Legislator Case Law & Legislation
267/2020 AI generated

267/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 267/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

267/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, ισχυρίσθηκαν αφενός ότι η ανωτέρω ΚΥΑ 5111/9-7- 2007 εξεδόθη καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 13 του Ν. 3429/2005, αφετέρου δε ότι αντίκειται στην αρχή της ισότητας που θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 4 § 1 και 22 § 1 β' του Συντάγματος καθώς και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22 § 1 β' του Συντάγματος 119 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 267 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 267/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων (1..12), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, που ανακάλεσε την από 21/10/2019 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Λαγούρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και Νικόλαο Δαρδάνο, που κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19/9/2013 αγωγή και από 11/12/2013 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 740/2015 μη οριστική και 1110/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 506/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/11/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παραστάς πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 5-11-2018 και με αριθ. κατάθεσης 1268/136/8-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 506/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 14-6-2016 έφεση της αναιρεσί βλητης -εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 1110/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές η από 19-9-2013 αγωγή και η από 11-12-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή των αναιρεσειόντων -εναγόντων και αφού εξαφάνισε αυτή, απέρριψε την αγωγή και την παρεμπίπτουσα αγωγή ως νόμω αβάσιμες. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη από 19- 9-2013 αγωγή τους, οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, το έτος 2007, για να εργασθούν ως λιμενεργάτες, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αρχικά ορισμένου χρόνου, που κατόπιν 7μηνης δοκιμαστικής περιόδου και αξιολογήσεως από τον ΑΣΕΠ προ της λήξεως αυτής, ετράπησαν σε αορίστου χρόνου, δυνάμει σχετικής ρύθμισης της ΚΥΑ 1760/2006 που εξεδόθη κατ' εφαρμογή της διατάξεως της § 4 του άρθρου 13 του ν. 3429/2005.

Επίσης, ισχυρίστηκαν ότι μολονότι παρείχαν την ίδια εργασία με τους υπόλοιπους λιμενεργάτες, υπό τις ίδιες συνθήκες και στον ίδιο χώρο εργασίας, αμείβονταν με το ημερομίσθιο που όριζε η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, ενώ στους υπόλοιπους λιμενεργάτες που είχαν προσληφθεί πριν την ισχύ του ν. 3429/2005 καταβάλλονταν πρόσθετα επιδόματα που η εναγομένη αρνείται να καταβάλλει και σ' αυτούς, για το επίδικο χρονικό διάστημα, επικαλούμενη για τη διαφορετική μισθολογική τους μεταχείριση τις διατάξεις της ΚΥΑ 1760/2006 που εξεδόθη κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 3429/2005 και την ΚΥΑ 5111/9-7-2007 που συμπλήρωσε την ανωτέρω πρώτη αναφερθείσα ΚΥΑ και προβλέπει την καταβολή στους νεοπροσληφθέντες υπαλλήλους του ΟΔΠ μόνο των επιδομάτων γάμου και προϋπηρεσίας που προβλέπονται από την ΕΓΣΣΕ και όχι των λοιπών επιδομάτων που προβλέπονται για το προσληφθέν πριν απ' αυτούς λιμενεργατικό προσωπικό.

Ακολούθως, ισχυρίσθηκαν αφενός ότι η ανωτέρω ΚΥΑ 5111/9-7- 2007 εξεδόθη καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 13 του Ν. 3429/2005, αφετέρου δε ότι αντίκειται στην αρχή της ισότητας που θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 4 § 1 και 22 § 1 β' του Συντάγματος καθώς και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22 § 1 β' του Συντάγματος 119 εδ.

α1, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 141 § 2 της ιδρυτικής συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς εισάγει άνιση εις βάρος τους μισθολογική μεταχείριση. Και ότι η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης ως παράνομη και καταχρηστική, προσβάλλει την προσωπικότητά τους. Ζήτησαν δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους εντάξει στο σύστημα αμοιβών των λιμενεργατών που απασχολούσε κατά την πρόσληψή τους, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τις διαφορές αποδοχών του έτους 2007 εντόκως και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της για καταβολή χρηματικής τους ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Με την από 11-12-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή τους οι ίδιοι ενάγοντες, ισχυρίστηκαν τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, αναφέροντας τα ονόματα των συγκρίσιμων εργαζομένων, και ζήτησαν τα ανωτέρω. Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς", που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950, που κυρώθηκε με το ν. 1630/1951, μετατράπηκε με το άρθρο πρώτο (§1) του ν. 2688/1999 σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρία" και διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Π.

Α.Ε". Σύμφωνα με την ίδια διάταξη "Η Ο.Λ.Π. Α.Ε. είναι ανώνυμη εταιρία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από τον παρόντα νόμο και τον Κ.Ν. 2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996, καθώς και του Α.Ν. 1559/1950, όπως κάθε φορά ισχύουν".

Κατά την § 2 του ιδίου άρθρου "Όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία του μετατρεπόμενου νομικού προσώπου περιέρχεται στην εταιρία Ο.Λ.Π. Α.Ε., η οποία υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του...". Εξάλλου, στο καταστατικό της Ο.Α.Π. Α.Ε., που περιλαμβάνεται στο άρθρο τρίτο του ως άνω νόμου ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Άρθρο 3. 1.

Σκοπός της Εταιρίας είναι η διοίκηση και η εκμετάλλευση του Λιμένος Πειραιώς ή και άλλων λιμένων...", ενώ στο Άρθρο 6 του ίδιου νόμου ορίζεται: "1. Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρίας... αναλαμβάνεται και καλύπτεται εξ ολοκλήρου από το Ελληνικό Δημόσιο και διαιρείται σε μετοχές... Οι μετοχές της Εταιρίας είναι ονομαστικές. 2.

Οι μετοχές της Εταιρίας μπορεί να εισαχθούν προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή και σε οποιοδήποτε διεθνώς αναγνωρισμένο Χρηματιστήριο Αξιών με απόφαση της γενικής Συνέλευσης των μετόχων, με την προϋπόθεση ότι το ποσοστό συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρίας παραμένει τουλάχιστον 51%".

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 του κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)" ορίζεται: "1. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν. 2.

Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:

α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της... 5. Το Κεφάλαιο Β' του νόμου αυτού εφαρμόζεται: α) στις ανώνυμες εταιρίες των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο), εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής...".

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η αναιρεσίβλητη ΟΔΠ ΑΕ υπάγεται στο κεφάλαιο Β' του παρόντος νόμου. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 17 του ίδιου νόμου: "1. Οι ανώνυμες εταιρείες του παρόντος κεφαλαίου μπορούν να προσλαμβάνουν το πάσης φύσεως προσωπικό με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, μετά από δοκιμαστική περίοδο ή μη.

Οι συμβάσεις αυτές διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που ρυθμίζουν τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. 2. Οι συμβάσεις αυτές μπορούν να καταγγέλλονται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της εκάστοτε ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας. 3. Για όσες των εταιρειών του Κεφαλαίου Β' του παρόντος νόμου το Δημόσιο εξακολουθεί να κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου και αντ' αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 13 του παρόντος νόμου".

Σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 3429/2005, όπως οι §§ 1 & 4 ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 56 §§ 1 & 2 αντίστοιχα του ν. 3691/2008, (ΦΕΚ Α' 166/5.8.2008) και εφαρμόζονται στη κρινόμενη υπόθεση ως εκ του χρόνου πρόσληψης και εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων: "1. Οι δημόσιες επιχειρήσεις μπορούν στο εξής" για λόγους γενικού συμφέροντος που συνδέονται με τη λειτουργία τους, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους που έχουν ισχύ νόμου ή ισχύ κανονιστική ή οποιαδήποτε άλλη ισχύ, καθώς και κατά παρέκκλιση οποιωνδήποτε διατάξεων ή συμφωνιών, να προσλαμβάνουν το πάσης φύσεως προσωπικό τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για δοκιμαστική περίοδο διάρκειας μέχρι επτά (7) μηνών, ύστερα από προκήρυξη στην οποία καθορίζονται, από την ίδια τη δημόσια επιχείρηση, τα κριτήρια πρόσληψης.

Η διαδικασία πρόσληψης του προσωπικού των δημοσίων επιχειρήσεων, καθώς και της μετέπειτα σύναψης της σχετικής σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ύστερα από αξιολόγηση της δοκιμαστικής περιόδου από την οικεία δημόσια επιχείρηση, ελέγχεται από το Α.Σ.Ε.Π., σύμφωνα με τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις που διέπουν τις αρμοδιότητές του και τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κοινής υπουργικής απόφασης της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού.

Η σύμβαση του προηγούμενου εδαφίου διέπεται αποκλειστικά από τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που ρυθμίζουν τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στον ιδιωτικό τομέα. 2. Ειδικότερα, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των προσλαμβανομένων, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, μπορούν να καταγγέλλονται σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις της εκάστοτε ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας. 3.

Η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας δεν επιτρέπεται να γίνεται καταχρηστικά, αλλά μέσα στα όρια που ορίζονται από το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα. 4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και του εποπτεύοντος την οικεία δημόσια επιχείρηση Υπουργού ρυθμίζονται τα κάθε είδους ειδικότερα θέματα, τα οποία αφορούν στην εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων κατά παρέκκλιση των τυχόν αντίθετων διατάξεων εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών ή συλλογικών συμβάσεων ή οποιωνδήποτε άλλων διατάξεων ή συμφωνιών που ισχύουν στις επιχειρήσεις αυτές".

Εξάλλου στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3429/2005 όσον αφορά το άρθρο 13 αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Με το άρθρο 13, και όσον αφορά το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό, ορίζεται ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις δύνανται να προσλαμβάνουν το προσωπικό τους μετά από δοκιμαστική περίοδο επτά μηνών και κατόπιν να μετατρέπουν τη σύμβαση αυτή σε αορίστου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Σ.Ε.Π.

Οι συμβάσεις αυτές θα διέπονται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Διευκρινίζεται ότι το δικαίωμα της καταγγελίας των συμβάσεων εκ μέρους των διοικήσεων δεν θα μπορεί να γίνεται καταχρηστικά. Δίδεται εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και στον εποπτεύοντα κατά περίπτωση Υπουργό, να καθορίσουν με κοινή υπουργική απόφαση τις λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Με το άρθρο αυτό διαφοροποιούνται οι εργασιακές σχέσεις για το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό με στόχο τη σύγκλιση προς τα ισχύοντα στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας". Επομένως, σύμφωνα με το νόμο και την αιτιολογική έκθεση προκύπτει σαφώς, η βούληση του νομοθέτη να εισαγάγει παρεκκλίσεις στις Δημόσιες Επιχειρήσεις του Κεφαλαίου Β' και στις υπαγόμενες στο Κεφάλαιο αυτό ανώνυμες εταιρίες, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΟΛΠ ΔΕ, που αφορούν το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό τους, με στόχο τη σύγκλιση προς τα ισχύοντα στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

Ειδικότερα, με το νόμο αυτό σκοπείται σταδιακά η εξομάλυνση των μισθολογικών διαφορών του προσωπικού των ΔΕΚΟ με του προσωπικού του ιδιωτικού τομέα, που θα δρομολογηθεί με τη σύναψη συμβάσεων με το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό που θα διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ώστε με τη συνταξιοδότηση ή την κατ' άλλο τρόπο αποχώρηση των αρχαιότερων υπαλλήλων, που μισθοδοτούνται με το προ του νόμου αυτού καθεστώς, να επέλθει σταδιακά και πλήρως, με την πάροδο του χρόνου, εξομοίωση με τους μισθούς της γενικότερης αγοράς εργασίας στον ιδιωτικό τομέα.

Εννοείται ότι οι νέες αυτές εργασιακές συμβάσεις, εφόσον διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, περιλαμβάνουν και τους αντίστοιχους όρους αμοιβής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, αφού ο νόμος δεν εισάγει εξαίρεση, παρά μόνο αναφέρεται ειδικώς στην καταγγελία των συμβάσεων των νεοπροσλαμβανομένων, μετά την μετατροπή τους σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ότι θα γίνεται σύμφωνα με την ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία περί καταγγελίας των συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δεν επιτρέπεται να γίνεται καταχρηστικά, χωρίς οι νεοπροσλαμβανόμενοι να απολαμβάνουν της ειδικής προστασίας κατά την καταγγελία που τυχόν προβλέπει ο εσωτερικός κανονισμός ή οργανισμός ή άλλες διατάξεις ή συμφωνίες που ισχύουν στη δημόσια επιχείρηση ή ανώνυμη εταιρία.

Περαιτέρω, η εξουσιοδότηση που δίνει ο νόμος στους αρμόδιους Υπουργούς για τη ρύθμιση των ειδικότερων θεμάτων, ρητά οροθετείται στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 §§ 1, 2 & 3 δηλαδή αφορά στα θέματα πρόσληψης, εργασιακών όρων και καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των νεοπροσλαμβανομένων, στους εργασιακούς δε όρους περιλαμβάνονται και κυρίως τα μισθολογικά θέματα.

Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω και κατ' εξουσιοδότηση των ως άνω διατάξεων, δηλ. του άρθρου 13 §§ 1 εδ. β' & 4 του ν. 3429/2005, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 17 60/4.4.2006 (ΦΕΚ Β' 416/5.4.2006) Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας με θέμα "Καθορισμός της διαδικασίας πρόσληψης προσωπικού στην ανώνυμη εταιρία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.".

Στο άρθρο 2 της εν λόγω ΚΥΑ ορίζονται τα εξής: "1. Το προσωπικό που προσλαμβάνεται βάσει των πινάκων προσληπτέων συνάπτει με την ανώνυμη εταιρία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για δοκιμαστική περίοδο διάρκειας μέχρι επτά (7) μηνών. Η χρονική διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου αναγράφεται στο κείμενο της σύμβασης που υπογράφει ο νεοπροσλαμβανόμενος. 2.

Ένα μήνα πριν από τη λήξη του χρόνου της δοκιμαστικής περιόδου συντάσσεται φύλλο αξιολόγησης του υπαλλήλου από τον άμεσο προϊστάμενο του, για την καταλληλότητα και την επάρκειά του να ανταποκριθεί στα καθήκοντα για τα οποία προσλήφθηκε. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας λαμβάνοντας υπόψη το φύλλο αξιολόγησης, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση για τη σύναψη, ή μη, της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Η απόφαση αυτή, θετική ή αρνητική, ελέγχεται από το Α.Σ.Ε.Π., σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του. 3. Μετά τον έλεγχο από το Α.Σ.Ε.Π. και εφόσον τούτο αποφανθεί θετικά, το αρμόδιο όργανο της ανώνυμης εταιρίας συνάπτει με τον προσλαμβανόμενο σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. 4.

Ο χρόνος της δοκιμαστικής περιόδου αναγνωρίζεται για κάθε συνέπεια". Ακολούθως, με βάση τις ίδιες ως άνω διατάξεις (του άρθρου 13 §§ 1 εδ. β' & 4 του ν. 3429/2005) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5111/9.6.2007 ΚΥΑ των υπουργών Εσωτερικών, Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β' 1206/13.7.2007) με την οποία στην πιο πάνω υπ' αριθμ. 1760/2006 ΚΥΑ προστέθηκε άρθρο 3 με τον τίτλο "Αμοιβές" στο οποίο ορίζονται τα ακόλουθα: "α) Ο καθορισμός της αμοιβής και των αποδοχών του προσωπικού που προσλαμβάνεται με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 της παρούσας, γίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας ΟΛΠ Α.Ε., εντός των ορίων των επιμέρους κλαδικών ή και ομοιοεπαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων ανά ειδικότητα και όπου δεν υπάρχουν σχετικές κλαδικές, ή και ομοιοεπαγγελματικές εντός των ορίων της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας τόσο για τη δοκιμαστική περίοδο των 7 μηνών όσο και κατά τη σύναψη εργασίας αορίστου χρόνου, β) 0 καθορισμός αυτός γίνεται για την ορθολογική ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των νεοπροσλαμβανομένων στην εταιρεία ΟΛΠ Α.Ε., κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της Ανώνυμης εταιρίας ΟΛΠ ΑΕ., της υπ1 αριθμ. 61/13.12.2005 διαιτητικής απόφασης του ΟΜΕΔ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας Λιμενεργατικού Προσωπικού της Ανώνυμης Εταιρείας ΟΛΠ ΑΕ." και του κανονισμού εργασίας λιμενεργατών (κωδικοποίηση μέχρι του έτους 1977 με ειδικότερες παραπομπές σε ΣΣΕ, νόμους, αποφάσεις Δ.Σ.

μετά το έτος 1977 και μέχρι το 1997 με ειδικές Σ.Σ.Ε.) της από 14.10.2006 συλλογικής σύμβασης εργασίας για το υπαλληλικό προσωπικό της ανώνυμης εταιρείας ΟΛΠ ΑΕ., της υπ' αριθμ. 3 από 17.5.2005 συλλογικής σύμβασης εργασίας του Συνδέσμου Εποπτών και Αρχιεργατών της ανώνυμης εταιρείας ΟΛΠ ΑΕ., όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 2/1119 από 19.4.2006 συλλογική σύμβαση καθώς και κάθε άλλης σχετικής ισχύουσας Ειδικής, Επιχειρησιακής, ή άλλης φύσεως και έκτασης Συλλογικής Σύμβασης ή Διαιτητικής Απόφασης, Κανονισμού Εργασίας, Πρωτοκόλλων ή Πρακτικών Συμφωνίας, Κανονισμών Λειτουργίας Διευθύνσεων ή άλλου οποιουδήποτε αντικειμένου, Αποφάσεων ή Εγκυκλίων της Διοίκησης Εργασιακού χαρακτήρα, ή άλλες πάσης μορφής και είδους Συλλογικών Συμφωνιών εργασιακού ενδιαφέροντος που αναφέρονται και ρυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις του Προσωπικού της εταιρείας ΟΛΠ Α.Ε.

Η παρέκκλιση αυτή είναι αναγκαία για λόγους δημοσίου συμφέροντος, για την καταπολέμηση των στρεβλώσεων που έχουν δημιουργηθεί με τους προνομιακούς όρους εργασίας που ισχύουν σήμερα, οι οποίοι αποσυνδέουν την πορεία και εξέλιξη της εργασιακής σχέσης από την κατάσταση, την ανταγωνιστικότητα και την οικονομική πορεία της εταιρείας και δεν ανταποκρίνονται πλέον στις σύγχρονες δημιουργηθείσες συνθήκες και τις εξ αυτών ανάγκες, και επειδή είναι αναγκαίο η αντικατάσταση του μέχρι τώρα ισχύοντος εργασιακού καθεστώτος του προσωπικού στην ΟΛΠ Α.Ε.

με ένα νέο ενιαίο, σαφές, ευέλικτο, λειτουργικό, προσαρμοσμένο στις σύγχρονες συνθήκες, το οποίο θα αποτελέσει πρόσφορο και αποτελεσματικό εργαλείο για την πρόοδο και ευημερία του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς ΑΕ αλλά και του προσωπικού του. γ)...".

Με τη διάταξη του άρθρου 43 § 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η εξουσία να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, υπό την επιφύλαξη, ότι το αντικείμενο της ρύθμισης δεν έχει με άλλη συνταγματική διάταξη εξαιρεθεί της νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Τίθεται δε ο κανόνας (εδ. α') ότι η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, που ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Με τη διάταξη του εδ. β' του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος προβλέπεται ότι φορείς της εξουσιοδότησης για την έκδοση πράξεων κανονιστικού χαρακτήρα μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον πρόκειται περί ειδικότερων θεμάτων ή θεμάτων με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.

Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση, που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος, που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης και ρυθμίζεται ήδη, σε γενικό έστω, αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο από την εξουσιοδοτική διάταξη του τυπικού νόμου (ΟλομΣτΕ 1892/2010).

Αυτονόητο και αυτόδηλο περιορισμό ωστόσο στην κανονιστική δράση της διοίκησης συνιστούν τα ίδια τα όρια της εξουσιοδότησης. Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης που στερούνται εξουσιοδοτικής κάλυψης είναι νομικά ανίσχυρες. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει ο εξουσιοδοτικός νόμος, όχι απλώς τον καθ' ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον να καθορίζει τα όρίά της σε σχέση με αυτό, προκειμένου η διοίκηση να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (ΟλομΣτΕ 3220/2010).

Αν η εξουσιοδοτική διάταξη είναι ορισμένη, η ευρύτητα αυτής, δηλαδή ο μικρός ή μεγάλος αριθμός περιπτώσεων, τις οποίες καλείται να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει αυτής η διοίκηση, δεν επηρεάζει το κύρος της (ΟλομΑΠ 11/2017, ΟλομΣτΕ 1210/2010). Ενώ, για το συνταγματικό κύρος της νομοθετικής εξουσιοδότησης, δεν απαιτείται οπωσδήποτε να διαγράφει η ίδια ή με παραπομπή σε άλλη διάταξη νόμου βασικές αρχές, στο πλαίσιο των οποίων οφείλει να κινηθεί η Διοίκηση κατά την κανονιστική ρύθμιση των θεμάτων αυτών (ΟλομΣτΕ 2304/1995).

Η εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης εκδιδομένη κανονιστική πράξη στερείται οποιασδήποτε ισχύος και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από τα δικαστήρια ως προερχομένη από όργανο που δεν έχει κατά το Σύνταγμα εξουσία για την θέσπιση κανόνων δικαίου. Ο δικαστικός έλεγχος της θέσπισης κανονιστικής ρύθμισης καθ'υπέρβαση ή μη των ορίων της συναφούς νομοθετικής εξουσιοδότησης, που αποτελεί ειδικότερη μορφή του ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου, γίνεται στο στάδιο της εφαρμογής της επίμαχης κανονιστικής ρύθμισης σε κάθε δικαζόμενη υπόθεση και αναφέρεται στην διάταξη του νόμου που αποτελεί την συγκεκριμένη εξουσιοδότηση, επί της οποίας στηρίζεται η συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση (ΑΠ 2236/2013).

Τέλος, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, οι κανονιστικές διοικητικές πράξεις δεν έχουν αναδρομική ισχύ, δηλ. τα έννομα αποτελέσματά τους δεν μπορούν να ανατρέξουν σε χρόνο προγενέστερο από την έκδοσή τους. Ωστόσο, κατ' εξαίρεση αναγνωρίζεται η αναδρομική ισχύς τους, εάν ρητά επιτρέπεται από τον εξουσιοδοτικό νόμο ή σαφώς προκύπτει απ' αυτόν.

Εν προκειμένω, η παρασχεθείσα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 3429/2005 νομοθετική εξουσιοδότηση είναι ειδική και ορισμένη, αφού προσδιορίζει το καθ' ύλην αντικείμενο της (διαδικασία πρόσληψης προσωπικού και σύναψης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου), τα όρια της εξουσιοδότησης, προκειμένου η διοίκηση να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (η σύμβαση θα διέπεται αποκλειστικά από τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που ρυθμίζουν τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στον ιδιωτικό τομέα) και συγχρόνως είναι ευρεία, αφού στη διαδικασία σύναψης της ατομικής σύμβασης εργασίας εννοιολογικά εμπεριέχεται η ρύθμιση των όρων αυτής, ένας εκ των οποίων και μάλιστα ο κυριότερος είναι και το θέμα αποδοχών του συνόλου του προσωπικού αυτού που προσλαμβάνεται μέσω της διαδικασίας του ΑΣΕΠ, κατά τρόπο που δεν επηρεάζει, από συνταγματική άποψη, το κύρος της, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, το περιεχόμενο της είναι ορισμένο και αφορά την κατάρτιση των συμβάσεων εργασίας του νεοπροσληφθέντος προσωπικού των δημόσιων επιχειρήσεων.

Ενόψει ακριβώς της, σύμφωνης με το Σύνταγμα, ευρύτητας της εξουσιοδότησης, είναι προφανές ότι στην εξουσιοδότηση αυτή περιλαμβάνεται, μπορεί, άρα, να ρυθμισθεί με τη σχετική κοινή υπουργική απόφαση καθ' οιονδήποτε τρόπο, και το θέμα της αμοιβής του προσωπικού, ήτοι το είδος, το ύψος της, ο τρόπος υπολογισμού της, η λήψη διαφόρων επιδομάτων κλπ, αφού το ζήτημα αυτό υπάγεται, ως ειδικότερο, στα θέματα της διαδικασίας σύναψης των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, που αποτελούν συστατικό στοιχείο της εργασιακής σχέσεως και επομένως καθορίζονται κατά το πνεύμα του νόμου από τον ανωτέρω φορέα, υπό τον περιορισμό ότι οι αμοιβές αυτές θα διέπονται αποκλειστικά από τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που ρυθμίζουν τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στον ιδιωτικό τομέα.

Ως εκ τούτου η με αρ. 5111/2007 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, εμπίπτει στο καθ1 ύλη αντικείμενο της παρασχεθείσας με τις διατάξεις του άρθρου 13 §§ 1 εδ.

β' & 4 του Ν. 3429/2005 σχετικής νομοθετικής εξουσιοδότησης, που αναφέρεται γενικά στη σύναψη των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου του προσωπικού που προσλαμβάνεται με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 3429/2005. Εάν η υπουργική απόφαση δεν κατελάμβανε το ειδικότερο θέμα του καθορισμού της αμοιβής των νεοπροσληφθέντων υπαλλήλων, την οποία ρύθμιση ο νόμος δεν εμπεριέχει, δεδομένου ότι αποτελεί ειδικό θέμα που χρήζει τεχνικής και λεπτομερειακής αντιμετώπισης για κάθε δημόσιο οργανισμό που εμπίπτει στο ρυθμιστικό του πεδίο και προς τούτο παρέχει ρητά κανονιστική αρμοδιότητα στα όργανα της διοίκησης, όπως θεσπίσουν κανονιστική διοικητική πράξη δια της οποίας θα ρυθμίζουν τα ειδικότερα θέματα, ο ν. 3429/2005 θα αποτελούσε κενό γράμμα, αφού μόνο δια της νομοθετικής επεμβάσεως στο μισθολογικό πεδίο δύναται να επιτευχθεί ο σκοπός του νόμου, που είναι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 13 §§ 1 εδ.

α' & γ' και 4 εδ. τελ. και την αιτιολογική (εισηγητική) του έκθεση, η υιοθέτηση περιβάλλοντος όρων εργασίας ανάλογο με αυτό της γενικότερης αγοράς εργασίας, στο οποίο θα επιτυγχάνεται εξισορρόπηση των αμοιβών στις ΔΕΚΟ προς αυτές των ιδιωτικών επιχειρήσεων, σε αντίθεση με τους ισχύοντες κανονισμούς και συλλογικές συμβάσεις (του ΟΛΠ), οι οποίες επιφυλάσσουν μισθολογικά προνόμια και ιδιαίτερα υψηλές αμοιβές στους εργαζόμενους στους οποίους έχουν εφαρμογή, σε σχέση με τις υπάρχουσες αμοιβές της γενικότερης αγοράς εργασίας.

Ως εκ τούτου τα όσα αναφέρονται στην υπ' αρ. 5111/2007 ΚΥΑ, που συμπλήρωσε ως προς τους όρους της αμοιβής του προσωπικού του ΟΛΠ που προσλαμβάνεται με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 της ΚΥΑ 1760/2006, την τελευταία αυτή κοινή υπουργική απόφαση, συνιστούν ρύθμιση ειδικότερου θέματος για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 3429/2005, κατά τον ορισμό της § 4 του ίδιου άρθρου, κατά παρέκκλιση τυχόν αντίθετων διατάξεων εσωτερικών κανονισμών κλπ ή συμφωνιών που ισχύουν στην επιχείρηση αυτή και επομένως εγκύρως εκδόθηκε, ούσα εντός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, με συνέπεια εγκύρως να προβλέπεται η λήψη από τους νεοπροσληφθέντες υπαλλήλους της, στην οποία το Δημόσιο συμμετέχει πλειοψηφικά στο μετοχικό της κεφάλαιο, μόνο των επιδομάτων που προβλέπουν οι ΕΓΣΣΕ και όχι οι διατάξεις του ΓΚΠ του ΟΛΠ και των ειδικότερων ΣΣΕ & ΔΑ που καταρτίστηκαν μεταξύ της Ένωσης Λιμενεργατών και του ΟΛΠ.

Όπως δε, σαφώς προκύπτει από τον εξουσιοδοτικό νόμο, κατά το άρθρο 20 § 5δ' του οποίου, από της ισχύος του (βλ. άρθρ. 22) καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη στις διατάξεις του νόμου αυτού ή αφορά θέμα που ρυθμίζεται από αυτόν, η εν λόγω ΚΥΑ καταλαμβάνει το θέμα του καθορισμού της αμοιβής του νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού, από το χρόνο ισχύος του (πρόσληψης) και εφεξής, ανεξαρτήτως του χρόνου εκδόσεώς της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα πρόταση, το Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε α) ότι η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 13 ν. 3429/2005 παρέχει στους αρμόδιους Υπουργούς την εξουσιοδότηση εκδόσεως ΚΥΑ που να ρυθμίζει τους όρους εργασίας και αμοιβής του νεοπροσλαμβανόμενου με τις διατάξεις του νόμου αυτού προσωπικού του ΟΛΠ, σύμφωνα με την ισχύουσα ΕΓΣΣΕ, μη εφαρμοζομένων των διατάξεων του ΓΚΠ του ΟΛΠ και των ειδικότερων ΣΣΕ & ΔΑ που καταρτίστηκαν μεταξύ της Ένωσης Λιμενεργατών και του ΟΛΠ, β) ότι η παραπάνω 5111/2007 ΚΥΑ κα L ειδικότερα κατά το κεφάλαιο αυτής που προστίθεται ως άρθρο 3 στην ΚΥΑ 1760/2006 με τίτλο "ΑΜΟΙΒΕΣ" είναι σύννομη, εντός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 13 του ν. 3429/2005 και γ) ότι η τελευταία ΚΥΑ (5111/2007) έχει αναδρομική ισχύ ανατρέχουσα στο χρόνο πρόσληψης των αναιρεσειόντων, και μετά ταύτα απέρριψε τις ένδικες αγωγή και παρεμπίπτουσα αγωγή κατά το μέρος τούτο ως μη νόμιμες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου και δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη αυτού (1α' & 1β') εκ του άρθρου 559 αρ. 1α, ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Η διάταξη του άρθρ. 4 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου" και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερουμένης με την πιο πάνω διάταξη αρχής της ισότητας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 § 1β του Συντάγματος που εφαρμόζεται επί μισθωτών που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλομΑΠ 3/1997) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλομΑΠ 13/2003).

Αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση [διάταξη νόμου, κανονιστική διάταξη ή κανονιστική συλλογική ρύθμιση (σ.σ.ε. ή δ.α.)] αφορά μισθό ή άλλη παροχή προς υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά και για εκείνη τη κατηγορία που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από τη παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και κατά συνέπεια το δικαστήριο επιδικάζει τη παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλομΑΠ 16/2015, ΟλομΑΠ 3/2013). Τούτο δε δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 § 1 του Συντάγματος που δεν επιτρέπει τη παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 749/2016). Εκτός τούτου, σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της ίσης μεταχείρισης, που αναγνωρίζεται από τα άρθρα 22 § 1β του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, πηγάζει δε από το άρθρο 288 ΑΚ, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε παροχή από ενοχική σύμβαση, όποιος χρησιμοποιεί περισσότερα πρόσωπα με αμοιβή, αδιακρίτως φύλλου, που έχουν τα ίδια μεταξύ τους προσόντα και παρέχουν τις ίδιες και υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας υπηρεσίες, προς εξυπηρέτηση της αυτής κατηγορίας αναγκών του, υποχρεούται, ανεξάρτητα από το χρόνο ή τον τρόπο πρόσληψης του καθενός, να μεταχειρίζεται τα πρόσωπα αυτά ομοιόμορφα από άποψη παροχών.

Προϋπόθεση, όμως, της υποχρέωσης αυτής είναι ο εργοδότης να προβαίνει στη χορήγηση της παροχής σε ορισμένους μόνο εργαζόμενους της ίδιας κατηγορίας οικειοθελώς και όχι από υποχρέωση που επιβάλλεται από το νόμο, συλλογική σύμβαση εργασίας ή διοικητική απόφαση (ΑΠ 536/2018, ΑΠ 749/2016).

Εν προκειμένω, η θέσπιση του ν. 3429/2005 και ειδικότερα του άρθρου 13 αυτού, βάσει του περιεχομένου της εισηγητικής του έκθεσης, υπαγορεύθηκε, όπως ορίζεται στο γενικό μέρος αυτής υπό στοιχ. (iii) "προς αποκατάσταση στρεβλώσεων σε θέματα προσωπικού, με την καθιέρωση για τους νεοπροσλαμβανόμενους περιβάλλοντος όρων εργασίας ανάλογο με αυτό της γενικότερης αγοράς εργασίας, προκειμένου να αρθεί σταδιακά και σε βάθος χρόνου ένα πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί επί μία ολόκληρη γενιά, με εργαζόμενους δύο ταχυτήτων, αυτών που εργάζονται στις ΔΕΚΟ και που έχουν αποσπάσει με τα χρόνια σημαντικά προνόμια και σε μεγάλο βαθμό αποσύνδεση της επαγγελματικής τους τύχης από την οικονομική πορεία της επιχείρησης, και εκείνων που εργάζονται στην ιδιωτική οικονομία και που συμμετέχουν ενεργά στην προσπάθεια για επιβίωση και ανταγωνιστικότητα της κάθε μικρής ή μεγάλης ιδιωτικής εταιρείας".

Τούτο δε επιτάσσεται από το δημόσιο και κοινωνικό συμφέρον, αφού με αυτόν τον τρόπο εξυπηρετείται η ανάγκη διασφάλισης της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής Οικονομίας, καθώς και η ανάγκη περιορισμού των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, μέσω της περιστολής των δαπανών λειτουργίας των δημόσιων οργανισμών, η λειτουργία των οποίων βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό και συνεπώς τον φορολογούμενο πολίτη.

Επομένως, το άρθρο 13 ν. 3429/2005 δεν εισάγει ανεπίτρεπτη άνιση μεταχείριση όμοιων κατηγοριών προσωπικού του ΟΛΠ, με την καθιέρωση δυσμενέστερων όρων αμοιβής για τους νεοπροσλαμβανόμενους, όπως οι αναιρεσείοντες και εφεξής, σε σχέση με τους ήδη προσληφθέντες, αφού η εν λόγω διαφοροποίηση στους όρους αμοιβής ορίζεται από το αντικειμενικό γεγονός του χρόνου εισόδου στην υπηρεσία και της ανάγκης αναδιοργάνωσης της επιχείρησης και δεν παραβιάζει την απορρέουσα από τα άρθρα 4 και 22 § 1 εδ.

β' του Συντάγματος αρχή της ισότητας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεχθεί ότι στο όριο του άρθρου 13 § 4 ν. 3429/2005 εμπεριέχεται και η θεσμική δυνατότητα να οριστούν με την ΚΥΑ 5111/2007 και οι χορηγούμενες από την αναιρεσίβλητη αποδοχές τους, ότι η διαφοροποίηση αυτή των αποδοχών τους σε σχέση με τους προσληφθέντες πριν το ν. 3429/2005 λιμενεργάτες του ΟΑΠ αντίκειται στην αρχή της ισότητας των άρθρων 4 & 22 § 1β' του Συντάγματος, καθώς και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των άρθρων 288 ΑΚ & 22 § 1β' του Συντάγματος.

Σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη σκέψη, η ρύθμιση αυτή δεν εισάγει αδικαιολόγητη εξαίρεση για το προσωπικό αυτό και επομένως δεν αντίκειται στην από τα άρθρα 4 § 1 και 22 § 1β του Συντάγματος καθιερούμενη αρχή της ισότητας, αλλά είναι δικαιολογημένη, αφού η εν λόγω διαφοροποίηση στους όρους αμοιβής ορίζεται από το αντικειμενικό γεγονός του χρόνου εισόδου στην υπηρεσία και της ανάγκης αναδιοργάνωσης της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης.

Εξάλλου, στη προκειμένη περίπτωση δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής η αρχή της ίσης μεταχείρισης των άρθρων 288 ΑΚ & 22 § 1β' του Συντάγματος, διότι η εν λόγω διαφοροποίηση στους όρους αμοιβής των αναιρεσειόντων προβλέπεται από νομοθετικές διατάξεις και δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή. Επομένως, το Εφετείο που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και μετά ταύτα απέρριψε εν όλω τις επίδικες αγωγή και παρεμπίπτουσα αγωγή ως νόμω αβάσιμες, ορθά τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου αναιρετήριος αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). 0 λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολομ ΑΠ 44/1990, ΑΠ 701/2011).

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού (2α'), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη και ανεπάρκεια αιτιολογιών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού η ένδικη αγωγή και παρεμπίπτουσα αγωγή, όπως σημειώθηκε, απορρίφθηκαν από το Εφετείο, ως μη νόμιμες.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-11-2018 και με αριθμό καταθέσεως 1268/136/8-11-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 506/2018. απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ