Supreme Court allows appeal against car accident insurance damages verdict due to failure to consider medical evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted the appeal filed against a final first-instance judgment regarding car accident damages. The appellant argued that the lower court failed to consider specific medical documents proving neck injuries, relying solely on logical inference and photographs. The court found these omissions constituted a procedural violation under Article 559 of the Code of Civil Procedure, mandating the annulment of the contested decision and remittal for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576, 577 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must examine appeals sua sponte regarding absent parties; failure to consider submitted medical evidence that contradicts the lower court's factual findings constitutes a ground for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 267 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 267/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 29-9-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Η., κατοίκου ..., 2) Χ. Α. του Θ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Ρουβά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της Ε. Ι. του Ι., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7297/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 974/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-3-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της 3ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 10-03-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 919/98/01-06-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 974/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (AΠ 91/2020, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από τις με αριθμούς 11778 β'/21-10-2020 και 11779 β'/21-10-2020 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Σ. Δ. Ν., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας αυτού ως δικηγόρου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 10-03-2020 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 974/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (01-10-2021) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον πρώτο και στο δεύτερο των αναιρεσίβλητων Ε.
Μ. του Η. και Χ. Α. του Θ., αντίστοιχα. Οι αναιρεσίβλητοι όμως αυτοί, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 300, 330, εδάφιο β', 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από αυτοκίνητο, η ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 415/2019, ΑΠ 1321/2019,). Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 149/2014).
Εξάλλου, ο τρόπος και η έκταση της αποζημίωσης, η οποία οφείλεται από αδικοπραξία (άρθρο 914 ΑΚ), προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298 Α.Κ., καθώς και στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 298 εδάφιο α' Α.Κ. η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, ενώ κατά το άρθρο 929 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον, ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι κριτήριο για την υπαγωγή της δαπάνης στο εύρος της αποζημίωσης, που επιβάλλεται από το νόμο ο υπόχρεος να καταβάλει στον παθόντα για την κάθε είδους ζημία, που υπέστη από τον, εξ αιτίας του ατυχήματος, τραυματισμό του, είναι η αναγκαιότητα ή μη αυτής για τον τελευταίο (ΑΠ 12/2020).
Ειδικότερα, ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες, που είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος (φάρμακα, αμοιβή ιατρού, νοσοκομείου κ.ά). και έτσι, με κριτήριο την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των δαπανών αυτών και του αναγόμενου στο ατύχημα τραυματισμού, καθώς και την αναγκαιότητα ή όχι πραγματοποίησης κάθε σχετικής δαπάνης, θα υποχρεωθεί ή όχι ο υπόχρεος σε αποζημίωση, να καταβάλει τη συγκεκριμένη δαπάνη ως οφειλόμενη ζημία (ΑΠ 1935/2013, ΑΠ 2176/2009).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, να επιδικάσει ή όχι στον παθόντα, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο.
Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης (Ολ. ΑΠ 9/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Τα ανωτέρω ισχύουν και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (ΑΠ 876/2019). Ειδικότερα, ο λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλέστηκε ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.
ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 14/2005, ΑΠ 912/2020, ΑΠ 181/2018), ή για άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νόμιμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 876/2019, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 1684/2018, ΑΠ 42/2012).
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά και όταν, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως (απολύτως) βέβαιο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα ( ΑΠ 68/2020).
Αντίθετα δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με ο υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων (ΑΠ 879/2019, ΑΠ 1719/2017, ΑΠ 545/2017, ΑΠ 149/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 974/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Στις 14 Δεκεμβρίου 2011 και περί ώρα 15:30', ο Ν.
Σ. (μάρτυρας απόδειξης), οδηγώντας το με αρ. κυκλ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, με συνεπιβαίνοντα στη θέση του συνοδηγού τον πρώτο ενάγοντα-σύζυγο αυτής, εκινείτο επί της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης- Νέων Μουδανιών, με κατεύθυνση από Νέα Μουδανιά προς Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα επί της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας.
Η ανωτέρω οδός είναι ταχείας κυκλοφορίας, διπλής κυκλοφοριακής κατεύθυνσης και στο σημείο όπου έγινε το ένδικο ατύχημα έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με διαχωριστική νησίδα μεταξύ των δύο κυκλοφοριακών κατευθύνσεων και ασφάλτινο έρεισμα εκατέρωθεν του οδοστρώματος, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 21 μ. (10,50 μ.
ανά κατεύθυνση), είναι ευθεία και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 110 χιλ/ώρα. Κατά την ίδια ως άνω χρονική στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αρ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο (ελκυστήρα με επικαθήμενο), βάρους 40 τόνων και μήκους 16,70 μέτρων, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, που τον είχε προστήσει στην οδήγησή του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων υλικές ζημίες στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο στην ίδια, ως άνω, οδό, ομόρροπα με το αυτοκίνητο των εναγόντων, στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας και ακριβώς πίσω από αυτό.
Οι ταχύτητες των δύο οχημάτων, όταν έφτασαν στο 11° περίπου χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού, ήταν περίπου ίσες μεταξύ τους, με ελάχιστα μεγαλύτερη αυτήν του ΙΧΦ (70χλμ./ώρα του προπορευόμενου και 90 χλμ./ώρα του δεύτερου), με αποτέλεσμα η απόσταση μεταξύ τους να μειωθεί αισθητά και όταν ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος χρειάστηκε να πεδήσει, μειώνοντας την ταχύτητά του, προκειμένου να αφήσει την απαραίτητη απόσταση από το έμπροσθεν αυτού όχημα -καθώς η κίνηση των οχημάτων στην οδό ήταν αυξημένη- ο εναγόμενος οδηγός, επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς και να διατηρεί την απαραίτητη απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, λαμβανομένων υπόψη και του όγκου και βάρους του οχήματος που ο ίδιος οδηγούσε, εξ αιτίας των οποίων απαιτείται μεγαλύτερο διάστημα από όσο ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, μέχρι να διακόψει την πορεία του (τουλάχιστον 35 μ.
αν βαίνει, με την προαναφερόμενη ταχύτητα των 90 χλμ./ώρα) αντίθετα, δε μείωσε την ταχύτητά του, η οποία λόγω της αυξημένης κίνησης της οδού βέβαια, δεν ήταν υπερβολική, αλλά επιδεικνύοντας αμελή συμπεριφορά, συνέχισε να οδηγεί με την ίδια ταχύτητα. Έτσι επέπεσε επί της οπίσθιας πλευράς του προπορευόμενου αυτού οχήματος με τα αναφερόμενα κατωτέρω αποτελέσματα.
Μετά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων το μεν φορτηγό κατευθύνθηκε σταδιακά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και σταμάτησε στο έρεισμα δεξιά του ρεύματος πορείας του, μερικά μέτρα μετά το σημείο της σύγκρουσης, ο δε οδηγός του αυτοκινήτου των εναγόντων διατήρησε τον έλεγχο αυτού και συνέχισε την πορεία του ευθύγραμμα, σταματώντας και αυτός στο σημείο όπου είχε ακινητοποιηθεί το φορτηγό.
Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε αντίθετα ότι, όταν ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος πλησίαζε στο ύψος της εξόδου της ανωτέρω οδού προς την οδό, που οδηγεί στο πολυκατάστημα "Praktiker", ανέκοψε αιφνίδια κατά πολύ την ταχύτητά του, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και να εισέλθει σ' αυτήν, κατευθυνόμενος στην ανωτέρω έξοδο και ότι με την αιφνίδια μείωση της ταχύτητάς του, ανέκοψε την ευθύγραμμη κίνηση του εναγόμενου οδηγού, ο οποίος, επειδή αφενός μεν αιφνιδιάστηκε, αφετέρου δε εστερείτο της δυνατότητας επιχείρησης αποφευκτικού ελιγμού, καθώς η ροή των οχημάτων τόσο στη δεξιά, όσο και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ήταν πυκνή, επιχείρησε μεν τροχοπέδηση, χωρίς όμως να κατορθώσει να ακινητοποιήσει εγκαίρως το όχημά του λόγω της μεγάλης αδράνειας του όγκου του φορτηγού, με αποτέλεσμα να προσκρούσει, με το εμπρόσθιο τμήμα αυτού, στην οπίσθια πλευρά του οχήματος των εναγόντων.
Τον προβληθέντα σχετικό ισχυρισμό τους επιχειρούν οι εναγόμενοι να στηρίξουν στην ανώμοτη κατάθεση του πρώτου εξ αυτών, που αναφέρει ότι είδε τα κεφάλια των επιβαινόντων στο προπορευόμενο όχημα να στρέφονται προς τα δεξιά, πλην όμως λόγω της διαφοράς ύψους μεταξύ των καμπίνων των δύο οχημάτων κάτι τέτοιο δεν είναι ιδιαίτερα ευχερές, ώστε να υπάρχει βέβαιη αντίληψη.
Εξάλλου, αν ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος είχε την πρόθεση να στρίψει δεξιά, δε θα ακολουθούσε τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αλλά θα φρόντιζε εγκαίρως να μεταβεί στη δεξιά, ενόψει και της επικρατούσας αυξημένης κίνησης. Τέλος, αν πράγματι το τελευταίο ανέκοπτε αιφνίδια την ταχύτητά του, η σύγκρουση θα ήταν σφοδρή, θα διαγράφονταν ίχνη τριβής και σύρσεως επί του οδοστρώματος, ενώ δεν αναφέρονται τέτοια, το ΙΧΦ λόγω του συγκριτικά μεγαλύτερου όγκου του και της μεγάλης διαφοράς ταχύτητος, θα είχε εκτρέψει της πορείας του και εκτινάξει σε μεγάλη απόσταση το προπορευόμενο και θα του είχε προξενήσει σοβαρές υλικές ζημίες, που δε θα περιορίζονταν μόνο στην οπίσθια πλευρά του, θα προκαλούσε δηλαδή σαφώς μεγαλύτερες υλικές ζημίες σε αυτό, από εκείνες που πράγματι προκάλεσε (θραύση των οπίσθιων φανών, στρέβλωση του οπίσθιου καπό και κρυστάλλου της οπίσθιας θύρας και στρέβλωση του οπίσθιου προφυλακτήρα κλπ.), ενώ και το ίδιο (ΙΧΦ) θα είχε υποστεί μεγαλύτερες υλικές ζημίες, σε σχέση με αυτές που πραγματικά υπέστη, οι οποίες δεν είναι ιδιαίτερα εμφανείς (βλ.
τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους διαδίκους φωτογραφίες των δύο οχημάτων). Πρέπει να επισημανθεί ότι οι υλικές ζημίες, που υπέστη το αυτοκίνητο των εναγόντων μαρτυρούν ήπια πρόσκρουση με μικρή διαφορά ταχύτητας και οφείλονται στη διαφορά ύψους και όγκου των δύο οχημάτων. Ενόψει των ανωτέρω, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγόμενου οδηγού, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και όφειλε, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική, να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός και η οποία θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος (άρθρο 330 ΑΚ).
Ειδικότερα, η υπαιτιότητά του συνίσταται στο ότι οδηγούσε το συγκεκριμένο μεγάλου όγκου, μήκους και βάρους όχημα, χωρίς την απαιτούμενη σύνεση, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού κατά τρόπο, που να μην εκθέτει σε κίνδυνο ή να μην επιφέρει οποιαδήποτε κυκλοφοριακή ανωμαλία στους λοιπούς χρήστες της οδού, δε ρύθμισε την ταχύτητά του αυξομειώνοντας αυτήν αναλόγως με την ταχύτητα του προπορευόμενου αυτού οχήματος, ώστε να μη μειώνεται η απόσταση, που έπρεπε να αφήνει μεταξύ τους, για να μπορεί να αποτρέψει με άμεση πέδηση τη σύγκρουση ή πρόσκρουση επί αυτού, σε περίπτωση που το τελευταίο, μείωνε αισθητά την ταχύτητά του, αλλά, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 13 παρ. 2, 19 παρ. 1, 2 και 7, 20 παρ. 2 ιγ' ΚΟΚ, ενώ εκινείτο σε οδό ταχείας κυκλοφορίας και δη στη μεσαία λωρίδα αυτής, επειδή το προπορευόμενο όχημα λόγω της αυξημένης κίνησης αναγκάστηκε να ανακόψει-μειώσει την ταχύτητά του, (ο εναγόμενος) δε ρύθμισε τη δική του μειώνοντας αυτήν ως όφειλε και μπορούσε, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το προπορευόμενο όχημα και να προξενήσει το ένδικο ατύχημα.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που αποφάσισε διαφορετικά, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος αυτού είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου, κυριότητος της δεύτερης ενάγουσας, επί του οποίου επέβαινε ο πρώτος ενάγων ως συνοδηγός, έσφαλε, καθώς λανθασμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένων δεκτών ως ουσιαστικά αβασίμων των σχετικών με την υπαιτιότητα λόγων έφεσης των εναγόντων.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ανωτέρω συμβάν ο πρώτος ενάγων εξήλθε του οχήματος, που επέβαινε, χωρίς να παραπονεθεί για οποιαδήποτε κάκωση, ειδικότερα στην αυχενική μοίρα και το δεξιό ώμο, μέχρι δε το πέρας της ημέρας ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη διευθέτηση του θέματος της απόδοσης ευθυνών για το συμβάν, αν και ως δικηγόρος ο ίδιος, αλλά και ως συνταξιούχος αξιωματικός της αστυνομίας, που υπηρέτησε στην αστυνομία ο Ν.
Σ., εγνώριζαν ότι στην περίπτωση και ελαφρού έστω τραυματισμού κάποιου επιβαίνοντος στο όχημα, θα έπρεπε να προβούν και σε σχετική δήλωση, πλέον αυτής περί υλικών ζημιών. Τους αγωγικούς ισχυρισμούς του πρώτου ενάγοντος περί κεφαλαλγίας, ζάλης και άλγους στον αυχένα εξ αιτίας του ατυχήματος επιβεβαιώνει μεν ο μάρτυρας απόδειξης, αλλά και ο ενόρκως βεβαιώσας Ν.
Κ. νευροχειρουργός, στον οποίον ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απευθύνθηκε το ίδιο βράδυ, επισκεπτόμενος το ιατρείο του, πλην όμως οι καταθέσεις αυτών δεν επιβεβαιώνονται από καμία εξέταση, πλην της ανωτέρω κλινικής. Ο ενάγων επισκέφθηκε, πέραν άλλων ιδιωτών ιατρών, και νευροχειρουργό του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ στις 28-12-2011, όπου και του συνεστήθη μόνον η λήψη αντιφλεγμονωδών -μυοχαλαρωτικών φαρμάκων, ενώ μόλις στις 12-1-2012 υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, καταβάλλοντος ποσό 102 ευρώ (βλ.
με αρ. Α2 44483 απόδειξη παροχής υπηρεσιών), με την οποία διαπιστώθηκε στους Α3-Α4 σπονδύλους οπίσθια κεντρική (ελαφρώς προς τα αριστερά) κήλη του δίσκου, η οποία ασκεί πίεση επί του νωτιαίου μυελού, στους Α4-Α5 διάχυτη προβολή του δίσκου, η οποία ασκεί πίεση του σάκου και των πλαγίων κολπωμάτων ιδία προς τα αριστερά, όπου φαίνεται να έρχεται σε σχέση με το νωτιαίο μυελό, στους Α5-Α6 διάχυτη προβολή του δίσκου με συνοδό παρουσία οπίσθιας κεντρικής κήλης, η οποία ασκεί πίεση επί του σάκου, στους Α6-Α7 οπίσθια κεντρική κήλη, η οποία ασκεί πίεση επί του σάκου.
Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία όμως, δε συνάγεται με βεβαιότητα ότι τα ανωτέρω ευρήματα μπορούν άνευ ετέρου να αποδοθούν στο τροχαίο συμβάν της 14-12-2011, αλλά να αφορούν σε πρόβλημα που προϋπήρχε, αφού στην πρώτη περίπτωση, ως οξύ περιστατικό, θα έπρεπε από τους ιατρούς, που κατ' επανάληψη επισκέφθηκε, να του έχει συστηθεί η άμεση τοποθέτηση αυχενικού κολάρου για διάστημα ίσως και κάποιων εβδομάδων και πιθανότατα κλινοστατισμός.
Θεωρείται από την άλλη πλευρά όμως λογικό, λόγω του είδους και της φύσης της σύγκρουσης, ο ενάγων να υπέστη στιγμιαία έντονο τράνταγμα στην αυχενική χώρα, που του προκάλεσε άλγος στην περιοχή, το οποίο και επέμενε, όπως είναι σύνηθες, επί τρίμηνο τουλάχιστον, αντιμετωπίστηκε δε καθ' όλο αυτό το διάστημα με τη χρήση των προηγούμενων φαρμάκων (που δεν υπάγονται στην κατηγορία των κορτιζονούχων), για τα οποία κατέβαλε ποσό 17,74 ευρώ, συνολικά = (7,78 +9,96), συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος ΦΠΑ (βλ.
με αρ.9260/22-12-2011 και 9300/23-12-2011 αποδείξεις της Α. Χ.). Κατά το ίδιο δε αυτό διάστημα κατέβαλε ως αμοιβή των χειρουργών ορθοπεδικών τους οποίους επισκέφθηκε, το ποσό των 140 ευρώ συνολικά (50+60+30), όπως αποδεικνύεται από τις με αρ. .../10-1-2012, .../9-2-2012 και .../16-2-2012 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών των ιατρών Μ. Θ. η πρώτη και Γρ.
Μ., οι λοιπές. Συνολικά επομένως για την ανωτέρω αιτία κατέβαλε ποσό 259,74 ευρώ (102+17,74+140), η σχετική του δε δαπάνη δεν καλύφθηκε από τον ασφαλιστικό του φορέα (βλ. με αρ. .../3804/5-11-2015 βεβαίωση του ΕΤΑΑ-ΤΥΔΘ). Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο εξάλλου δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του ενάγοντος ότι η ρήξη μυοτενοντίου στροφικού πετάλου του δεξιού ώμου και το σύνδρομο υποκρωμιακής προστριβής αυτού, που χρειάστηκε να αντιμετωπίσει χειρουργικά στις 4-4-2012, αλλά και η εμφάνιση μετεγχειρητικά επικονδυλίτιδας ΔΕ αγκώνος το Δεκέμβριο του 2013, συνδέονται αιτιωδώς με το ένδικο τροχαίο συμβάν.
Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο συνεκτιμώντας το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και κυρίως τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των εμπλακέντων σε αυτό οχημάτων, στις οποίες εμφαίνεται χωρίς αμφιβολία ότι δεν έχει συμπιεστεί το όχημα στο οποίο επέβαινε ο ενάγων από την επαφή του με το ΙΧΦ, σε απόσταση μεγαλύτερη από εκείνη στην οποία εκτίνεται το πορτ- μπαγάζ αυτού, για το λόγο δε αυτό άλλωστε δεν έχει υποστεί καμία απολύτως σωματική βλάβη και ο οδηγός του.
Το γεγονός ότι από τα προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες τιμολόγια προκύπτει ότι αντικαταστάθηκαν τα μπροστινά καθίσματα, καθώς φαίνεται να στρεβλώθηκε μερικώς ο σιδερένιος σκελετός αυτών, δε διαφοροποιεί την κρίση του, διότι η στρέβλωση αυτή αποδίδεται στη γενικότερη ζημία τους από την πίεση που δέχθηκαν κατά τη σύγκρουση, η οποία πάντως απορροφήθηκε από τα μαλακά μέρη του καθισμάτων (ταπετσαρία) και δε μεταδόθηκε στα σώματα των επιβαινόντων και όχι απαραίτητα στη φθορά από τη σύγκρουση, όταν μάλιστα στην τελευταία αυτή περίπτωση θα έπρεπε να έχουν καταστραφεί και αντικατασταθεί και τα πίσω, τα οποία λογικό θα ήταν να έχουν υποστεί μεγαλύτερη βλάβη, κάτι όμως που δε συμβαίνει.
Πρέπει εξάλλου να ειπωθεί ότι ο ενάγων στην περίπτωση που θα είχε υποστεί οποιαδήποτε σωματική βλάβη στο δεξιό του ώμο, θα έπρεπε να το έχει αντιληφθεί άμεσα, καθώς θα ήταν οξύς ο πόνος και θα είχε προβεί στη σχετική δήλωση. Συνακόλουθα, τα σχετικά με τη σωματική βλάβη στον ώμο του ενάγοντος αγωγικά κονδύλια (νοσηλειών, χειρουργείου, αναισθησιολόγου, φυσιοθεραπειών, ιατρικών επισκέψεων, εξετάσεων, φαρμάκων και βοηθού συμπαραστάτη), απορριπτέα κρίνονται ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι εξαιτίας του κατά τα ανωτέρω ελαφρού τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό συνέβη, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του πόνου και της αγωνίας, που ο παθών δοκίμασε και της ταλαιπωρίας, που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα της ανάρρωσής του, της ηλικίας του (57 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (πλην της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική) [....], το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του, το ποσό των 4.050 ευρώ, το οποίο, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 ΑΚ), από το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι του οφείλεται ποσό 4.000 ευρώ (πλην του ποσού των 50 ευρώ, το οποίο επιφυλάχθηκε να αξιώσει από το ποινικό δικαστήριο παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων). [.....].
Μετά ταύτα, αφού εξαφανιστεί στο σύνολό της η εκκαλουμένη, πρέπει η αγωγή, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 299, 926, 929, 930, 932, 299, 330 εδ. β', 346, 481 επ. ΑΚ, 2, 4, 9, 10, ν. ΓπΝ/1911, 114 ΕισΝΑΚ, 10, 19 ν. 489/1976, να γίνει μερικά δεκτή από ουσιαστική άποψη και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 4.259,74 ευρώ συνολικά".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 7297/2017 πρωτόδικη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης [με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη], δίκασε εκ νέου την αγωγή, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 4.259,74 ευρώ και ειδικότερα 259,74 ευρώ για αποζημίωση και 4.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης του αναιρεσείοντος, καθώς και ως προς το είδος και την έκταση της σωματικής του βλάβης και των συνεπειών αυτής, επί των οποίων ο αναιρεσείων θεμελιώνει το αγωγικό αίτημά του για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση: 1) Δέχεται ότι ο αναιρεσείων μετά το ένδικο ατύχημα και ειδικότερα στις 12-01-2012 υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και αναφέρει αναλυτικά, κατά τα προεκτεθέντα, τα ευρήματα αυτής, ακολούθως δε, δέχεται ότι "όμως δε συνάγεται με βεβαιότητα ότι τα ανωτέρω ευρήματα μπορούν άνευ ετέρου να αποδοθούν στο τροχαίο συμβάν της 14-12-2011, αλλά να αφορούν σε πρόβλημα που προϋπήρχε, αφού στην πρώτη περίπτωση, ως οξύ περιστατικό, θα έπρεπε από τους ιατρούς, που κατ' επανάληψη επισκέφθηκε, να του έχει συστηθεί η άμεση τοποθέτηση αυχενικού κολάρου για διάστημα ίσως και κάποιων εβδομάδων και πιθανότατα κλινοστατισμός".
Με την ανωτέρω όμως παραδοχή του το Εφετείο διέλαβε ασαφή και δη ενδοιαστική αιτιολογία ως προς το αν τα ευρήματα από την μαγνητική τομογραφία αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, στην οποία υποβλήθηκε μετά το ατύχημα ο αναιρεσείων, ανάγονται στον τραυματισμό του κατά το ατύχημα αυτό, ή οφείλονται σε πρόβλημα υγείας του που προϋπήρχε του εν λόγω ατυχήματος, καθόσον με την ανωτέρω διατύπωση ότι "δε συνάγεται ότι τα ανωτέρω ευρήματα μπορούν άνευ ετέρου να αποδοθούν στο τροχαίο συμβάν, αλλά (ενν.
μπορεί) να αφορούν σε πρόβλημα που προϋπήρχε", δεν αποφαίνεται με τρόπο θετικό και συγκεκριμένο τι ακριβώς επί του κρισίμου αυτού θέματος δέχεται ότι αποδείχθηκε, αφού έτσι, με την χρησιμοποιηθείσα λέξη "μπορεί", που ενέχει πιθανή και υποθετική κρίση για ενδεχόμενο προϋπάρχον πρόβλημα, το οποίο ουδόλως προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασής του, δεν είναι σαφές και αναμφίβολο, αλλά έχει απλώς πιθανότητα μεγαλύτερης ορθότητας. 2) Ενώ δέχεται ότι από την ανωτέρω σύγκρουση ο αναιρεσείων υπέστη στιγμιαία έντονο τράνταγμα στην αυχενική μοίρα, που του προκάλεσε άλγος στην περιοχή, το οποίο επέμενε επί τρίμηνο τουλάχιστον, δεν αναφέρει καθόλου το είδος της προκληθείσας σωματικής βλάβης, με αποτέλεσμα έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων εμφάνισε το σύμπτωμα κάποιας σωματικής βλάβης (ήτοι άλγος στην περιοχή της αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, το οποίο μάλιστα επέμενε επί τρίμηνο τουλάχιστον), καθώς και το αίτιο του συμπτώματος αυτού αναγόμενο στο ένδικο ατύχημα (έντονο τράνταγμα εξ αιτίας του σύγκρουσης), δεν προσδιορίζει ουδόλως το κρίσιμο ζήτημα του τι τελικά υπέστη ο αναιρεσείων και ποιο είναι συγκεκριμένα το είδος της προκληθείσας σ' αυτόν της σωματικής βλάβης στην άνω περιοχή, μη αρκούσης της αναφοράς και μόνο ότι προκλήθηκε σε αυτόν "άλγος, το οποίο επέμενε επί τρίμηνο τουλάχιστον", δεδομένου ότι το "άλγος" δεν συνιστά καθεαυτή σωματική βλάβη, αλλά το σύμπτωμα κάποιας σωματικής βλάβης και πάθησης, η οποία στην ένδικη περίπτωση ουδόλως μνημονεύεται και προσδιορίζεται, όπως είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας. 3) Δέχεται ότι "η ρήξη μυοτενοντίου στροφικού πετάλου του δεξιού ώμου και το σύνδρομο υποκρωμιακής προστριβής αυτού, που χρειάστηκε να αντιμετωπίσει χειρουργικά στις 4-4-2012, αλλά και η εμφάνιση μετεγχειρητικά επικονδυλίτιδας ΔΕ αγκώνος το Δεκέμβριο του 2013, δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ένδικο τροχαίο συμβάν" και στηρίζει την παραδοχή αυτή "κυρίως τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των εμπλακέντων σε αυτό οχημάτων, στις οποίες εμφαίνεται χωρίς αμφιβολία ότι δεν έχει συμπιεστεί το όχημα στο οποίο επέβαινε ο ενάγων από την επαφή του με το ΙΧΦ, σε απόσταση μεγαλύτερη από εκείνη στην οποία εκτίνεται το πορτ- μπαγάζ αυτού", πλην όμως η τελευταία αυτή παραδοχή, είναι ανεπαρκής, ήτοι δεν επαρκεί από μόνη της για να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα ότι η άνω βλάβη του δεξιού ώμου του αναιρεσείοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς, κατ' αντικειμενική κρίση, με το ένδικο ατύχημα και αντιφατική, αφού έρχεται:
α) σε αντίθεση τόσο με τις γενόμενες δεκτές παραδοχές της που αφορούν το είδος και τη φύση της συγκρούσεως [και δη πτώση επί της οπίσθιας πλευράς του οχήματος, στο οποίο επέβαινε ο αναιρεσείον του μεγάλου όγκου, μήκους (16.70 μ.) και βάρους (40 τόνων) Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου κινούμενου με 90 χλμ την ώρα], όσο και με τη γενόμενη δεκτή έκταση των ζημιών που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο αναιρεσείων, στις οποίες ιδίως περιλαμβάνεται και η μερική στρέβλωση του σιδερένιου σκελετού των μπροστινών καθισμάτων, για την οποία επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση αποζημίωση για την αντικατάστασή τους και β) σε πλήρη αντίθεση με την προηγηθείσα παραδοχή ότι ο αναιρεσείων λόγω του είδους και της φύσης της σύγκρουσης υπέστη κατ' αυτή "έντονο τράνταγμα" στην αυχενική χώρα, το οποίο μάλιστα του προκάλεσε άλγος στην περιοχή τουλάχιστον επί τρίμηνο, ήτοι η τελευταία αυτή παραδοχή περί έντονου τραντάγματος είναι αντίθετη και συγκρούεται με την ανωτέρω κρίση, σύμφωνα με την οποία έγινε δεκτό ότι η πίεση, που δέχθηκαν κατά τη σύγκρουση τα εμπρόσθια καθίσματα του αυτοκινήτου όπου επέβαινε ο αναιρεσείων απορροφήθηκε από τα μαλακά μέρη των καθισμάτων και δεν μεταδόθηκε στο σώμα των επιβαινόντων, αφού οι δύο αυτές παραδοχές αλληλοαναιρούνται μεταξύ τους, αποδυναμώνοντας έτσι το ανωτέρω αποδεικτικό της πόρισμα.
Και 4) Ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων εξετάστηκε, μετά το ατύχημα, κατ' επανάληψη από ιδιώτες ιατρούς και από νευροχειρουργό του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, δεν αναφέρει καθόλου τι ακριβώς διαγνώστηκε ιατρικώς και ποιο το είδος και η έκταση τελικά της σωματικής του βλάβης και έτσι διέλαβε ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα για την έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχεί νομικά η ύπαρξη τυχόν αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ένδικου ατυχήματος και του επελθόντος αποτελέσματος (σωματικής βλάβης) και των συνεπειών αυτού, επί των οποίων στηρίζεται το αγωγικό αίτημα για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων τόσο πρωτοδίκως, όσον και ενώπιον του Εφετείου είχε επικαλεστεί νόμιμα με τις προτάσεις του και προσκομίσει τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα - ιατρικά έγγραφα: 1) την από 10-01-2012 ιατρική γνωμάτευση του ειδικού ορθοπεδικού χειρουργού - ιατρού Μ.
Λ. Θ., 2) την από 27-01-2012 ιατρική έκθεση - γνωμάτευση του νευροχειρουργού -ιατρού, Διευθυντή Ε.Σ.Υ, Ν. Κ. Θ., 3) την από 09-02-2012 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού χειρουργού -ιατρού Γ. Κ. Μ., μετά της υπ' αριθμ. .../9-2-2012 εγγραφής αυτού στο πρωτότυπο βιβλιάριο υγείας - ιατρικών παραπεμπτικών του αναιρεσείοντος, 4) το από 10-02-2012 πόρισμα μαγνητικής τομογραφίας δεξιού ώμου του διαγνωστικού κέντρου "...", 5) την από 15-02-2012 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού χειρουργού -ιατρού Γ.
Κ. Μ., μετά της υπ' αριθμ. .../15-2-2012 εγγραφής αυτού στο πρωτότυπο βιβλιάριο υγείας - ιατρικών παραπεμπτικών του αναιρεσείοντος, 6) την από 20-02-2012 ιατρική γνωμάτευση του στρατιωτικού ορθοπεδικού χειρουργού - ιατρού, Διευθυντή Ορθοπεδικής Κλινικής του 424 Γ.Σ.Ν.Ε. Γ. Α. Γ., μετά της υπ' αριθμ. .../20-2-2012 εγγραφής αυτού στο πρωτότυπο βιβλιάριο υγείας - ιατρικών παραπεμπτικών του αναιρεσείοντος και την από 22-02-2012 ιατρική γνωμάτευση του ιδίου ιατρού, 7) το από 05-04-2012 πρακτικό -πρωτόκολλο χειρουργείου, που υπογράφεται από τον ανωτέρω στρατιωτικό ορθοπεδικό χειρουργό - ιατρό, Διευθυντή Ορθοπεδικής Κλινικής του 424 Γ.Σ.Ν.Ε Γ.
Α. Γ., 8) τις από 10-05-2012, 18-06-2012 και 03-12-2012, τρείς (3) ιατρικές γνωματεύσεις του ανωτέρω στρατιωτικού ορθοπεδικού χειρουργού - ιατρού Γ. Α. Γ., 9) της υπ' αριθμ. .../25-4-2013 εγγραφή του ανωτέρω στρατιωτικού ορθοπεδικού χειρουργού - ιατρού Γ. Α. Γ., στο πρωτότυπο βιβλιάριο υγείας - ιατρικών παραπεμπτικών του αναιρεσείοντος, 10) το από 06-12-2013 πόρισμα μαγνητικής τομογραφίας αριστερού αγκώνος του διαγνωστικού κέντρου "..." και 11) την από 10-12-2013 ιατρική γνωμάτευση του στρατιωτικού ορθοπεδικού χειρουργού - ιατρού, Διευθυντή Ορθοπεδικής Κλινικής του 424 Γ.Σ.Ν.Ε.
Γ. Α. Γ., μετά της υπ' αριθμ. .../11-12-2013 εγγραφής αυτού στο πρωτότυπο βιβλιάριο υγείας - ιατρικών παραπεμπτικών του αναιρεσείοντος. Από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ανεξάρτητα από τη ρητή μνεία στην τρίτη (3η) σελίδα της αποφάσεως αυτής ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", καθώς και από τη ρητή μνεία στην όγδοη (8η) σελίδα της εν λόγω απόφασης ότι "στην κρίση του αυτή άγεται το Δικαστήριο συνεκτιμώντας το σύνολο του αποδεικτικού υλικού", δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται ισχυρές αμφιβολίες, αν το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα, που είναι κρίσιμα αναφορικά με το ζήτημα του είδους και της έκτασης της σωματικής βλάβης του αναιρεσείοντος, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης, ενόψει μάλιστα και:
α) της διαμόρφωσης της κρίσης του Εφετείου περί τραυματισμού του αναιρεσείοντος στην αυχενική χώρα, εκ της λογικής και μόνο, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ("θεωρείται από την άλλη πλευρά όμως λογικό ... ο ενάγων να υπέστει έντονο τράνταγμα στην αυχενική χώρα που του προκάλεσε άλγος") και β) της διαμόρφωσης της κρίσης του άνω Δικαστηρίου, όσον αφορά τις λοιπές αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, σωματικές βλάβες, από την συνεκτίμηση "κυρίως" των προσκομιζόμενων φωτογραφιών των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, χωρίς καμία αναφορά σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις στα προαναφερόμενα ιατρικά έγγραφα.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και932 Α.Κ., συνδυαστικά και με τους πέμπτο και έβδομο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 11γ' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, τα άνω αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε παραδεκτά και νόμιμα, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, ο οποίος παραστάθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου και κατέθεσε υπόμνημα (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ. αριθμ. 974/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. -Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε. Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ