Legislator Case Law & Legislation
267/2019 AI generated

267/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 267/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

267/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 653/ 1977, κατ' άρθρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).

Keywords

AI generated
unpermitted structures building setback violations supplementary building permit demolition permit access road exclusion zone order
AI generated
1790/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
926/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
1363/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
396/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
565/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Π. του Μ., 2 Σ. Π. του Σ., 3 Ζ. συζύγου Ι. Κ. το γένος Ζ., 4 Ε. Μ. του Ι. και 5 Μ. Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοχάρη Μέγα και κατέθεσαν προτάσεις.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 267 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 267/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στο 4ο χλμ. της Ε.Ο. ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανδρουλάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 31-10-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4993/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2153/2010 μη οριστική και 2014/2013 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-9-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Φραγκάκη διάβασε την από 25-10-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αριθμό 195/2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2014/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 29.9.2014 και αριθμό καταθέσεως 195/2014 αίτηση αναιρέσεως που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο προσβάλλεται η με αριθμό 2014/2013 τελεσίδικη απόφαση, του δικάσαντος κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη εταιρία κατά της με αριθμό 4993/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την τελευταία είχε απορριφθεί λόγω αοριστίας η με αριθμ. καταθ. 26879/2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης περί καταβολής σε αυτήν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο του σ` αυτήν αναφερομένου χρηματικού ποσού, λόγω μη συνδρομής σε βάρος της του τεκμηρίου ωφελείας για απαλλοτριωθείσες εδαφικές εκτάσεις της (αναιρεσίβλητης), των οποίων είχε πλήρως συντελεσθεί η απαλλοτρίωση πριν την έναρξη της ισχύος του νόμου 2971/2001 (δημοσ. 19-12-2001).

Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ..", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.

α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 653/ 1977, κατ' άρθρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.

α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΑΠ Ολομ. 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 1258/2015, ΑΠ 406/2015).

Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 706/2017, ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 34/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 473/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 2014/2013 απόφασή του δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Όπως προεκτέθηκε από το ακίνητο αυτό, αρχικής έκτασης 14.500 τ.μ. απαλλοτριώθηκαν 5.293 τ.μ. και απέμεινε έκταση 9.207 τ.μ., κατανεμημένη εκατέρωθεν του απαλλοτριωθέντος τμήματος σε δύο τριγωνικού σχήματος τμήματα εμβαδού 976 τ.μ.

και 8.231 τ.μ. αντιστοίχως. Η οδός που κατασκευάστηκε στη συγκεκριμένη θέση είναι εναέρια στηριζόμενη σε κολώνες ύψους άνω των 10 μέτρων (αερογέφυρα) κλειστή, με συνέπεια οι ιδιοκτησίες αυτές της ενάγουσας να μην αποκτούν πρόσωπο επ' αυτής ούτε να έχουν πρόσβαση ούτε επικοινωνία με αυτήν. Το πρώτο των τμημάτων αυτών απέκτησε πρόσωπο σε κατασκευασθείσα βοηθητική οδό, η οποία δεν προέκυψε ότι συνδέεται μόνιμα με την άνω κύρια οδό, ούτε με παράπλευρη οδό που να οδηγεί σε αυτήν, μέσω δε της οδού αυτής έχει πλέον πρόσβαση όπως και προηγουμένως κατά τα προαναφερόμενα, μόνο στο οδικό δίκτυο της περιοχής που προϋπήρχε της απαλλοτρίωσης και στην πόλη της …..

Όπως προαναφέρθηκε το τμήμα αυτό δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπως παραπάνω προοριζόταν, συνεπεία του συγκεκριμένου έργου.

Συνεπώς δεν ωφελήθηκε από την κατασκευή του τελευταίου (έργου) ούτε από πλευράς προσβασιμότητας ούτε από άποψη πολεοδομικών παραμέτρων από το γεγονός ότι απέκτησε πρόσωπο στην εν λόγω βοηθητικό οδό, αλλά αντιθέτως ζημιώθηκε. Το δεύτερο των τμημάτων αυτών δεν απέκτησε πρόσωπο στην εν λόγω βοηθητική οδό, η δε προσβασιμότητά του στο οδικό δίκτυο της περιοχής παρέμεινε η ίδια όπως αναφέρεται παραπάνω, συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για ωφέλεια που προέκυψε στην προσβασιμότητα και την προσπελασιμότητα εξαπίας της κατασκευής του συγκεκριμένου έργου. Περαιτέρω, από απόψεως πολεοδομικών παραμέτρων το εναπομείναν αυτό τμήμα παρέμεινε άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν άλλαξε η κατά προορισμό χρήση του, πλην όμως κατά τα προαναφερθέντα, μειώθηκε η οικοδομησιμότητά του, ενώ ακόμη λόγω της γειτνιάσεώς του με το υπερυψωμένο ως άνω τμήμα της κατασκευασθείσης οδού μειώνεται το ενδιαφέρον προς αξιοποίησή του, για λόγους αισθητικής προβολής και ασφαλείας.

Συνεπώς από πολεοδομικής απόψεως, δεν ωφελήθηκε, ενώ και ως προς το κριτήριο της χρήσης δεν προέκυψε καμία ωφέλεια, αντίθετα αυτή δυσχεράνθηκε. Ενόψει αυτών αποδεικνύεται ότι τα εναπομείναντα τμήματα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, ουδεμία ωφέλεια απέκτησαν αλλά αντίθετα ζημιώθηκαν...

Συνεπώς η ενάγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την έννοια του 1 Ν. 659/1977 ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτρια ώστε να επιβαρυνθεί με αποζημίωση και να συμμετάσχει στη δαπάνη της απαλλοτρίωσης με αποζημίωση παρόδιων ιδιοκτητών και πρέπει σύμφωνα με τα άρθρα 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και 17 του Συντάγματος να αποζημιωθεί για τα προαναφερθέντα τ.μ.

του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της, που δεν αποζημιώθηκε με βάση την τιμή των 132,061 ευρώ ανά τ.μ. που καθορίστηκε με την άνω 52/2002 απόφαση του δικαστηρίου τούτου και επιπλέον δεν υποχρεούται να αποζημιώσει τους προαναφερόμενους παρόδιους ιδιοκτήτες και δικαιούται να λάβει από το εναγόμενο ως αποζημίωση και το ποσό των 26.295 ευρώ που αυτό αφαίρεσε από την οφειλόμενη αποζημίωσή της, λόγω της δήθεν υποχρεώσεώς της προς αποζημίωση των άνω με ΚΠ 23β και 32 παρόδιων ιδιοκτησιών για 8 και 192 τ.μ.

από τις απαλλοτριωθείσες αυτών εκτάσεις. Ενόψει αυτών πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτούμενο (κατά στρογγυλοποίηση) ποσό των (3.698 τ.μ. χ 132,061 ευρώ = 488.361,57 ευρώ + 26.295 ευρώ = 514.656,57 ευρώ) 514.655 ευρώ ...". Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, νομικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, συγκεκριμένα, ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στα τμήματα των ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης που εναπομένουν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ' ανατροπή του μαχητού, πλέον, κατά τα εκτεθέντα τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών των πιο πάνω ακινήτων, και, συνεπώς, δεν στερείται από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, με κριτήρια, καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας αυτών, που αφορούν, κυρίως, τη μη απόκτηση, από τα εδαφικά τμήματα που εναπομένουν μετά την απαλλοτρίωση, προσώπου στον διανοιγόμενο "κλειστό" αυτοκινητόδρομο, καθώς πρόκειται για εναέρια στηριζόμενη σε κολώνες ύψους 10 μέτρων οδό (αερογέφυρα) που κατασκευάστηκε στη συγκεκριμένη θέση και εν πάση περιπτώσει, για τη δυσχέρεια της άνετης πρόσβασής τους σ' αυτόν, για τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και της διανοιγόμενης με αυτή Οδού στην αρτιότητα και στην οικοδομησιμότητα των εν λόγω τμημάτων των απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών και τις γενικότερες επιπτώσεις του έργου της απαλλοτρίωσης στην αγοραία αξία τους, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του, ότι η απαλλοτριωμένη επίδικη ιδιοκτησία δεν αποκόμισε καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου σύνδεσης της Ε.Ο. ...

με τον 6° προβλήτα του λιμένα ….. και ότι δεν υφίσταται γι' αυτές τεκμήριο ωφέλειας από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της παραπάνω Οδού, παρά όσα για το αντίθετο υποστηρίζει το αναιρεσείον. Συγκεκριμένα, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, αλλιώς, ότι αυτές είναι ανεπαρκείς, καθόσον δεν περιέχονται επαρκείς παραδοχές, σχετικά με 1) τη θεσπιζόμενη δυνατότητα χρήσης του ένδικου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ήτοι, εάν ήταν αγρός ή οικόπεδο πριν από την απαλλοτρίωση (χωρίς να αρκεί η γενικόλογη και αόριστη αναφορά στην "...κατά προορισμό χρήση του..."), 2) αν αυτό ήταν πριν από την απαλλοτρίωση άρτιο κατά κανόνα και οικοδομήσιμο, ή, ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, 3) με το τι βάθος είχε επίμαχη ιδιοκτησία πριν από την απαλλοτρίωση, ώστε μετά την απαλλοτρίωση να πρέπει να τηρηθούν οι αποστάσεις των 40 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης, 4) για ποιο λόγο η ύπαρξη υψομετρικής διαφοράς μεταξύ των εναπομεινάντων τμημάτων και της κατασκευασθείσας οδού (αερογέφυρα) καθιστά το βαρυνόμενο ακίνητο μη ωφελούμενο, αφού αυτό έχει άμεση πρόσβαση σε έργο της απαλλοτρίωσης, ειδικότερα δε, σε βοηθητική οδό, παράπλευρη της αερογέφυρας, η οποία δεν είναι περίκλειστη και βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τις παρόδιες ιδιοκτησίες, ως εκ τούτου η πρόσβαση σε αυτήν και η επικοινωνία είναι άμεση και δυνατή.

Τέλος, με δεδομένο ότι η ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας θα έχει ως συνέπεια και την καταβολή ποσού της παρακρατηθείσας αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις υποχρεώσεις της ωφελούμενης ιδιοκτησίας σε τρίτους παρακείμενους παρόδιους ιδιοκτήτες, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ουδόλως αναφέρει εάν έλαβε χώρα συμψηφισμός σε βάρος της βαρυνόμενης ιδιοκτησίας της αντιδίκου από το Ελληνικό Δημόσιο για λογαριασμό των υποχρεώσεών της προς τρίτους, εξαιτίας αδυναμίας εξόφλησης αυτών με παρακράτηση ποσού από την οφειλόμενη από το Ελληνικό Δημόσιο στην υπόχρεη ιδιοκτησία αποζημίωση λόγω μη επάρκειας αυτής.

Οι αιτιάσεις, όμως αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ.27, 28) περιλαμβάνονται σχετικές παραδοχές και δη ότι "όλα τα απαλλοτριωμένα ακίνητα (μεταξύ αυτών και το με Κ.Π. 30 επίδικο ακίνητο της αναιρεσείουσας), βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως σε διαμορφωμένη βιομηχανική και βιοτεχνική περιοχή, χαρακτηρισμένη ως ζώνη ανάπτυξης υπηρεσιών μεταποίησης,(ΖΟΕ 5), ενώ σε επίπεδο σχεδιασμού, έχει καθορισθεί ως ζώνη πετρελαιοειδών και ζώνη ειδικών ρυθμίσεων" και ότι περί των όρων δόμησης ισχύει το Π.Δ. 24-5-1985 (ΦΕΚ 2705/Δ/31-5-1985) "και ειδικότερα για τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις (άρθρο 4), προβλέπεται κάλυψη οικοπέδου 30%, συντελεστής δόμησης 0,9, μέγιστο ύψος 11 μ.

και συντελεστής κατ' όγκο εκμετάλλευσης 3,3 μ. ενώ για τις εμπορικές αποθήκες (άρθρ. 9), το ποσοστό κάλυψης είναι 20% και ο συντελεστής 0,2, ωστόσο σε περιπτώσεις συναρμολογουμένων αποθηκών, αυξάνονται σε 40% και 0,5 αντίστοιχα... Πριν την απαλλοτρίωση τούτο είχε έκταση 14.500 τ.μ. και πρόσωπο επί αγροτικής οδού, και μέσω αυτής πρόσβαση με μηχανοκίνητα μέσα (αυτοκίνητα κ.λπ.), στο υπάρχον οδικό δίκτυο της περιοχής, με κατάληξη την πόλη της ….

Ήταν σχήματος ορθογωνίου παραλληλογράμμου, άρτιο και οικοδομήσιμο, ακάλυπτο και η κατά προορισμό χρήση του ήταν οικοπεδική με εγκατάσταση σ' αυτό βιομηχανικών, βιοτεχνικών και εμπορικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες συνθήκες και όρους δόμησης που ίσχυαν για την εν λόγω περιοχή". Ανεξαρτήτως όμως των σχετικών παραδοχών της προσβαλλομένης, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας η περαιτέρω αναφορά των διαστάσεων, (βάθους, μήκους προσώπου), του ακινήτου προ της απαλλοτριώσεως από το όριό της και από τον άξονα της οδού, διότι κρίθηκε ότι δεν συντρέχει γι' αυτούς η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση προσώπου επί της διανοιγομένης οδού, σε περίπτωση συνδρομής της οποίας και μόνον τότε θα έπρεπε να εξεταστούν και άλλα στοιχεία όπως οικοδομησιμότητα, δυνατότητες χρήσεως των ακινήτων κ.λπ. (ΑΠ 1055/2017).

Συνεπώς δεν απαιτούνταν η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών (πρώτη, δεύτερη και τρίτη αιτίαση), ούτε και ιδιαίτερη ανάλυση των όσων η αναιρεσίβλητη εξέθεσε σχετικά με την πρόσβασή της ή μη στο έργο της απαλλοτρίωσης με βοηθητική οδό, αφού τούτο δεν αποτελεί ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, (τέταρτη αιτίαση), δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε, για την άρση του τεκμηρίου ωφελείας της, αρκεί η παραδοχή ότι αυτή δεν απέκτησε πρόσωπο στη διανοιγόμενη οδό.

Τέλος, η αιτίαση περί του ότι δεν διευκρινίζεται αν συμψηφίστηκε με την οφειλόμενη από το αναιρεσείον αποζημίωση, το ποσό με το οποίο επιβαρύνθηκε η ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης για τις απαλλοτριωθείσες με αριθμό Κ.Π. 23β και 32 εκτάσεις που ανήκουν σε παρόδιους ιδιοκτήτες, είναι αβάσιμη αφού στις παραδοχές της προσβαλλόμενης περιλαμβάνεται (σελ. 36) το στοιχείο αυτό.

Πέραν τούτου όμως δεν ήταν αναγκαίο το δικάσαν δικαστήριο να διευκρινίζει στην απόφασή του, αν το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε και εξόφλησε τις υποχρεώσεις αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών των παραπάνω αναιρεσιβλήτων προς τις άλλες απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες των τρίτων και αν συμψήφισε, ή τους καταλόγισε τα ποσά που κατέβαλε, αφού τα στοιχεία αυτά δεν θεμελιώνουν και δεν στηρίζουν, στις κρίσιμες πιο πάνω διατάξεις, την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και δεν έχουν καμία έννομη συνέπεια για την άρση ή μη του τεκμηρίου αυτού, ώστε η μη αναφορά τους στην προσβαλλόμενη απόφαση να στερεί την τελευταία από νόμιμη βάση (ΑΠ 1258/2015).

Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος (ΑΠ 569/2018 ΑΠ 270/2018, ΑΠ 161/2018) και πρέπει ν' απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση είναι και απαράδεκτος διότι με τις παραπάνω αιτιάσεις επιχειρείται απαραδέκτως να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", όπως ίσχυε (μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974), και ήδη άρθρ. 18 παρ. 4 εδάφ. α'-γ' του ν. 2882/2001 (πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012), α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, β) η εκκαθάρισή της γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων" που ισχύουν κάθε φορά και γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται.

Λόγω της πιο πάνω συνταγματικής αρχής, δηλαδή ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο. Μέρος αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ' ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.

Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της και συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης.

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων του "Κώδικα Δικηγόρων" (άρθρ. 100 επ. ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ήδη άρθρ. 63 επ.

ν. 4194/2013), γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή και, συνακόλουθα, τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται. Για το λόγο αυτό κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης), ενώ το ποσό αυτής δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ.18 ΚΠολΔ), σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό [μέχρι του ποσού των 293 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993)], αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης.

Εξάλλου, αφού αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη δεύτερη σκέψη της παρούσας, η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους που εσφαλμένα αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα (ΚΠ) ως "αυτοαποζημιούμενα", ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του ν.δ. 3026/1954 ("Κώδικα Δικηγόρων"), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται εδώ. Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.

Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ, όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 473/2017, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 2120/2014, ΑΠ 2161/2013, ΑΠ 895/2010, αντίθ., πάντως, ΑΠ 1129/2014, ΑΠ 1333/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την παραπάνω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι εσφαλμένα το υποχρέωσε στην καταβολή του ποσού των 11.093 ευρώ για δικαστικά έξοδα και αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου της εκκαλούσας και νυν αναιρεσίβλητης, για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων", με την αιτιολογία ότι η κατά το άρθρο 17 παρ. 4 ν.δ. 797/1971 (και ήδη άρθρ. 18 παρ. 4 ν. 2882/2001) δικαστική δαπάνη σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση Ελληνικού Δημοσίου υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις αυτές και δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, ενώ έπρεπε, κατά το αναιρεσείον, αφού η δίκη διεξήχθη κατά την τακτική διαδικασία, η δικαστική δαπάνη που επιβλήθηκε σε βάρος του να μην υπερβεί το όριο των 293 ευρώ που θεσπίζεται με τις διατάξεις του τελευταίου άρθρου (22 του ν. 3693/1957).

Tο ύψος των δικαστικών εξόδων, όπως ήδη ισχύει από 27.09.2013 με τον Ν. 4194/2013, (κλιμακωτός καθορισμός ανάλογα με το ύψος της αποζημίωσης), δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης την 29.8.2013 κατά τον οποίο, όπως είναι εμφανές, οι ως άνω διατάξεις δεν είχαν τεθεί ακόμη σε ισχύ.

Ως εκ τούτου και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε, ευθέως, τις παραπάνω διατάξεις που είναι και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1055/2017, 473/2017, 218/2003), τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 και εκείνες του άρθρου 63 επ. ν. 4194/2013 δεδομένου ότι αυτές πράγματι δεν εφαρμόζονται στην ερευνώμενη περίπτωση, και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 815/2017, ΑΠ 807/2017).

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθμό 195/2014 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2014/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ