Legislator Case Law & Legislation
267/2017 AI generated

267/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 267/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου.

Legislator headnote

AI generated

267/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 7/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 267 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 267/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Φιλοπούλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2014 του Εφετείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/11/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 7/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από το άρθρο 520 ΚΠολΔ, το έγγραφο της εφέσεως (εφετήριο) πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία, και τους λόγους εφέσεως. Οι τελευταίοι συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, αναφερόμενες είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα αυτό, προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα.

Τούτο δε διότι το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά απαρχής την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος (ΑΠ 1701/2009, ΑΠ 1440/2005).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/09) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/08, ΑΠ 558/08).

Με τον παραπάνω, από το αρθ.559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγο ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 93314 ΑΠ371/08) καθώς και των προσθέτων λόγων έφεσης (Ολ.ΑΠ 2091/86).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτη, την κατ’ αυτού και της 48/2011 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη έφεση, λόγω αοριστίας των προβαλλομένων μ’ αυτή αιτιάσεων (λόγων) "κακής εκτίμησης των αποδείξεων", απορρέουσας (της αοριστίας) από την έλλειψη εξειδίκευσης (ιδιαίτερης ανάλυσης κατά τον προβληθέντα ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ως εφεσιβλήτου (βλ.2η σελίδα προτάσεων) των θεμελιωτικών της επικαλουμένης ως άνω κακής εκτιμήσεως σφαλμάτων, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για τη θεμελίωση του περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων λόγου της έφεσης δεν είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός των σχετικών σφαλμάτων, αλλά εξαρκεί η επίκληση στο εφετήριο δικόγραφο της, εξαιτίας αυτής, συναγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένου αποδεικτικού πορίσματος, η οποία (επίκληση), όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του εφετηρίου δικογράφου (αρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), σαφώς διαλαμβάνεται σ’ αυτό με την ταυτόσημη προς τον όρο εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων διατύπωση ότι "η εκκαλουμένη απόφαση αγνόησε παντελώς τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προέκυπτε ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος γνώριζε ότι ο αδελφός του οφειλέτης απαλλοτρίωσε το ακίνητο προξενώντας βλάβη στη δανείστρια Τράπεζα...και από τα οποία αποδεικνυόταν ότι οι εφεσίβλητοι γνώριζαν για τις ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οφειλές προς την τράπεζα...." Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (ΟλΑΠ 15/2000 ΑΠ 168/2015, ΑΠ 760/2004, ΑΠ 139/2001, 539/2003).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος, κατ’ αμφότερα τα σκέλη του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν απέρριψε (κήρυξε), ως απαράδεκτη, την κατ’ αυτού ασκηθείσα και επί των διατάξεων των άρθρων 939 επ.

ΑΚ θεμελιωθείσα αγωγή της αναιρεσίβλητης, λόγω αοριστίας του δικογράφου αυτής απορρέουσας από την έλλειψη αφενός αναφοράς των κατ’ ιδίαν κονδυλίων του μεταξύ αυτού και της τελευταίας (αναιρεσίβλητης) καταρτισθείσας και μέχρι της 21-7-2009 λειτουργήσασας, από 15-11-06, συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και αφετέρου διευκρινίσεως αν η ως καταδολιευτική προσβαλλομένη δικαιοπραξία ήταν (ή όχι) εικονική, υποκρύπτουσα δωρεά, κρίνεται, ανεξάρτητα από την ουσιαστική αβασιμότητά του, προκύπτουσα από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, στο οποίο διαλαμβάνονται τα φερόμενα ως ελλείποντα στοιχεία (σελ. 3-7) απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) και ιδίως του δικογράφου των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατατεθεισών από τον αναιρεσείοντα - εφεσίβλητο - εναγόμενο, προς απόκρουση της κατ’ αυτού ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη εφέσεως, προτάσεων δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε προτείνει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τον περί αοριστίας ως άνω ισχυρισμό ενώπιον του εν λόγω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και μόνο θα ήταν παραδεκτή, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η προβολή του παραπάνω αναιρετικού λόγου, ενόψει (και) του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις, σημειωμένου εδώ ότι δεν καθιστά παραδεκτή την προβολή του εν λόγω ισχυρισμού το γεγονός ότι ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι είχε προτείνει αυτόν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθόσον, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 562 παρ.1 ΚΠολΔ, απαιτείται (και) η (επαν)υποβολή αυτού, κατά το διαγραφόμενο στη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ τρόπο (ΑΠ 619/11, Ολ.ΑΠ 23/08) ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 18-11-2014 και με αριθμ. καταθ. …2014, αίτηση αναίρεσης της 142/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Σάμου).

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ