268/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated268/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 154 και 155 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι επί των κτημάτων που περιήλθαν στο Δημόσιο ως υποκατάστατου της διαλυθείσας ΕΑΠ και εφόσον αυτά υπάγονται στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Γεωργίας, δικαίωμα αποκαταστάσεως έχουν μόνο φυσικά πρόσωπα, τα οποία συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος.
Full text
Απόφαση 268 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 268/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3 και 4. Χ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γιαννακάκι.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Νέας Αλικαρνασσού Ηρακλείου, νομιμως εκπρσοωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κατίκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-1991 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 880/1997 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-5-1999 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 3-1-2000 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Ελευθέριου Τσακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 2 του β.δ. της 29.10/6.12.1949 "οι κατά τον αγροτικόν νόμον ως και οι υπό της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων ή του Δημοσίου ως διαδόχου ταύτης εν γένει αποκατασταθέντες και αποκαθιστάμενοι κληρούχοι γηγενείς και πρόσφυγες από της εγκαταστάσεώς των εις τον χορηγηθέντα ή χορηγούμενον αυτοίς κλήρον θεωρούνται ως καλής πίστεως νομείς του κλήρου τούτου και προστατεύονται κατά πάσης διαταράξεως ή αποβολής είτε διοικητικώς, λαμβανομένων δι' αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητού των αναγκαίων διοικητικών μέτρων προς επανεγκατάστασιν αυτών εν τη νομή και πρόληψιν πάσης μελλούσης διαταράξεως, είτε και δια των περί νομής παραγγελμάτων και αγωγών ασκουμένων υπό του κληρούχου".
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 154 και 155 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι επί των κτημάτων που περιήλθαν στο Δημόσιο ως υποκατάστατου της διαλυθείσας ΕΑΠ και εφόσον αυτά υπάγονται στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Γεωργίας, δικαίωμα αποκαταστάσεως έχουν μόνο φυσικά πρόσωπα, τα οποία συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος.
Στα άρθρα 158 και επόμενα καθορίζονται οι κατηγορίες των παραχωρούμενων κλήρων, μία των οποίων είναι και ο κοινοτικός. Σύμφωνα με το άρθρο 164 του Αγροτικού Κώδικα, τον κλήρο αυτό συνιστούν τα ακίνητα της οριστικής διανομής που παραχωρούνται μεν στο νομικό πρόσωπο της Κοινότητας, προορίζονται όμως να συμβάλουν στην αποκατάσταση κληρούχων φυσικών προσώπων, είτε διατιθέμενα στη κοινή χρήση αυτών (άρθρα 164 παρ. 9 και 197 παρ. 6), είτε ανακτώμενα εντός ορισμένου χρόνου από το Δημόσιο και μεταβιβαζόμενα σε ιδιώτες, προς επαύξηση παραχωρηθέντος ήδη σε αυτούς ανεπαρκούς κλήρου ή προς αποκατάσταση νέων ακτημόνων γεωργών και κτηνοτρόφων (άρθρο 197 παρ. 8).
Για τη διαφύλαξη δε του τοιούτου προορισμού των ακινήτων που συγκροτούν τον κοινοτικό κλήρο στο άρθρο 15 παρ. 2 και 4 του ν.δ. 216/1973 ορίσθηκε, ρητώς πλέον, το συναγόμενο από το όλο πνεύμα της μέχρι τότε νομοθεσίας, ότι η εκ μέρους των οικείων ΟΤΑ εκποίηση ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διάθεση ακινήτων του κοινοτικού κλήρου απαγορεύεται επί ποινή ακυρότητας των σχετικών δικαιοπραξιών, επιτρέπεται δε μόνο κατόπιν αποφάσεως του Νομάρχου, ο οποίος προηγουμένως θα εκτιμήσει "εάν ο σκοπός της εκποιήσεως ή της καθ' οιονδήποτε τρόπον διαθέσεως είναι επικρατέστερος της χρησιμοποιήσεως τούτων ως βοσκησίμων".
Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι τα ακίνητα που αποτελούν τον κοινοτικό κλήρο εξακολουθούν να συμβάλουν στην αποκατάσταση των ακτημόνων καλλιεργητών και μετά την παραχώρηση τους στην οικεία Κοινότητα. Ο λόγος δε για τον οποίο η κυριότητά τους μεταβιβάζεται προς την Κοινότητα είναι γιατί μέσω αυτής μπορεί καλύτερα να εξυπηρετηθεί το συλλογικό συμφέρον, είτε με τη μορφή της συνεκμεταλλεύσεως του παραχωρούμενου κλήρου, είτε ως επιφύλαξη ικανοποιήσεως δι' αυτού μελλοντικών αναγκών.
Ως εκ τούτου, η καταστάσα κυρία του κλήρου Κοινότητα δεν εμπίπτει μεν στην κατηγορία των "αποκαθισταμένων", κατά την έννοια του άρθρου 155 Αγροτικού Κώδικα, ενεργεί όμως ως φορέας του συλλογικού συμφέροντος του συνόλου των δικαιούχων αποκαταστάσεως προσώπων (ΑΠ 1151/1987 ΕΕΝ 1988, σελ. 612, ΣΤΕ 1375/2008). Εξάλλου, μετά την έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968 (23.5.1968) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δεν λογίζεται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου αν δεν κατέχει πράγματι αυτόν, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του, κτήση από τρίτο της νομής του κληροτεμαχίου που μπορεί, αν συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία εφόσον συμπληρωθεί ο αναγκαίος για κάθε μια χρόνος από την ισχύ του άνω α.ν. (ΑΠ 149/2009).
Επομένως, ως προς τα ακίνητα που συγκροτούν τον κοινοτικό κλήρο, ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος συντρέχει για να αναγνωρισθεί ότι, μέχρι της ισχύος του α.ν. 431/1968, και αυτά ήταν εξηρημένα της νομής χρησικτησίας τρίτου, πλασματικός δε νομεύς τούτων θεωρείται η Κοινότητα, υπέρ της οποίας ίσχυε το τεκμήριο του ανωτέρω άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα, γιατί διαφορετικά, ο σκοπός στον οποίο απέβλεψε ο νομοθέτης μπορεί εύκολα να ματαιωθεί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι το επίδικο ανήκει στην κατηγορία των διαχειριζόμενων από το Δημόσιο ως διάδοχο της ΕΑΠ, παραχωρήθηκε δε ως συνεταιρικός (κοινοτικός) κλήρος στην εφεσίβλητη Κοινότητα.
Ότι από της ως άνω παραχωρήσεώς του και μέχρι της ισχύος του α.ν. 431/1968 το επίδικο ήταν ανεπίδεκτο νομής χρησικτησίας εκ μέρους των εκκαλούντων, αφού πλασματικός νομέας αυτού υπήρξε η εφεσίβλητη Κοινότητα. Έτσι κρίνοντας, το Εφετείο ούτε τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα παραβίασε, ούτε εκείνες του άρθρου 1045 Α.Κ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τους πρώτο και έκτο λόγους αναιρέσεως, που μέμφονται την προσβαλλομένη για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 144 του Αγροτικού Κώδικα, στην οποία επαναλαμβάνεται το κείμενο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 5 του ν. 4857/1930, "πάντα τα κτήματα τα επιταχθέντα ή καταληφθέντα υπό του Δημοσίου και παραδοθέντα υπ' αυτού εις την ΕΑΠ, ήτις εγκατέστησεν εις αυτά πρόσφυγας ή γηγενείς, κηρύσσονται δυνάμει του παρόντος ως απαλλοτριωθέντα αναγκαστικώς, λόγω δημοσίας ωφελείας, αφ' ής κατελήφθησαν ταύτα, έστω και αν δεν εδημοσιεύθη απόφασις απαλλοτριωτική της αρμοδίας διοικητικής αρχής ή αν ενεφιλοχώρησεν ακυρότης κατ' αυτήν.
Η εγγραφή των κτημάτων τούτων εις τα κτηματολόγια της ΕΑΠ αποτελεί αμάχητον τεκμήριον του γεγονότος της τοιαύτης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, άνευ δικαιώματος αμφισβητήσεως ορίων". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως, την οποία κατέλαβε το Δημόσιο και παρέδωσε στην ΕΑΠ, προκειμένου να διανεμηθεί προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και προσφύγων.
Η εν λόγω διανομή πραγματοποιήθηκε με το από 17.12.1932 πρακτικό (απόφαση) της Επιτροπής Τακτοποιήσεως του αγροκτήματος .... Με βάση την παραδοχή αυτή, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τον οποίο το επίδικο ουδέποτε απαλλοτριώθηκε, αφού η απαλλοτρίωση αυτού θεωρείται γενομένη αυτοδικαίως έκτοτε και άνευ άλλης διατυπώσεως, δυνάμει του άρθρου 119 του τότε ισχύοντος Συντάγματος του 1927, όπως ορίζεται και στην ερμηνευτική διάταξη της τετάρτης παραγράφου του άρθρου 145 του Αγροτικού Κώδικα.
Ως εκ τούτου, ο τα αντίθετα που υποστηρίζει πέμπτος λόγος αναιρέσεως, που αιτιάται για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τον ως άνω προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμος.
Επειδή, για να ευδοκιμήσει η αγωγή των αναιρεσειόντων και αναγνωρισθεί ότι αυτοί κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου μέσω εκτάκτου χρησικτησίας, πρέπει να αποδειχθούν οι προϋποθέσεις της τελευταίας, μία των οποίων είναι και η ιδιότητα του πράγματος ως δεκτικού χρησικτησίας. Η παραδοχή ότι το επίδικο εξαιρείται αυτής οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής εκ μόνου του λόγου τούτου και καθιστά μάταιη και άσκοπη τη διερεύνηση της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγομένου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 (και όχι 17) του ΚΠολΔ, τις οποίες συνιστούν οι αντιφατικές παραδοχές το μεν ότι ο εφεσίβλητος κατέστη κύριος του επιδίκου, δυνάμει του καταλυθέντος από 17.12.1932 πρακτικού της Επιτροπής Τακτοποιήσεως του αγροκτήματος ..., το δε ότι κύριος αυτού είναι το Δημόσιο.
Εξ άλλου, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να δεχθεί, κατά παράβαση των άρθρων 1198 Α.Κ. και 164 Αγροτικού Κώδικα, ότι κύριος του επιδίκου κατέστη ο εφεσίβλητος, καίτοι δεν αποδεικνύεται η μεταγραφή της επιγενομένως εκδοθείσας 233/1953 αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως ..., με την οποία φέρεται ότι έγινε η προς τον αναιρεσίβλητο παραχώρηση του επιδίκου, ή της υπουργικής αποφάσεως που κύρωσε την τελευταία διανομή.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς και μη ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, και σε περίπτωση βασιμότητας των ως άνω ισχυρισμών, η δεκτή γενομένη απαλλοτρίωση του επιδίκου υπέρ του Δημοσίου αρκεί για την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων, μη δυναμένων να αποκτήσουν δια χρησικτησίας την κυριότητα αυτού, καθόσον τούτο αποκλείεται από το άρθρο 21 του ν.δ της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", το οποίο κατέστησε απαράγραπτα τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των ακινήτων αυτού για τον μετά την 11.9.1915 χρόνο, διάταξη η οποία επαναλήφθηκε και στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων".
Επειδή, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλομένη για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ, τουτέστιν ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281 Α.Κ. και 269 ΚΠολΔ, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η επί της πρώτης των ως άνω διατάξεων θεμελιούμενη ένσταση των αναιρεσειόντων. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αιτιάται για παραβίαση του άρθρου 281 Α.Κ είναι αόριστος, αφού δεν εξειδικεύει πού έγκειται το σφάλμα της προσβαλλομένης.
Κατά το μέρος όμως που μέμφεται για παραβίαση του άρθρου 269 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, καθόσον η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη είναι δικονομική και, άρα, απρόσφορη να θεμελιώσει την επικαλούμενη πλημμέλεια. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-5-1999 αίτηση των Χ1,Χ2,Χ3 και Χ4 κ.λ.π. για αναίρεση της 880/1997 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ