Legislator Case Law & Legislation
267/2016 AI generated

267/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 267/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

267/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 1 ν.2286/1995 οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως, η δε διαδικασία τους ρυθμίζεται ήδη από το π.δ.118/2007, που αντικατέστησε το π.δ.394/1996.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 267 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 267/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Μήλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Κερκύρας" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2014 του Εφετείου Κερκύρας.

Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 18-9-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, την απόρριψη δε του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την .../16-1-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κερκύρας Δ. Τ., την οποία προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 17-10-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 79/2014 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο (28-9-2015) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο. Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε το αναιρεσίβλητο ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 1 ν.2286/1995 οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως, η δε διαδικασία τους ρυθμίζεται ήδη από το π.δ.118/2007, που αντικατέστησε το π.δ.394/1996.

Γενικότερα κατά το άρθρο 41 ν.δ.496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου": "Πάσα σύμβασις διά λογαριασμόν του νομικού προσώπου, έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου.

Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως".

Tο παραπάνω ποσό των 10.000 δραχμών αυξήθηκε σε 150.000 δραχμές από τις 9-7-1992 με την 2054839/452/0026/3/9-7-1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και σε 2.500 ευρώ από τις 7-8-2002 με τη 2/42053/0094/7-8-2002 απόφαση του ίδιου υπουργού. Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 158 Α.Κ. η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 159 παρ.1 του ίδιου κώδικα δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη.

Aπό το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι κάθε σύμβαση που καταρτίζεται από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, όπως η σύμβαση προμήθειας (αγοράς) αγαθών, και έχει το πιο πάνω αντικείμενο, υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο, απαιτούμενο από το νόμο, χωρίς την τήρηση του οποίου η δικαιοπραξία είναι άκυρη.

Η ακυρότητα της συμβάσεως από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, τόσο για την αρχική σύμβαση όσο και για την τυχόν τροποποίησή της, είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον πωλητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

Α.Κ.), την ωφέλεια την οποία αποκόμισε από τα αγαθά που αγόρασε, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την αγορά των ίδιων αγαθών. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.2 ν.3301/2004: "Προμήθειες των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., εκτός των ψυχιατρικών νοσοκομείων, για υγειονομικό υλικό και χημικά αντιδραστήρια, που πραγματοποιήθηκαν από 1-1-2002 έως τη δημοσίευση του παρόντος με απευθείας ανάθεση ή στα πλαίσια συμβάσεων που είχαν καταρτιστεί νόμιμα αλλά είχε λήξει η ισχύς τους, εξαιτίας της μη ολοκλήρωσης των διαδικασιών κατακύρωσης των αποτελεσμάτων των σχετικών διαγωνισμών, θεωρούνται νόμιμες".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι προκειμένου να εξοφληθούν υποχρεώσεις των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Ε.Σ.Υ. για προμήθειες ιατροτεχνολογικού και φαρμακευτικού υλικού (επομένως και για προμήθειες αντιδραστηρίων και λοιπών αναλώσιμων εργαστηριακών ιατρικών υλικών) που πραγματοποιήθηκαν από την 1-1-2002 μέχρι τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (στις 23-12-2004) και να εκκαθαριστούν έτσι οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, δεν ελέγχεται αν τηρήθηκε προηγουμένως η διαδικασία που προβλέπεται για την ανάληψη υποχρεώσεων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με συνέπεια να νομιμοποιούνται εκ των υστέρων οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν και εκτελέστηκαν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 25-1-2008 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε ότι με 34 διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως που καταρτίστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 17-7-2003 μέχρι 30-11-2004 μεταξύ αυτής και του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (νοσοκομείου), πώλησε και παρέδωσε σ' αυτό τα αναλυτικά αναφερόμενα είδη (αντιδραστήρια και λοιπά αναλώσιμα εργαστηριακά ιατρικά υλικά) αντί του αναφερόμενου κατά μονάδα τιμήματος και συνολικού τιμήματος 72.861,07 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκαν τα αναλυτικά αναφερόμενα τιμολόγια.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό των 72.861,07 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, κυρίως με βάση τις διατάξεις για την πώληση και επικουρικά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν νόμιμη κατά την κύρια βάση της, ανεξαρτήτως του αν για τις επίδικες επί μέρους συμβάσεις δεν είχε τηρηθεί ο νόμιμος τύπος και ανεξαρτήτως του ύψους των επί μέρους συμβάσεων αυτών, δηλαδή και αν υπερέβαιναν το ποσό των 2.500 ευρώ.

Τούτο ενόψει της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 17 παρ.2 ν.3301/2004, με την οποία νομιμοποιήθηκαν εκ των υστέρων οι συμβάσεις των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., όπως το αναιρεσίβλητο, για την προμήθεια (αγορά) υγειονομικού υλικού και χημικών αντιδραστηρίων οι οποίες είχαν καταρτισθεί και εκτελεσθεί από την 1-1-2002 μέχρι τις 23-12-2004 χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας, όπως οι ένδικες συμβάσεις.

Με βάση τα ανωτέρω το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της όσον αφορά τις επί μέρους συμβάσεις που αναφερόταν σ' αυτήν με τους αριθμούς 13, 15, 17, 18, 25, 27 και 29, με την αιτιολογία ότι ήσαν άκυρες διότι δεν καταρτίσθηκαν εγγράφως αν και το το συμφωνημένο τίμημα για καθεμία από αυτές υπερέβαινε το ποσό των 2.500 ευρώ, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ., ειδικότερα δε παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 17 ν.3301/2004, την οποία δεν εφάρμοσε εν προκειμένω ενώ ήταν εφαρμοστέα, καθώς και εκείνη του άρθρου 41 ν.δ.496/1974, την οποία εφάρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.9 περ.γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Α.Π.1741/2012). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατόπιν αποδοχής εφέσεως του εναγομένου απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στην περίπτωση αυτή το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή.

Αν όμως οι επικουρικές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνά τους, στην περίπτωση δε αυτή απαιτείται υποβολή ειδικού παραπόνου από τον ενάγοντα εφεσίβλητο με δική του έφεση, έστω και επικουρικού χαρακτήρα για την περίπτωση της τυχόν παραδοχής της εφέσεως του εναγομένου (Α.Π.225/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.9 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι μετά τη μερική απόρριψη της κύριας βάσεως της αγωγής της (από τη σύμβαση πωλήσεως) ως προς τις επί μέρους συμβάσεις που αναφερόταν στην αγωγή με τους αριθμούς 13, 15, 17, 18, 25, 27 και 29, παρέλειψε να εξετάσει την επικουρική βάση της αγωγής της (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) ως προς τις επί μέρους συμβάσεις αυτές.

Από την επισκόπηση όμως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι με αυτήν είχε ερευνηθεί η επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και είχε απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, με αποτέλεσμα, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, να μη μπορεί το εφετείο να την ερευνήσει χωρίς έφεση του αναιρεσείοντος.

Και ναι μεν ο αναιρεσείων είχε ασκήσει κατά της πρωτόδικης αποφάσεως την από 7-6-2012 αντέφεσή του με την οποία παραπονούνταν για την απόρριψη της επικουρικής βάσεως της αγωγής του, όμως με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο απέρριψε την αντέφεση ως απαράδεκτη (για το λόγο ότι με αυτήν δεν επλήττετο η εκκαλούμενη απόφαση κατά τα κεφάλαια που προσβαλλόταν με την έφεση ή τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά), χωρίς η σχετική κρίση του να πλήττεται με κάποιο λόγο αναιρέσεως.

Συνεπώς το εφετείο, μη ερευνώντας την επικουρική βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας ως προς τις πιο πάνω επί μέρους συμβάσεις, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της αφέσεως αιτήσεως αδίκαστης και ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου πρέπει να μην καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας ελλείψει σχετικού αιτήματος της τελευταίας και να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 79/2014 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 28 Μαρτίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ