268/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1/6/2004 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1771/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 356/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 3/10/2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated268/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας, που δεν ήσαν προβλεπτές και δεν ελήφθησαν υπόψη σε προηγούμενη δικαστική απόφαση, μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, έστω και αν στην προηγούμενη δικαστική απόφαση δεν γίνεται λόγος για πρόκληση νέων βλαβών στο μέλλον..
Full text
Απόφαση 268 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 268/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Σπυρίδωνος Σφέτσου, 2) Χ2 η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Σπυρίδωνος Σφέτσου, 3) Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ Α.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Σπυρίδωνος Σφέτσου.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μηλιώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1/6/2004 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1771/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 356/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 3/10/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος ανέγνωσε την από 20-12-2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η επιδίκαση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του τραυματισθέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, επιδίωξη περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης. Προϋπόθεση γι' αυτό είναι ότι οι συνέπειες της αδικοπραξίας εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από το δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε στον παθόντα την προηγούμενη χρηματική ικανοποίηση.
Κατά συνέπεια, μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας, που δεν ήσαν προβλεπτές και δεν ελήφθησαν υπόψη σε προηγούμενη δικαστική απόφαση, μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, έστω και αν στην προηγούμενη δικαστική απόφαση δεν γίνεται λόγος για πρόκληση νέων βλαβών στο μέλλον..
Εξάλλου, κατά το άρθρο 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη, κατά την επιδίκαση αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαία κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά και τις αντιλήψεις της ζωής.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932.
Για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν βέβαια περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.
Πάντως προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς η προστασία αυτή να συνδέεται αναγκαία με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. 'Ετσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται απ' αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί.
Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος λόγω ανικανότητας προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 381/2007). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' και 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Προς εξεύρεση της παραβιάσεως του νόμου ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση, την ελάσσονα πρόταση και το συμπέρασμα (διατακτικό). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 ελέγχεται σφάλμα στη μείζονα πρόταση ή στην υπαγωγή της ελάσσονος στη μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα στο διατακτικό.
Αν το σφάλμα εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση, δηλαδή, όταν η περιγραφή των περιστατικών είναι τόσο ατελής, ελλιπής ή αντιφατική, ώστε να μη μπορεί να διαγνωσθεί, αν τα περιστατικά υπάγονται στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα, η παράβαση ελέγχεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19. Ειδικότερα, σε σχέση με το λόγο αυτό, έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκούς αιτιολογίας, η οποία έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό κατά τρόπο σαφή και επαρκή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο κρίνοντας τις αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου για αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που άσκησε με τις αό 1-6-2004 δύο νέες (με αριθμούς καταθέσεως 4339/2004 και 9086/2004) ξεχωριστές αγωγές, δέχτηκε ανελέγκτως, αναφορικά με τον σοβαρό τραυματισμό του και την προκληθείσα σ' αυτόν αναπηρία - παραμόρφωση, κατά το τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 3-12-2000 από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος - εναγομένου, ότι απεδείχθησαν τα εξής "...Ο ενάγων, αμέσως μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση, στο νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας" με βαρύ ολιγαιμικό σοκ και εκτεταμένο υποδόριο εμφύσημα και αυθημερόν διακομίστηκε με διασωλήνωση στο νοσοκομείο "Η Σωτηρία", όπου νοσηλεύτηκε μέχρι 6-12-2000 και ακολούθως στην εντατική μονάδα θεραπείας στο νοσοκομείο "Γ.Γεννηματάς" μέχρι 23-1-2001, όπου διαγνώστηκε ότι παρουσίαζε κάκωση θώρακα (θλάσεις πνευμόνων άμφω, κατάγματα πλευρών, οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, αιμοθώρακα), ολιγαιμικό σοκ και κάταγμα δεξιάς κλείδας, κατάγματα ηβοϊσχυικών κλάδων άμφω και κλειδός (Δ).
Υποβλήθηκε σε θωρακοχειρουργική επέμβαση (αιμόσταση συρραφή δεξιού κάτω λοβού, τοποθέτηση παροχετεύσεων ημιθωρακίου), λαπαροτομία όπου διαπιστώθηκε οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα, τραχειοτομή και μηχανική αναπνοή και συνεχή αιμοκάθαρση. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του παρουσίασε πολυοργανική ανεπάρκεια και υποστηρίχτηκαν οι βασικές λειτουργίες.
Κατά την έξοδο του από τη μονάδα εντατικής θεραπείας παρουσίαζε πάρεση δεξιού περονιαίου και χρόνιο αιμολυτικό σύνδρομο. Ακολούθως, μεταφέρθηκε στη παθολογική κλινική του νοσοκομείου "Ερρίκος Ντυνάν", όπου νοσηλεύθηκε μέχρι 16-2-2001 προς περαιτέρω παρακολούθηση στα πλαίσια της σταδιακής κινητοποίησης, φυσιοθεραπείας, αντιμετώπιση της φλεβοθρόμβωσης, αριστερής και δεξιάς μηριαίας φλέβας.
Παρουσίαζε δε ατροφία άνω και κάτω άκρων, με μυϊκή αδυναμία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία βάδισης. Παρουσίασε δε σταδιακή βελτίωση της κλινικής του εικόνας με βελτίωση της πάρεσης του περονιαίου νεύρου, άρχισε να βαδίζει, αφαιρέθηκε ο ρινογαστρικός σωλήνας και στηριζόταν μόνος του. Κατά την έξοδό του, οι θεράποντες ιατροί συνέστησαν τακτική παρακολούθηση της υγείας του και αποχή από εργασία για έξι (6) μήνες.
Περαιτέρω, ο ενάγων εξετάστηκε στις 20-6-2001 από τους ιατρούς του γενικού νομαρχιακού νοσοκομείου Χίου "Σκυλίτσειο", όπου διαγνώστηκε μετατραυματική φλεβική ανεπάρκεια με αδυναμία προς εργασία. Κατά την εξέτασή του στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου "Σισμανόγλειο", στις 4-7-2001 διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε λόγω του ένδικου τραυματισμού του, ταχυπλευρίτιδα δεξιά, διαταραχή της αναπνοής περιοριστικού τύπου, με δύσπνοια κατά τη κόπωση με σύσταση αποχής από εργασία για τρεις μήνες.
Ακολούθως, από 5-3-2002 έως 13-3-2002 νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο "Ερρίκος Ντυνάν", όπου στις 5-3-2002 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, ανάταξης της περισφιγμένης κοιλιοκήλης και αποκατάσταση του κοιλιακού τοιχώματος με προωθητικούς κοιλιακούς μυϊκούς κρημνούς και συνεστήθη ανάπαυση μέχρι και 6-5-2002. Επίσης, έγινε αφαίρεση επώδυνων φλεγμονουσών ουλών του θωρακικού τοιχώματος, πλάγιας κοιλιακής χώρας και πρόσθιας τραχηλικής χώρας και στις 6-6-2002 που επανεξετάστηκε η αναπνευστική δυσχέρεια εξακολουθούσε να υπάρχει και διαπιστώθηκε λοίμωξη του αναπνευστικού.
Εππλέον παρουσιάζει γενικευμένο αγχώδη διαταραχή αντιδραστικού τύπου λόγω του ένδικου τραυματισμού του. Εξ' αιτίας του παραπάνω τραυματισμού του έχει ζημιωθεί σωματικά και ψυχικά ανεπανόρθωτα και μη αναστρέψιμα η υγεία του, χωρίς να υπάρχει αποκατάσταση αυτής. Ενόψει της αναπηρίας και της παραμόρφωσής του στο σώμα του, το οποίο φέρει πολλές ουλές οι οποίες παρά τις δύο πλαστικές επεμβάσεις είναι αισθητές εμφανώς με επώδυνους πόνους από αυτές, και της εμφάνισής του γενικότερα, η οποία ασκεί οπωσδήποτε δυσμενείς και επιζήμιες επιπτώσεις στην εν γένει μελλοντική κοινωνική, προοπτική, οικογενειακή, οικονομική και επαγγελματική εξέλιξη και στη ζωή του γενικότερα, και της μειώσεως που έχει υποβληθεί η προσωπικότητά του από την παραπάνω μόνιμη αναπηρία και παραμόρφωση, δεν είναι σε θέση ν' αντιμετωπίσει τις δυσμενείς κοινωνικές οικογενειακές και οικονομικές επιπτώσεις από τις φυσικές και ψυχικές ατέλειες που του έχουν δημιουργηθεί.
Λαμβανομένης δε υπόψη ιδιαιτέρως, της παραπάνω αναπηρίας του, η οποία συνεπάγεται την πραγματική αδυναμία για σύναψη γάμου ή σχέσης με γυναίκα (είναι 35 ετών), για σύναψη κοινωνικών σχέσεων και διατήρηση μιας ομαλής κοινωνικής ζωής, ως επίσης και της απώλειας της δυνατότητας ασκήσεως οποιουδήποτε επαγγέλματος αλλά και του συγκεκριμένου λειτουργήματος του ιερέως και της δυνατότητας της εξελίξεώς του στην ιεραρχία και συνακόλουθα στην απώλεια της αύξησης των αποδοχών του στο μέλλον, καθ' όσον ο ενάγων είναι απόφοιτος λυκείου και εκκλησιαστικού λυκείου, προσόντα που θα του επέτρεπαν καλή ιεραρχική εξέλιξη, και ότι ο ενάγων παρουσιάζει σήμερα παραμόρφωση και αναπηρία που τον καθιστά ανίκανο να συγκριθεί και να συναγωνισθεί με τα υγιή σωματικά και ψυχικά άτομα σ' οποιαδήποτε εργασία, καθώς και σε ίση σύναψη οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων, θα πρέπει να του επιδικασθεί αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ.
Το Δικαστήριο σταθμίζοντας όλα τα παραπάνω κρίνει, ότι βάσει του άρθρου 931 ΑΚ πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 40.000 Ευρώ, το οποίο λόγω της αναπηρίας και της παραμορφώσεώς του, απαιτείται, για να δημιουργήσει οικονομική, οικογενειακή και κοινωνική αυτοτέλεια, σε παρόμοιο επίπεδο με εκείνο το οποίο θα δημιουργούσε, αν δεν είχε συμβεί το ατύχημα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχτηκε ορισμένο το κονδύλιο αυτό και, στη συνέχεια επεδίκασε στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό δεν έσφαλε γι' αυτό και πρέπει ν' απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Επίσης, ο ενάγων λόγω του, ενδίκου ατυχήματος, κατέστη ανάπηρος για οποιαδήποτε εργασία.
Παρουσιάζει σήμερα έντονα ψυχολογικά προβλήματα, αγχώδεις καταθλιπτικές εκδηλώσεις σε έδαφος ψυχοτραυματικού σοκ, πάσχει από αϋπνίες, δεν έχει ομαλή σεξουαλική ζωή και υποβάλλεται σε συνεχή φαρμακευτική αγωγή. Τα παραπάνω, στο βαθμό που μέχρι σήμερα παρουσιάστηκαν, και διαπιστώθηκαν μετά την άσκηση της πρώτης (από 18-9-2002 δηλαδή) αγωγής του και ως εκ τούτου δεν ήταν γνωστά σ' αυτόν τα αρνητικά αποτελέσματα του τραυματισμού του και η αναπηρία του καθώς και τα νέα προβλήματα υγείας που του παρουσιάστηκαν.
Δηλαδή κατά την άσκηση της πρώτης αγωγής δεν είχαν εκδηλωθεί και διαπιστωθεί τα προβλήματα αυτά και μάλιστα στο βαθμό που είναι σήμερα. Επίσης, η κατάσταση της υγείας του σωματικής και ψυχικής επιδεινώθηκε απρόβλεπτα μετά την άσκηση της από 18-9-2001 (πρώτης) αγωγής του σε πολύ μεγάλο βαθμό, πράγμα το οποίο άλλωστε, ως ελέχθη, δεν μπορούσε να προβλεφθεί.
Επομένως, πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα, ως περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 25.000 Ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, το πταίσμα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το είδος και την έκταση των μετά την εκδίκαση της πρώτης αγωγής ζημιών και προβλημάτων της υγείας που εμφανίστηκαν, καθώς και στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ενάγοντος.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την επιδίκαση στον ενάγοντα του ποσού αυτού για την παραπάνω αιτία δεν έσφαλε γι' αυτό και πρέπει ν' απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, όσον αφορά την από 1-6-2004 (αριθμ. καταθ. δικ. 9086/2004) αγωγή του παραπάνω ενάγοντος, αποδείχτηκαν τ' ακόλουθα.
Ο ενάγων Ψ1, μετά την κατάθεση της από 1-6-2004 (αριθ. καταθ. 4339/2004) αγωγής του, νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο "Ερρίκος Ντυνάν" από 11-8-2004 έως 19-8-2004, πάσχων από χολολιθίαση και χοληδόχο λιθίαση, η οποία ήταν απότοκος της παρατεταμένης παρεντερικής σίτισής του, μετά το ένδικο ατύχημα. Ο ενάγων υπέστη σφικτηροτομή και αφαίρεση του χοληδόχου πόρου.
Όμως, το πρόβλημα αυτό της υγείας του δεν αποκαταστάθηκε και έτσι νοσηλεύτηκε εκ νέου στο ίδιο νοσοκομείο, από 4-10-2004 έως 6-10-2004, όπου υποβλήθηκε σε λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή με όλα τα δυσμενή αποτελέσματα για τον οργανισμό και την υγεία του. Η αφαίρεση της χολής που υπέστη ο ενάγων, δηλ. αφαίρεση ζωτικού και καθοριστικού για τον οργανισμό οργάνου και εν γένει το πρόβλημα της χολής του παρουσιάστηκε και διαπιστώθηκε μετά την άσκηση της από 1-6-2004 (αριθμ.
καταθ. δικ. 4339/2004) συνεκδικαζομένης αγωγής του, γεγονός που δεν μπορούσε να προβλεφθεί νωρίτερα, και το οποίο (πρόβλημα χολής) είναι αποτέλεσμα και απόρροια, του ενδίκου τραυματισμού του και συγκεκριμένα είναι συνέπεια της παρατεταμένης παρεντερικής σίτισής του μετά το ένδικο ατύχημα, γεγονός που βεβαιώνεται και από το νοσοκομείο στο οποίο ο ενάγων υπεβλήθη σε χολοκυστεκτομή.
Επομένως, πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως συμπληρωματική χρηματική ικανοποίηση για τον παραπάνω λόγο το ποσό των 12.000 Ευρώ το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, το πταίσμα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και τις δυσμενείς για τον οργανισμό και την υγεία του ενάγοντος συνέπειες της ως άνω χολοκυστεκτομής που υπέστη καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ενάγοντος.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλοούμενη απόφαση επεδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 15.000 Ευρώ για την ως άνω αιτία έσφαλε, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον σχετικό λόγο έφεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. με σκοπό να εξεταστεί στην ουσία της και να γίνουν εν μέρει δεκτές οι αγωγές και ως ουσιαστικά βάσιμες......". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 931 και 932 ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ ο λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφόρου από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Υπάρχει, δηλαδή παραμόρφωση εγγράφου, όταν εμφιλοχώρησε λάθος περί την ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, την επιζήμια όμως αυτή για τον αναιρεσείοντα κρίση, πρέπει να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για ολική ανικανότητα του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου προς άσκηση του επαγγέλματος του ιερέα μέχρι 30-4-2005 στηριζόμενο στην ......
απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ Ν. Ιωνίας, την οποία όμως ανέγνωσε εσφαλμένα, αφού το καθοριζόμενο σ' αυτή ποσοστό αναπηρίας είναι 50% και όχι 67% που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως, από το όλο περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση για ολική ανικανότητα του αναιρεσιβλήτου προς άσκηση του επαγγέλματος του ιερέα μέχρι 30-4-2005 συνεκτιμώντας την προαναφερθείσα απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ, με όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αυτό του ΙΚΑ ως προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος.
Σε κάθε περίπτωση πρόκειται εδώ για εκτίμηση του αληθούς περιεχομένου του εγγράφου αυτού, από την οποία το δικαστήριο συνήγαγε αποδεικτικό συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες. Επομένως, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.-.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-10-2006 αίτηση του Χ1 κλπ, για αναίρεση της 356/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ