Greek Supreme Court allows appeal against parental custody removal due to insufficient reasoning in first instance judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance decision removing parental custody from the parents of a minor child. The parents argued the lower court failed to assess alternative support measures or the child's well-being before removing custody. The court agreed, ruling that the first-instance judgment lacked necessary reasoning on these critical points, making the removal of parental rights arbitrary.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1532, 1533 of the Civil Code; The removal of parental custody requires a comprehensive assessment of alternative measures and the child's best interests, and a judgment lacking such reasoning constitutes a fundamental error justifying the annulment of the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 267 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 267/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Ν., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Ευθυμίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών ως Εισαγγελέως Ανηλίκων Αθηνών, που κατοικοεδρεύει στην … και 2) Μ. Π. του Δ., κατοίκου ... οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Κοινοποιουμένη προς: 1) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", το οποίο εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που εδρεύει στην ….
Το πρώτο προς ο η κοινοποίηση εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Ροΐδη, η οποία κατέθεσε την από 14-11-2022 πρόσθετη παρέμβαση - προτάσεις, ενώ ο δεύτερος προς ον η κοινοποίηση δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2021 αίτηση της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και την από 8-2-2022 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη πρώτου προς ο η κοινοποίηση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση 1243/2022 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του πρώτου προς ο η κοινοποίηση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από το επισπεύδον τη συζήτηση ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ" (προσθέτως παρεμβαίνον ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση), υπ' αριθ. .../14.7.2022 και .../14.7.2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Α.
Κ.-Α., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την σχετική πράξη προσδιορισμού για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 14.11.2022) και της κλήσης προς συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως α) στην πρώτη αναιρεσίβλητη Εισαγγελέα (Ανηλίκων) Πρωτοδικών Αθηνών και β) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος, κατ' άρθρο 573 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκπροσωπεί στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου τους εισαγγελείς, όταν αυτοί έχουν την ιδιότητα του διαδίκου (ΑΠ 180/2022).
Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, ούτε παραστάθηκαν στην ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 769 ΚΠολΔ, που ορίζει τους δικαιούμενους να ασκήσουν αναίρεση στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, "Αναίρεση έχουν δικαίωμα να ασκήσουν, και αν νίκησαν, ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών.
Οι διατάξεις του άρθρου 762 εφαρμόζονται και εδώ". Δηλαδή, ως προς την παθητική νομιμοποίηση, η ανωτέρω διάταξη παραπέμπει στο άρθρο 762 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την παθητική νομιμοποίηση της έφεσης κατά των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, και, συνεπώς, η διάταξη αυτή, που θεσπίσθηκε ενόψει και του χαρακτήρα των θεμάτων που υπάγονται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (τα οποία αφορούν ως επί το πλείστον στη δημόσια τάξη και είναι απαραίτητο να επιλύονται οριστικώς έναντι πάντων των ενδιαφερομένων διαδίκων) και που ορίζει ότι "Αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους", εφαρμόζεται και για την παθητική νομιμοποίηση της αναίρεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία αυτή.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι το ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση κατ' απόφασης που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, πρέπει να στραφεί κατά του ενδιαφερόμενου προσώπου που είχε λάβει μέρος ως αντίδικος του αναιρεσείοντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ σε όλους τους άλλους που μετείχαν στην εν λόγω δίκη ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως ομοδίκων ή αντιδίκων του αναιρεσείοντος, ακόμη και αυτών που δεν εμφανίσθηκαν και δικάσθηκαν σαν να ήταν παρόντες, κατ` άρθρ. 754 ΚΠολΔ και έχουν δικαίωμα να κληθούν στη συζήτηση, η αναίρεση πρέπει απλώς να κοινοποιείται με κλήση προς συζήτηση (ΑΠ 180/2022, ΑΠ 457/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ. α' ΚΠολΔ), το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο κατ' απόφασης που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, το οποίο μπορεί να στηρίζεται και στο γεγονός ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί στη δίκη αυτή, εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτού, οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 76, 77, 78 ΚΠολΔ για την αναγκαστική ομοδικία, ενώ η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ δεν καταλαμβάνει μόνο τους τρίτους που δεν κατέστησαν διάδικοι στη δίκη αλλά και τους διαδίκους που έλαβαν μέρος σ` αυτήν και κατά των οποίων δεν στρέφεται η αίτηση αναίρεσης (ΟλΑΠ 6/1999, ΑΠ 757/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 82 εδ. γ' ΚΠολΔ, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό προς την παράγραφο 3 του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, προκύπτει σαφώς, ότι η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο της αναίρεσης είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ), πρέπει να επιδίδεται και προς τον έχοντα κατ' αμφοτέρους τους βαθμούς την ιδιότητα του προσθέτως υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους παρεμβάντος, ώστε να ενημερώνεται αυτός περί της εξέλιξης της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και να ασκεί τα δικαιώματά του.
Έτσι, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 558 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, δεν απευθύνεται κατ' αρχήν η αναίρεση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, πρέπει όμως να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερόμενες διατάξεις (ΑΠ 457/2020, ΑΠ 496/2019).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 80 ΚΠολΔ που ορίζει ότι, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και στον Άρειο Πάγο.
Εξάλλου, επειδή σύμφωνα με το άρθρο 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί να ασκηθεί και κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, χωρίς προδικασία, ασκείται αυτή, επομένως, με τις προτάσεις που κατατίθενται κατά τη συζήτηση ή και προφορικά, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις δίκες ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 457/2020).
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης τα ακόλουθα: Η Εισαγγελέας (Ανηλίκων) Πρωτοδικών Αθηνών (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), με την από 22.12.2021 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε την αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας του ανήλικου άρρενος τέκνου, που γεννήθηκε την 13.4.2019 χωρίς γάμο των γονέων του (με συμβολαιογραφική αναγνώριση της πατρότητάς του) και φέρει το επώνυμο "«Χ., από τους γονείς του, ήτοι τους πρώτο και δεύτερη των καθ' ων, Α.
Χ. (ήδη αναιρεσείοντα) και Μ. Π., με την επίκληση ότι αυτοί δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στο λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του ως άνω τέκνου τους και, επιπλέον, ζήτησε να ανατεθεί αυτή (άσκηση της γονικής μέριμνας) στο ίδρυμα με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", το οποίο ήδη το φιλοξενεί.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άσκησε (προφορικά και με τις έγγραφες προτάσεις του) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της Εισαγγελέως Ανηλίκων το προαναφερόμενο ίδρυμα. Επί της ανωτέρω αίτησης, που συνεκδικάσθηκε μαζί με την εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1243/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας), που δέχθηκε την αίτηση και την πρόσθετη παρέμβαση.
Κατά της ως άνω απόφασης, η οποία είναι ανέκκλητη, αφού κατ' αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 εδ. α' του Ν. 2447/1996, δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της έφεσης (ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1011/2020, ΑΠ 235/2005, ΑΠ 1111/2002), παραδεκτώς άσκησε ο αναιρεσείων (πατέρας του ανήλικου τέκνου) την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, κατ' εφαρμογή των αναφερόμενων στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη διατάξεων των άρθρων 762 και 769 εδ.
τελευτ. ΚΠολΔ, παραδεκτώς απηύθυνε την αναίρεσή του κατά της αιτούσας Εισαγγελέως (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), η οποία είχε λάβει μέρος, ως αντίδικός του, στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ η απεύθυνση της αναίρεσής του κατά της Μ. Π. (μητέρας του ανηλίκου), η οποία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε μετάσχει ως ομόδικός του, αφού ήταν η δεύτερη των καθ' ων η αίτηση, εκτιμάται ως κλήτευση αυτής για τη συζήτηση της αναίρεσης (πρβλ.
ΑΠ 164/2021, ΑΠ 4/2020), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 762, 769 εδ. τελευταίο και 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου αυτή να ενημερωθεί για την εξέλιξη της δίκης, αφού η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί στη δίκη αυτή (επί της αναίρεσης) εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις της ίδιας. Η τελευταία, πάντως, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, αν και κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από το επισπεύδον τη συζήτηση ΝΠΔΔ με την επίδοση ακριβούς αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (14.11.2022) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή (βλ.
την υπ' αριθ. .../13.7.2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Α. Κ.-Α.). Τέλος, ο αναιρεσείων δεν απαιτείτο να απευθύνει την αίτηση αναίρεσης και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος ιδρύματος, γιατί αυτό δεν είναι κύριος διάδικος, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη. Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 741, 762 και 769 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, το ανωτέρω ίδρυμα (ν.π.δ.δ), το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, άσκησε παραδεκτώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, με τις κατατεθείσες κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης Εισαγγελέως προς υποστήριξη της προσβαλλόμενης απόφασης, επικαλούμενο ότι έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει πρόσθετα και να υπερασπιστεί το συμφέρον του ανήλικου τέκνου, γιατί ήδη, με την υπ' αριθ.
φακ. 341/2019 Διάταξη της Εισαγγελέως Ανηλίκων Πρωτοδικών Αθηνών, έχει ανατεθεί σ' αυτό (ίδρυμα) η φιλοξενία του, το οποίο (συμφέρον του τέκνου) διασφαλίζεται μόνο με την απόρριψη της υπό κρίση αναίρεσης. Τα ανωτέρω εκτιθέμενα θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του προαναφερόμενου ιδρύματος και, συνεπώς, είναι παραδεκτή η πρόσθετη παρέμβασή του (άρθρο 752 παρ. 2 ΚΠολΔ), η οποία και πρέπει να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 31 παρ. 1, 246 και 741 ΚΠολΔ).
ΙV. Κατά το άρθρο 1515 ΑΚ (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 του Ν. 4800/2021) επί τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του, όταν το τέκνο αναγνωρίζεται εκούσια ή δικαστικά με αγωγή που άσκησε ο πατέρας, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, την οποία ασκεί από κοινού με τη μητέρα, ενώ, με βάση τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 19 του Ν. 4800/2021, η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και σε τέκνα που αναγνωρίσθηκαν πριν από την, κατά την 16.9.2021, έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1510 εδ. β' ΑΚ η γονική μέριμνα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου, κατά δε το άρθρο 1511 παρ. 2 ΑΚ (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 του Ν. 4800/2021 με έναρξη ισχύος από 16.9.2021) "Στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του στο συμφέρον του τέκνου, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της".
Περαιτέρω, στο άρθρο 1532 ΑΚ (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 του Ν. 4800/2021 και ισχύει από 16.9.2021) ορίζεται: "Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου ή ο εισαγγελέας, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο.
Κακή άσκηση της γονικής μέριμνας συνιστούν ιδίως: α. η υπαίτια μη συμμόρφωση προς αποφάσεις και διατάξεις δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που αφορούν το τέκνο ή προς την υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας, β. η διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς, γ.
η υπαίτια παράβαση των όρων της συμφωνίας των γονέων ή της δικαστικής απόφασης για την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει και η με κάθε άλλο τρόπο παρεμπόδιση της επικοινωνίας, δ. η κακή άσκηση και η υπαίτια παράλειψη της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας από τον δικαιούχο γονέα, ε.
η αδικαιολόγητη άρνηση του γονέα να καταβάλει τη διατροφή που επιδικάστηκε στο τέκνο από το δικαστήριο ή συμφωνήθηκε μεταξύ των γονέων, στ. η καταδίκη του γονέα, με οριστική δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.
Το δικαστήριο, στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, δύναται να αφαιρέσει από τον υπαίτιο γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ή την επιμέλεια, ολικά ή μερικά, και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα, καθώς επίσης να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου.
Αν συντρέχουν στο πρόσωπο και των δύο γονέων οι περιπτώσεις του δευτέρου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή ακόμα και την επιμέλειά του ολικά ή μερικά σε τρίτο ή και να διορίσει επίτροπο...". Από την ανωτέρω διάταξη (στην οποία προστέθηκαν με το Ν. 4800/2021 έξι ενδεικτικές περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας του ανηλίκου που ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη και το κοινωνικό συμφέρον γενικότερα, είναι, διαζευκτικά διατυπωμένες, οι εξής: α) η παράβαση από τους γονείς των καθηκόντων που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους, β) η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματός τους και γ) η αδυναμία τους να ανταποκριθούν σ` αυτό, χωρίς, όμως, να είναι εφικτός ο απόλυτος εννοιολογικός διαχωρισμός των ως άνω περιπτώσεων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, γιατί συχνά αυτές αλληλοεπικαλύπτονται (ΑΠ 577/2014).
Εάν δε η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, αυτή, αφαιρούμενης της άσκησής της από τον ένα, θα παραμένει μόνο στον άλλο γονέα, βάσει της αρχής του πλήρους δικαιώματος κάθε γονέως άσκησης αυτής, ενώ εάν οι προϋποθέσεις της κακής άσκησης υπάρχουν και στο πρόσωπο του άλλου γονέως ή μόνο ο ακατάλληλος γονέας είναι στη ζωή ή έχει τη γονική μέριμνα, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει την ανάθεση της επιμέλειας ή την άσκηση της γονικής μέριμνας του τέκνου σε τρίτο, ή να διορίσει επίτροπο για τη διοίκηση της περιουσίας αυτού.
Ειδικότερα, λόγοι που αφορούν την τρίτη των ανωτέρω περιπτώσεων, ήτοι της αδυναμίας του γονέα να ανταποκριθεί στο λειτούργημά του είναι, μεταξύ άλλων, η τυχόν ασθένεια που επηρεάζει την ικανότητα προς ανταπόκριση στο λειτούργημα, ο δύστροπος χαρακτήρας, ο ακόλαστος και άσωτος βίος, η ανήθικη και εγκληματική διαγωγή του γονέα (ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1011/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1533 ΑΚ: "Η αφαίρεση του συνόλου της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου και από τους δύο γονείς και η ανάθεσή της σε τρίτο διατάσσονται από το δικαστήριο μόνο όταν άλλα μέτρα έμειναν χωρίς αποτέλεσμα ή κρίνεται ότι δεν επαρκούν για να αποτρέψουν κίνδυνο της σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής υγείας του τέκνου.
Το δικαστήριο ορίζει την έκταση της γονικής μέριμνας που παραχωρεί στον τρίτο και τους όρους της άσκησής της. Το δικαστήριο αποφασίζει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας ή της επιμέλειας στον τρίτο κατά τη δεύτερη παράγραφο του προηγούμενου άρθρου ή την πρώτη παράγραφο του παρόντος, ύστερα από έλεγχο του ήθους, των βιοτικών συνθηκών και γενικά της καταλληλότητάς του, στηριζόμενο υποχρεωτικά σε βεβαίωση της κοινωνικής υπηρεσίας.
Η ανάθεση γίνεται σε κατάλληλη οικογένεια, κατά προτίμηση συγγενική (ανάδοχη οικογένεια) και, αν αυτό δεν είναι δυνατό, σε κατάλληλο ίδρυμα". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι παρέχεται εξουσία στο δικαστήριο αφαίρεσης του συνόλου της επιμέλειας ή της άσκησης της γονικής μέριμνας του τέκνου και από τους δύο γονείς του και ανάθεσης αυτής σε τρίτο.
Όμως, για την αφαίρεση αυτή, κατ' άρθρο 1533 ΑΚ, απαιτείται η συνδρομή αθροιστικώς των εξής προϋποθέσεων: α) παράβαση από τους γονείς των καθηκόντων που τους επιβάλλονται από το λειτούργημά τους ή καταχρηστική άσκησή του ή αδυναμία ανταπόκρισής τους σ` αυτό και β) η αναποτελεσματικότητα άλλων μέτρων ή η ανεπάρκειά τους για την αποτροπή κινδύνου της σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής υγείας του τέκνου.
Συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την παρεχόμενη σ` αυτό εξουσία, για να προχωρήσει στην αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας και από τους δύο γονείς, που συνεπάγεται την αφαίρεση από αυτούς του συνόλου της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου, οφείλει προηγουμένως να προβεί σε διάγνωση της αναποτελεσματικότητας "άλλων μέτρων" ή σε κρίση περί της ανεπάρκειάς τους, διατυπώνοντας με επάρκεια και σαφήνεια στην απόφασή του τις σχετικές περί τούτου ουσιαστικές του παραδοχές.
Τέτοια πρόσφορα "άλλα μέτρα" (υποβοηθητικά ή υποστηρικτικά στην άσκηση από τους γονείς του λειτουργήματος της γονικής μέριμνας) μπορούν να είναι, μεταξύ άλλων, η παρακολούθηση από το γονέα προγράμματος συμβουλευτικής, η καθιέρωση υποχρέωσης του γονέα να ενταχθεί σε πρόγραμμα υποστήριξης που προσφέρουν οι κοινωνικές υπηρεσίες του Δήμου ή άλλων δημόσιων δομών, η διάσπαση του περιεχομένου της επιμέλειας, η άδεια του δικαστηρίου πριν από οποιαδήποτε ενέργεια, η προηγούμενη από κάθε ενέργεια συμβουλή τρίτου ή η ανακοίνωση μελλοντικών ενεργειών σε κάποιο τρίτο κλπ.
Η δε λήψη οποιουδήποτε μέτρου από το δικαστήριο και πολύ περισσότερο εκείνου της αφαίρεσης της γονικής μέριμνας του προσώπου του τέκνου και από τους δύο γονείς και της ανάθεσής της σε τρίτο πρέπει να διαπνέεται από την αρχή της προσφορότητας, δηλαδή της καταλληλότητας του μέτρου για την αποτροπή του κινδύνου που δημιουργεί η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας προς την οποία συνάπτεται η αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή της αναλογίας του μέτρου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και της ελάχιστης δυνατής επέμβασης στη σχέση γονέων και τέκνου (ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1011/2020, ΑΠ 577/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
V. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι καθ' ων η αίτηση Α. Χ., γεννηθείς την 12η-09-1983 και Μ. Π., γεννηθείσα την 15η-09-1993, συνήψαν ερωτικό δεσμό περί τα μέσα του έτους 2014 και στις 13 Απριλίου 2019 απέκτησαν εκτός γάμου ένα ανήλικο και αβάπτιστο άρρεν τέκνο, το οποίο ο αιτών αναγνώρισε εκουσίως, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../09.05.2019 συμβολαιογραφικής πράξης αναγνώρισης τέκνου και συναίνεσης της Συμβολαιογράφου Βύρωνα Αττικής Μαρίας Νικολάου Συκιώτη.
Ωστόσο, η συντροφική συμβίωσή τους ουδέποτε υπήρξε αρμονική. Ειδικότερα, δεν είχαν την απαιτούμενη πνευματική και ψυχική ωριμότητα, ώστε να αντιληφθούν ότι οι συμβίοι πρέπει να συμπεριφέρονται με ψυχραιμία, να αντιμετωπίζουν με νηφαλιότητα τα ζητήματα της καθημερινότητας, να είναι υποστηρικτικοί μεταξύ τους και να μακροθυμούν, ώστε η συναισθηματική σχέση να είναι αρμονική και να δημιουργηθεί μεταξύ των συντρόφων ισχυρός ψυχικός δεσμός.
Αντιθέτως, οι καθ' ων η αίτηση ήταν παρορμητικοί, εξέφραζαν με ένταση τις προσωπικές επιθυμίες και θέσεις τους, δεν είχαν διάθεση ουσιαστικής συνεννόησης και δεν προσέγγιζαν συναισθηματικά ο ένας τον άλλον. Στην πορεία της σχέσης τους αποκαλύφθηκαν αγεφύρωτες διαφορές αρχών και αντιλήψεων που υπήρχαν μεταξύ τους, εξαιτίας των οποίων δεν κατόρθωναν να συμβιώσουν σε κλίμα αποδοχής, συνεννόησης και σεβασμού του ενός προς τον άλλον.
Σημείο έντονης τριβής μεταξύ τους, που εν πολλοίς οφείλονταν στις διαφορετικές προσδοκίες αυτών από την κοινή τους πορεία, αποτέλεσε η αντιμετώπιση των ζητημάτων που συνδέονταν με τη λειτουργία τον κοινού τους οίκου. Αμφότεροι αδυνατούσαν να χειριστούν με ψυχραιμία τα ζητήματα αυτά και αντιδρούσαν έντονα, με αποτέλεσμα να διαπληκτίζονται συχνά, να ανταλλάσσουν ύβρεις και να απομακρύνονται ψυχικά ο ένας από τον άλλον όλο και περισσότερο.
Η ψυχική αποξένωση των καθ' ων, καθένας από τους οποίους αδιαφορούσε πλέον για τις συναισθηματικές ανάγκες του άλλου, δημιούργησε ένα εχθρικό μεταξύ τους κλίμα, με αποτέλεσμα καθένας από αυτούς να εκδηλώνει για ασήμαντες αφορμές την απαξία του προς το πρόσωπο του άλλου. Η έντονα ασταθής και συγκρουσιακή σχέση μεταξύ των διαδίκων κλιμακώθηκε αρκετές φορές με έντονους διαπληκτισμούς, οι οποίοι κατέληξαν σε ύβρεις και χειροδικίες εκατέρωθεν, ενώ, επιπλέον αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των καθ' ων έχει ασκήσει επανειλημμένως λεκτική αλλά και σωματική βία κατά της δεύτερης των καθ' ων, με αποτέλεσμα η τελευταία να έχει καταφύγει στις αστυνομικές αρχές για εις βάρος της περιστατικά εξύβρισης και ξυλοδαρμού, τα οποία έλαβαν χώρα στις 18-07-2015 και 21-10-2018...
Μάλιστα, για το περιστατικό που έλαβε χώρα στις 21-10-2018, χρονικό διάστημα κατά το οποίο η δεύτερη των καθ' ων η αίτηση ήταν έγκυος, η τελευταία υπέβαλε έγκληση, σχηματίσθηκε η υπ' αριθμ. ... ποινική δικογραφία και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του συντρόφου της για το αδίκημα σε βάρος μονίμου συντρόφου κατ' άρθρο 333 παρ. 2 εδ.
β ΠΚ. Επίσης, για έτερο περιστατικό ξυλοδαρμού που έλαβε χώρα στις 21-04-2015, από το οποίο προκλήθηκε στην δεύτερη των καθ' ων κάκωση προσωπικού κρανίου και εκχύμωση ΑΡ κόγχου, ο πρώτος των καθ' ων καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης...
Στο πλαίσιο αυτό της ασταθούς και συγκρουσιακής σχέσης, κατά τη διάρκεια της οποίας το ζευγάρι χώριζε και ξαναέσμιγε, προέκυψε τυχαία εγκυμοσύνη, η οποία για τον πρώτο των καθ' ων η αίτηση ήταν ανεπιθύμητη, προτρέποντας για το λόγο αυτό τη σύντροφό του σε διακοπή της κύησης, σε αντίθεση με την τελευταία, η οποία θεωρούσε την εγκυμοσύνη και τον ερχομό ενός παιδιού στη ζωή της, ως το μοναδικό θετικό γεγονός που θα μπορούσε να της συμβεί, χωρίς ωστόσο να συνειδητοποιεί τις ευθύνες που μια τέτοια απόφαση συνεπάγεται.
Εξάλλου και μετά τη γέννηση του τέκνου, συνεχίστηκαν οι δύσκολες συνθήκες συμβίωσης του ζευγαριού, με έντονους διαπληκτισμούς και βίαιες συγκρούσεις μεταξύ τους, που περιλάμβαναν χτυπήματα, φωνές, βωμολοχίες και χειροδικίες, παρουσία μάλιστα του βρέφους, καθώς και απειλές από τη φυσική μητέρα περί φυγής της από την οικία μαζί με το βρέφος.
Μάλιστα, οι απειλές αυτές πραγματοποιήθηκαν δύο φορές και δη στις 25-07-2019, οπότε και εγκατέλειψε την οικία στην οποία διέμενε με τον σύντροφό της μαζί με το βρέφος, απουσιάζοντας για αρκετές ημέρες, διαμένοντας σε φιλικά της πρόσωπα, αποφεύγοντας την επικοινωνία με τον φυσικό πατέρα, ενώ όμοιο περιστατικό έλαβε χώρα και ένα μήνα μετά, ήτοι στις 25-08-2019, οπότε μετά από σύγκρουση του ζεύγους και πάλι η μητέρα εγκατέλειψε την οικία με το βρέφος για αρκετές ημέρες, χωρίς καμία επικοινωνία με τον πατέρα, επιστρέφοντας εν τέλει μετά από τέσσερις περίπου ημέρες...
Για το λόγο αυτό, κατόπιν διεξαγωγής κοινωνικής έρευνας στην οικία του ζεύγους, κατά το χρονικό διάστημα από 27-05-2019 έως 27-09-2019, κρίθηκε ότι οι καθών η αίτηση κατά την περίοδο εκείνη αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στα γονεϊκά τους καθήκοντα και να επιτελέσουν επαρκώς το ρόλο τους, καθώς η ανησυχία και η απορρόφησή τους εντοπιζόταν στη μεταξύ τους σχέση και όχι στην ανατροφή του τέκνου τους, το οποίο δεν αποτελούσε προτεραιότητα τους.
Η δε έντονα παρορμητική συμπεριφορά της μητέρας, σε συνδυασμό με την αδυναμία του πατέρα να διαχειριστεί με ήρεμο και νηφάλιο τρόπο τις άστατες και παρορμητικές κινήσεις της συντρόφου του αλλά και να αναλάβει την οιαδήποτε πρωτοβουλία και να δεσμευτεί στη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για τη διαβίωση του βρέφους, εξέθεταν το παιδί σε κίνδυνο.
Έτσι, δυνάμει της υπ' αριθμ. …1/2019 εντολής της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, το βρέφος απομακρύνθηκε από τη φυσική του οικογένεια και στις 05-09-2019 εισήχθη στην Β' Πανεπιστημιακή Παιδιατρική Κλινική του ΓΝΠΑ "ΠΑΝ. & ΑΓΛΑΪΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ" και στη συνέχεια από 28-11-2019 φιλοξενήθηκε στο "Παράρτημα Προστασίας Παιδιού Αττικής-Η Μητέρα".
Ήδη δε από τον Αύγουστο του 2021, το τέκνο των καθ' ων που φέρει το όνομα "Ν…", συνδέθηκε με αναδοχή οικογένεια. Περαιτέρω, η έντονα συγκρουσιακή σχέση μεταξύ των φυσικών γονέων του τέκνου και η ανυπαρξία οιασδήποτε πρόθεσης κοινής αντιμετώπισης των πραγμάτων με γνώμονα πάντα το συμφέρον του παιδιού αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο πρώτος των καθών Α.
Χ., επικαλούμενος προβλήματα υγείας ψυχιατρικής φύσης της συντρόφου του, με αφορμή τα προαναφερθέντα περιστατικά παρόρμησης της τελευταίας (φυγή από την οικία με το τέκνο, ξεσπάσματα θυμού κλπ), θεωρώντας μάλιστα ότι η συμπεριφορά της αυτή προκάλεσε την παρέμβαση των πολιτειακών αρχών και την απομάκρυνση του τέκνου, υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 10-10-2019 και υπ' αριθμ.
κατ. δικ. .../16-10-2019 αίτηση, με την οποία ζητούσε να αφαιρεθεί από τη δεύτερη των καθ' ων σύντροφό του η γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους και να ανατεθεί αυτή στον ίδιο ως το πλέον κατάλληλο πρόσωπο για την ανατροφή του. Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2161/09-12-2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε κάποια ψυχιατρική ασθένεια της μητέρας του τέκνου, η οποία να την εμποδίζει από την άσκηση των γονεϊκών της καθηκόντων.
Εξάλλου, και παρά τη διακοπή της συμβίωσής των καθ' ων μετά την απομάκρυνση του τέκνου, οι μεταξύ τους εντάσεις συνεχίστηκαν σε σχέση με την προσέγγιση τους απέναντι στο τέκνο, το οποίο βρισκόταν στην ως άνω δομή φιλοξενίας και το οποίο αμφότεροι επεδίωξαν άμεσα να επισκεφτούν. Αρχικά, η επικοινωνία πραγματοποιούνταν με κοινό επισκεπτήριο, ωστόσο οι διαφωνίες τους και η ανταγωνιστική τους προσέγγιση προς το παιδί και μάλιστα ενώπιον του, κατά τη διάρκεια του επισκεπτηρίου, διατάρασσε το ήρεμο περιβάλλον το οποίο θα έπρεπε να υπάρχει.
Συγκεκριμένα, στα κοινά επισκεπτήρια η δεύτερη των καθ' ων έβρισκε λόγους να έρχεται σε ένταση με τον πρώτο των καθ' ων (π.χ. ότι μονοπωλούσε το χρόνο που είχαν με το παιδί) αλλά και με τους φροντιστές του τμήματος ενώπιον του παιδιού, και μόνο με την παρέμβαση του προσωπικού ηρεμούσε, με αποτέλεσμα στη συνέχεια τα επισκεπτήρια να πραγματοποιούνται ξεχωριστά...
Ο δε πρώτος των καθών, σε ξεχωριστά επισκεπτήρια και παρά τις ρητές οδηγίες που λάμβανε από το προσωπικό της δομής φιλοξενίας να μην ενημερώνει ο ίδιος την πρώην σύντροφό του σχετικά με τις μέρες και ώρες που ο ίδιος θα επισκέπτεται το τέκνο του, καθώς αυτό ήταν ευθύνη των επαγγελματιών της δομής, εκείνος παρακούγοντας τις ως άνω οδηγίες, την ενημέρωνε προκειμένου να προκαλέσει το θυμό της...
Σύμφωνα δε με την από 07-02-2022 έκθεση κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού στο κέντρο κοινωνικής πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής "Παράρτημα Προστασίας Παιδιού Αττικής-Η Μητέρα", οι καθ' ων η αίτηση, παρά τη μεγάλη τους επιθυμία να αναλάβουν τη φροντίδα του τέκνου τους, θέτουν σε προτεραιότητα τις δικές τους συναισθηματικές ανάγκες και επιδιώξεις, παραβλέποντας ότι οι πρότερες σοβαρές δυσκολίες και δυσλειτουργίες της μεταξύ τους σχέσης, εξακολουθούν να υφίστανται, παρά το γεγονός ότι ο διαδραμών χρόνος κατά τον οποίο το τέκνο φιλοξενείται στην ως άνω δομή, θα έπρεπε να λειτουργήσει για τους ίδιους εποικοδομητικά, ώστε αφενός να παραμερίσουν τα μεταξύ τους προβλήματα και διαφωνίες, προς όφελος του κοινού τους στόχου που είναι η εκ νέου ανάληψη της φροντίδας του τέκνου και αφετέρου να αναπτύξουν ουσιαστικό συναισθηματικό δεσμό με το τελευταίο.
Αντίθετα οι γονείς, εξακολουθούν να κατακλύζονται από τις δικές τους ανάγκες και να εξιδανικεύουν την εικόνα τους ως γονέων, χωρίς να αναγνωρίζουν το οιοδήποτε μερίδιο ευθύνης στη δική τους συμπεριφορά, καθώς και ότι οι δικές τους ενέργειες οδήγησαν στην απομάκρυνση του τέκνου. Ούτε άλλωστε έχει βρεθεί μία κοινώς αποδεκτή και ρεαλιστικώς πραγματοποιήσιμη λύση σε σχέση με τη φροντίδα του παιδιού, παρόλο που ενόψει του παρόντος Δικαστηρίου, φάνηκε να συμφωνούν σε θέματα άσκησης της επιμέλειας, επικοινωνίας και διατροφής του τέκνου, έχοντας υπογράψει προς τούτο το από 12-01-2022 ιδιωτικό συμφωνητικό, ωστόσο το προαναφερθέν ιστορικό της άκρως συγκρουσιακής τους σχέσης, θέτει εν αμφιβόλω την επιτυχία της ως άνω συμφωνίας.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος και από τις δύο πλευρές, τις συνθήκες διαβίωσής τους και την περιορισμένη οικονομική τους ικανότητα, ιδίως της μητέρας, με την οποία σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ως άνω συμφωνητικό θα διαμένει το τέκνο, δημιουργεί σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με τη δυνατότητά τους να ανταποκριθούν με επάρκεια στο γονεϊκό τους ρόλο και να εξασφαλίσουν ένα ασφαλές, σταθερό και ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον για το τέκνο τους.
Ειδικότερα, σε σχέση με τις αντικειμενικές δυσκολίες που τίθενται σε σχέση με την ανατροφή του τέκνου και πέραν της προβληματικής σχέσης των καθ' ων η αίτηση, αποδείχθηκε ότι η φυσική μητέρα, ηλικίας 28 ετών, διαμένει σε μία επιπλωμένη γκαρσονιέρα στο ισόγειο πολυκατοικίας, έναντι μηνιαίου μισθώματος 250 ευρώ, που αποτελείται από υπνοδωμάτιο με ένα διπλό κρεβάτι και ένα παρκοκρέβατο, κουζίνα και μπάνιο.
Σε απροειδοποίητη δε επίσκεψη στις 08-11-2021, διαπιστώθηκε ότι οι χώροι ήταν αρκετά τακτοποιημένοι, όχι όμως ιδιαίτερα καθαροί, ενώ η ατμόσφαιρα μύριζε έντονα τσιγάρο και κλεισούρα. Εργάζεται σε ψητοπωλείο ως λαντζέρα, 6 ημέρες την εβδομάδα με ωράριο απασχόλησης Τρίτη μέχρι και Σάββατο από 11.00 π.μ. έως 17.00 μ.μ.
και κάθε Κυριακή από τις 10.30 π.μ. έως τις 2..30 π.μ.. Σύμφωνα δε με το έντυπο πρόσληψης που κατέθεσε στην ως άνω αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, το σύνολο των μεικτών της αποδοχών ανέρχεται στο ποσό των 566,28 ευρώ, αν και η ίδια δηλώνει ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 600 ευρώ περίπου. Σε σχέση με το οικογενειακό της περιβάλλον, προέκυψε ότι οι γονείς της χώρισαν όταν η ίδια ήταν 13 ετών, λόγω δε ψυχιατρικού προβλήματος από το οποίο έπασχε η μητέρα της, τη φροντίδα της ανέλαβε ο πατέρας της, ο οποίος ωστόσο ήταν αυστηρός και βίαιος, μεγαλώνοντας η ίδια σε ένα κακοποιητικό περιβάλλον.
Έτερα πρόσωπα εν ζωή του οικογενειακού της περιβάλλοντος, είναι ο θείος της (αδερφός της μητέρας), ο οποίος ομοίως αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας από την ηλικία των 17 ετών καθώς και η μητρική γιαγιά, η οποία μάλιστα προέβη και στην καταγγελία στις αρμόδιες αρχές, με αφορμή την οποία ξεκίνησε η κοινωνική έρευνα για τις συνθήκες διαβίωσης του τέκνου και με την οποία δεν διατηρεί πλέον καμία επαφή.
Από τα ανωτέρω, σαφώς συνάγεται η έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος, το οποίο θα μπορούσε να συνεπικουρήσει τη δεύτερη των καθ' ων στην ανατροφή του τέκνου της. Η δε οιαδήποτε βοήθεια μπορεί να προσφερθεί από το φιλικό περιβάλλον της φυσικής μητέρας, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο μία επαρκής και σταθερή λύση, η οποία θα μπορούσε να προσφέρεται σε καθημερινή βάση, λαμβανομένου υπόψη του επιβαρυμένου ωραρίου εργασίας της.
Η δε εξετασθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρας της δεύτερης των καθ' ων και φίλη της τελευταίας, ανέφερε ότι οι φίλες βοηθούν η μία την άλλη, όποτε το χρειαστούν, ωστόσο ουδόλως μπορεί να συναχθεί από τα ανωτέρω, ότι η βοήθεια αυτή θα είναι σταθερή, αναπληρώνοντας την απουσία της μητέρας και ανταποκρινόμενη στις ανάγκες του τέκνου.
Αντίστοιχα και ο πατέρας του τέκνου, Α. Χ., 38 ετών, με καταγωγή από τη Λαμία, αποτελεί το δεύτερο από τα 11 παιδιά της οικογένειας του, εργάζεται ως διανομέας στην εταιρεία με την επωνυμία ... ΙΚΕ", με αποδοχές περίπου 700 ευρώ μηνιαίως, το δε ωράριο του είναι από 13.00 μ.μ. έως 21.00 μ.μ. καθημερινά. Διαμένει σε μισθωμένο διαμέρισμα 52 τ.μ., έναντι μηνιαίου μισθώματος 330 ευρώ, το οποίο είναι αρκετό φροντισμένο.
Οι σχέσεις του με τα μέλη της οικογένειας του είναι τυπικές, η μητέρα του απεβίωσε το 2016, ο δε πατέρας του, διαμένει στη Λαμία, ο οποίος ήταν και το μοναδικό μέλος της οικογενείας του που συνεργάστηκε με τις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες, μη δυνάμενος να συνδράμει στην ανατροφή του εγγονού του, αν αυτό χρειαζόταν, έχοντας δηλώσει ότι αδυνατεί να αναλάβει την οιαδήποτε ευθύνη.
Αμφότεροι οι καθ' ων η αίτηση δηλώνουν ότι σε περίπτωση που τους ανατεθεί η επιμέλεια του τέκνου τους, θα διαμορφώσουν ανάλογα το πρόγραμμα της εργασίας τους και εν γένει τις συνθήκες διαβίωσης, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν καλύτερα στις ανάγκες του παιδιού τους. Αφενός η φυσική μητέρα αναφέρει ότι θα αναζητήσει άλλη οικία, καταλληλότερη για τη διαμονή του τέκνου της, καθώς και ότι θα βρει άλλη δουλειά με καλύτερο ωράριο, αφετέρου ο φυσικός πατέρας, αναφέρει ότι θα αλλάξει το ωράριο της εργασίας του, ώστε να μπορεί να συνδράμει τη φυσική μητέρα.
Ωστόσο, από τα ανωτέρω ουδόλως μπορεί να συναχθεί ένας ρεαλιστικός προγραμματισμός, η υλοποίηση του οποίου ανάγεται στο μέλλον και εφόσον το τέκνο επιστρέφει στη φυσική του οικογένεια, χρόνος κατά τον οποίο οι γονείς θα πρέπει ήδη να έχουν προχωρήσει στις απαιτούμενες αλλαγές στη ζωή τους, προκειμένου η προσαρμογή του παιδιού στις νέες συνθήκες να γίνει με τρόπο ομαλό και υπό συνθήκες σταθερότητας.
Εξάλλου και παρά το γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση εμφανίζονται ενόψει της εκδίκασης της υπό κρίση υπόθεσης, να έχουν επιλύσει τα μεταξύ τους προβλήματα, με κοινώς αποδεκτές λύσεις σχετικά με την ανατροφή του τέκνου τους, οι σχέσεις μεταξύ τους ουδόλως έχουν αλλάξει, όπως άλλωστε επιβεβαιώνει και η ενόρκως εξετασθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρας του προσθέτως παρεμβαίνοντος, εργαζόμενη σε αυτό ως κοινωνική λειτουργός, Ε.
Χ., η οποία χειρίζεται την υπό κρίση περίπτωση του ανηλίκου από τις αρχές του 2021, καθώς όπως η ίδια αναφέρει, οι καθ' ων αναλόγως τις περιστάσεις παρουσιάζουν μία κοινή θέση, η οποία μετά διαφοροποιείται. Κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου, η επιστροφή του παιδιού στη φυσική του οικογένεια θα πυροδοτήσει νέες εντάσεις μεταξύ των φυσικών γονέων, καθώς οι επικίνδυνες και κακοποιητικές συμπεριφορές ανάμεσα στο πρώην ζευγάρι δεν έχουν εκλείψει, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τη συναισθηματική αποσταθεροποίηση του παιδιού και τον επανατραυματισμό του, που οδήγησαν εξάλλου στην απομάκρυνση του από τους φυσικούς γονείς.
Ήδη, όπως ως άνω εκτέθηκε, από τον Αύγουστο του 2021, ο ανήλικος συνδέθηκε με ανάδοχη οικογένεια, έχοντας προσαρμοστεί πλήρως στις νέες συνθήκες και παρουσιάζοντας εντυπωσιακή βελτίωση. Ειδικότερα, ο λόγος του έχει εξελιχθεί, έχουν αμβλυνθεί τα στοιχεία διέγερσης, διάσπασης και ψυχοσωματικής ανησυχίας που παρουσίαζε στο ιδρυματικό περιβάλλον, ενώ έχει καλή επαφή και δείχνει εμπιστοσύνη στην ανάδοχη μητέρα, η οποία θέτει ως προτεραιότητα το μεγάλωμά του, κάνει τις απαραίτητες προσαρμογές και παραμένει σταθερά διαθέσιμη και αφοσιωμένη στη φροντίδα του...
Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι γονείς του ανηλίκου αδυνατούν αφενός να συμβάλουν θετικά στην ομαλή εξέλιξη της ζωής του και στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και αφετέρου να του προσφέρουν ένα σταθερό, ήρεμο, υγιές και ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, κρίνονται ανεπαρκείς για την άσκηση του γονεϊκού τους ρόλου, δεδομένου ότι δεν ανταποκρίνονται στο λειτούργημά τους ως φορέων της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους, παραβαίνουν συστηματικά τα καθήκοντα επιμέλειας, που απορρέουν από την ιδιότητά τους αυτή και αγνοούν τις πραγματικές ανάγκες του ανήλικου υιού τους, με αποτέλεσμα να δημιουργείται άμεσος και συγκεκριμένος κίνδυνος βλάβης αυτού σε σχέση με τη σωματική, πνευματική, αλλά και ψυχική του υγεία.
Λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του αληθινού συμφέροντος (ΑΚ 1511 παρ. 2 εδ. α') του ανηλίκου τέκνου, το οποίο επιτάσσει την άμεση και απρόσκοπτη λήψη αποφάσεων σημαντικών για την υγεία, την εκπαίδευση, την περιουσία και τη δικαστική ή εξώδικη εκπροσώπησή του, οι καθ' ων προβαίνουν σε κακή άσκηση της γονικής μέριμνας του τέκνου τους με τη μορφή της αδυναμίας ανταπόκρισης στα καθήκοντα, που το λειτούργημα τούτο τους επιβάλλει, ελλείψει δε ετέρου προσώπου κατάλληλου να αναλάβει τα ανωτέρω καθήκοντα, κρίνεται αναγκαία η αφαίρεση του συνόλου της άσκησης της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου από αυτούς και η ανάθεσή της σε τρίτο, συγκεκριμένα δε στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", μη απαιτουμένης της ακρόασης του ανηλίκου ένεκα της μικρής του ηλικίας και της επάρκειας του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού (ΑΚ 1511 παρ. 3).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου, κρίνει ότι πρέπει να αφαιρεθεί η άσκηση της γονικής μέριμνας από τους καθ' ων η αίτηση φυσικούς γονείς του και να ανατεθεί αυτή στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", το οποίο είναι ο κατάλληλος φορέας για να αναλάβει το ρόλο αυτό, καθόσον ανέλαβε εξ αρχής την φροντίδα του ανηλίκου, έχει δε ήδη εξεύρει κατάλληλη για αυτόν ανάδοχη οικογένεια, στην οποία ο τελευταίος έχει προσαρμοστεί και αισθάνεται ασφαλής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού συνεκδίκασε την αίτηση της Εισαγγελέως και την πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση του ΝΠΔΔ "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", δέχθηκε αυτές και αφαίρεσε από τους καθ' ων γονείς την άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου άρρενος τέκνου τους, την οποία ανέθεσε στο ως άνω ΝΠΔΔ.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αφαίρεσης της άσκησης της γονικής μέριμνας του προσώπου του τέκνου και από τους δύο γονείς και της ανάθεσής της σε τρίτο, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1532, 1533 και 1511 του ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Μονομελές Πρωτοδικείο διέλαβε σ` αυτήν ουσιαστικές παραδοχές αναφορικά μόνο με την ακαταλληλότητα των γονέων προς άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου τους και της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στο λειτούργημά τους, στις οποίες και μόνον στήριξε το τελικό αποδεικτικό του συμπέρασμα περί συνδρομής των προϋποθέσεων για αφαίρεση του λειτουργήματος αυτού από τους γονείς, χωρίς να διαλάβει, όμως, στην απόφασή του παραδοχές αναφορικά με την αναποτελεσματικότητα άλλων μέτρων (υποβοηθητικών ή υποστηρικτικών στην άσκηση του επίμαχου λειτουργήματος από τους γονείς), ούτε διέλαβε κρίση περί του ότι τυχόν άλλα μέτρα θα ήταν ανεπαρκή για να αποτρέψουν κίνδυνο της σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής υγείας του τέκνου, πριν καταλήξει σε απόφαση για λήψη του απόλυτου (έσχατου) μέτρου της αφαίρεσης της άσκησης της γονικής μέριμνας του τέκνου και από τους δύο γονείς και ανάθεσής της σε τρίτο.
Έτσι, εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας από τους γονείς (άρθρα 1532, 1533 ΑΚ) και, κατ` επέκταση, εκείνων που καθιστούν το συμφέρον του τέκνου προσδιοριστικό στοιχείο της κρίσης του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας (άρθρο 1511 ΑΚ).
Επομένως, ο πέμπτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος.
VΙ. Κατ` ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί η ασκηθείσα με τις προτάσεις πρόσθετη υπέρ της αναιρεσίβλητης Εισαγγελέως παρέμβαση του ανωτέρω ιδρύματος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος της αναιρεσίβλητης Εισαγγελέως, γιατί αυτή, στην προκείμενη υπόθεση, ενήργησε εξ υπηρεσιακού καθήκοντος και όχι προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού της συμφέροντος (άρθρο 746 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ".
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1243/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας).
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ