268/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated268/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποίαν εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος ή σελίδα των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένως συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένο επίκληση του εγγράφου.
Full text
Απόφαση 268 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 268/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Κοναξή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1) ... , 2) .... και 3) ... . Οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο, η 3η εκπροσωπήθηκε με πληρεξούσιο από τον Κωνσταντίνο Βλάχο ο οποίος παραστάθηκε και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο της τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 304/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 305/2004 του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 13-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης της υπ΄ αριθ. 305/2004 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 206, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποίαν εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος ή σελίδα των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένως συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένο επίκληση του εγγράφου.
Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως ή γίνεται επίκληση αποδεικτικών μέσων με αναφορά στις προτάσεις προηγουμένων συζητήσεων χωρίς όμως παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη ή σελίδα των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
Ειδικότερα η αναφορά στις προτάσεις της πρωτόδικης δίκης και η ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων (Ολ. ΑΠ 9/2000, 30/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, με το λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο οκτώ (8) έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσίβλητοι είχαν μεν επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις που είχαν υποβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά στο Εφετείο, αν και τα προσκόμισαν, αρκέσθηκαν ως προς την επίκληση της στην ενσωμάτωση στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, ολόκληρου του περιεχομένου των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεών τους, με τις οποίες είχαν επικαλεστεί πρωτοδίκως.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναιρέσεως είναι βάσιμος, αφού πράγματι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου των ενώπιον του Εφετείου έγγραφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, αυτοί δεν είχαν ειδικώς με αυτές επικαλεσθεί στα έγγραφα αυτά, αλλά αρκέσθηκαν με αυτές σε γενική επίκληση των εγγράφων που είχαν επικαλεσθεί πρωτοδίκως και σε ενσωμάτωση, κατ' αντιγραφή των εγγράφων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεών τους, με τις οποίες είχαν επικαλεσθεί, στις προτάσεις που υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου, από δε την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία υπάρχει γενική αναφορά και όλων των εγγράφων, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα εν λόγω έγγραφα, παρότι η με τον τρόπο αυτό επίκλησή τους δεν ήταν νόμιμη.
Μειοψήφησε ένα μέλος του δικαστηρίου, ο αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Νόμιμη επίκληση εγγράφων, με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του εφετείου, υφίσταται και όταν σε αυτές έχουν καταχωρισθεί, κατ' αντιγραφή, οι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις, στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, αφού με την ενσωμάτωση αυτή υποβάλλεται ενιαίο κείμενο προτάσεων στο εφετείο, ενώπιον του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 529 του ΚΠολΔ, επιτρεπτή η επίκληση και προσκόμιση και αποδεικτικών μέσων που δεν είχαν προσκομισθεί πρωτοδίκως, ώστε να μην απαιτείται και αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη του προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, όπου γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων.
Η αναφορά αυτή απαιτείται για τους επαναφερόμενους ισχυρισμούς, προκειμένου, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του ν. 958/1971, να διευκολυνθεί το εφετείο να ελέγξει, με την προσφυγή σε συγκεκριμένα μέρη του προσκομιζόμενου αντιγράφου των προτάσεων που είχαν υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εάν είχαν υποβληθεί οι ισχυρισμοί αυτοί πρωτοδίκως, δεδομένου ότι κατά κανόνα μόνο εάν είχαν προβληθεί οι ισχυρισμοί πρωτοδίκως μπορούν να προβληθούν και στο εφετείο (άρθρο 527 ΚΠολΔ).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, όμως, τέτοια ανάγκη δεν υπάρχει, αφού ως προς αυτά, ο κανόνας είναι (άρθρο 529 ΚΠολΔ), ότι μπορούν να προβληθούν και για πρώτη φορά στο εφετείο.
Συνεπώς, ως προς αυτά, αν δεν προκύψει θέμα απαράδεκτης για πρώτη φορά προσκόμισής τους σε αυτό, το εφετείο δεν έχει ανάγκη να προσφύγει στην ανάγνωση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των έγγραφων προτάσεων που υποβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δεν χρειάζεται να επιβεβαιωθεί η ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επίκληση και προσκόμισή τους, (επιβεβαίωση την οποία δεν παρέχει η ενσωμάτωση στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου των πρωτόδικων προτάσεων, αφού από μόνη αυτήν δεν αποδεικνύεται και ότι το κείμενο που ενσωματώθηκε είναι το ακριβές κείμενο των προτάσεων που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως) αλλ' αρκεί να αναγνωσθούν οι ενώπιον του εφετείου προτάσεις, η ανάγνωση όλου του περιεχομένου των οποίων, με οτιδήποτε έχει ενσωματωθεί σε αυτές, αποτελεί υποχρέωση του δικαστηρίου.
Η επίκληση, εξάλλου, των αποδεικτικών μέσων δεν είναι ανάγκη να γίνεται με πανηγυρικό τρόπο, αλλά αρκεί κατά τρόπο αναμφίβολο να προκύπτει η βούληση του διαδίκου να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοια δε βούληση εκδηλώνεται με την ενσωμάτωση στις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του κειμένου των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων που και ενώπιον του εφετείου προσκομίζονται, ιδίως όταν ρητώς δηλώνεται ότι πρέπει να θεωρηθούν αυτές ως αναπόσπαστο μέρος των ενώπιον του εφετείου προτάσεων και πολύ περισσότερο όταν υπάρχει δήλωση ότι ο διάδικος επικαλείται και όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχε επικαλεσθεί με αυτές, τα οποία και προσκομίζει στο εφετείο.
Επομένως, κατά τη μειοψηφούσα αυτή γνώμη, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, στις ενώπιον του εφετείου έγγραφες προτάσεις του, οι αναιρεσίβλητοι έχουν ενσωματώσει ολόκληρο το κείμενο των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεών τους στις οποίες γίνεται επίκληση όλων των αναφερόμενων στο αναιρετήριο εγγράφων, επιπλέον δε υπάρχει μετά το ενσωματωμένο περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων, και ρητή δήλωση των αναιρεσιβλήτων, ότι επικαλούνται και προσκομίζουν και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και πρωτοδίκως, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία ότι με την εν λόγω ενσωμάτωση οι αναιρεσίβλητοι εξέφρασαν τη βούλησή τους προς το εφετείο να χρησιμοποιήσει, ως αποδεικτικά μέσα, όλα τα έγγραφα, που κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προσδιορίζονται στις ενσωματωμένες πρωτόδικες προτάσεις τους έγινε, με τον τρόπο αυτό, νόμιμη επίκληση στο εφετείο από τους αναιρεσίβλητους των εν λόγω εγγράφων, η νόμιμη προσκόμιση των οποίων σε αυτό δεν αμφισβητείται, αλλά ρητά επιβεβαιώνεται με το αναιρετήριο, έστω και αν δε γίνεται με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις των αναιρεσιβλήτων παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, όπου είχε γίνει η επίκλησή τους πρωτοδίκως και έπρεπε ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 305/2004 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ