Supreme Court partially allows appeal on annulment of payment order regarding partial debt recovery after contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially annulled the First Instance Court of Appeal's decision rejecting the appellant's appeal against a payment order. The court found the lower court violated Article 416 of the Civil Code by failing to annul the payment order regarding a specific portion of the debt (52,700 euros) that had not yet been recovered at the time of the order's issuance. Consequently, the case was remitted for further examination by a different judge to determine the exact amount recoverable and adjust the claim accordingly.
Legislator headnote
AI generatedArticles 416, 558, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The court must annul a payment order if it erroneously rejects an annulment claim regarding a portion of the debt that was not yet recovered at the time of the order, thereby violating the principle of proportionality and the specific statutory requirements for such orders.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 267 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 267/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Λ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Λιούλιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ". Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φερφέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και η δεύτερη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της προσθέτως υπέρ της δεύτερης αναιρεσιβλήτου και κατά του αναιρεσείοντος παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ", που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεη διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 18-6-2013 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1835/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1556/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-5-2018 αίτησή του και η προσθέτως παρεμβαίνουσα όσα αναφέρονται στην από 9-9-2020 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων που ήσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επί αναγκαστικής δε ομοδικίας πρέπει να απευθύνεται κατά πάντων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 91/2005). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Συνεπώς, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης του καθού η πρόσθετη παρέμβαση, δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 680/2016, ΑΠ 711/2015, ΑΠ 569/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων, με την από 11-12-2012 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 20963/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αυτός υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθής η ανακοπή τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιδεδ" (πρώτη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 1.108.002,60 ευρώ ως κεφάλαιο και το ποσό των 27.236,12 ευρώ ως εξωλογιστικούς τόκους, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας επί των ως άνω κεφαλαίων από 17-7-2012 μέχρι την εξόφληση.
Ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθής η ανακοπή (πρώτης αναιρεσίβλητης) η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" (δεύτερη αναιρεσίβλητη), ως ειδική διάδοχος, μετά την επελθούσα με την άσκηση της ανακοπής εκκρεμοδικία, της καθής η ανακοπή στη συγκεκριμένη έννομη σχέση, από την οποία απορρέουν οι απαιτήσεις που επιδικάστηκαν με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1835/2014 απόφασή του, με την οποία, αφού δέχθηκε την ασκηθείσα ως άνω αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο ανακόπτων - αναιρεσείων άσκησε έφεση, την οποία έστρεψε κατά της καθής η ανακοπή και κατά της πιο πάνω προσθέτως παρεμβαίνουσας, εκδόθηκε δε επ' αυτής η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1556/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού έκρινε ότι η έφεση παραδεκτώς στρεφόταν και κατά της προσθέτως παρεμβαίνουσας, λόγω του ότι η ασκηθείσα από αυτή ως άνω παρέμβαση είχε το χαρακτήρα αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, στη συνέχεια απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν.
Πράγματι, η προσθετη αυτή παρέμβαση έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, διότι, εφόσον η παρεμβαίνουσα Τράπεζα (δεύτερη αναιρεσίβλητη) κατέστη ειδική διάδοχος της καθής η ανακοπή στην επίδικη αξίωση κατά τη διάρκεια της δίκης, η ισχύς της αποφάσεως επί της κύριας δίκης εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτής (προσθέτως παρεμβαίνουσας) προς τον ανακόπτοντα.
Έτσι, μεταξύ της κυρίας διαδίκου καθής η ανακοπή (πρώτης αναιρεσίβλητης) και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας (δεύτερης αναιρεσίβλητης) δημιουργήθηκε σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας (ΑΠ 1564/2017). Ενόψει αυτών, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 1556/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, παραδεκτά στρέφεται και κατά της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσας, εφόσον δε ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015, και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών.
Γι' αυτό όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ' ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ' αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίρεται δε πλέον η υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ' ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (έτσι η πάγια νομολογία:
ΑΠ 204/1978, Δ 1980 σελ. 660, ΑΠ 621/1989 NoB 1980 σελ. 1980, ΑΠ 622/1994 NoB 1996 σελ. 814, ΑΠ 44/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1521/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1081/2014 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, με εξαίρεση την ΑΠ 1791/1988 EEN 2000 σελ. 319). Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου.
Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο " INTRUM HELLAS AEΔΑΔΠ", με το από 9-9-2020 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15-9-2020, ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της δεύτερης ως άνω αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).
Δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η ως άνω αναφερόμενη (14-12-2020) και προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης 15 ημέρες πριν τη δικάσιμο, μετά από σύντμηση της σχετικής προθεσμίας των 60 ημερών. Όμως, η πρόσθετη παρέμβαση κοινοποιήθηκε μόνο στον αναιρεσείοντα και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, όχι όμως και στην πρώτη αναιρεσίβλητη, αφού δεν προσκομίζεται από την προσθέτως παρεμβαίνουσα η σχετική έκθεση επιδόσεως αντιγράφου της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης προς αυτή, ούτε η παριστάμενη πρώτη αναιρεσίβλητη προσκομίζει το τυχόν επιδοθέν σ' αυτή αντίγραφο της ως άνω παρέμβασης.
Συνεπώς, αφού δεν έγινε κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης σε όλους τους κυρίως διαδίκους, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της και, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα, πρέπει αυτή ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη (πρβλ. ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017). Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 Α.Κ.,112 Εισ.ν.Α.Κ., 669 Εμπ.Ν.
και 64-67 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση με την οποία συμφωνείται από τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις συναλλαγές τους δεν θα επιδιώκονται μεμονωμένα αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό προς απόσβεσή τους κατά το μέρος που καλύπτονται, ώστε τελικώς το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών.
Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της συμβάσεως (Εισ.ν.Α.Κ. 112 παρ.2), το χαρακτήρα δε συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού των καλυπτόμενων επί μέρους κονδυλίων χρεωπιστώσεων, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο.
Το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΚΠολΔ ή με επιβεβαιωτική σύμβαση ή με παροχή αποδεικτικού μέσου.
Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνο μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου (AΠ 97/2020, ΑΠ 1437/2014, ΑΠ 910/2010).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 Α.Κ., 47 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 και 112 ΕΝ. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο εγγυητής απαίτησης του δανειστή, για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη, του καταλοίπου, που θα προέλθει από την λειτουργία σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πίστωσης προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος, με την ιδιότητα του εγγυητή, στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις, όμως, του ποσού της αρχικής σύμβασης ή και των προσθέτων, στην συνέχεια, όλων ή μερικών συμβάσεων, εφόσον και αυτές τις εγγυήθηκε, δηλαδή, αποδέχθηκε να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλύτερου, κάθε φορά, χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 254/2018, ΑΠ 1229/2007).
Ωστόσο ο εγγυητής ευθύνεται για το προαναφερόμενο κατάλοιπο, έως το ποσό, βέβαια, της κύριας οφειλής, ακόμη και αν στον προμνημονευόμενο λογαριασμό εισήλθαν και παρέμειναν έως το οριστικό κλείσιμο του και μη ασφαλιζόμενες προηγουμένως με την εγγύησή του απαιτήσεις, και είναι πιθανόν με τις καταβολές του πρωτοφειλέτη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού να έχουν υπερκαλυφθεί οι ασφαλιζόμενες απαιτήσεις.
Τούτο δε διότι, ούτε η είσοδος και παραμονή μέχρι τέλους στο λογαριασμό μη αρχικώς ασφαλιζομένων με την εγγύηση απαιτήσεων, ούτε η τυχόν κατά τη λειτουργία του ισοσκέλιση του λογαριασμού, επηρεάζουν την ευθύνη του εγγυητή για το κατάλοιπο, εκτός αν η πιστώτρια τήρησε, κατά τη συμφωνία των μερών, χωριστό λογαριασμό για τις εγγυημένες απαιτήσεις και χωριστό για τις μη εγγυημένες, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για το οριστικό κατάλοιπο του λογαριασμού στον οποίο έχουν υπαχθεί οι καλυπτόμενες με την εγγύηση απαιτήσεις (ΑΠ 1790/2008, ΑΠ 1458/2006, ΑΠ 1434/1999).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 623, 624, 847, 848 του Α.Κ. προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί σε βάρος του πρωτοφειλέτη και του εγγυητή και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού και της εγγυήσεως, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται και ο εγγυητής, εκτός αν από την έγγραφη σύμβαση εγγυήσεως προκύπτει σχετικός περιορισμός της υποχρεώσεως αυτού.
Η περιλαμβανομένη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια Τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της Τραπέζης, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη, διότι δεν προσκρούει στη δημοσία τάξη, και μπορεί να αποτελέσει γενικό όρο συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.), κατά την έννοια του άρθρου 2 ν. 2251/1994, όπως ο νόμος αυτός ισχύει, δηλαδή όρο που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από την πιστώτρια Τράπεζα για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, αφού δεν επηρεάζει το βάρος αποδείξεως, ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού, οπότε με την απόδειξη της ακρίβειας αυτών και του προκύπτοντος από τη σύγκριση αυτών καταλοίπου βαρύνεται η πιστώτρια (ΑΠ 387/2020, ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 370/2012).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (Ολ.
ΑΠ 10/2012, Ολ. ΑΠ 711/2017, ΑΠ 131/2015). Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.
Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της ανακοπής του, τους οποίους επανέφερε στο Εφετείο με λόγους έφεσης, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά κατάχρηση δικαιώματος, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, άσκησε την ένδικη απαίτησή της κατ' αυτού με την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής σε βάρος του ως εγγυητή του χρέους της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, επικαλούμενος προς στήριξη της ανωτέρω ένστασής του τα παρακάτω περιστατικά, ήτοι α) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη γνώριζε ότι από 29-7-2009 αυτός είχε αποχωρήσει από την πιστούχο ομόρρυθμη εταιρεία και είχε υποκατασταθεί ως προς τις υποχρεώσεις και τις εγγυήσεις του προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη από τους αγοραστές του εταιρικού του μεριδίου, οι οποίοι και εγγυήθηκαν την τήρηση των όρων της ένδικης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, κατά το χρόνο δε αυτό η εταιρεία όφειλε τυπικά το ποσό των 879.668,94 ευρώ, το οποίο όμως καλυπτόταν από μεταχρονολογημένες επιταγές που η πιστούχος εταιρεία είχε εκχωρήσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη, β) ότι το ήδη οφειλόμενο στην εν λόγω αναιρεσίβλητη ποσό, που επιδικάστηκε με τη διαταγή πληρωμής, αφορά δοσοληψίες και χορηγήσεις μεταγενέστερου της εξόδου του από την εταιρεία χρονικού διαστήματος, για τις οποίες, όπως και γενικά για την κίνηση του αλληλόχρεου λογαριασμού, ουδέποτε τον ενημέρωσε η πρώτη αναιρεσίβλητη μέχρι την κοινοποίηση προς αυτόν στις 16-7-2012 της καταγγελίας της σύμβασης, με αποτέλεσμα να πιστέψει βάσιμα, αφού αυτή ουδόλως διαμαρτυρήθηκε για την επελθούσα μεταβολή, ότι η προσωπική του εγγύηση είχε υποκατασταθεί από τις δοθείσες προσωπικές εγγυήσεις των αγοραστών του εταιρικού μεριδίου του και να μη ζητήσει εγγράφως τη λύση της σύμβασης εγγυήσεως, γ) ότι αγνοούσε, αφού δεν ενημερώθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ότι η δοθείσα κατά το έτος 2004 ως άνω εγγύηση ίσχυε και για χορηγήσεις μετά την αποχώρησή του από την πιστούχο εταιρεία, δ) ότι μετά το κλείσιμο του λογαριασμού στις 9-7-2012 η πρώτη αναιρεσίβλητη εισέπραξε το ποσό των 52.700 ευρώ, το οποίο δεν αφαίρεσε από το κατάλοιπο του κλεισθέντος λογαριασμού και ε) ότι μετά την τελευταία χορήγηση προς την πιστούχο στις 2-12-2011, η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε προς κάλυψη της αξίωσής της επιταγές συνολικού ποσού 1.854.236,10 ευρώ, από τις οποίες i) επιταγές ποσού 658.630,52 ευρώ επέστρεψε στην πιστούχο εταιρεία, χωρίς να προκύπτει ότι εισέπραξε το αντίστοιχο ποσό αυτή, ii) επιταγές ποσού 864.980 ευρώ σφραγίστηκαν και παρέμειναν στα χέρια της, iii) επιταγές ποσού 174.262,80 ευρώ τακτοποιήθηκαν, χωρίς να προκύπτει η είσπραξη του ποσού αυτού, iv) επιταγές ποσού 156.362,80 ευρώ δεν σφραγίστηκαν και παρέμειναν απλήρωτες.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Μεταξύ της καθής η ανακοπή ως δανείστριας (πρώτης αναιρεσίβλητης) και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Α. Λ. Ο.Ε." (ήδη "ΑΦΟΙ Λ. ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που είχε έδρα το ..., υπογράφηκε στην Αθήνα η με αριθμ.
ΑΛ …/….-11-2004 (κύρια) σύμβαση, με την οποία συμφωνήθηκε να χορηγήσει η καθής στην ως άνω εταιρεία πίστωση σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, μέχρι του ορίου των 700.000 ευρώ, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στην εν λόγω σύμβαση. Μετέπειτα υπογράφηκαν στην Αθήνα μεταξύ των ίδιων διαδίκων και υπό τις ίδιες ιδιότητες οι εξής πρόσθετες στην κύρια σύμβαση πράξεις:
α) ΑΛ …/1/…-6-2005 περί αύξησης της πίστωσης κατά 150.000 ευρώ, ήτοι μέχρι του ποσού των 850.000 ευρά), β) ΑΛ …/2/…-9-2005 περί αύξησης της πίστωσης κατά 150.000 ευρώ, ήτοι μέχρι του ποσού των 1.000.000 ευρώ, γ) ΑΛ …/…/…-8-2006 περί μείωσης της πίστωσης κατά 50.000 ευρώ, ήτοι μέχρι του ορίου των 950.000 ευρώ, δ) ΑΛ …./…/….-3-2007 περί μείωσης της πίστωσης κατά 150.000 ευρώ, ήτοι μέχρι του ποσού των 800.000 ευρώ, ε) ΑΛ …./…/….-6-2007 περί αύξησης της πίστωσης κατά 500.000 ευρώ, ήτοι μέχρι του ποσού των 1.300.000 ευρώ, στ) ΑΛ …/…/…-12-2007 περί αύξησης της πίστωσης κατά 35.000 ευρώ, ήτοι μέχρι του ποσού των 1.335.000 ευρώ και ζ) ΑΛ …/…/….-4-2008 περί αύξησης της πίστωσης κατά 265.000 ευρώ, ήτοι μέχρι του ορίου των 1.600.000 ευρώ.
Όλες τις ως άνω συμβάσεις (κύρια και πρόσθετες) εγγυήθηκε έναντι της καθής και υπέρ της προωτοφειλέτιδας εταιρείας (μεταξύ άλλων συνεγγυητών και) o ανακόπτων (ήδη αναιρεσείων), o οποίος κατείχε ποσοστό 45% των εταιρικών μεριδίων της πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας και ο οποίος εγγυήθηκε την πιστή τήρηση των όρων τους και την εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης και παραιτηθείς από όλες τις περί εγγύησης ενστάσεις του Α.Κ.
Ουδεμία δε άλλη πρόσθετη πράξη περί αύξησης της ως άνω πίστωσης υπογράφηκε μεταξύ των συμβαλλομένων σ' αυτές και των εγγυητών ούτε και μετά την κατωτέρω αποχώρηση του ανακόπτοντος από την εταιρεία. Με το από 29-7-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών..., ο ανακόπτων μεταβίβασε το ανήκον σε αυτό ποσοστό 45% των εταιρικών μεριδίων της πιστούχου στα τέκνα του αδελφού του Β.
Λ., ήτοι στους Π. Β. Λ., Δ. Β. Λ. και Α. Β. Λ., κατά ποσοστό 15% στον καθένα, και εξήλθε από την πιστούχο εταιρεία. Στη θέση δε του ανακόπτοντος στην εταιρεία υπεισήλθαν οι ως άνω αγοραστές του εταιρικού ποσοστού. Όμως, ανεξαρτήτως του ότι ο ανακόπτων... δεν ζήτησε ο ίδιος εγγράφως την απαλλαγή από την εγγυητική του ευθύνη, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η καθ' ης η ανακοπή παρείχε την οποιοσδήποτε (ρητή ή σιωπηρή) συγκατάθεση ή συναίνεσή της στην απαλλαγή του ανακόπτοντος από την ως άνω ευθύνη του.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 27ο όρο της υπ' αριθμ.... /…-11-2004 (κύριας) σύμβασης πίστωσης ορίστηκε ότι ο ανακόπτων - εγγυητής εγγυήθηκε προς την καθ' ης την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες, έξοδα κ.λ.π. εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης, ενεχόμενος ως αυτοφειλέτης και παραιτούμενος ανεπιφύλακτα από το ευεργέτημα της δίζησης καθώς και από τα δικαιώματα και τις ενστάσεις των άρθρων 853, 854, 855, 858, 862, 863, 864, 866, 867, 868 και 869 Α.Κ.
Συνομολογήθηκε δε με την ίδια σύμβαση (όρος 27 περ. α' και β') ότι κάθε αναγνώριση από την πιστούχο ποσών που οφείλονται στην Τράπεζα θα δεσμεύει και τους εγγυητές (εν προκειμένω τον ανακόπτοντα), οι δε εγγυητές εξουσιοδότησαν ανέκκλητα την καθ' ης να φέρει σε χρέωση οποιουδήποτε λογαριασμού τους κάθε ποσό που οφείλεται από την πιστούχο και να το συμψηφίζει με οποιαδήποτε απαίτηση των εγγυητών κατά της καθ' ης.
Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η προσωπική εγγύηση του ανακόπτοντος για την εκπλήρωση των όρων της ένδικης συμβασης πίστωσης και την εξόφληση του καταλοίπου του λογαριασμού είχε εξαρτηθεί από την παραμονή του ή όχι στην πιστούχο εταιρεία και την ιδιότητά του ως εταίρου σ' αυτήν. Η δε εγγύηση έχει παρεπόμενη συμβατική ενοχική φύση και ουδεμία σχέση έχει με την εκ του νόμου ευθύνη των ομορρύθμων εταίρων μιας ομόρρυθμης εταιρείας στενά συνδεδεμένη με τον χρόνο κατά τον οποίον κατείχαν αυτοί την ως άνω ιδιότητα.
Εξάλλου, στο ως άνω από 29-7-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό συνομολογήθηκε μεταξύ του πωλούντος ανακόπτοντος και των αποκτώντων το ποσοστό 45% της εταιρικής του συμμετοχής συγγενών του, ότι οι τελευταίοι υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας που πηγάζουν από την εταιρική του σχέση και αναλαμβάνουν όλες τις υποχρεώσεις του προς την εταιρεία και όχι από την ένδικη σχέση εγγύησης, στην οποία δεν μπορούσαν καν να υπεισέλθουν και να αναλάβουν αυτοί την απ' αυτήν ευθύνη.....
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι κατά το περιοδικό κλείσιμο της 31-12-2010 η πιστούχος αναγνώρισε το προσωρινό χρεωστικό υπόλοιπο του εκ των τότε υφισταμένων υπ' αριθμ. … λογαριασμού, ποσού 762.410,17 ευρώ, οπότε, κατ' άρθρ. 873-875 ΑΚ, το αναγνωρισθέν προσωρινό κατάλοιπο αποτέλεσε το πρώτο κονδύλιο της νέας περιόδου και δεν απαιτείται εκκαθάριση και αναλυτική παράθεση των κονδυλίων χρεωπιστώσεων και της κίνησης των τηρηθέντων λογαριασμών, ήτοι των υπ' αριθμ.
…, …, … και …, οι οποίοι είχαν ήδη κλείσει εμφανίζοντας μηδενικό χρεωστικό υπόλοιπο πριν τις 31-12-2010 και συγκεκριμένα στις 15-6-2009, 17-7-2008, 17-7-2008 και 2-3-2010 αντίστοιχα. Όσον αφορά τα ποσά των 400.000 ευρώ και 300.000 ευρώ, για τα οποία ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι αποτελούν δάνεια της ως άνω καθ' ης προς την πιστούχο εταιρεία, για τα οποία δεν είχε αυτός εγγυηθεί, αποδεικνύεται ότι αυτά δεν αποτελούν αυτοτελείς χορηγήσεις, στα πλαίσια των δανειακών συμβάσεων, οι οποίες έλαβαν χώρα μετά την αποχώρησή του από την πιστούχο - πρωτοφειλέτιδα, αλλά αποτελούν χορηγήσεις στα πλαίσια της κύριας σύμβασης καθώς και μεταφορές υπολοίπων λογαριασμών, οι οποίοι τηρούντο παράλληλα με τον κύριο με αριθμό … λογαριασμό, το υπόλοιπο δε αυτών μεταφέρθηκε στον ως άνω κύριο λογαριασμό, δυνάμει ρητού όρου της ένδικης σύμβασης,....
Έτσι, το ποσό των 400.000 μεταφέρθηκε στις 15-6-2009 από τον τηρούμενο έως τότε υπ' αριθμ. … λογαριασμό, ο οποίος είχε ανοίξει στις 10-12-2004 και έκλεισε στις 15-6-2009, στον υπ' αριθμ. λογαριασμό …, ο οποίος είχε ανοίξει στις 29-11-2004 και τηρήθηκε μέχρι το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης. Ο υπ' αριθμ. 10085621 λογαριασμός άνοιξε στις 10-12-2004 με αρχική εκταμίευση 300.000 ευρώ, η οποία έλαβε χώρα βάσει της αρχικής (κύριας) σύμβασης, ενώ στις 12-9-2005 έγινε πρόσθετη εκταμίευση ποσού 100.000 ευρώ, ήτοι συνολικά 400.000 ευρώ, που αποτέλεσε και το υπόλοιπο μεταφερθέν κατά τα ανωτέρω ποσό.
Το δε ποσό των 300.000 ευρώ συνιστά ισόποση χορήγηση, στα πλαίσια του υφισταμένου ορίου του 1.600.000 ευρώ, που έλαβε χώρα στις 2-12-2009, μετά μεν την αποχώρηση του ανακόπτοντος από την πιστούχο, αλλά σε εκτέλεση τω συμβάσεων που είχε ήδη εκείνος υπογράψει, για την οποία (χορήγηση) ανοίχθηκε τότε ο υπ' αριθμ … λογαριασμός, ο οποίος τηρήθηκε μέχρι τις 2-3-2010, οπότε έκλεισε και το υπόλοιπό του μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμ.
… λογαριασμό. Εξάλλου, από τις ίδιες τις προσαγόμενες κινήσεις των εν λόγω λογαριασμών υπ' αριθμούς …. και …., το υπόλοιπο του κεφαλαίου ήταν σταθερά αμετάβλητο και εξοφλούνταν μόνο οι τόκοι του αλληλοχρέου των επιμέρους χορηγήσεων, κάτι που ασφαλώς δεν θα συνέβαινε, εάν επρόκειτο για αυτοτελή δάνεια.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι (στις) 23-2-2010 το υπόλοιπο του υπ' αριθμόν … λογαριασμού είχε περιορισθεί σε ποσό μόλις 2.972,78 ευρώ, καθόσον,... η ένδικη σύμβαση είναι σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, στα πλαίσια της οποίας, η καθ' ης η ανακοπή παρείχε διαδοχικές πιστώσεις χρηματικών ποσών στην πρωτοφειλέτιδα εταιρία, καταχωρίζοντας τις εκατέρωθεν απαιτήσεις από χρεωπιστωτικών κονδυλίων, ώστε να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, όσες δε πιστώσεις ή μεταφορές ποσών από έναν λογαριασμό σε άλλο έλαβαν χώρα μετά τις 23-2-2010 συνδέονται με τις υπογραφείσες από τον αντίδικο ως εγγυητή συμβάσεις, σε εκτέλεση των οποίων πραγματοποιήθηκαν.
Εξάλλου, απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος τυγχάνει ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι το ποσό των 879.668.94 ευρώ, το οποίο εμφαινόταν ως υπόλοιπο στους λογαριασμούς της πρωτοφειλέτριας εταιρίας κατά το χρόνο μεταβίβασης των εταιρικών του μεριδίων (29-7-2009) υπερκαλυπτόταν από μεταχρονολογημένες επιταγές που είχαν ενεχυριασθεί στην πιστοδότρια Τράπεζα.
Τούτο διότι από τα πινάκια των ενεχυρασθεισών μεταχρονολογημένων επιταγών, προκύπτει ότι επιταγές ποσού 658.630,52 ευρώ επιστράφηκαν στην πρωτοφειλέτιδα εταιρία, προκειμένου να αντικατασταθούν με νέες κατ' απαίτησή της, επιταγές ποσού 864.980 ευρώ σφραγίστηκαν, επιταγές ποσού 174.262,80 ευρώ σφραγίστηκαν μεν, αλλά στη συνέχεια τακτοποιήθηκαν (είτε λόγω πληρωμής, είτε λόγω αντικατάσταστις αυτών) και τέλος επιταγές ποσού 156.362,80 ευρώ δεν πληρώθηκαν, χωρίς να σφραγιστούν, ενώ για όσες πληρώνονταν, τα ποσά των αντιτίμων τους πιστώνονταν στο λογαριασμό της πρωτοφειλέτιδας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι λόγω μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της πιστούχου εταιρείας, η καθής στις 3-7-2012 προέβη σε κλείσιμο της υπό στοιχ. ΑΛ …/…-11-2004 κύριας σύμβασης και των προσθέτων αυτής πράξεων καθώς και των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτησή τους, οι οποίοι εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου κατάλοιπο, κατά την ως άνω ημερομηνία, ύψους 1.108.002,60 ευρώ, πλέον εξωλογιστικώς τηρηθέντων τόκων, ποσού 27.236,12 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 3-4-2012 έως 3-7-2012 (άρθρ. 88 ν. 3601/2007).
Το κλείσιμο των συμβάσεων και των ως άνω λογαριασμών, η καθ' ης γνωστοποίησε στον ανακόπτοντα με την από 4-7-2012 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία τον καλούσε, άμεσα με την επίδοση της ως άνω εξώδικης δήλωσης, να καταβάλει το πιο πάνω χρεωστικό υπόλοιπο... Η καταγγελία της ως άνω σύμβασης από την καθ' ης έγινε, επειδή η πρωτοφειλέτης πιστούχος εταιρεία δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις και τα ενεχυρασμένα ως άνω αξιόγραφα στην πλειοψηφία τους δεν εισπράττονταν, η δε καθ' ης είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, να εισπράξει την απαίτησή της, διακόπτοντας παράλληλα και τη χρηματοδότηση του οφειλέτη με σκοπό να αποτρέψει και τη διόγκωση του χρέους του, στο πλαίσιο της διαχείρισης της περιουσίας της...
Η καθ' ης με την από 1-10-2012 αίτησή της ζήτησε, την έκδοση της ανακοπτόμενης υπ' αριθμ. 20963/2012 διαταγής πληρωμής σε βάρος, μεταξύ άλλων, και του ανακόπτοντος..... Εξάλλου, απορριπτέος τυγχάνει ο... ισχυρισμός του ανακόπτοντος, ότι καταχρηστικώς η καθ' ης ζήτησε την σε βάρος του έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεδομένου ότι ούτε πριν ούτε μετά την αποχώρησή του από την πιστούχο εταιρεία τον ενημέρωσε για την κίνηση του λογαριασμού της πίστωσης και για την διατήρηση της εγγυητικής του ευθύνης, με συνέπεια "vα πιστέψει βάσιμα ότι η προσωπική του εγγύηση που υποκαταστάθηκε από τις δοθείσες προσωπικές εγγυήσεις των αγοραστών, έχει παύσει να ισχύει μετά την εξόφληση του φερόμενου ως οφειλόμενου ποσού κατά την έξοδό του από την εταιρεία με την είσπραξη μεταχρονολογημένων επιταγών που η εταιρεία είχε εκχωρήσει προς την καθ' ης τράπεζα".
Τούτο διότι, με βάση ρητό όρο (υπ' αριθ. 16) της ένδικης σύμβασης πίστωσης, αφενός μεν η ενημέρωση συμφωνήθηκε να γίνεται μόνο προς την πιστούχο και όχι προς τους εγγυητές, αφετέρου διότι ουδεμία υποκατάσταση στην προσωπική του εγγύηση έλαβε χώρα από τους προαναφερθέντες συγγενείς αγοραστές του εταιρικού του μεριδίου, αλλά ούτε και εισπράχθηκαν όλες οι ενεχυρασθείσες επιταγές, όπως προαναφέρθηκε".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα, με τους προαναφερόμενους λόγους της ανακοπής, ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσείβλητης και απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν κρίνονται ικανά να δημιουργήσουν ευλόγως στον αναιρεσείοντα, την πεποίθηση ότι αυτή δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της από τη σύμβαση εγγυήσεως κατ' αυτού και δεν καθιστούν για τον ανακόπτοντα αδικαιολόγητη και ιδιαίτερα επαχθή, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, την άσκηση του δικαιώματος της ανωτέρω αναιρεσίβλητης να ζητήσει την έκδοση σε βάρος του της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, με συνέπεια να μην πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και να δικαιολογείται έτσι η απόρριψη της προβληθείσας από τον ανακόπτοντα σχετικής ένστασης.
Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό παραδοχές: α) ότι ο ανακόπτων προέβη στην παροχή της εγγύησης στο πλαίσιο του επαγγέλματος και της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, αφού ήταν εταίρος της πιστούχου ομόρρυθμης εταιρίας, της οποία κατείχε ποσοστό 45% των εταιρικών της μεριδίων, και ότι ενέχεται, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης, από τις συναφθείσες ως άνω συμβάσεις (κύριες και πρόσθετες), καθόσον εγκύρως παραιτήθηκε ανεπιφύλακτα από το ευεργέτημα της δίζησης καθώς και από τα παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις περί εγγυήσεως του Αστικού Κώδικα, β) ότι με όρο της συμβάσεως συμφωνήθηκε, ότι κάθε αναγνώριση από την πιστούχο εταιρεία των ποσών που οφείλονται στην Τράπεζα θα δεσμεύει και τον ανακόπτοντα ως εγγυητή και ότι η τελευταία στις 31-12-2010 αναγνώρισε το προσωρινό χρεωστικό υπόλοιπο ενός από τους τηρούμενους λογαριασμούς, ανερχόμενο στο ποσό των 762.410,17 ευρώ, όσες δε πιστώσεις ή μεταφορές ποσών από έναν λογαριασμό σε άλλο έλαβαν χώρα μετά τις 23-2-2010 συνδέονται με τις υπογραφείσες από τον αντίδικο ως εγγυητή συμβάσεις, σε εκτέλεση των οποίων πραγματοποιήθηκαν, γ) ότι η προσωπική εγγύηση του ανακόπτοντος για την εκπλήρωση των όρων της ένδικης σύμβασης πίστωσης και την εξόφληση του καταλοίπου του λογαριασμού δεν εξαρτήθηκε από την παραμονή του ή όχι στην πιστούχο εταιρεία και από την ιδιότητά του ως ομορρύθμου εταίρου αυτής, η δε πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παρείχε οποιοσδήποτε (ρητή ή σιωπηρή) συγκατάθεση ή συναίνεσή της στην απαλλαγή του από την ως άνω ευθύνη του, δ) ότι ουδεμία υποκατάσταση στην προσωπική του εγγύηση έλαβε χώρα από τους προαναφερθέντες αγοραστές του εταιρικού του μεριδίου, καθόσον αυτοί ανέλαβαν όλες τις υποχρεώσεις του προς την εταιρεία και όχι αυτές που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση εγγύησης, ε) ότι με όρο της ένδικης σύμβασης πίστωσης η ενημέρωση εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης συμφωνήθηκε να γίνεται μόνο προς την πιστούχο και όχι προς τους εγγυητές, και στ) ότι δεν εισπράχθηκαν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, οι ενεχυρασθείσες στην τράπεζα επιταγές, η επιστροφή δε στην πιστούχο εταιρεία επιταγών ποσού 864.980 ευρώ χωρίς να σφραγιστούν έγινε κατ' απαίτηση αυτής προκειμένου να αντικατασταθούν με άλλες.
Επομένως, οι πρώτος (κατά το οικείο μέρος), από τους αρ. 1 και 19, και δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος), από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του παραβίασε, ευθέως άλλως εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας. (ΑΠ 1851/2007).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).
Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 382/2020, ΑΠ 156/2020). Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνον από τον αριθμό 1 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 274/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 259/2017).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 632 και 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης, η οποία ασκείται κατά της απορριπτικής απόφασης της ανακοπής ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1088/2015, ΑΠ 111//2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο (κατά το οικείο μέρος), από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι "σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 27ο όρο της υπ' αριθμ. ΑΛ …/…-11-2004 (κύριας) σύμβασης πίστωσης ορίστηκε ότι ο ανακόπτων - εγγυητής εγγυήθηκε προς την καθ' ης την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες, έξοδα κ.λ.π.
εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης, ενεχόμενος ως αυτοφειλέτης και παραιτούμενος ανεπιφύλακτα από το ευεργέτημα της δίζησης καθώς και από τα δικαιώματα και τις ενστάσεις των άρθρων 853, 854, 855, 858, 862, 863, 864, 866, 867, 868 και 869 Α.Κ., συνομολογήθηκε δε με την ίδια σύμβαση (όρος 27 περ. α' και β') ότι κάθε αναγνώριση από την πιστούχο ποσών που οφείλονται στην Τράπεζα θα δεσμεύει και τους εγγυητές (εν προκειμένω τον ανακόπτοντα), οι δε εγγυητές εξουσιοδότησαν ανέκκλητα την καθ' ης να φέρει σε χρέωση οποιουδήποτε λογαριασμού τους κάθε ποσό που οφείλεται από την πιστούχο και να το συμψηφίζει με οποιαδήποτε απαίτηση των εγγυητών κατά της καθ' ης", παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4, 2 παρ. 1-5 και 6 εδ.
α'του ν. 2251/1994, καθόσον ο όρος αυτός αποτελεί ΓΟΣ, αφού έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων και, συνεπώς, αντίκειται στις πιο πάνω διατάξεις. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε ως λόγο ανακοπής, την καταχρηστικότητα του ανωτέρω όρου της επίδικης σύμβασης εγγυήσεως, με βάση τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου για την προστασία του καταναλωτή, λόγω παραβίασης της αρχής της σαφήνειας και της σημαντικής - ουσιώδους διατάραξης της ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων στην εν λόγω σύμβαση εγγύησης, αλλά προέβαλε, όπως αναφέρθηκε, ως καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, να ζητήσει την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής, με βάση τη γενική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Τέτοιο ισχυρισμό (περί ακυρότητας του συμβατικού όρου) προέβαλε ο ανακόπτων, απαραδέκτως, το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του και, συνεπώς, το Εφετείο, ανεξαρτήτως της αοριστίας του εν λόγω ισχυρισμού, ουδεμία υποχρέωση είχε να ερευνήσει τον προαναφερόμενο όρο με βάσει τις αρχές και τις διατάξεις του ν. 2251/1994, τις οποίες συνεπώς δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους (βλ.
ΑΠ 828/2018). Επομένως, εφόσον ο αναιρεσείων δεν προέβαλε νομίμως τον ανωτέρω ισχυρισμό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ανακοπή του ή με πρόσθετο λόγο ανακοπής, αλλά τον προέβαλε το πρώτον στο Εφετείο ως λόγο εφέσεως, ο ανωτέρω πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 752/2017, ΑΠ 97/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον, ενώ ο ίδιος εγγυήθηκε υπέρ της οφειλέτριας εταιρείας υπό την ιδιότητα του ομορρύθμου εταίρου αυτής με ποσοστό συμμετοχής 45% και ότι μετά τη νόμιμη έξοδό του από την εταιρεία, κατόπιν μεταβίβασης με το από 29-7-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό των ποσοστών συμμετοχής του, υπεισήλθαν στη θέση του τα ανωτέρω αναφερόμενα τρία τέκνα του αδελφού του Β.
Λ. κατά ποσοστό 15% το καθένα, τα οποία, συνεπώς, κατά την κοινή πείρα και λογική, υπεισήλθαν και στη θέση του ως εγγυητή, αφού στη συνέχεια εγγυήθηκαν και αυτά εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτες τις ένδικες συμβάσεις, παρ' όλα αυτά το Εφετείο δέχθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι οι ως άνω αγοραστές του εταιρικού ποσοστού του υπεισήλθαν μόνον στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προς την εταιρεία και όχι και στην ένδικη σχέση εγγύησης, με την παραδοχή ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η καθ' ης η ανακοπή παρείχε την οποιαδήποτε (ρητή ή σιωπηρή) συγκατάθεση ή συναίνεσή της στην απαλλαγή του από την ευθύνη, καίτοι η μεταβίβαση έγινε με τη συναίνεση της τράπεζας και, κατά συνέπεια, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, απηλλάγη της ευθύνης του ως εγγυητή.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας αυτού, ενόψει του ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο για τη θεμελίωσή του, ποια διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ποίος είναι ο κανόνας δικαίου οποίου την εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, αν και έπρεπε, καθώς επίσης και σε τι συνίσταται η επικαλούμενη παραβίαση, αφετέρου δε, διότι η αποδιδόμενη πιο πάνω αιτίαση ως προς την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς.
Aπό τη διάταξη του άρθρου 22 του ΕμπΝ προκύπτει ότι η απεριόριστη εις ολόκληρον ευθύνη του ομόρρυθμου εταίρου με το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρίας εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την αποχώρησή του από την εταιρία για τα πριν από την αποχώρησή του εταιρικά χρέη.
Συνεπώς, αν συμβαλλόμενη στη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό είναι ομόρρυθμη εταιρία και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού αποχωρήσει από αυτήν ένας ομόρρυθμος εταίρος, υπάρχει προσωπική εις ολόκληρο ευθύνη του εταίρου αυτού (άρθρο 22 ΕΝ) για το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, οποτεδήποτε και αν γίνει, προκύπτον σε βάρος της εταιρείας κατάλοιπο, υπό την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός εμφάνιζε παθητικό σε βάρος της εταιρείας κατά το χρόνο της αποχωρήσεως του εταίρου και μέχρι του ύψους του παθητικού αυτού υπολοίπου (ΑΠ 1733/2008, ΑΠ 893/2008, ΑΠ 725/2000).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 847, 850 και 851 ΑΚ, η εγγύηση αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση, κατά την οποία ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή, ήτοι ο εγγυητής ευθύνεται για την καταβολή της οφειλής του πρωτοφειλέτη. Με την εγγύηση που φέρει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια οφειλή, δεν παράγεται απλώς ευθύνη άνευ οφειλής σε βάρος του εγγυητή, αλλά ο εγγυητής ευθύνεται πλήρως, ήτοι ενέχεται όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι του δανειστή του, με τη διαφορά ότι ο εγγυητής ενέχεται ή ευθύνεται για την οφειλή άλλου (του πρωτοφειλέτη), ήτοι για την εκπλήρωσή της.
Όταν όμως καταβάλλει, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του παροχή, που ακριβώς κατευθύνεται στην επίτευξη της εκπληρώσεως της παροχής του πρωτοφειλέτη (ΑΠ 1226/2015, ΑΠ 2043/2013). Ενόψει αυτού, με τις διατάξεις των άρθρων 847 επ ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται η ευθύνη του εγγυητή έναντι του δανειστή, μεταξύ άλλων, και στην πίστωση με αλληλόχρεο λογαριασμό με συμβαλλόμενη ομόρρυθμη εταιρία, δεν καθιερώνεται άνιση μεταχείριση του εγγυητή έναντι των ομορρύθμων εταίρων της ομόρρυθμης εταιρίας, οι οποίοι, σε περίπτωση αποχωρήσεώς τους από την εταιρία κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού, ευθύνονται για το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού προκύπτον σε βάρος της εταιρείας κατάλοιπο και μέχρι του ύψους του παθητικού αυτού κατά το χρόνο αυτό, δηλαδή της αποχώρησής τους από την εταιρεία, αφού δεν πρόκειται για ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, καθόσον η προσωπική ευθύνη του εγγυητή από τη σύμβαση εγγυήσεως είναι διαφορετική της ευθύνης που απορρέει από την ιδιότητα του ομορρύθμου εταίρου, τόσο ως προς τις προϋποθέσεις όσο και ως προς τις έννομες συνέπειες, και, συνεπώς, δεν θεσπίζεται με τις διατάξεις για την εγγύηση αυθαίρετη διάκριση σε βάρος του εγγυητή, ούτε και παραβιάζεται, με την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του, η αρχή της αναλογικότητας.
Επομένως, ο τρίτος, από τον αρ. 1 (και όχι και από τον 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι αυτός ευθύνεται για το σύνολο του καταλοίπου του κλεισθέντος λογαριασμού και όχι μέχρι το ύψος αυτού κατά το χρόνο της αποχωρήσεώς του από την πιστούχο ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας κατά το χρόνο της σύναψης της συμβάσεως ήταν ομόρρυθμο μέλος με ποσοστό 45%, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 22 και 669 Ε.Ν., καθώς και τις καθιερούμενες από διατάξεις των άρθρων 4 και 25 του Συντάγματος αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, είναι αβάσιμος.
Συνακόλουθα, ο ίδιος ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο λανθασμένα απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, σχετικά με το ύψος του παθητικού του λογαριασμού κατά το χρόνο αποχώρησής του από την εταιρία, ενόψει της κάλυψης σημαντικού ποσού με ενεχυρασμένες επιταγές πελατών, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, ανεξαρτήτως του ότι, με πρόσχημα την απλή επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ, κρίση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων.
Kατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν αποκλείεται από ενδεχομένη παραίτησή του εκ των προτέρων από του κατ' άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος διζήσεως.
Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων από το ευεργέτημα (ελευθερώσεως) που θεσπίζει η διάταξη, αλλά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση αυτού κατέστη αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 332 εδ.
α' ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (Ολ. ΑΠ 6/2000). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες - πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.
Ειδικότερα, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερομένη κυρία οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος, ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σ' αυτόν.
Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του. Τέλος, εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, πότε η αμέλεια είναι βαριάς μορφής, αξιολογική κρίση η οποία υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 1296/2017, ΑΠ 1073/2015, ΑΠ 40/4015).
Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που ο εγγυητής έχει παραιτηθεί εκ των προτέρων από το ευεργέτημα ελευθερώσεως, πρέπει να επικαλεστεί σαφώς τη συνδρομή δόλου ή βαριάς αμέλειας καθώς και τα περιστατικά εκείνα, τα οποία, αντικειμενικώς ελεγχόμενα, συγκροτούν την έννοια αυτών, έχοντας και το βάρος απόδειξης των εν λόγω περιστατικών, προκειμένου έτσι να μπορέσει το Δικαστήριο να κρίνει το νόμω βάσιμο της ανωτέρω ένστασης και του σχετικού λόγου ανακοπής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 862 ΑΚ, αλλά και ο καθού η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής (πρβλ.
ΑΠ 1137/2019). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1706/2017, ΑΠ 383/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον έβδομο λόγο της ανακοπής του κατά της σε βάρος του διαταγής πληρωμής, προέβαλε την ένσταση ελευθερώσεως αυτού, ισχυριζόμενος ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, ενώ γνώριζε ότι η πιστούχος εταιρεία ήταν κυρία ενός οικοπέδου, επιφανείας 1908,96 τ.μ., μετά της επ' αυτού οικοδομής, αποτελουμένης από υπόγειο, ισόγειο, ημιώροφο, πρώτο και δεύτερο όροφο και δώμα, το οποίο βρίσκεται στο ...
και του οποίου η αξία υπερκάλυπτε το οφειλόμενο από τη σύμβαση πιστώσεως ποσό, παρ' όλα αυτά δεν προέβη "εκ πταίσματος.... σε ενέργειες που θα της παρείχαν τη δυνατότητα να εξασφαλίσει και να εισπράξει τις αξιώσεις της... με εγγραφή έγκαιρης προσημείωσης επί των ακινήτων κυριότητας της πιστούχου εταιρείας", παράλληλα δε επικαλέστηκε ακυρότητα ως καταχρηστικού (άρθρο 281 ΑΚ) του όρου της συμβάσεως εγγύησης, με τον οποίο αυτός παραιτήθηκε "από τα άρθρα του Αστικού Κώδικα που παρέχουν προστασία στους εγγυητές στις περιπτώσεις που η τράπεζα ως δανείστρια, έστω και από πταίσμα της, δεν κατοχυρώσει την είσπραξη των χορηγουμένων δανείων".
Τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, με πανομοιότυπο περιεχόμενο, επανέφερε ο αναιρεσείων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τον έβδομο λόγο της έφεσής του. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω λόγο ανακοπής, όπως και τον αντίστοιχο λόγο έφεσης, με επάλληλη αιτιολογία ως εξής: "Τέλος ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι στην πρωτοφειλέτιδα πιστούχο εταιρεία ανήκε ακίνητο σημαντικής αξίας...
και ότι η καθής σε ουδεμία ενέργεια προέβη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της με αναγκαστική εκτέλεση περιορισθείσα στην προσωπική εγγύηση σε βάρος του εκμεταλευόμενη το γεγονός ότι αυτός είχε παραιτηθεί από την προστασία του άρθρου 862 ΑΚ με την προαναφερθείσα σύμβαση. Ο ισχυρισμός αυτός ανεξάρτητα από την αοριστία του κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, καθότι δεν επικαλείται εάν η καθ' ης τράπεζα παρέλειψε την ικανοποίηση της απαίτησής της από το ως άνω ακίνητο από δόλο ή βαρεία αμέλεια και δεν αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, στοιχεία που είναι ικανά να καταστήσουν άκυρη την ως άνω συμφωνία παραίτησης του εγγυητή από το ευεργέτημα του άρθρου 862 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ...., είναι και ουσία αβάσιμος διότι αποδεικνύεται ότι λίγο χρόνο μετά την αποχώρηση του ανακόπτοντος από την πιστούχο εταιρεία στις 30-11-2009 και πριν πολύ χρόνο πριν κλείσει ένδικος λογαριασμός ενεγράφη συναινετική προσημείωση υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Πειραιώς για το ποσό των 5.000.000 ευρώ λόγω λήψης ομολογιακού δανείου από την ως άνω πιστούχο με την υπ' αριθμ. 48184/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικειου Αθηνών, καθιστώντας έτσι αδύνατη την ικανοποίηση της ένδικης απαίτησης της καθής, η οποία στερείτο εμπράγματης ασφάλειας αλλά μόνον τις προσωπικές εγγυήσεις των συνεγγυητών μεταξύ των οποίων και ο ανακόπτων".
Δηλαδή, το Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής αφενός μεν ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, αφετέρου δε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ήδη, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 862, 332, 174 και 281 ΑΚ, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση ελευθερώσεως που προέβαλε με την ανακοπή του, δεδομένου ότι η δανείστρια Τράπεζα από βαρεία αμέλεια δεν ενέγραψε, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της, προσημείωση υποθήκης επί του πιο πάνω ακινήτου, το οποίο ήταν ελεύθερο από το έτος 2004 που συνήφθη η σύμβαση πιστώσεως μέχρι και τέσσερις μήνες μετά από την έξοδό του από την εταιρεία, με συνέπεια στις 30-11-2009 η Τράπεζα Πειραιώς να εγγράψει προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 5.000.000 ευρώ λόγω ομολογιακού δανείου με την οφειλέτρια εταιρεία.
Σύμφωνα όμως με τη μείζονα σκέψη, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι με αυτόν προσβάλλεται μόνον η δεύτερη από τις επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει την απόρριψη της ένστασής του ως αβάσιμης κατ' ουσίαν, ενώ δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως η πρώτη επάλληλη αιτιολογία, με την οποία ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως αόριστος, η οποία στηρίζει, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση.
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989, ΑΠ 102/2020, ΑΠ 50/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ (και όχι από τον αρ. 9) πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, τον προταθέντα από αυτόν με λόγο ανακοπής και επαναφερθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το δεύτερο λόγο της έφεσής του ισχυρισμό, ότι στις 29-7-2009 αποχώρησε από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία με την πώληση και μεταβίβαση του εταιρικού του μεριδίου στους Π.
θυγ. Β. Λ., Δ. θυγ. Β. Λ. και Α. Β. Λ., κατά ποσοστό 15% στον καθένα, οι οποίοι υπεισήλθαν στη θέση του στην πρωτοφειλέτρια εταιρία και, παράλληλα, υποκατέστησαν αυτόν και στις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση εγγύησης προς τη δανείστρια τράπεζα, υπογράφοντας στις 20-10-2009, κατόπιν προσκλήσεως και συναίνεσης αυτής, τις υπ' υπ' αριθμ.
ΠΕ …, ΠΕ …. και ΠΕ …/…-10-2009 συμβάσεις εγγύησης. Όπως, όμως, προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της πληττόμενης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη και ερεύνησε τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Κατά συνέπεια, ο παραπάνω έβδομος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 Κ.
Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Μέσω του παραπάνω, από το αρθρ. 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγου, ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, των ανακοπών (αρθρ. 583 επ., 632, 933 979 Κ.Πολ.Δ. και των πρόσθετων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της έκδοσης διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο, που, κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει την απαίτηση και το ποσό αυτής (Ολ.ΑΠ 10/1997, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 412/1999).
Εξάλλου, όπως ήδη εκτέθηκε, είναι έγκυρη η περιλαμβανομένη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια Τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας.
Περαιτέρω, με το ν. 3601/2007 ενσωματώθηκαν στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία οι διατάξεις των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου υπ' αριθμ. 2006/48/ΕΚ, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα (L 177/30-06-2006) και 2006/49/ΕΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (L 177/30-06-2006).
Στη συνέχεια, με το ν. 4261/2014 και συγκεκριμένα, με τα άρθρα 1 έως και 166 του νόμου αυτού έγινε η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 "σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ" (EE L 176), ενώ καταργήθηκε ο προϋφιστάμενος ν. 3601/2007.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 του ως άνω ν. 3601/2007 (η οποία επαναλήφθηκε με το άρθρο 150 του ν. 4261/2014), "Τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα υποχρεούνται να παύουν τη λογιστικοποίηση των τόκων των δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούν, υπό οποιαδήποτε μορφή, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων από χρηματοδοτικές μισθώσεις με βάση το ν. 1665/1986 (Α' 194), μετά τη συμπλήρωση χρονικού διαστήματος κατά το οποίο λογισθέντες τόκοι επί των δανείων ή λοιπών πιστώσεων αυτών παραμένουν ανείσπρακτοι και το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες προκειμένου περί οφειλών από δάνεια προς φυσικά πρόσωπα που εξασφαλίζονται πλήρως με ακίνητα και τους τρεις (3) μήνες προκειμένου για οφειλές από λοιπές πιστοδοτήσεις.
Μετά την πάροδο του ως άνω διαστήματος επιτρέπεται μόνο ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των τόκων, περιλαμβανομένων και των τυχόν τόκων υπερημερίας και εξ ανατοκισμού όπου επιτρέπεται, οι οποίοι θα λογιστικοποιούνται όταν και εφόσον εισπράττονται. Ειδικά προκειμένου περί δανείων ή λοιπών πιστώσεων με τη μορφή αλληλόχρεων λογαριασμών, εφόσον οι λογιζόμενοι και μη εισπραττόμενοι τόκοι προσαυξάνουν τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών, θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ισόποση πίστωση των λογαριασμών αυτών εντός του τριμήνου που έπεται της ημερομηνίας λογισμού των τόκων προκειμένου να μην παύσει ο εκτοκισμός των δανείων ή λοιπών πιστώσεων".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λογισμός τόκων απαγορεύεται, εφόσον αυτοί μένουν ανείσπρακτοι, για τουλάχιστον 6 μήνες, για εμπραγμάτως ασφαλισμένες πιστώσεις, και 3 μήνες για μη εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις. Μετά την πάροδο του ως άνω χρονικού διαστήματος, επιτρέπεται μόνο ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των τόκων, περιλαμβανομένων και των τυχόν τόκων υπερημερίας και από ανατοκισμό, όπου επιτρέπεται, οι οποίοι λογιστικοποιούνται όταν και εφόσον εισπράττονται.
Προκύπτει, επίσης, ότι ο χρησιμοποιούμενος όρος "εκτοκισμός των δανείων" σημαίνει μονάχα τον λογιστικό υπολογισμό των τόκων επί των καθυστερούμενων τόκων και ότι αν τέτοιοι τόκοι παραμείνουν ανείσπρακτοι για το αναφερόμενο ως άνω, κατά περίπτωση, χρονικό διάστημα δεν επιτρέπεται να λογιστικοποιούνται, δηλαδή να εμφανίζονται στους ισολογισμούς των τραπεζών, και όχι ότι δεν οφείλονται, αφού γενεσιουργός αιτία της οφειλής τόκων επί τόκων - όπως και κάθε ενοχής - δεν μπορεί παρά να είναι είτε διάταξη νόμου είτε η σύμβαση.
Έτσι η παύση εκτοκισμού των δανείων συνεπάγεται μεν την παύση εμφάνισης των τόκων στο ενεργητικό του ισολογισμού, τα πιστωτικά όμως ιδρύματα δύνανται να αναγράφουν την αξία των οφειλόμενων τόκων σε εκτός ισολογισμού λογαριασμούς (πρβλ. ΑΠ 490/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον έκτο λόγο της ανακοπής του (και έκτο λόγο της έφεσης), ζήτησε την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής ως προς το επί μέρους ποσό των 27.236,12 ευρώ, που αφορά εξωλογιστικούς τόκους για το διάστημα από 3-4-2012 έως το κλείσιμο του λογαριασμού στις 3-7-2012, διότι το ποσό αυτό περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ.
πρωτ. …./…-7-2012 βεβαίωση της δανείστριας τράπεζας, η οποία όμως δεν αποτελεί "αποδεικτικό μέσο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ". Το Εφετείο, αφού έκρινε τον ανωτέρω ισχυρισμό νόμιμο (άρθρο 623 ΚΠολΔικ), απέρριψε αυτόν ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι "η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για το ποσό των 27.236,12 ευρώ, όχι με βάση την ως άνω βεβαίωση, αλλά ως εξωλογιστικοί τόκοι που οφείλονται παρεπομένως επί πλέον της οφειλής του κεφαλαίου, αποτελούν όμως αυθύπαρκτη απαίτηση,..., ενόψει δε της διάταξης του άρθρου 293 εδ.
γ ΑΚ, που ορίζει ότι το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει o νόμος, δεν καθίσταται αόριστο το αίτημα επιδίκασης τόκων υπερημερίας ορισμένου ποσού κεφαλαίου και. για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν οι τόκοι δεν προσδιορίζονται κατά ποσό, αφού μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει o νόμος".
Το Εφετείο, δηλαδή, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι το ως άνω ποσό αφορά τόκους, που υπολογίστηκαν, όπως και οι λοιποί τόκοι από την έναρξη της σύμβασης πίστωσης, με βάση τους συμφωνηθέντες όρους αυτής, για το χρονικό διάστημα από 3-4-2012 έως 3-7-2012, δηλαδή με βάση το συμφωνηθέν επιτόκιο επί συγκεκριμένου κεφαλαίου (ανερχομένου, κατά τη διαταγή πληρωμής στις 3-4-2012 σε 1.055.550,09 ευρώ), που αμφότερα, επιτόκιο και κεφάλαιο, προέκυπταν από το απόσπασμα των τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, εξαγόταν δε το ως άνω οφειλόμενο ποσό με απλό μαθηματικό υπολογισμό, με μόνη τη διαφορά ότι έγινε εξωλογιστικός προσδιορισμός των τόκων αυτών, με την έννοια που αναφέρθηκε, χωρίς δηλαδή να εμφανίζονται στους ισολογισμούς της τράπεζας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον πιο πάνω λόγο της ανακοπής και δεν ακύρωσε κατά το αντίστοιχο μέρος την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δεχόμενο ότι αυτή δεν εκδόθηκε, όσον αφορά το ποσό των 27.236,12 ευρώ, με βάση την ως άνω βεβαίωση της τράπεζας, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, και, συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 14 (κατ' εκτίμηση και όχι από τον αρ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το συγκεκριμένο κονδύλιο δεν προέκυπτε εγγράφως από νόμιμο αποδεικτικό μέσο, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 παρ. 1 εδ. α' και 2, 628 παρ. 1 στοιχ. α, 629 εδ. α', 632 παρ. 1 εδ. α' και 633 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είναι ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής κατά το χρόνο της εκδόσεως της.
Εξετάζεται δηλαδή αν υπήρχαν τότε για την έκδοση της οι νόμιμες προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ύπαρξη της απαιτήσεως (Ολ. ΑΠ. 10/1997, ΑΠ 1870/1986). Επομένως, ο ανακόπτων μπορεί να προτείνει με λόγο ανακοπής τις κατά του τίτλου και της απαιτήσεως ενστάσεις του και γενικά τους ισχυρισμούς του ως προς τη βασιμότητα της απαιτήσεως ή του ύψους αυτής (ΑΠ 662/2010).
Τέτοιες ενστάσεις κατά της απαιτήσεως είναι και αυτές της εξοφλήσεως και του συμψηφισμού, οι οποίες προτείνονται υπό την προϋπόθεση ότι υπήρχαν πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1305/2009, ΑΠ 1538/2007, ΑΠ 15/2007, ΑΠ 376/2002). Αντιθέτως, τα επιγενόμενα της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής περιστατικά μόνο μέσω της κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της εκτελέσεως μπορούν να προταθούν, αφού ο οψιγενής ισχυρισμός δεν μπορούσε αντικειμενικά να προταθεί στη δίκη επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής και άρα δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο (ΑΠ 1344/2017, ΑΠ 1538/2007, ΑΠ 667/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος) της ανακοπής του ζήτησε την εν μέρει ακύρωση της διαταγής πληρωμής, λόγω καταβολής στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, μετά το κλείσιμο του λογαριασμού στις 3-7-2012 αλλά πριν την υποβολή από αυτή της από 1-10-2012 αίτησης για έκδοση της διαταγής πληρωμής, του ποσού των 52.700 ευρώ και συγκεκριμένα 10.000 ευρώ στις 9-7-2012, 35.700 ευρώ στις 5-9-2012 και 7.000 ευρώ στις 10-9-2012.
Επικαλέστηκε, συνεπώς, ο αναιρεσείων μερική εξόφληση της απαίτησης, δηλαδή αποσβεστική ένσταση, εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, είχε εν μέρει καταλυθεί η οφειλή την οποία αυτή αφορά. Το Εφετείο, στο οποίο νομίμως επαναφέρθηκε με τον πέμπτο λόγο έφεσης ο ανωτέρω λόγος ανακοπής, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: "Ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι δεν έχει αφαιρεθεί από το ποσό των 1.108.002,60 ευρώ ποσό 52.700 ευρώ από επιταγές που πληρώθηκαν στις 9-7-2012, 5-9-2012 και 10-9-2012, ποσών 10.000 ευρώ, 35.700 ευρώ και 7.000 ευρώ, αντίστοιχα, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος.
Διότι αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω επιταγές εισπράχθησαν μετά την 3-7-2012, οπότε έκλεισε η κύρια σύμβαση και οι πρόσθετες αυτής συμβάσεις και όταν πλέον είχε ήδη διαμορφωθεί το κατάλοιπο του 1.108.002,60 ευρώ, που καταχωρήθηκε στον υπ' αριθμ. …. λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης και αποτέλεσε το κατά κεφάλαιο αίτημα της καθής προς έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη την πιο πάνω ένσταση, με την αιτιολογία ότι οι επικαλούμενες επιταγές εισπράχθησαν μετά το κλείσιμο της σύμβασης, καίτοι η ένσταση αυτή υπήρχε κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ και παρά το νόμο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής και δεν ακύρωσε κατά το αντίστοιχο μέρος τη διαταγή πληρωμής.
Επομένως ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αρ. 1 και (κατ' εκτίμηση) 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μετά την παραδοχή ως βασίμου των ανωτέρω έκτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και, ειδικότερα, κατά το μέρος που απέρριψε τον έκτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος (σχετικά με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της ανακοπής) και έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση ακύρωσης της ανακοπτόμενης υπ' αριθμ. 20963/2012 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το μερικότερο ποσό των 52.700 ευρώ.
Στη συνέχεια δε, πρέπει κατά το μέρος αυτό να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση (έρευνα του πιο πάνω λόγου έφεσης και καταλογισμό στο επιδικασθέν ποσό, κατά τα άρθρα 422 και 423 ΑΚ, του καταβληθέντος ποσού) στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-9-2020 πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας "Intrum Hellas AEΔΑΔΠ".
Αναιρεί την 1556/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και, ειδικότερα, ως προς τη διάταξη που αφορά την απόρριψη του έκτου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος, σχετικά με την έρευνα του τετάρτου, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγου της ανακοπής του περί ακύρωσης της υπ' αριθ. 20963/2012 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το μερικότερο ποσό των 52.700 ευρώ.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το προαναφερόμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου.
Και
Επιβάλλει στις αναιρεσίβλητες τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ