Legislator Case Law & Legislation
267/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and remands case for final judgment on legality.

Case Number 267/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal against the First Instance Court's dismissal of the social security fund's lawsuit. The court found no legal basis for re-examining the merits because the lower court had already ruled the claim inadmissible. Consequently, the appeal was upheld, the original dismissal was erased, and the case was remanded for a final judgment on the legality of the claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 576(3), 568(1), 568(4), 498(1) of the Code of Civil Procedure; When a lower court has already ruled a claim inadmissible, the Supreme Court may dismiss the appeal and remand the case for a final judgment on legality if no further factual clarification is needed.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility supreme court remand final judgment on legality social security fund code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 576(1) and 3, 568(1) and 4, and 498(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 267 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 267/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του, καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.). Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευδοκία Σαφαρή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2.Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 3.Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4.Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 5.Μ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 6.Α. Β. του Χ., κατοίκου ..., 7.Γ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 8.Α. Γ. του Π., κατοίκου ..., 9.Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 10.Ε. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 11.Α. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 12.Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 13.Ε.-Ε. Γ. του Ν., κατοίκου ... και 14.Β. Π. του Δ., κατοίκου .... Οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Γαβαλά (ήδη 12η των αναιρεσιβλήτων), οι 3ος και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (5η, 6η, 7ος, 8ος, 9ος 10η, 11η, 12η, 13η και 14η) παραστάθηκαν αυτοπροσώπως με την ιδιότητά τους ως δικηγόροι και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 357/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2576/2024 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 17-6-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων και οι αυτοπροσώπως παρασταθέντες αναιρεσίβλητοι την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή, σε περίπτωση που την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Προκύπτει επίσης ότι, αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε είναι αναιρεσίβλητος, για το νόμιμο της κλήτευσής του για τη συζήτηση απαιτείται να του επιδοθεί, εκτός από την κλήση, και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ` άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 742/2023, ΑΠ 888/2022, ΑΠ 1378/2022).

Επομένως και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που παραστάθηκε κατά την ενώπιον του Εφετείου δίκη, νόμιμα επιδίδεται η αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 882/2022, ΑΠ 685/2020). Η ιδιότητα του λήπτη της επίδοσης ως αντικλήτου, που σύμφωνα με το ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 212 ΑΚ δεν τεκμαίρεται, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.

Επομένως, ο επικαλούμενος επίδοση σε αντίκλητο του διαδίκου, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της ιδιότητάς του (ΑΠ 742/2023, ΑΠ 888/2022, ΑΠ 1378/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επισπεύδεται με επιμέλεια του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)". Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ο τρίτος αναιρεσίβλητος (Ι.

Κ.) και η τέταρτη αναιρεσίβλητη (Ε. Κ.). Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, που επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επίσημο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με την από 26-8-2024 πράξη της προεδρεύουσας αρεοπαγίτη του Β2 Πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίσθηκε για τη συζήτησή της η προκείμενη δικάσιμος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, κατοίκους Αθηνών.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον, με αριθμό ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Τ. Δ., το ως άνω αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, μετά από παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε στον δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Σκυλλάκο, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο (και) των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, ο οποίος τους εκπροσώπησε ως εφεσιβλήτους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, υπ'αριθμ. 2576/2024 απόφαση.

Ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος των εν λόγω απόντων αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπώντας τους κατά τη συζήτηση της έφεσης τους αντιδίκου τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, έχει την ιδιότητα του αντικλήτου τους και νομίμως επιδόθηκε σε αυτόν αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτησή της στην προκείμενη δικάσιμο.

Επομένως, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, οι τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (αρθ.568 παρ.4 ΚΠολΔ), αυτοί πρέπει να θεωρηθούν σαν να είναι παρόντες και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (αρθ.576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση, από 17-6-2024 (αριθμ.εκθ.καταθ.74751/122/17-6-2024), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2576/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία των περιουσιακών-από αμοιβές-διαφορών, επί της 28-9-2020 και με αριθμό κατάθεσης 57239/2868/2020 έφεσης του, υπεισελθόντος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εναγομένου ΝΠΔΔ ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)", κατά της με αριθμό 357/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια διαδικασία, είχε δεχθεί, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 12-3-2019 και με αριθμό κατάθεσης 632/2019 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων δικηγόρων και είχε αναγνωρίσει ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ οφείλει στον καθένα τούτων, δυνάμει σχέσης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, τις εκεί αναφερόμενες παρακρατηθείσες, χωρίς νόμιμη αιτία, τακτικές αποδοχές του, ως δήθεν οφειλόμενη εκ μέρους του ειδική εισφορά αλληλεγγύη και ειδική εισφοράς του ΟΑΕΔ, του άρθρου 38 παρ.2 του ν.3986/2011, νομιμοτόκως.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, επικυρώνοντας την οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 24-5-2024, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ.

Α. επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 17-6-2024, δηλαδή πριν την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα ημερών από την άνω επίδοσή της (αρθ. 552, 553, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθ.577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (αρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 3 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια, δεχόμενα ότι έχουν δικαιοδοσία, επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά, με βάση τα πλαίσια που ορίζονται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018), στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 113/2024, ΑΠ 4/2018).

Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, προτείνεται για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ, καθόσον η έλλειψη δικαιοδοσίας αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 113/2024, ΑΠ 319/2018). Ακολούθως, με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18-4-2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΠ 10/1989).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ.1 εδ. α' του ν. 702/1977, στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που αναφύονται από την αναγνώριση, παραχώρηση ή απονομή δικαιώματος ή ευεργετήματος ή οποιασδήποτε άλλης παροχής ή από την ολική ή μερική άρνηση ικανοποιήσεως τέτοιου αιτήματος, καθώς και οι αναφυόμενες από τη μεταβολή καταστάσεως που δημιουργήθηκε με διοικητική πράξη, κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως ως προς τις ασφαλιστικές σχέσεις μεταξύ των ασφαλιστικών φορέων και των ασφαλισμένων ή των εργοδοτών τους, ιδίως δε οι διαφορές περί την υπαγωγή στην ασφάλιση και τη διάρκειά της, περί τις καταβλητέες από τους εργοδότες και τους ασφαλισμένους εισφορές και περί τις πάσης φύσεως παροχές από τον ασφαλιστικό φορέα.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι διοικητική διαφορά ουσίας, από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικών ασφαλίσεων, δημιουργείται μόνον όταν ο ένας από τους διαδίκους είναι φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως και η διαφορά αναφέρεται, γενικώς, στις ασφαλιστικές σχέσεις μεταξύ του φορέα και του ασφαλισμένου ή του εργοδότη αυτού (ΑΕΔ 5/2002, ΟλΑΠ 9/2012).

Εξ' άλλου σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ. 1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 παρ. 1 και 9 του οποίου, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11 Ιουνίου 1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ η παρ. 2 του άρθρου 1 αυτού διέλαβε ενδεικτικά, όπως προκύπτει από τη λέξη "ιδίως", διάφορες κατηγορίες διοικητικών διαφορών ουσίας που υπήχθησαν στη ρύθμιση αυτή.

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. η του Ν. 1406/1983 ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ.

θ του ιδίου νόμου, όπως στη συνέχεια το εδάφιο θ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και οι διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Από αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 159/2021, ΑΠ 543/2020, ΑΠ 16/2020).

Κατά τις διατάξεις δε των άρθρων 1 παρ.1, 7 παρ.1, 8, 42 επ. του ν.4194/2013 "Κώδικας περί Δικηγόρων (ΦΕΚ Α 208/23.9.2013), που είναι ομοίου περιεχομένου με τις διατάξεις του άρθρων 1, 63, 92 Α επ. του προϊσχύσαντος ν.δ. 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων"), ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός, και όταν παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου, η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του ν. 4194/2013 και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις των άρθρων 42 έως 46 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.4194/2013) και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (Ολ.

ΑΠ. 45/2002, ΑΠ 417/2021, ΑΠ 308/2017) και η σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία που συνδέει τον δικηγόρο με ΝΠΔΔ είναι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 16/2020). Με την επισκοπούμενη, κατ'άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, από 12-3-2019, με αριθμ. καταθ. 27003/632/2019, ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσίβλητοι] δικηγόροι, ισχυρίστηκαν, κατ' εκτίμηση, ότι παρέχουν τις νομικές υπηρεσίες τους στο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ)", [οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)"], με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, υπαγόμενοι στο ενιαίο μισθολόγιο του ν.4024/2011 και από την από την 1-1-2016 στο νέο ενιαίο μισθολόγιο του ν. 4354/2015, καταταγέντες στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο της ΠΕ κατηγορίας, με τακτικές μικτές μηνιαίες αποδοχές που υπερβαίνουν το ποσό των 1.918 ευρώ.

Ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-1-2013 έως και 31-12-2018, παρακράτησε από τις μικτές μηνιαίες αντιμισθίες- αποδοχές τους, χωρίς νόμιμη αιτία, τα αναφερόμενα διακριτώς για τον καθένα τους και συνολικά κατ'έτος χρηματικά ποσά, ως δήθεν οφειλόμενη εκ μέρους τους ειδική εισφορά αλληλεγγύης και ειδική εισφορά υπέρ του ΟΑΕΔ του άρθρου 38 παρ. 2 α'και β'του ν. 3986/2011, ενώ οι ίδιοι δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού και δεν οφείλουν τις άνω ειδικές εισφορές καθόσον, ως δικηγόροι δεν ανήκουν στο υπαλληλικό προσωπικό του, για να υποχρεούνται σε αυτές.

Κατόπιν τούτων καθένας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων δικηγόρων, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ οφείλει να του καταβάλει τις εκεί αναφερόμενες συνολικές τακτικές αποδοχές του, που του παρακράτησε το επίδικο διάστημα, χωρίς νόμιμη αιτία, ως δήθεν οφειλόμενη εκ μέρους του ειδική εισφορά αλληλεγγύης και ειδική εισφορά υπέρ του ΟΑΕΔ κατ'άρθρο 38 παρ.2α και β'του ν.3986/2011, νομιμοτόκως.

Με το περιεχόμενο αυτό της αγωγής η εισαγόμενη υπό κρίση διαφορά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων και όχι σε αυτή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατ'εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης, του άρθρου 7 παρ.1 εδ.

α' του ν. 702/1977, αλλά ούτε κατ'εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. η του Ν. 1406/1983, στα πλαίσια αξίωσης φορολογικής επιβάρυνσης του Κράτους υπέρ του ΟΑΕΔ, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον ΝΠΔΔ-οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικού εναγομένου ΝΠΔΔ- το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης.

Ειδικότερα, το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, μεταξύ, αφενός των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων δικηγόρων και αφ'ετέρου του αρχικού εναγομένου ΝΠΔΔ "Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.", συνίσταται στην αξίωση των πρώτων για καταβολή αντιμισθιών-αποδοχών τους, οφειλόμενων στα πλαίσια έμμισθης εντολής για παροχή των νομικών υπηρεσιών τους στο εναγόμενο ΝΠΔΔ-φορέα επικουρικής ασφάλισης, που παρακρατήθηκαν, χωρίς νόμιμη αιτία, ως δήθεν οφειλόμενες εκ μέρους τους ειδικές εισφορές του άρθρου 38 παρ.2 α'και β'του ν. 3986/2011.

Ως εκ τούτου, η ένδικη διένεξη δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, κατ'εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 εδ.α'του ν.702/1977, καθόσον ο εναγόμενος φορέας κοινωνικής ασφάλισης δεν ενήργησε με την ιδιότητά του αυτή έναντι των εναγόντων δικηγόρων, αλλά ως αντισυμβαλλόμενός τους στις επικαλούμενες συμβάσεις έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία.

Περαιτέρω, οι εν λόγω συμβάσεις είναι ιδιωτικού δικαίου και η ένδικη αξίωση των εναγόντων δικηγόρων των αντιμισθιών τους που παρακρατήθηκαν από το εναγόμενο χωρίς νόμιμη αιτία, πηγάζει από τις συμβάσεις αυτές και δεν συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, κατ'άρθρο 1 παρ. 2 εδ. η του Ν. 1406/1983, με αντικείμενο την απόδοση ειδικής φορολογικής ειδικής επιβάρυνσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον. Επομένως, η ένδικη διαφορά αποτελεί διαφορά μεταξύ ιδιωτών, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία αποφάνθηκαν ήδη επ' αυτής εντός της δικαιοδοσίας τους (ΚΠολΔ 1 στοιχ. α') και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης του οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικού εναγομένου ΝΠΔΔ, ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.3 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Με το νόμο 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α 226), επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η οποία είχε ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας.

Στο Κεφάλαιο Δεύτερο του ως άνω νόμου, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", και ειδικότερα στο άρθρο 4, το οποίο φέρει τον τίτλο "Πεδίο Εφαρμογής", ορίζονται τα εξής: "1.

Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α).

Επίσης υπάγονται: α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, β) οι υπάλληλοι της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Έμμισθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας, γ) οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί, δ) [...],, ε)[ ...], στ. [...], [...]. . 2.Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297) εξαιρούνται από το Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17.".

Στο άρθρο 22 του ιδίου νόμου και με τον τίτλο "Επέκταση Διατάξεων" [όπως το άρθρο 22 ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 34 περ. α' του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ α 176), η έναρξη ισχύος του οποίου είναι από 1.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου νόμου], ορίζεται ότι: "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. 2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται ανάλογα οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, οι αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και κάθε αναγκαίο θέμα. 4.

Οι αποφάσεις του παρόντος άρθρου εκδίδονται εντός διαστήματος ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. 5. Οι κάθε είδους αποδοχές και επιδόματα των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων και Αποκεντρωμένων Διοικήσεων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης εξακολουθούν να καταβάλλονται οι αποδοχές στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί". Σε εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011 εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498/28.2.2012) [η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 34 περ. α του ν. 4354/2015]. Σύμφωνα με την παρ.1 αυτής, στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες σε σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 καταβάλλεται βασικός μισθός ως εξής:

α) στους δικηγόρους στο Πρωτοδικείο ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού, β) στους δικηγόρους στο Εφετείο, ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και γ) στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο μισθός του Β' βαθμού. Ακολούθως, με το ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" (Α 176), και με το Κεφάλαιο Β με τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο.

του Κεφαλαίου A του ν. 3429/2005 (Α 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις" με έναρξη ισχύος των διατάξεων των άρθρων 7 έως 34 του ως άνω Κεφαλαίου Β από 1.1.2016 (άρθρο 35) επαναρρυθμίσθηκαν από 1.1.2016 οι διατάξεις που αφορούν το μισθολόγιο του προσωπικού του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Με το άρθρο 7 (όπως οι περιπτώσεις ιστ` έως ιθ` της παραγράφου 1 αναριθμήθηκαν σε ιε` έως ιη` με το άρθρο 35 παρ.1 Ν. 4484/2017) ορίζεται ότι:1. Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου:

α) ...ιη) οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος". Με άρθρο δε 34 ιδίου νόμου καταργήθηκαν από 1.1.2016, μεταξύ των άλλων, οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν. 4024/2011, από την έναρξη της ισχύος του την 1-1-2016, καταργήθηκαν οι αναφερόμενες διατάξεις του ν.4024/2011, ως η κατ'εξουσιότηση του άρθρου 22 του νόμου αυτού προαναφερόμενη με αριθμό 2/17132/0022/2012 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, με την οποία προβλεπόταν η καταβολή των, κατ'αναλογική εφαρμογή του άρθρου 16 του ίδιου νόμου, επιδομάτων εορτών και αδείας στους δικηγόρους που απασχολούνται (και) στα ΝΠΔΔ με πάγια αντιμισθία (ΑΠ 469/2023).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, προκύπτει ότι η ισχύς, από την 1-11-2011, των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου (άρθρα 4 παρ. 1 έως 32) του νόμου αυτού (δηλαδή του ν. 4024/2011) επεκτάθηκε και στους δικηγόρους που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 4024/2011, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα ΝΠΔΔ, και ότι οι αποδοχές τους καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση.

Σε εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011 εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/ 0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498/28.2.2012) και σύμφωνα με την παρ.1 αυτής στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες σε σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής, μεταξύ άλλων και, σε ΝΠΔΔ, καταβάλλεται βασικός μισθός κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις μισθολογικών κλιμακίων.

Από την 1-1-2016 με το ν. 4354/2015 Κεφ.Β' επαναρρυθμίστηκαν οι διατάξεις που αφορούν το μισθολόγιο του προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και με ρητή διάταξη του άρθρου 7 περ.ιη του ιδίου νόμου, στις διατάξεις του υπήχθησαν και οι δικηγόροι που παρέχουν τις υπηρεσίες με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής σε ΝΠΔΔ.

Περαιτέρω, ο νόμος 3986/2011 (ΦΕΚ Α 152/1.7.2011) "Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015", κατά την αιτιολογική του έκθεση, προβλέπει μέτρα άμεσης εφαρμογής και απόδοσης, λόγω της κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, και εξυπηρετεί σκοπούς υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, που συνίστανται στην επίτευξη των μακροοικονομικών στόχων της, μέσα σε ένα αρνητικό διεθνή και ευρωπαϊκό συσχετισμό δυνάμεων, με κομβικό σημείο τη βιωσιμότητα και διαχειρισιμότητα του δημοσίου χρέους και την ανατροπή της εδραιωμένης αρνητικής πεποίθησης γύρω από το αξιόχρεο της χώρας.

Με το άρθρο 38 του νόμου αυτού που φέρει τον τίτλο "Δημοσιονομικές Ρυθμίσεις", στην παρ. 2 περ.α, όπως ισχύει, μετά την τροποποίηση της αρχικά με την παρ. 11 του άρθρου 24 του Ν. 4002/2011 και στη συνέχεια με την παρ. 5 του άρθρο 40 του ν. 4144/2013 (ΦΕΚ Α 88/18.4.2013) ορίζεται: "Καθιερώνεται ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας.

Η εισφορά αυτή υπολογίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων όλων των μισθοδοτούμενων υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, καθώς και των υπαλλήλων όλων ανεξαιρέτως των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και των ΝΠΙΔ, συμπεριλαμβανομένων και των Τραπεζών και των θυγατρικών επιχειρήσεων των Τραπεζών ή των συνδεδεμένων με αυτές εταιρειών που ανήκουν με αυτές στον ίδιο όμιλο με τις Τράπεζες.

Από τις διατάξεις αυτές εξαιρείται το προσωπικό που καταβάλλει εισφορά υπέρ κλάδου ανεργίας, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 32 του ΝΔ 2961/1954, όπως έχει τροποποιηθεί με την παράγραφο 6 του άρθρου 44 του Ν. 2084/1992 και την παράγραφο 9 του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου". Στην παρ.2 περ.β του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "καθιερώνεται ειδική εισφορά των ασφαλισμένων του Ταμείου Προνοίας των Δημοσίων και των Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ) πέραν των προβλεπομένων, υπέρ του Ταμείου Προνοίας των Δημοσίων Υπαλλήλων.

Η εισφορά αυτή υπολογίζεται σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων όλων των δικαιούχων υπαλλήλων του Ταμείου. Για όσους υπαλλήλους δεν είναι ασφαλισμένοι στο ΤΠΔΥ η εισφορά υπολογίζεται σε ένα τοις εκατό (1%) επί των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων, υπέρ του ΟΑΕΔ, ενώ για προσωπικό που είναι ασφαλισμένο στα Μετοχικά Ταμεία των Ενόπλων Δυνάμεων, η εισφορά αυτή αποδίδεται υπέρ των εν λόγω Ταμείων.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού, είσπραξης και απόδοσης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου". Και τέλος με την παρ.2 περ.γ', η οποία προστέθηκε με το άρθρο 24 παρ.3 του ν.4002/2011 ορίζεται ότι: "Οι ειδικές εισφορές των προηγουμένων περιπτώσεων που αναλογούν στο χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 31-07-2011 κατανέμονται ισόποσα και συνεισπράττονται με τις εισφορές των επομένων μηνών του έτους 2011 σύμφωνα με όσα ορίζονται στην κοινή υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της προηγούμενης περίπτωσης".

Κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 α' του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 εκδόθηκε η με αριθμό 2/57654/0022/22-08-2011 και με τίτλο "Ειδική εισφορά αλληλεγγύης της παρ. 2 α του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ 152 Α')" κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης [ΦΕΚ Β' 1853/22.8.2011]", με την οποία ορίστηκε ότι: "Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ. 2 α του άρθρου 38 του Ν. 3986/2011 ειδική εισφορά αλληλεγγύης υπολογίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων όλου του μισθοδοτούμενου προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, καθώς και του προσωπικού όλων ανεξαιρέτως των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και των ΝΠΙΔ, συμπεριλαμβανομένων και των Τραπεζών.

Εξαιρείται το προσωπικό που καταβάλλει την εισφορά υπέρ κλάδου ανεργίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 32 του ΝΔ 2961/1954, όπως έχουν τροποποιηθεί με το άρθρο 44 παρ. 6 του Ν. 2084/1992 και το άρθρο 44 παρ. 9 του Ν. 3986/2011 (παρ.1). Το ποσό της εισφοράς αλληλεγγύης της προηγούμενης παραγράφου, που αποτελεί έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού, παρακρατείται κάθε μήνα κατά την πληρωμή της τακτικής μισθοδοσίας και των λοιπών προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων του μισθοδοτούμενου προσωπικού (παρ. 2).

Η απόφαση αυτή ισχύει από 01-01-2011, η δε ειδική εισφορά, που αναλογεί στο χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 31-07-2011, κατανέμεται ισόποσα και συνεισπράττεται με τις εισφορές των επομένων μηνών του έτους 2011 (παρ. 4)". Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 α' και β' του ν. 3986/2011, που προβλέπουν τις προαναφερόμενες ειδικές εισφορές για την καταπολέμηση της ανεργίας, ενόψει της γενικότητας της διατύπωσής τους και του προεκτεθέντος σκοπού του νόμου, αφορούν το πάσης φύσεως και με οποιαδήποτε σχέση συνδεόμενο με τα αναφερόμενα ν.π.

μισθοδοτούμενο προσωπικό τους, συμπεριλαμβανομένων και των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ΝΠΔΔ με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής (ΑΠ 1479/2024, ΑΠ 1480/2024, σχ.ΟλΣτΕ 3372/2015 σκ.11). Συνακόλουθα η προαναφερόμενη 2/57654/0022/22-08-2011 ΚΥΑ, που ορίζει ότι η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ. 2 α' του άρθρου 38 του Ν. 3986/2011 ειδική εισφορά αλληλεγγύης υπολογίζεται επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων όλου του μισθοδοτούμενου προσωπικού (και) των ΝΠΔΔ, κείται εντός των ορίων της άνω εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 38 παρ.2 α' του άνω νόμου, στην οποία η προσθήκη της λέξης "υπαλλήλων" αμέσως μετά τη λέξη "μισθοδοτούμενων" πλεονάζει, καθόσον οι υπάλληλοι είναι πάντοτε μισθοδοτούμενοι (ΑΠ 1479/2024, ΑΠ 1480/2024).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ α` ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Από την επισκόπηση, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 357/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε νόμιμη την αγωγή και, αφού δέχθηκε ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι δικηγόροι, συνδεόμενοι με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, και ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ, στα πλαίσια της σχέσης αυτής, παρακράτησε τις ένδικες αντιμισθίες τους, χωρίς νόμιμη αιτία, ως δήθεν οφειλόμενες εκ μέρους τους ειδικές εισφορές του άρθρου 38 παρ.2 α'και β'του ν.3986/2011, καθόσον δεν υπάγονταν στις ρυθμίσεις του άρθρου αυτού, παρά τον περί του αντιθέτου προβληθέντα ισχυρισμό του αντιδίκου τους, ακολούθως έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.

Ακολούθως, επιδίκασε, αναγνωριστικά, σε κάθε ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) δικηγόρο, τις εκεί αναγραφόμενες αντιμισθίες-αποδοχές του του επιδίκου χρονικού διαστήματος, οφειλόμενες στα πλαίσια σχέσης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, οι οποίες είχαν παρακρατηθεί, χωρίς νόμιμη αιτία, από το εναγόμενο ΝΠΔΔ, ως ειδικές εισφορές του άρθρου 38 παρ.2 α'και β'του ν.3986/2011, νομιμοτόκως.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, κατόπιν άσκησης της από 28-9-2020 (αριθ.καταθ.57239/ 2868/2020) έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του εναγομένου ΝΠΔΔ, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 2576/2024, απόφασή του, αφού έκρινε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις άνω παραδοχές, απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον είχε επαναφέρει τον ισχυρισμό για την έλλειψη νομιμότητας της αγωγής των εναγόντων-εφεσιβλήτων δικηγόρων, επικαλούμενο την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του άρθρου 38 παρ.2 α'και β'του ν.3986/2011.

Ειδικότερα το Εφετείο, αφού διατύπωσε τις κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 α'και β' του ν. 3986/2011 και της με αριθμό οικ. 2/57654/0022/22.8.2011 ΚΥΑ για τον ανωτέρω λόγο έφεσης διέλαβε τα εξής: "Ο λόγος αυτός (ο πρώτος) της έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας την αγωγή νόμιμη, ορθώς εφάρμοσε το νόμο, αφού, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι δικηγόροι, οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα (ΝΠΔΔ) με σχέση έμμισθης εντολής, όπως εν προκειμένω οι ενάγοντες, ήδη εφεσίβλητοι, δεν υποχρεούνται στην καταβολή της εισφοράς αλληλεγγύης και εισφοράς υπέρ του ΟΑΕΔ (του άρθρου 38 παρ.2 του ν.3896/2011), αφού προϋπόθεση καταβολής αυτών αποτελεί η παροχή εξαρτημένης εργασίας".

Με ταύτα το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατ'ουσία επικυρώνοντας έτσι την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί, με την άνω παραδοχές, την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Με το ανωτέρω όμως περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν μη νόμιμη, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, οι διατάξεις του άρθρου 38 παρ.2 α'και β'του ν.3896/2011, καταλαμβάνουν και τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους δικηγόρους, οι οποίοι, με συμβάσεις έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία παρέχουν νομικές υπηρεσίες στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως οιονεί καθολικός διάδοχός του το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, και δεν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου.

Ειδικότερα, οι αναιρεσίβλητοι δικηγόροι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 7 παρ. 1, 8 και 42 έως και 46 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", είναι δημόσιοι λειτουργοί και συνδέονται με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία με το εναγόμενο ΝΠΔΔ. Καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα μισθοδοτούνται από ΝΠΔΔ παρέχοντας τις νομικές υπηρεσίες τους ως δικηγόροι, υπαγόμενοι στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού του με τις προβλεπόμενες από τις σχετικές διατάξεις πάγιες αντιμισθίες-τακτικές αποδοχές.

Συγκεκριμένα, μέχρι τις 31-12-2015, με την ΚΥΑ οικ. 2/17132/ 0022/28-2-2012 που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.1 του ν.4024/2021 και σε συνδ. με το άρθρο 4 παρ.1 του ίδιου νόμου, υπήχθησαν στις ρυθμίσεις του μισθολογίου αυτού του προσωπικού των ΝΠΔΔ, αμειβόμενοι με τον προβλεπόμενο βασικό μισθό με αναφορά σε μισθολογικά κλιμάκια, και από την 1-1-2016 που επαναρρυθμίστηκαν οι διατάξεις που αφορούν το ανωτέρω μισθολόγιο, με το ν. 4354/2015 Κεφ.Β', με τη διάταξη του άρθρου 7 περ.ιη του ιδίου νόμου, υπήχθησαν στις μισθολογικές ρυθμίσεις του νόμου αυτού καταταγέντες στα μισθολογικά κλιμάκια κατηγορίας ΠΕ.

Επομένως, οι αναιρεσείοντες δικηγόροι ανήκουν στο μισθοδοτούμενο προσωπικό ΝΠΔΔ, και με την ιδιότητά τους αυτή οι διατάξεις του άρθρου 38 παρ.2 α'και β' του ν.3986/2011, που προβλέπουν την παρακράτηση από τις τακτικές αποδοχές τους και τις πρόσθετες αμοιβές και αποζημιώσεις τους, της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και της ειδικής εισφοράς υπέρ του ΟΑΕΔ, αντίστοιχα, ενόψει της γενικότητας της διατύπωσής τους και του προεκτεθέντος σκοπού του νόμου αυτού, αφορούν και τους ίδιους, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που τους συνδέει με το εναγόμενο ΝΠΔΔ, και την έλλειψη της υπαλληλικής της ιδιότητας, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε.

Τούτο άλλωστε καταδεικνύεται και από την διατύπωση της παρ.2 περ.α' του ανωτέρω άρθρου, που σαφώς αφορά σε όλους τους μισθοδοτούμενους (και) των ΝΠΔΔ και όχι μόνο τους συνδεόμενους με αυτά με υπαλληλική σχέση, καθόσον η αναφορά της λέξης "υπαλλήλων" αμέσως μετά από τη λέξη "μισθοδοτούμενων", πλεονάζει, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι είναι πάντοτε μισθοδοτούμενοι.

Συνακόλουθα η εκδοθείσα, κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 38 παρ.2 του ν.3986/2011, με αριθμό 2/57654/0022/22.8.2011 ΚΥΑ, η οποία, καθορίζοντας τον τρόπο υπολογισμού των καθιερούμενων με το άρθρο αυτό ειδικών εισφορών, αναφέρεται στο "μισθοδοτούμενο προσωπικό" των ΝΠΔΔ, κείται εντός ορίων της ανωτέρω διάταξης, κατ'εξουσιοδότηση της οποίας εκδόθηκε.

Κατόπιν τούτων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 α' και β' του ν. 3986/2011 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας με αριθμό οικ.2/57654/0022/22.8.2011 ΚΥΑ, οι οποίες είναι εν προκειμένω εφαρμοστέες, σύμφωνα με τα αναφερόμενα και στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, και έτσι υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συνεπώς ο δεύτερος-και τελευταίος- λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του εναγομένου ΝΠΔΔ, και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί κατ'ουσία την αγωγή κατ' ουσία, επιδικάζοντας, αναγνωριστικά σε καθένα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως.

Με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 εδ.α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμός 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παρ.4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω διευκρίνιση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνη η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 5/2022, ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 41/2002, ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 520/2023).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, που σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι η από 12-3-2019 με αριθμ.καταθ.27003 /632/2019 αγωγή είναι μη νόμιμη, δεν υφίσταται δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον την έφεση του αναιρεσείοντος, μετά την κατά τα άνω αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεσμευόμενο ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε.

Και τούτο διότι το μόνο που απομένει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι η, κατά παραδοχή της έφεσης, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, απόρριψή της ως μη νόμιμης. Επομένως, πρέπει να κρατηθεί και να δικαστεί από το παρόν Τμήμα η υπόθεση, να γίνει δεκτή κατ'ουσία η από 28-9-2020 (αριθ.εκθ.καταθ.57239/2868/2020) έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, υπεισειλθέντος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού εναγομένου ΝΠΔΔ ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, να εξαφανιστεί η με αριθμ. 357/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που δέχθηκε κατ'ουσία την από 12-3-2019 με αριθμ.καταθ.27003/632/2019 αγωγή, και να απορριφθεί η αγωγή αυτή ως μη νόμιμη.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν συνολικά μεταξύ των διαδίκων, όπως και τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθ.179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 17-6-2024 με αριθμ.καταθ.74751/122/17-6-2024 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2576/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος ως Εφετείο με τη διαδικασία των περιουσιακών-από αμοιβές-διαφορών).

Αναιρεί την με αριθμό 2576/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 28-9-2020 (αριθ.εκθ.καταθ. 57239/2868/2020) έφεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-EΦΚΑ), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του εναγομένου ΝΠΔΔ.

Δέχεται κατ'ουσία την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 357/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που δέχθηκε την από 12-3-2019 με αριθμ.καταθ. 27003/632/2019 αγωγή.

Απορρίπτει την ανωτέρω αγωγή. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων συνολικά, τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, ως και αυτά της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ