ως υπογραφές του Α. Κ. είναι πλαστογραφημένες, η δε υπογραφή του έχει τεθεί και με διαφορετικό στυλό.

Ως λοιπόν προκύπτει εκ των ανωτέρω όλα τα έγγραφα είναι παραποιημένα και έχουν προστεθεί εκ των υστέρων τα στοιχεία και η υπογραφή του Α. Κ..... Στις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις (συμβάσεις αυξήσεως πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού) υπάρχουν και οι υπογραφές των μηνυομένων Ξ. Μ., διευθυντή του Καταστήματος και Β.

Γ., υποδιευθυντή του Καταστήματος και συνεπώς η πλαστογραφία έγινε είτε από αυτούς τους ίδιους, είτε τον Χ. Κ., τον οποίο επισκέφθηκαν στο σπίτι του λίγο καιρό μετά το ατύχημα (στο σταφιδοεργοστάσιο της πιστούχου που έγινε στις 2-9-1988), είτε από τρίτο σαφώς εν γνώσει τους με την ηθική αυτουργία ή την άμεση συνέργειά τους ... .

Οι υπάλληλοι της Τράπεζας (εννοεί τους μηνυόμενους) είχαν άλλωστε και προσωπικό συμφέρον προς τούτο αφού, εάν έδειχναν ότι οι απαιτήσεις της Τράπεζας είναι πιο καλά εξασφαλισμένες και, συνεπώς, η όλη πορεία και εικόνα της Τράπεζας καλύτερη, προφανώς αυτό θα είχε καλή επίπτωση στη μισθολογική και βαθμολογική τους εξέλιξη, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα ... .

Το 1991 και το 1993 έγινε χρήση των πλαστών, την οποία είχαν σχεδιάσει και σκόπευαν να κάνουν οι δύο πρώτοι μηνυόμενοι και με εντολή του νέου Διευθυντή, ο οποίος δεν μπορώ να είμαι βεβαία εάν γνώριζε τότε την πλαστότητα, χρησιμοποιήθηκαν τα πλαστά και εξεδόθησαν οι ως άνω μνημονευόμενες διαταγές πληρωμής (εννοεί τις 193/1991 και 25/1993 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που εκδόθηκαν με βάση τα παραπάνω έγγραφα), εξαπατηθέντος του Δικαστηρίου, αφού εχρησιμοποιήθηκαν για την έκδοση των διαταγών πληρωμής τ' ανωτέρω καταγγελόμενα ως πλαστά έγγραφα.

Στη συνέχεια και προφανώς με εντολή του Διευθυντή του Καταστήματος της Τράπεζας έγινε χρήση της με απατηλά μέσα κτηθείσης ως άνω διαταγής πληρωμής και δυνάμει αυτού του προϊόντος εγκλήματος και του υπολοίπου του χρέους, αφού ήδη έχει εκπλειστηριαστεί ακίνητο της εταιρείας (πιστούχου) στο κέντρο της πόλεως (…) ενεγράφη υποθήκη επί της ακινήτου ατομικής περιουσίας μου (όχι κληρονομιαίας) με ζημία άνω των 50.000.000 δραχμών.

Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω οι δύο μηνυόμενοι έχουν διαπράξει σε βάρος του Α. Κ. και κατ' επέκταση σε βάρος εμού και των συγγενών μου ως κληρονόμων το αδίκημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση τελούμενο από δράστες που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλους περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπεύοντας να βλάψουν άλλον, το δε αντικείμενο της πλαστογραφίας υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, κατά παράβαση του άρθρου 216 παρ. 1, 3 Π.Κ., καθώς επίσης και το αδίκημα της χρήσης πλαστού κατ' εξακολούθηση από δράστες που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλους περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπεύοντας να βλάψουν άλλον, το δε αντικείμενο του πλαστού υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, με σκοπούμενη και τελικώς επιτευχθείσα βλάβη ποσού ύψους άνω των 25.000.000 δραχμών, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 216 παρ. 2, 3 Π.Κ. ...".

Το περιεχόμενο της ως άνω μήνυσης η πρώτη εναγομένη βεβαίωσε ενόρκως ως αληθινό ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αμαλιάδας, ενώ από το περιεχόμενο της μηνύσεως και το αιτητικό αυτής προκύπτει σαφώς ότι ως δράστες των καταγγελομένων πράξεων η πρώτη εναγομένη θεωρούσε και τους Ξ. Μ. και Β. Γ. (ενάγοντα).

Κατά των μηνυομένων ασκήθηκε, μετά την παραπάνω μήνυση, ποινική δίωξη για την κακουργηματική πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση με σκοπό το όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης από τον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Αμαλιάδας.

Στα πλαίσια της κύριας ανάκρισης που διενεργήθηκε με την υποβολή της παραπάνω μήνυσης εξετάσθηκαν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον του Ανακριτή Αμαλιάδας, μεταξύ άλλων, η πρώτη εναγομένη και ο δεύτερος εναγόμενος σύζυγός της (δεύτερος των αναιρεσειόντων), επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο της παραπάνω μήνυσης.

Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη στις 27-4-2001 κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ήτοι "... Ο πατέρας μου Α. Κ. μετά τα μέσα 1986 που αρρώστησε σοβαρά αποσύρθηκε από την επιχείρηση και παραχώρησε αυτή στον αδελφό μου Χ.. Για τις υπογραφές που φέρεται ότι έχει θέσει ο πατέρας μου το έτος 1987 στις πρόσθετες αυξητικές πράξεις αλληλόχρεου λογαριασμού, που διατηρούσε η επιχείρηση στην Εθνική Τράπεζα Αμαλιάδας, ως εγγυητής, είμαι σίγουρη ότι δεν τις έθεσε αυτός, πρώτον γιατί δεν έβαζε ποτέ την υπογραφή του ως εγγυητής και αυτό ήταν αρχή του και δεύτερον γιατί είχε αποσυρθεί από την επιχείρηση και εξαιτίας της ασθένειάς του είχε καταπέσει και δεν επισκέπτετο καθόλου το εργοστάσιο, αφού από την οικία του στο … εξήρχετο μόνο για να μεταβεί στο Νοσοκομείο.

Τις υπογραφές αυτές στις ανωτέρω συμβάσεις είναι πολύ πιθανό να τις έθεσε ο αδελφός μου χωρίς να έχει εξουσιοδότηση του πατέρα μου, ύστερα από πίεση και εν γνώσει των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας Ξ. Μ. και Β. Γ., αυτό το λέγω διότι τις ημέρες μετά το ατύχημα που έγινε στο εργοστάσιο (2-9-1988) και ενώ φιλοξενούσα τον άρρωστο αδελφό μου στο σπίτι μου στην … ...

ήλθαν στο σπίτι μου οι Ξ. Μ. και Β. Γ. από την Εθνική Τράπεζα … ... . Κατά την ανωτέρω επίσκεψή τους οι υπάλληλοι της Εθνικής Τράπεζας κράταγαν φακέλους με χαρτιά στα χέρια τους. Πιθανολογώ, ότι έπεισαν τον αδελφό μου να θέσει τις ανωτέρω υπογραφές για λογαριασμό του πατέρα μου ως εγγυητή. Μετά το επεισόδιο του ατυχήματος στο εργοστάσιο είχε κλείσει αυτό για κάποιο χρονικό διάστημα με απόφαση του Νομάρχη ...

και αυτός ήταν ο λόγος πιστεύω που ήθελαν οι ανωτέρω υπάλληλοι της Τράπεζας να εξασφαλίσουν περισσότερες εγγυήσεις για τα χρήματα που είχαν χορηγήσει στην επιχείρηση του αδελφού μου ... Είμαι βεβαία ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι της Εθνικής Τράπεζας μετά από τότε που αρρώστησε ο πατέρας μου δεν συναντήθηκαν ποτέ μαζί του και επομένως ο πατέρας μου ουδέποτε έθεσε την υπογραφή του στις ειδικές συμβάσεις.

Αυτό δεν το εγνώριζαν ...". Εξάλλου, ο δεύτερος εναγόμενος στις 5-4-2001 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του ίδιου Ανακριτή κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Τον Απρίλιο του 1986 ο Α. Κ. επειδή έπασχε από σοβαρότατη ασθένεια (καρκίνο) μετέτρεψε σε ανώνυμη εταιρεία την επιχείρηση στην οποία προίστατο και απεσύρθη ...

Έκτοτε και μέχρι το θάνατό του το 1989 απεσύρθη στο κτήμα του στο ... και δεν ασχολήθηκε καθόλου με την εταιρεία ... . Αυτές οι υπογραφές που φαίνεται ότι έχει βάλει ο Α. Κ. το 1987 στις πρόσθετες αυξητικές πράξεις αλληλόχρεου λογαριασμού που διατηρούσε η επιχείρηση στη Εθνική Τράπεζα …, δεν τέθηκαν από τον Α. Κ.

αλλά το πιθανότερο είναι να τις έβαλε ο γιος του Χ. Κ. μετά το ατύχημα στο εργοστάσιο στις 2-9-1988, ύστερα από πιέσεις που εδέχθη από τους διευθυντές της Εθνικής Τράπεζας … ... . Περίπου 20 ημέρες μετά το ατύχημα (2-9-1988) ένα πρωϊνό ήλθαν στο σπίτι μου στην … δίπλα από την Εθνική Τράπεζα, οι Ξ. Μ. και Β. Γ. και συναντήθηκαν εκεί με τον Χ.

Κ. που είχε επιστρέψει από τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο. Το ανωτέρω περιστατικό το αναφέρω γιατί με ειδοποίησε η γυναίκα μου τηλεφωνικώς και μου είπε ότι παρέμειναν περίπου μία ώρα και συζητούσαν πάνω σε ανοικτά χαρτιά. Όταν μετά ρώτησα το Χ. Κ. τι ήθελαν μου απάντησε "άφησε μην το συζητάς, δεν ξέρεις, αυτοί δεν έρχονται για καλό".

Από τα ανωτέρω υποθέτω ότι σε εκείνη τη συνάντηση ετέθησαν από τον Χ. Κ. οι υπογραφές στα επίδικα έγγραφα. Εκ των υστέρων έμαθα ότι ο Χ. Κ. εξασκείτο στην απομίμηση της υπογραφής του πατέρα του, ακριβώς για το λόγο ότι ο πατέρας του είναι πολύ δύσκολος στην υπογραφή ...". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Α. Κ., πατέρας της πρώτης εναγομένης και πεθερός του δεύτερου εναγόμενου, διατηρούσε στην … ατομική επιχείρηση επεξεργασίας και εξαγωγής σταφίδας, η οποία κατά το έτος 1986 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Α.

Χ. Κ.-Αγροτική-Βιομηχανική-Οικοδομική-Τουριστική-Μεταφορική και Εμπορική Ανώνυμος Εταιρεία". Στις αρχές του έτους 1987, οπότε προέκυψε ανάγκη χρηματοδότησης της ως άνω νεοσύστατης εταιρίας, η τελευταία συνεργάστηκε για τη χρηματοδότησή της με το Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, του οποίου τότε Διευθυντής ήταν ο Ξ.

Μ. και Υποδιευθυντής ο ενάγων. Έτσι, στις 7-1-1987 στην … η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, νομίμως εκπροσωπούμενη από τους ανωτέρω υπαλλήλους της, Διευθυντή και Υποδιευθυντή, αντίστοιχα, του Υποκαταστήματός της στην …, κατάρτισε με την παραπάνω ανώνυμη εταιρία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Χ. Κ., αντιπρόεδρο του Δ.Σ.

και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, υιό του ιδρυτή της, την …/7-1-1987 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δυνάμει της οποίας η πιστώτρια Τράπεζα χορήγησε στην πιστούχο ανώνυμη εταιρία πίστωση μέχρι του ποσού των 10.000.000 δραχμών. Στη σύμβαση αυτή συμβλήθηκαν ως εγγυητές οι Α. Κ. και Χ. Κ., οι οποίοι εγγυήθηκαν προς την πιστώτρια Τράπεζα την καταβολή του καταλοίπου που θα προέκυπτε από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού που την εξυπηρετούσε.

Η σύμβαση αυτή και η γνησιότητα της υπογραφής του Α. Κ. σ' αυτήν δεν αμφισβητήθηκε από την θυγατέρα του πρώτη εναγομένη. Στη συνέχεια και για τις ανάγκες χρηματοδότησης της άνω ανώνυμης εταιρίας καταρτίσθηκαν ανάμεσα στους παραπάνω συμβαλλομένους και με τις ίδιες ιδιότητες τέσσερις (4) πρόσθετες πράξεις αύξησης του πιστωτικού ορίου.

Ειδικότερα το πιστωτικό όριο αυξήθηκε: α) κατά 20.000.000 δραχμές με την …/1/13-2-1987 πράξη, β) κατά 20.000.000 δραχμές με την …/2/5-3-1987 πράξη, γ) κατά 50.000.000 δραχμές με την …/3/1-9-1987 πράξη και δ) κατά 50.000.000 δραχμές με την …/4/23-9-1987 πράξη. Στις 2-9-1988 στο εργοστάσιο της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας συνέβη σοβαρό εργατικό ατύχημα, κατά το οποίο σκοτώθηκαν τρεις εργαζόμενοι και τραυματίσθηκε σοβαρά ο νόμιμος εκπρόσωπός της Χ.

Κ., ο οποίος τελικά απεβίωσε στις 19-4-1989. Προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 31-3-1989 απεβίωσε και ο Α. Κ., ο οποίος, παρότι έπασχε από καρκίνο του παχέος εντέρου και η υγεία του ήταν κλονισμένη από το έτος 1986, είχε ενεργή συμμετοχή στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων. Αμέσως μετά το παραπάνω εργατικό ατύχημα, η Εθνική Τράπεζα, για το λόγο ότι υπήρχε κίνδυνος να χάσει τα κεφάλαια, με τα οποία είχε χρηματοδοτήσει την ανώνυμη εταιρία στα πλαίσια της προαναφερθείσης συμβάσεως και των προσθέτων πράξεων αυξήσεως του πιστωτικού ορίου, ζήτησε με την από 5-9-1988 αίτησή της να εγγραφούν προσημειώσεις υποθήκης σε ακίνητα της ανώνυμης εταιρίας και των εγγυητών, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Α.

Κ.. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την 225/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής ο εκ των καθών Α. Κ. εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κότσιφα, ο οποίος δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα των υπογραφών του πελάτη του, ο οποίος γνώριζε ότι η αίτηση της Εθνικής Τράπεζας στρεφόταν και κατ' αυτού επειδή είχε την ιδιότητα του εγγυητή τόσο στην αρχική σύμβαση όσο και στις πρόσθετες πράξεις αύξησης του πιστωτικού ορίου.

Μετά από όμοια αίτηση της Εθνικής Τράπεζας, η οποία επίσης έγινε δεκτή με την 226/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και σε άλλο ακίνητο του Α. Κ. για την ίδια αιτία. Αργότερα, η Εθνική Τράπεζα, με βάση την ίδια αιτία, ζήτησε και πέτυχε από το ίδιο Δικαστήριο την έκδοση των 193/1991 και 25/1993 διαταγών πληρωμής σε βάρος της πρώτης εναγομένης ως κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 31-3-1989 πατέρα της Α.

Κ.. Κατά της 193/1991 διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να καταβάλει το ποσό των 8.996.870 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων, δεν ασκήθηκε από αυτήν κανένα ένδικο μέσο. Κατά της 25/1993 διαταγής πληρωμής άσκησε αυτή την από 12-4-1993 ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη τόσο από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας με την 37/1997 απόφασή του, όσο και από το Εφετείο Πατρών με την 511/1998 απόφασή του.

Όμοια εξέλιξη είχε και η αντίστοιχη ανακοπή της αδελφής της Ζ. Κ.-Π.. Έτσι, με βάση την 193/1991 διαταγή πληρωμής η Εθνική Τράπεζα ενέγραψε στις 24-3-1998 υποθήκη σε ακίνητα τόσο της πρώτης εναγομένης όσο και της αδελφής της Ζ. Κ.-Π.. Σε όλες τις προαναφερθείσες δίκες που έγιναν διαδοχικά επί σειρά ετών, τόσο η πρώτη εναγομένη και η αδελφή της Ζ.

Κ.- Π., όσο και οι λοιποί κληρονόμοι του Α. Κ. δεν προέβαλαν ποτέ τον ισχυρισμό ότι οι προαναφερθείσες πρόσθετες πράξεις αύξησης του πιστωτικού ορίου δεν έφεραν τη γνήσια υπογραφή του Α. Κ. και ότι οι υπογραφές του σ' αυτές ήταν πλαστές, δηλαδή δεν είχαν τεθεί από τον ίδιο ή μετά από εντολή του. Αυτό έγινε για πρώτη φορά με την από 13-1-1999 μήνυση της πρώτης εναγομένης, με την οποία αυτή υποστήριξε ότι η υπογραφή του πατέρα της επί των ως άνω συμβάσεων είναι πλαστή και τέθηκε από τους Ξ.

Μ. και Β. Γ. (ενάγοντα), Διευθυντή και Υποδιευθυντή, αντίστοιχα, του Καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στην …, ισχυρισμός που όμως δεν αποδείχθηκε βάσιμος, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, τις επίδικες υπογραφές στις πρόσθετες πράξεις αύξησης του αρχικού πιστωτικού ορίου (τις φερόμενες ως πλαστές) δεν τις αμφισβήτησε ούτε ο ίδιος ο πατέρας της Α.

Κ. στην ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η 225/1988 απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητά του, καθώς επίσης δεν τις αμφισβήτησε ως πλαστές ούτε η ίδια η πρώτη εναγομένη, ούτε η αδελφή της Ζ. Κ.-Π., ούτε κάποιος άλλος κληρονόμος του πατέρα της πρώτης εναγομένης Α.

Κ., σε όλες τις προαναφερθείσες δίκες που έγιναν επί σειρά ετών (επί μία δεκαετία). Εκτός αυτού, το αβάσιμο του ισχυρισμού της πρώτης εναγομένης περί πλαστότητας των προαναφερθεισών υπογραφών σαφώς αποδείχθηκε και από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Λ. Α.-Α., που διενεργήθηκε με επιμέλεια των τότε κατηγορουμένων Β.

Γ. και Ξ. Μ., κατά την οποία "οι επίμαχες υπογραφές είναι γνήσιες, χαραγμένες από τον Α. Κ.", ενώ η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Ι. Δ., που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την 22/2001 διάταξη του Ανακριτή Αμαλιάδας, η οποία δεν θεωρεί τις φερόμενες ως πλαστές υπογραφές έργο των τότε κατηγορουμένων, αλλά τις θεωρεί έργο τρίτου προσώπου και όχι του Α.

Κ., είναι επισφαλής στο συμπέρασμά της, αφού ο ανωτέρω γραφολόγος για καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό έλαβε υπόψη του ως συγκριτικό στοιχείο μόνο μία υπογραφή του Α. Κ. σε συμβόλαιο του έτους 1976, δηλαδή υπογραφή που απείχε πολλά έτη από τις επίδικες. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι όλα τα ανωτέρω γεγονότα που διέλαβε η πρώτη εναγομένη στη μήνυσή της σε βάρος του ενάγοντος ήταν ψευδή, αφού αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω τέσσερις υπογραφές στις επίμαχες συμβάσεις είναι έργο αποκλειστικά του Α.

Κ. και δεν είναι καθόλου προϊόν άμεσης ή έμμεσης εγκληματικής δράσης του ενάγοντος και του ετέρου υπαλλήλου της Τράπεζας Ξ. Μ.. Ωστόσο, η πρώτη εναγομένη άσκησε την παραπάνω μήνυση και κατά του ενάγοντος για να αποφευχθεί η ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων της Τράπεζας σε βάρος της, καταμηνύοντας τον ενάγοντα για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, καίτοι γνώριζε την αναλήθεια των καταγγελομένων με τη μήνυση αυτή με προφανή σκοπό την καταφρόνηση και επαγγελματική απαξίωση του ενάγοντος.

Τα γεγονότα αυτά εξ άλλου ήταν ικανά, αντικειμενικώς ερευνώμενα, να βλάψουν και έβλαψαν πράγματι την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, εφόσον η πρώτη εναγομένη με την κατάθεση της ψευδούς αυτής μηνύσεως, εν γνώσει της αναληθείας των αναφερομένων σ' αυτήν, έθεσε την αξιοπρέπειά του υπό αμφισβήτηση ενώπιον του Εισαγγελέα, του Ανακριτή, των γραμματέων, των δικηγόρων, των μαρτύρων και των λοιπών προσώπων που έλαβαν γνώση της μηνύσεως, καθώς και στον κοινωνικό και επαγγελματικό του περίγυρο, στον οποίο έγιναν γνωστές οι ψευδείς καταγγελίες.

Περαιτέρω, η πρώτη και ο δεύτερος από τους εναγόμενους, με τις προαναφερθείσες ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Ανακριτή Αμαλιάδας, ο οποίος διενήργησε κυρία ανάκριση επί της παραπάνω μηνύσεως, με τις οποίες βεβαίωσαν ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο των μηνύσεων, με τη διευκρίνιση ειδικότερα ότι οι επίμαχες υπογραφές τέθηκαν από τον Χ.

Κ. ύστερα από πιέσεις που ασκήθηκαν σ' αυτόν από τον ενάγοντα και τον Ξ. Μ., θεωρώντας έτσι ότι οι επίμαχες υπογραφές είναι προϊόν έμμεσης δικής τους εγκληματικής δράσης, κατέθεσαν ψευδή περιστατικά σε βάρος του ενάγοντος, εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, τα γεγονότα δε αυτά που περιήλθαν σε γνώση τρίτων (Εισαγγελέα, Ανακριτή, γραμματέων, δικηγόρων, δικαστών κλπ) ήταν ικανά να βλάψουν και έβλαψαν πράγματι την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αφού εμφάνισαν αυτόν ως άτομο στερούμενο ηθικής προσωπικότητας που μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

Σημειωτέον, ότι επί της παραπάνω μηνύσεως εκδόθηκε το 32/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αμαλιάδας, με το οποίο το Συμβούλιο αυτό έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για τις δύο μερικότερες πράξεις πλαστογραφίας, εκ των οποίων η ωφέλεια που φερόταν ότι προκλήθηκε ήταν μικρότερη των 75.000 ευρώ (25.000.000 δραχμές), κρίνοντας ότι οι πράξεις αυτές έχουν χαρακτήρα πλημμελήματος και αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του ενάγοντος και του συγκατηγορουμένου του Ξ.

Μ. για τις δύο άλλες μερικότερες πράξεις πλαστογραφίας, εκ των οποίων η ωφέλεια που φερόταν ότι προκλήθηκε, ήταν μεγαλύτερη των 75.000 ευρώ (25.000.000 δραχμές), κρίνοντας ότι οι πράξεις αυτές έχουν χαρακτήρα κακουργήματος. Με το 141/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών απορρίφθηκε ή έφεση της πρώτης εναγομένης, ως πολιτικώς ενάγουσας, κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα, ενώ η ασκηθείσα κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος αίτηση αναίρεσης εκ μέρους της πολιτικώς ενάγουσας απορρίφθηκε με το 1308/2003 βούλευμα του Αρείου Πάγου.

Στην παραπάνω δε κρίση του Δικαστηρίου δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι με τις 269 και 270/22-2-2005/7-3-2005 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι κηρύχθηκαν αθώοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα, για έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου αυτών, και κηρύχθηκε ένοχη η πρώτη εναγομένη για το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης της με τη μήνυση αυτή, για τη θεμελίωση του οποίου επικαλείται άσκηση νομίμου καθήκοντος, δηλαδή της καταμήνυσης αξιόποινης πράξης που υπέπεσε στην αντίληψή της, προστασία του δικαιώματος υπεράσπισής της απέναντι στην καταδίωξή της για ανύπαρκτα χρέη του πατέρα της λόγω πλαστογραφίας των υπογραφών του και δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, εφόσον αποδείχθηκε ότι τα καταγγελόμενα με τη μήνυση σε βάρος του ενάγοντος ήταν ψευδή και η εναγομένη το γνώριζε και στην περίπτωση αυτή οι κρίσεις και εκδηλώσεις της πρώτης εναγομένης ότι "...

ο ενάγων έχει διαπράξει σε βάρος του Α. Κ. και κατ' επέκταση εμού και των συγγενών μου, ως κληρονόμων, το τελούμενο αδίκημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση τελούμενο από δράστες που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος ..." περιείχαν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 Π.Κ.

και, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 367 Π.Κ., δεν εφαρμόζεται η προηγούμενη διάταξη περί άρσεως του αδίκου, κατά παραδοχή ως βάσιμης και κατ' ουσίαν της εκ του άρθρου 367 παρ. 2 αντένστασης του ενάγοντος. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν κρίνεται και ο έτερος ισχυρισμός των εναγομένων περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων έλαβε γνώση των επιζήμιων συνεπειών των αδικοπραξιών των εναγομένων και των υπόχρεων σε αποζημίωσή του στις 4-7-2001, οπότε κλήθηκε από τον Ανακριτή σε απολογία με την καταγγελθείσα με τη μήνυση ως άνω αξιόποινη πράξη και έλαβε γνώση της σχετικής δικογραφίας, έκτοτε δε και μέχρι τις 3-7-2006 που κοινοποιήθηκε η ένδικη αγωγή στους δύο πρώτους εναγόμενους (βλ. 2398 και 2399/3-7-2006 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αμαλιάδας ...) δεν παρήλθε πενταετία και ως εκ τούτου η ένδικη αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος για την ηθική βλάβη από τις αδικοπραξίες των εναγομένων δε υπέκυψε στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός των δύο πρώτων εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο γιατί τα επικαλούμενα περιστατικά προς θεμελίωσή του ότι α) η άσκηση της κρινομένης αγωγής αποσκοπεί στον πλουτισμό του ενάγοντος και στην προσβολή της τιμής και υπόληψής του, και β) ο ενάγων ανέμενε την ευνοϊκή γι' αυτόν εξέλιξη της ποινικής υποθέσεως σε βάρος του πριν ασκήσει την ένδικη αγωγή του, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της παρούσας αστικής φύσεως αξιώσεως του τελευταίου, το δε επικαλούμενο περιστατικό ότι ο ενάγων θα μπορούσε να έχει αποφύγει την καταμήνυσή του εάν τους είχε ανακοινώσει ότι οι υπογραφές του Α.

Κ. στις επίμαχες συμβάσεις ήταν πλαστές, ενώ αντίθετα με τον ισχυρισμό του ότι είναι γνήσιες προκάλεσε την καταμήνυσή του, αποτελεί άρνηση της αγωγής και δεν μπορεί να θεμελιώσει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, η οποία προϋποθέτει πως ο εναγόμενος αποδέχεται την ύπαρξη του δικαιώματος, πλην όμως επικαλείται λόγο για τον οποίο αυτό καθίσταται ανενεργό ...

Τέλος, από τις προαναφερθείσες αδικοπραξίες των άνω εναγομένων, που συνιστούν τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 παρ. 1 Π.Κ.), της ψευδορκίας μάρτυρα (άρθρο 224 παρ. 2-1 Π.Κ.) και της συκοφαντικής δυσφήμισης (άρθρο 363-362 Π.Κ.), ο ενάγων προσβλήθηκε παράνομα στην προσωπικότητά του και, συνεπώς, υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.

Το ύψος αυτής, με βάση το είδος και τη βαρύτητα των αδικοπραξιών, τις συνθήκες τέλεσής τους, την υπαιτιότητα των εναγομένων, τη δημοσιότητα της προσβολής και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, ανέρχεται στο ποσό των 20.000 ευρώ από κάθε εναγόμενο, το οποίο κρίνεται εύλογο». Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της εφέσεως των αναιρεσειόντων εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μόνον όμως κατά το μέρος που επιδικάσθηκαν μ' αυτήν στους αναιρεσείοντες μεγαλύτερα ποσά των προαναφερθέντων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε ότι καθένας των αναιρεσειόντων οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο νομιμοτόκως το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για την παραπάνω αιτία.

Έτσι που έκρινε και μ' αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932, 381 του ΑΚ και 229 παρ.1, 224 παρ. 2-1, 361, 362, 363 και 367 ΠΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δέχεται το Εφετείο, αναφορικά με την γνώση της αναλήθειας των γεγονότων που περιελήφθησαν στη μήνυση και τις ένορκες καταθέσεις των αναιρεσειόντων "ότι όλα τα ανωτέρω γεγονότα που διέλαβε η πρώτη εναγομένη στη μήνυσή της σε βάρος του ενάγοντος ήταν ψευδή, αφού αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω τέσσερις υπογραφές στις επίμαχες συμβάσεις είναι έργο αποκλειστικά του Α.

Κ. και δεν είναι καθόλου προϊόν άμεσης ή έμμεσης εγκληματικής δράσης του ενάγοντος και του ετέρου υπαλλήλου της Τράπεζας Ξ. Μ., η πρώτη δε εναγομένη άσκησε την παραπάνω μήνυση και κατά του ενάγοντος για να αποφευχθεί η ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων της Τράπεζας σε βάρος της, καταμηνύοντας τον ενάγοντα για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, καίτοι γνώριζε την αναλήθεια των καταγγελομένων με τη μήνυση αυτή με προφανή σκοπό την καταφρόνηση και επαγγελματική απαξίωση του ενάγοντος, τα γεγονότα δε αυτά ήταν ικανά, αντικειμενικώς ερευνώμενα, να βλάψουν και έβλαψαν πράγματι την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, εφόσον η πρώτη εναγομένη με την κατάθεση της ψευδούς αυτής μηνύσεως, εν γνώσει της αναληθείας των αναφερομένων σ' αυτήν, έθεσε την αξιοπρέπειά του υπό αμφισβήτηση ενώπιον του Εισαγγελέα, του Ανακριτή, των γραμματέων, των δικηγόρων, των μαρτύρων και των λοιπών προσώπων που έλαβαν γνώση της μηνύσεως, καθώς και στον κοινωνικό και επαγγελματικό του περίγυρο, στον οποίο έγιναν γνωστές οι ψευδείς καταγγελίες".

Ωστόσο με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον αντίστοιχο των πρόσθετων λόγων, από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση οι πλημμέλειες: α) ότι στην αρχική σύμβαση κατάρτισης της συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, η εταιρία εκπροσωπήθηκε από τον Αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής Χ.

Κ. και ότι ο Α. Κ., ως Πρόεδρος του ΔΣ της εταιρίας, παρά την ασθένεια του, εξακολουθούσε να έχει ενεργή συμμετοχή στην διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, ώστε να δημιουργείται αντίφαση ως προς το αμφισβητούμενο γεγονός, αν οι υπογραφές του Α. Κ. στις αυξητικές συμβάσεις ήταν γνήσιες και δεν τέθηκαν από τρίτο πρόσωπο, β) ότι υφίσταται ασαφής και αντιφατική αιτιολόγησης της αναιρεσιβαλλομένης, κατά την οποία, στις δίκες επί των οποίων εκδόθηκαν οι 225/1988 και 226/1988 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, κατά τις οποίες ο Α.

Κ. εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κότσιφα, δεν προεβλήθη ισχυρισμός ότι οι επίμαχες υπογραφές ήσαν πλαστογραφημένες, χωρίς να γίνεται αναφορά σ'αυτήν ότι ο Α. Κ. δεν παραστάθηκε μετά αλλά διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ούτε να παρατίθενται αιτιολογίες αν ο τελευταίος είχε ειδική πληρεξουσιότητα να προσβάλλει ως πλαστές τις επίμαχες συμβάσεις εγγυήσεως ως προς τον Α.

Κ., γ) ότι είναι ανεπαρκής η αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι σε όλες τις δίκες που επακολούθησαν με διάδικο και την πρώτη αναιρεσείουσα, η τελευταία δεν προέβαλε ισχυρισμό περί μη γνησιότητας ή πλαστογράφησης των επίμαχων υπογραφών του Α. Κ. στις άνω αυξητικές συμβάσεις του αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού δεν αναφέρεται αν είχε γνώση των συμβάσεων αυτών, δ) ότι ενώ με αποφάσεις του ποινικού δικαστηρίου οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν αθώοι των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως ελλείψει του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου και μόνον η πρώτη εξ αυτών κηρύχθηκε ένοχη για την πράξη της απλής δυσφημήσεως, δέχεται το Εφετείο ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός αυτό στην προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος για τις αποδοθείσες σ' αυτόν με τη μήνυση και τις ένορκες καταθέσεις αξιόποινες πράξεις, ώστε να δικαιούται ο τελευταίος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ε) ότι δεν υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση ως προς τη γνώση της αναλήθειας των καταγγελομένων με τη μήνυση της πρώτης αναιρεσείουσας και των βεβαιωθέντων ενόρκως απ' αυτήν ως προς το ίδιο στοιχείο.

Όμως αντίθετα με όσα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις το σαφές αποδεικτικό της πόρισμα, χωρίς κατά τα λοιπά να απαιτείται ειδικότερη ανάλυση ως προς τη στάθμιση και εκτίμηση των επιμέρους αποδείξεων ή ως προς την αξιολόγηση των απλών επιχειρημάτων των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο αντίστοιχος των πρόσθετων λόγων με τον οποίο με πρόσχημα πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους ή προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους.

Και έχει μεν υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του Συντάγματος να αιτιολογεί την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, αρκούσης προς τούτο της γενικής αναφοράς του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 416/1999, ΑΠ 164/1994, ΑΠ 796/1997).

Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 2191/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν με επίκληση προς απόδειξη των ισχυρισμών τους ότι τα επίμαχα ως άνω έγραφα ήταν πλαστά ως προς την υπογραφή του εγγυητή Α.

Κ. και ως προς το χρόνο γνώση τους ως προς την πλαστογράφηση των εγγράφων αυτών, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) το υπ' αριθ. 6534/12-12-1986 καταστατικό της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Χ. Κ.-Αγροτική-Βιομηχανική-Οικοδομική-Τουριστική-Μεταφορική και Εμπορική Ανώνυμος Εταιρεία" της συμβολαιογράφου Γαστούνης Ελένης Παναγιωτοπούλου, το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 3366/1988 ΦΕΚ-τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ και ειδικότερα το άρθρο 42 αυτού και 2) την με ημερομηνία 6-4-1988 αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με την οποία ζητούσε να της χορηγηθούν αντίγραφα των υπ' αριθ. .../1/13-2-1987, .../2/5-3-1987, .../3/1-9-1987 και .../4/23-9-1987 προσθέτων πράξεων αυξήσεως πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού και την υπ' αριθ. .../5, καθώς και το απαντητικό έγγραφο της τράπεζας αυτής με ημερομηνία 16-7-1998 με το οποίο τους χορηγήθηκαν αντίγραφα όλων των παραπάνω αιτηθέντων συμβάσεων-πράξεων πλην της τελευταίας.

Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων, "και όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, νόμιμα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία κατωτέρω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης" σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία μάλιστα γίνεται ειδική μνεία σύστασης το έτος 1986 της άνω ανώνυμης εταιρίας, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα στα οποία αναφέρονται οι αναιρεσείοντες, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγο εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους παραδεκτώς προταθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς τους, τους οποίους επανέφεραν και ενώπιον του, και συγκεκριμένα:

α) Ότι το δικόγραφο της ένδικης αγωγής πριέχει ασαφή, μη ακριβή και αντιφατική περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς αφού στηρίζει την απαίτηση στην συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία που δήθεν διέπραξαν σε βάρος του, αλλά ταυτόχρονα δέχεται την καταλογισθείσα μόνο στην πρώτη εξ αυτών ποινή για απλή δυσφήμιση δυνάμει της υπ' αριθ. 269/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδος, β) Ότι ο Α.

Κ. δεν ήταν δυνατόν να έχει υπογράψει τις επίμαχες συμβάσεις και συνεπώς οι επίμαχες υπογραφές είναι πλαστές, αφού ήδη από τον Μάιο του 1988 υποβάλλετο σε σοβαρότατες εγχειρήσεις και είχε παύσει να ασχολείται με τη διοίκηση της ανώνυμης εταιρίας και τούτο επιβεβαιώνει ότι τις επίμαχες συμβάσεις υπέγραψε ο Αντιπρόεδρος της εταιρίας Χ.

Κ., στον οποίο έδινε τέτοιο δικαίωμα το καταστατικό της εταιρίας και επομένως την πλαστότητα των επίμαχων υπογραφών γνώριζε ο ενάγων, υπάλληλος της ΕΤΕ, ώστε να μην υπάρχει κανένα αδίκημα εις βάρος του, γ) Ότι γνώση, η πρώτη εξ αυτών (και κατ' ακολουθίαν και ο δεύτερος) των επίμαχων συμβάσεων και της πλαστότητας των φερομένων ως υπογραφών του Α.

Κ., έλαβε το πρώτον στις 16-9-1988 που η ΕΤΕ της χορήγησε αντίγραφα των συμβάσεων αυτών και συνεπώς η πρώτη εξ αυτών δεν είχε την δυνατότητα να αμφισβητήσει ενωρίτερα την γνησιότητα των εν λόγω υπογραφών και δ) Ότι δεν συντρέχει το στοιχείο της υπαιτιότητάς τους, δεδομένου με τις δύο προαναφερόμενες ποινικές αποφάσεις κηρύχθηκαν αθώοι των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημίσεως εις βάρος του ενάγοντος ελλείψει του υποκειμενικού στοιχείου δόλου και μόνο η πρώτη εξ αυτών κηρύχθηκε ένοχη για την πράξη της απλής δυσφημίσεως.

Όλες οι παραπάνω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών και της κατ' άρθρον 367 παρ. 2 Π.Κ. αντένστασης του αναιρεσίβλητου, καθώς και επιχειρήματα και συμπεράσματα αυτών (αναιρεσειόντων) που συνάγονται από τις αποδείξεις, και τέλος, επίκληση αποδεικτικών στοιχείων προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών περί της γνώσης που είχαν αναιρεσειόντες ότι είναι πλαστές οι επίδικες συμβάσεις και παρά ταύτα προέβησαν η πρώτη στην ψευδή καταμήνυση και την ψευδορκία μάρτυρος και ο δεύτερος στο τελευταίο αυτό αδίκημα, με πρόθεση να δυσφημίσουν τον ενάγοντα εν γνώσει της αναλήθειας των παραπάνω περιστατικών με συμπεριφορά που συνιστούσε συκοφαντική δυσφήμιση, ώστε να μην συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της κατ' άρθρον 376 παρ. 1 ενστάσεώς τους, περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξεώς τους, ισχυρισμό τον οποίο ρητώς έλαβε υπόψη το Εφετείο και απέρριψε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 26-08-2013 αίτηση και οι από 14-07-2014 πρόσθετοι λόγοι των Δ. σύζ. Δ. Ν., το γένος Α. Κ. και Δ. Ν. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ. 325/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-08-2013 αίτηση και τους από 14-07-2014 πρόσθετους λόγους των Δ. σύζ. Δ. Ν., το γένος Α. Κ. και Δ. Ν. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ. 325/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ