268/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 268 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 268/2012
Legislator headnote
AI generated268/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 268 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 268/2012
Full text
Απόφαση 268 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 268/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μηλιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Κ. του Π., κατοίκου ... και 2. Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καπερνάρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2002 μη οριστική 5145/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-3-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 3-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός εν μέρει ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ λόγος του αναιρετήριο και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 22-5-2000 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 65156/5320/12-6-2000 αγωγή του, την οποία άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ισχυρίσθηκε, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι: 1) με σύμβαση που καταρτίστηκε εγγράφως στις 17-9-1997 μεταξύ του ίδιου και των εναγομένων συμφωνήθηκαν τα εξής : Ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε τη λειτουργία με τη δική του επιμέλεια και ευθύνη, για το χρονικό διάστημα από 17- 9-1997 έως 30-4-1998, του νυχτερινού κέντρου διασκέδασης, με την επωνυμία "ΛΙΝΤΟ", το οποίο βρίσκεται στην οδό Ζωοδόχου Πηγής αριθ. 3, στην Αθήνα, και το οποίο ο ενάγων είχε μισθώσει από την ιδιοκτήτρια εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Α., ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ - ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ - ΘΕΑΜΑΤΑ Α.Ε.", της οποίας αυτός είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος θα αναλάμβανε " όλη την φροντίδα της οικονομικής διαχείρισης, την πρόσληψη καλλιτεχνικού, υπαλληλικού και εργατικού προσωπικού και γενικότερα την επιμέλεια της εκμετάλλευσης" του πιο πάνω νυχτερινού κέντρου διασκέδασης, εισπράττοντας αποκλειστικά ο ίδιος, τα κέρδη από τη λειτουργία του και βαρυνόμενος αντίστοιχα με τις δαπάνες και ζημίες αυτής, ως αποκλειστικά υπεύθυνος και υπόχρεος του καταστήματος αυτού. Ως αντάλλαγμα για τη χρήση αυτή, συμφωνήθηκε η καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των 28.000.000 δρχ. που θα γινόταν κατά την 30-4-1998 και επί πλέον ποσού 25% ημερησίως επί των εισπράξεων της "γκαρνταρόμπας" του κέντρου (δηλαδή της κατανάλωσης ανθέων), 2) αν και συμφωνήθηκε επίσης με ειδικό όρο του ως άνω έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού, ότι η επιχείρηση θα εξακολουθούσε να λειτουργεί τυπικά, στο όνομα του ενάγοντος, για τις έναντι τρίτων υποχρεώσεις της (αγορανομικές, φορολογικές κλπ.) τελικά με σιωπηρή συναίνεση των συμβαλλομένων μερών και με τη σύμφωνη απόφαση του Δ.Σ. της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας του ενάγοντα, έγινε αποδεκτό η επιχείρηση να λειτουργήσει τυπικά στο όνομα της τελευταίας, δηλαδή της εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Α. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ - ΨΥΧΑΓΩΓIA - ΘΕΑΜΑΤΑ Α.Ε.", 3) ο δεύτερος εναγόμενος, με την υπογραφή του στο πιο πάνω έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, εγγυήθηκε για λογαριασμό του πρώτου εναγόμενου, την καλή εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ευθυνόμενος σε ολόκληρο με αυτόν, για όλες τις έννομες από αυτήν συνέπειες και παραιτούμενος από την ένσταση της διζήσεως και της διαιρέσεως, 4) η πιο πάνω σύμβαση παρατάθηκε σιωπηρά, με προφορική συμφωνία όλων των συμβαλλομένων μερών για ένα ακόμη έτος, δηλαδή μέχρι 30-4-1999, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, όμως ο πρώτος εναγόμενος, παρότι εκμεταλλεύθηκε κατά τα παραπάνω, την επιχείρηση αυτή και εισέπραξε τα προερχόμενα από τη λειτουργία της κέρδη, για ολόκληρο το συμφωνηθέν χρονικό διάστημα, δεν κατάβαλε τα αντίστοιχα, κατά την ένδικη σύμβαση, χρέη της, τα οποία βεβαιώθηκαν τυπικά στο όνομα της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας και τα οποία ουσιαστικά βάρυναν τον ίδιο τον ενάγοντα, με βάση συμφωνία μεταξύ αυτού και της εταιρείας, υπό την παραπάνω διττή ιδιότητά του, 5) έτσι προέκυψαν οι παρακάτω οφειλές που βάρυναν τον ενάγοντα, δηλαδή: α) 59.237.601 δρχ. για ασφαλιστικές εισφορές του ΙΚΑ του απασχοληθέντος προσωπικού για ολόκληρο το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 1997-1999, με βάση την από 30-6- 1999 αρχική απόφαση ρύθμισης του Δ/ντή του Α' Ταμείου Εισπράξεων Εσόδων ΙΚΑ Αθηνών, β) 8.365.979 δρχ. για αναλογούντα ΦΠΑ έτους 1998, γ) 13.871.231 δρχ. για αναλογούντα ΦΠΑ, με βάση την εκκαθαριστική δήλωση του έτους 1999, δ) 1.500.184 δρχ. για Φόρο Μισθωτών Υπηρεσιών (ΦΜΥ) για τη χρονική περίοδο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1998, με βάση τη συνημμένη στην αγωγή μισθοδοτική κατάσταση, δ) 734.402 δρχ. για ΦΜΥ για τη χρονική περίοδο του Ιανουαρίου 1999, με βάση τη συνημμένη επίσης στην αγωγή μισθοδοτική κατάσταση, ε) 704.204 δρχ. για ΦΜΥ για τη χρονική περίοδο του Φεβρουαρίου 1999, με βάση τη συνημμένη στην αγωγή, μισθοδοτική κατάσταση, στ) 15.914 δρχ. για ΦΜΥ για τη χρονική περίοδο Μαρτίου 1999, με βάση τη συνημμένη στην αγωγή μισθοδοτική κατάσταση, ζ) 3.960.000 δρχ. για Φόρο Ελευθέρων Επαγγελμάτων (ΦΕΕ) για το πρώτο δίμηνο του έτους 1999, που αφορά το ποσοστό 20% που παρακρατήθηκε από την αμοιβή που καταβλήθηκε στον τραγουδιστή Π., ύψους 19.800.000 δρχ. Ακολούθως ο ενάγων, με βάση το παραπάνω ιστορικό ζήτησε, μετά από μετατροπή κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του, σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι οι εναγόμενοι του οφείλουν σε ολόκληρο ο καθένας το συνολικό ποσό των 88.389.515 δραχμών, με βάση τη σύμβαση, διαφορετικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμότοκα από 30-4-1999, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης όσον αφορά τα α', β' (ως προς τον δεύτερο εναγόμενο ) και γ' κονδύλια. Ειδικότερα : α) το αιτούμενο ( υπό στοιχ. α' ) κονδύλιο των 59.237.601 δρχ. για ασφαλιστικές εισφορές του ΙΚΑ του απασχοληθέντος προσωπικού για ολόκληρο το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 1997-1999, είναι αόριστο όσον αφορά τον δεύτερο εναγόμενο εγγυητή, αφού δεν γίνεται εξειδίκευση των ασφαλιστικών εισφορών που οφείλονται από την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης από τον πρώτο εναγόμενο στις 17-9-1997 μέχρι την αρχική λήξη της στις 30-4-1998, για την οποία και μόνο εγγυήθηκε εγγράφως ο δεύτερος εναγόμενος, μη ευθυνόμενος για τη λειτουργία της σύμβασης για το μετά την 1-5-1998 διάστημα, αφού δεν εγγυήθηκε εγγράφως για το διάστημα αυτό, β ) το αιτούμενο ( υπό στοιχ. β' ) κονδύλιο των 8.365.979 δρχ. για αναλογούντα ΦΠΑ έτους 1998, όσον αφορά τον δεύτερο εναγόμενο, εγγυητή, είναι αόριστο, αφού το κονδύλιο αυτό αναφέρεται, συνολικά στο έτος 1998, χωρίς εξειδίκευση των οφειλών ΦΠΑ κάθε μήνα του έτους 1998, ώστε να μπορεί να υπολογισθεί το ύψος της οφειλής μέχρι την 30-4-1998, για το οποίο διάστημα και μόνο ευθύνεται αυτός από έγγραφη εγγύηση και γ ) το αιτούμενο ( υπό στοιχ. γ') κονδύλιο των 13.871.231 δρχ. για αναλογούντα ΦΠΑ έτους 1999 με βάση την εκκαθαριστική δήλωση του έτους 1999, είναι εντελώς αόριστο και ως προς τους δύο εναγόμενους, αφού δεν εξειδικεύεται το ποσό που αφορά το χρονικό διάστημα μέχρι 30-4-1999, που έληξε κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων. Αντίθετα η αγωγή είναι ορισμένη όσον αφορά τα υπό στοιχ. α' (ως προς τον πρώτο εναγόμενο) και δ' ως άνω κονδύλια. Ειδικότερα, είναι αρκούντως ορισμένο ως προς τον πρώτο εναγόμενο το υπό στοιχ. α' αιτούμενο κονδύλιο των 59.237.601 δρχ. για ασφαλιστικές εισφορές του ΙΚΑ του απασχοληθέντος προσωπικού για ολόκληρο το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 1997-1999, δηλαδή από 17-9-1997 έως 30-4-1999, οι οποίες έπρεπε να καταβληθούν κάθε δεκάτη ημέρα από της απασχολήσεως και για τις οποίες ασφαλιστικές εισφορές εκδόθηκε η από 30-6-1999 απόφαση ρύθμισης οφειλών του διευθυντή του Α' Ταμείου είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Αθηνών για το ως άνω ποσό των 59.237.601 δρχ., μη απαιτούμενης περαιτέρω εξειδίκευσης των επί μέρους οφειλών ανά μήνα και εργαζόμενο, όπως θα ήταν αναγκαίο σε δίκη μεταξύ του ΙΚΑ και του ασφαλισμένου ή μεταξύ του τελευταίου και της επιχείρησης. Επίσης, ως προς το με αριθ. δ' κονδύλιο των 1.500.184 ευρώ, που αφορά καταβολή από τον ενάγοντα φόρου μισθωτών υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ.) για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 1998, το οποίο βάρυνε κατά τη συμφωνία των διαδίκων τους εναγόμενους, η αγωγή κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του πρωτοφειλέτη πρώτου εναγομένου (ως προς τον δεύτερο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη για τις απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την 1-5-1998) είναι κατά πάντα ορισμένη, αφού στην ενσωματωμένη σ' αυτήν ευανάγνωστη μισθολογική κατάσταση των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 1998 αναφέρονται τα ονόματα των μισθωτών που εργάσθηκαν, η ειδικότητά τους και το ποσό των φόρων που βάρυναν τον εργοδότη κατά μισθωτό και στο σύνολο, ώστε να παρέχεται στους εναγόμενους η ευχέρεια να αμυνθούν και στο δικαστήριο να εκτιμήσει δεόντως το αγωγικό δικόγραφο και το οικείο ισχυρισμό. Ενόψει τούτων, το Εφετείο που απέρριψε, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, την αγωγή ως ποσοτικά αόριστη κατά τα υπ' αριθ. β' όσον αφορά τον δεύτερο εναγόμενο και γ' κονδύλια δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος, όμως, που απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς τα υπό στοιχ. α' ( όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο ) και δ' ως άνω κονδύλια των 59.237.601 και 1.500.184 δρχ., αντίστοιχα, το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, κατά τον βάσιμο κατά τούτο ανωτέρω λόγο του αναιρετηρίου. Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος κατ' ορθή εκτίμηση υπάγεται στον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε το αίτημα της αγωγής του για αναγνώριση οφειλής τόκων υπερημερίας. Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή κατά του πρώτου εναγομένου αναγνωρίσθηκαν τόκοι υπερημερίας, κατά το μέρος δε που η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της ως προς τον δεύτερο εναγόμενο δεν υπήρχε έδαφος αναγνώρισης οφειλής τόκων. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση ( δια τεκμηρίων ) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ( στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων. Ο λόγος αυτός περί παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί νομίμως ενώπιον του Εφετείου. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη της ένδικης αγωγής είναι απαράδεκτος, διότι λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν δεν ληφθούν υπόψη αποδεικτικά έγγραφα και όχι διαδικαστικά, όπως η αγωγή, κατά τα λοιπά δε αβάσιμος, διότι η επίκληση των υπ' αριθ. 5 και 6 εγγράφων ( διπλότυπες αποδείξεις της ΔΟΥ ) έγινε για την απόδειξη του υπό στοιχ. β' κονδυλίου της αγωγής, που έγινε δεκτό ως προς τον πρώτο εναγόμενο και είναι αόριστο ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, από τη βεβαίωση δε του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανεξαρτήτως αν μνημονεύονται ή όχι ρητά στην απόφαση, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της απόφασης δεν καταλείπονται αμφιβολίες ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα υπόλοιπα έγγραφα. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθούν τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, λόγω της μερικής νίκης και ήττας εκάστου. (άρθρα 176, 178, 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2229/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ