Legislator Case Law & Legislation
267/2015 AI generated

267/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 267/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2416/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4209/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/1/2014 αίτησή της και τους από 22/4/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

267/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 267 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 267/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Β. Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στο Βασιλικό Χαλκίδας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Σκαργιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "Φ. Β. Α.Ε.Β.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση και ήδη με την επωνυμία "ΘΡΑΥΣΗ HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΘΡΑΥΣΗΣ ΥΑΛΟΠΙΝΑΚΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "ΘΡΑΥΣΗ HELLAS" που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παρρή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2416/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4209/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/1/2014 αίτησή της και τους από 22/4/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 6/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων, καθώς και την απόρριψη των προσθέτων λόγων αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 22-4-2014 πρόσθετους λόγους, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4209/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 28-3-2012 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 2416/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 2-5-2008 αγωγή της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν. 3043/2002, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα.

Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί σωρευτικά με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους. Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάστασή του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού.

Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος. Εξάλλου, ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψή της (ΑΠ 575/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα μεταξύ άλλων πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει της από 24-12-2006 σύμβασης (ιδιωτικό συμφωνητικό) που καταρτίστηκε εγγράφως στο Βασιλικό Χαλκίδας μεταξύ των διαδίκων μερών, των οποίων η επιχειρηματική τους δραστηριότητα συνίστατο στην παραγωγή και εμπορία υαλοπινάκων, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή και να παραδώσει στην εναγομένη, ένα μεταχειρισμένο μηχάνημα ιδιοκτησίας της και δη ένα φούρνο FLAT GLASS TEMPERING εργοστασίου κατασκευής GIMA έτους 1993, αντί συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος 140.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α (19%) από 26.600 ευρώ και συνολικά 166.600 ευρώ.

Επρόκειτο δε για ένα μηχάνημα, μήκους 13 μ, πλάτους 2μ και ύψους 4μ, αποτελούμενο, αφενός μεν από το κύριο σώμα αυτού (μονάδα παραγωγής γυαλιών securit), αφετέρου δε από τον ηλεκτρολογικό του εξοπλισμό που απαιτείτο για τη μεταφορά σ' αυτό του ηλεκτρικού ρεύματος από την παροχή της ΔΕΗ και δη, α) από ένα κόφτη παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, β) από ένα ηλεκτρικό πίνακα διανομής τριών φάσεων, γ) από ένα μικρό ηλεκτρικό πίνακα (on/off), δ) από ένα μετασχηματιστή ηλεκτρικού ρεύματος 630 KW, ε) από τις καλωδιώσεις παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και τα εξαρτήματά τους (πορσελάνες) και στ) από τα ράουλα του φούρνου, στα οποία στηρίζεται ο προς επεξεργασία υαλοπίνακας μέσα στο φούρνο, παλινδρομώντας εωσότου ολοκληρωθεί η διαδικασία της επεξεργασίας-αναβάθμισής του σε υαλοπίνακα ασφαλείας.

Το μηχάνημα αυτό αγόρασε η εναγομένη, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την αναβάθμιση των απλών υαλοπινάκων που προορίζονται για επαγγελματική ή οικιακή χρήση, σε υαλοπίνακες ασφαλείας (securit) με τη μέθοδο της αύξησης της σκληρότητάς τους, σε βαθμό ώστε να αποκτούν μέγιστη στερεότητα και αντοχή και να καλύπτουν - από πλευράς ασφάλειας - και την περίπτωση θραύσης τους σε κόκκους κρυστάλλων, προς εξάλειψη της πιθανότητας πρόκλησης ζημίας σε πρόσωπα ή αντικείμενα κατά την πιθανή πτώση τους σ' αυτά.

Ειδικότερα, με την επίμαχη σύμβαση, η μεν ενάγουσα - πωλήτρια, ανέλαβε τις υποχρεώσεις : α) να παραδώσει το μηχάνημα με όλα τα προαναφερόμενα εξαρτήματά του, σε πλήρη λειτουργία και ανακατασκευασμένο σε άριστη κατάσταση, μέχρι τις 31-1-2007 στην έδρα της εναγομένης - αγοράστριας και σε συγκεκριμένο χώρο που θα υποδείκνυε η τελευταία, β) να εγκαταστήσει το μηχάνημα και να εκπαιδεύσει δύο (2) άτομα για όσο χρειαστεί, γ) να παραχωρήσει στην αγοράστρια, χωρίς αντάλλαγμα, ένα κομπρεσέρ 20 HP και δ) να βεβαιώσει μετά την εγκατάσταση και λειτουργία του μηχανήματος, ότι η παραγωγή γυαλιών securit είναι άριστης ποιότητας (όχι στραβά), ρήτρα, η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, συνιστά συνομολόγηση ιδιότητας, αφού αποτελεί συμφωνία περί ελλείψεως ορισμένου πραγματικού ελαττώματος του πράγματος, η δε εναγομένη - αγοράστρια, ανέλαβε τις υποχρεώσεις, α) να ασφαλίσει το μηχάνημα, κατά τη μεταφορά του στην έδρα της (Βασιλικό Χαλκίδας) και επί ένα χρόνο μετά την εγκατάστασή του και β) να καταβάλει το κόστος ανακατασκευής του, το οποίο καθορίστηκε κυμαινόμενο, από 8.000 ευρώ έως 13.000 ευρώ.

Κατά την υπογραφή της προαναφερόμενης σύμβασης, η εναγομένη, προς μερική εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος, προκατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 9.950 ευρώ, με τη μεταβίβαση δύο μεταχρονολογημένων επιταγών και δη, της με αριθμ. ... επιταγής της ΕΤΕ, ποσού 1.950 ευρώ με φερόμενη ημ/α έκδοσης 30-4-2007 και της με αριθμ. ...

επιταγής της ALPHA BANK, ποσού 8.000 ευρώ με φερόμενη ημ/α έκδοσης 30-6-2007, το δε υπόλοιπο τίμημα, συμφωνήθηκε να καταβληθεί, με τη μεταβίβαση προς την ενάγουσα επιταγών εξάμηνης μεταχρονολόγησης, οι οποίες θα εκδίδονταν ένα έτος μετά την παράδοση και τη σωστή λειτουργία του μηχανήματος. Τέλος, μεταξύ των συμβληθέντων μερών, συμφωνήθηκε, ότι ενόψει της επικείμενης παύσης των εργασιών της ενάγουσας, όλη η πελατεία της θα διοχετευόταν στην εναγομένη.

Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης, η ενάγουσα, για λόγους που δεν ανάγονται σε υπαιτιότητά της, αλλά αντίθετα ανάγονται στην ανεπάρκεια των εγκαταστάσεων της εναγομένης για την κατάλληλη υποδοχή του πωληθέντος μηχανήματος, πραγματοποίησε την ανακατασκευή του κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του έτους 2007, προβαίνουσα ενδεικτικά, στην απόξεση όλων των παλαιών βαφών και την εκ νέου βαφή του με πυράντοχα χρώματα, στην αντικατάσταση όλων των αντιστάσεων και πλακετών του, καθώς και στη συντήρηση των εμβόλων του αέρα, του αυτοματισμού, των δύο ανεμιστήρων, των τεφλόν και του ρελέ ρεύματος.

Το συνολικό κόστος ανακατασκευής, υπερέβη το πλαίσιο που συμφωνήθηκε κατά την κατάρτιση της σύμβασης (8.000 - 13.000 ευρώ) και ανήλθε στο ποσό των 18.840 ευρώ (5.900 ευρώ για την αντικατάσταση των αντιστάσεων και των πλακετών, 2.010 ευρώ για τη συντήρηση των ανωτέρω μηχανισμών, 2.610 ευρώ για την αγορά πυράντοχων χρωμάτων και 8.320 ευρώ για εργατοτεχνικού προσωπικού αποτελούμενου από τέσσερα άτομα που εργάσθηκαν επί 52 ημέρες με ημερομίσθιο 40 ευρώ ο καθένας), πλην όμως, η εναγομένη, έλαβε γνώση του αυξημένου αυτού κόστους και το αποδέχθηκε, τροποποιουμένης άτυπα ως προς το σημείο αυτό, της σχετικής προς τούτο αρχικής συμφωνίας.

Έτσι, το συνολικό τίμημα του μηχανήματος, συμφωνήθηκε στο ποσό των 185.440 (166.600 + 18.840) ευρώ. Ακολούθως και μετά την ολοκλήρωση ανακατασκευής, η ενάγουσα απέστειλε τμηματικά προς την εναγομένη, το κύριο σώμα και τα εξαρτήματα και ανταλλακτικά του πωληθέντος μηχανήματος, ως ακολούθως: Με το με αριθμ. 109/21-2-2007 δελτίο αποστολής, απέστειλε, οκτώ πάνελ, οκτώ κολόνες μεταλλικές, δώδεκα συνεμπ. 50X8, τρεις σωλήνες, τέσσερις λάμπες, οκτώ ταφ 20X20, ένα ταφ 10X250, μια σχάρα πάγκου, ένα μέταλλο 350X70, δύο σωλήνες αέρος, εξήντα εννέα ξύλα δαπέδου, δύο κουτιά κολιέδες, δύο κουτιά βίδες και οκτώ μεταλ.

υάλοθρα, για τα οποία εξέδωσε το με αριθμ. 96/16-3-2007 τιμολόγιο επί πιστώσει, συνολικής αξίας 2.038,47 ευρώ. Με το με αριθμ. 110/23-2-2007 δελτίο αποστολής, απέστειλε, δύο ανεμιστήρες και μια μεταλλική χοάνη, για τα οποία εξέδωσε το με αριθμ. 97/21-3-2007 τιμολόγιο επί πιστώσει, συνολικής αξίας 1.856,40 ευρώ. Με το με αριθμ. 111/23-2-2007 δελτίο αποστολής, απέστειλε, δύο πάγκους εισαγωγής εξαγωγής, για τους οποίους εξέδωσε το με αριθμ. 98/21-3-2007 τιμολόγιο επί πιστώσει, συνολικής αξίας 2.380 ευρώ.

Με το με αριθμ. 114/21-3-2007 δελτίο αποστολής, απέστειλε, τέσσερις μεταλλικές κολόνες, ένα ηλεκτρικό ντουλάπι, δύο κιβώτια πορσελάνες, ένα μεταλλικό ράουλο και δύο ηλεκτρολογικά ανταλλακτικά, για τα οποία εξέδωσε το με αριθμ. 102/20-4-2007 τιμολόγιο επί πιστώσει, συνολικής αξίας 3.284,40 ευρώ. Με το με αριθμ. 115/29-3-2007 δελτίο αποστολής, απέστειλε με το με αριθμ.

ΕΚΑ 1056 γερανοφόρο όχημα, το κυρίως σώμα του πωληθέντος μηχανήματος, δηλαδή τον φούρνο GIMA ..., για τον οποίο εξέδωσε το με αριθμ. 104/27-4-2007 τιμολόγιο επί πιστώσει, συνολικής αξίας 21.420 ευρώ. Μάλιστα, η ενάγουσα, σε εκτέλεση σχετικού συμβατικού όρου, ασφάλισε τη μεταφορά του κυρίως σώματος του μηχανήματος, στην ασφαλιστική εταιρία EURO STAR, η οποία εξέδωσε προς τούτο το με αριθμ. .../27-3-2007 ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Με το με αριθμ. 116/31-3-2007 δελτίο αποστολής, απέστειλε, έξι σίδερα, ογδόντα δύο πλαστικούς σωλήνες και ένα σιδερένιο ράουλο, για τα οποία εξέδωσε το με αριθμ. 103/27- 4-2007 τιμολόγιο επί πιστώσει, συνολικής αξίας 2.588,25 ευρώ. Κατά τη διάρκεια των ως άνω αποστολών και δη περί τα μέσα Απριλίου του έτους 2007, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της ενάγουσας, μετέβησαν στην έδρα της εναγομένης στο Βασιλικό Χαλκίδας, προκειμένου να προβούν στη συναρμολόγηση του μηχανήματος, η οποία ολοκληρώθηκε στα τέλη του ίδιου μήνα.

Έκτοτε, ξεκίνησε απρόσκοπτη η λειτουργία του μηχανήματος και η παραγωγή προϊόντων, μέχρι δε τα τέλη Ιουλίου του έτους 2007, ο εκ των εκπροσώπων της ενάγουσας Χ. Β., εκπαίδευε καθ' όλο το διάστημα της παραγωγής, δύο άτομα από το προσωπικό της εναγομένης. Μάλιστα, στο μεσοδιάστημα από την έναρξη της λειτουργίας του μηχανήματος μέχρι και τις αρχές Ιουλίου του έτους 2007, η ενάγουσα, με τα με αριθμ. 759/20-6-2007 και 760/9-7-2007 τιμολόγια - δελτία αποστολής, απέστειλε στην εναγομένη, δύο κιβώτια με τα επιπλέον εξαρτήματα του μηχανήματος, τα οποία τιμολόγησε στο ποσό των 29.750 ευρώ και 29.750 ευρώ αντίστοιχα και τέλος, με το με αριθμ. 106/3-12-2007 τιμολόγιο, τιμολόγησε το υπόλοιπο τίμημα του πωληθέντος μηχανήματος από 73.532,48 ευρώ.

Ακολούθως και ενώ το επίδικο μηχάνημα ευρίσκετο, κατά τα προεκτεθέντα, σε πλήρη λειτουργία στις εγκαταστάσεις της εναγομένης και παρήγαγε υαλοπίνακες κατά τη συμφωνημένη ειδική χρήση του, η εναγομένη, στις 12-11-2007 κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 7-11-2007 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία, ισχυριζόμενη κυρίως, ότι το μηχάνημα, δεν έχει κατασκευαστεί το έτος 1993 αλλά το έτος 1984 και ότι λόγω της άθλιας μηχανολογικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται και η οποία συνιστά έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, δεν παράγει έργο, αφού οι εξαγόμενοι από αυτό υαλοπίνακες, είναι, είτε θρυμματισμένοι, είτε με επιφάνεια που έχει κυματισμούς (αντί να είναι λεία και ακύμαντη) σε τρόπο ώστε να είναι ακατάλληλοι προς διάθεση στην αγορά, δήλωσε ότι υπαναχωρεί από την από 24-12-2006 σύμβαση και κάλεσε την ενάγουσα, να παραλάβει το μηχάνημα και να της επιστρέψει το μέρος του καταβληθέντος τιμήματος, ύψους 62.342,68 ευρώ.

Πλην όμως, οι ως άνω ισχυρισμοί της εναγομένης, δεν αποδείχθηκαν ως βάσιμοι. Και τούτο διότι, από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά μέσα - και παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα, μετά την εγκατάσταση και λειτουργία του μηχανήματος, δεν βεβαίωσε, κατά τη συμβατική της υποχρέωση, ότι η παραγωγή υαλοπινάκων ασφαλείας, είναι άριστης ποιότητας - αποδείχθηκε, ότι το πωληθέν μηχάνημα, το οποίο εν γνώσει της εναγομένης ήταν μεταχειρισμένο και χρησιμοποιείτο από την ενάγουσα για την παραγωγή υαλοπινάκων ασφαλείας άριστης ποιότητας, αφού και η ίδια η εναγομένη, προ της αγοράς του, προμηθευόταν από την ενάγουσα τέτοιου είδους υαλοπίνακες, μετά την ανακατασκευή του και συναρμολόγηση του στις εγκαταστάσεις της (εναγομένης), λειτούργησε κανονικά και παρήγαγε προϊόντα, άριστης ποιότητας και χωρίς κανένα ελάττωμα.

Προς τούτο άλλωστε, η εναγομένη, παρά τη συμβατική της υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα (πλην της προκαταβολής) του μηχανήματος, με επιταγές εξάμηνης μεταχρονολόγησης, ένα έτος μετά τη λειτουργία του, εν τούτοις, μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2007, κατέβαλε προς την ενάγουσα, συμπεριλαμβανομένης και της προκαταβολής (από 9.950 ευρώ), το συνολικό ποσό των 62.342,68 ευρώ, την επιστροφή του οποίου αναζήτησε με την εξώδικη υπαναχώρησή της.

Η προσκομιζόμενη δε από την εναγομένη από 18-10-2007 τεχνική έκθεση του μηχανικού Β. Γ., συνεκτιμώμενη με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αναιρεί τα προαναφερόμενα περί της ενδεδειγμένης και ορθής λειτουργίας του μηχανήματος, κρίση άλλωστε η οποία ενισχύεται και από το γεγονός ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τις 14-7-2007 έως και τις 9-8-2007, η εναγομένη πούλησε κατ' επανάληψη σε πρώην πελάτη της ενάγουσας και δη στην εταιρία με την επωνυμία "Γ.

Κ. Κ. Ε. ΟΕ", υαλοπίνακες ασφαλείας άριστης ποιότητας που παρήχθησαν από το επίδικο μηχάνημα και εξέδωσε προς τούτο, τα σχετικά με αριθμ. 6027/14-7-2007, 1147/14-7-2007, 6179/2-8-2007, 6189/3-8- 2007 και 6230/9-8-2007 τιμολόγια, τα οποία προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα. Εξάλλου, η εκ μέρους της εναγομένης αμφισβήτηση του χρόνου κατασκευής του μηχανήματος (φέρεται έτους κατασκευής 1993 ενώ τα ηλεκτρικά του σχέδια φέρονται έτους 1984), δεν συνιστά ουσιώδες, αλλά επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα που εμφανίσθηκε κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στην αγοράστρια και συνακόλουθα δεν δικαιολογεί την εκ μέρους της υπαναχώρηση από τη σύμβαση, αφού το πωληθέν μηχάνημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από αυτήν για την κατά τον προορισμό χρήση του, αλλά υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, γεννά αξίωση αυτής προς ενδεχόμενη μείωση του τιμήματος (κατ' άρθρ. 542 του ΑΚ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η εναγομένη αγοράστρια, δεν είχε νόμιμο δικαίωμα υπαναχώρησης από την από 24-12-2006 σύμβαση, αφού το επίδικο μηχάνημα, ήταν κατάλληλο για τον σκοπό της ως άνω σύμβασης και ιδιαίτερα για τη σύμφωνη με το σκοπό αυτό ειδική χρήση του και συνεπώς, οφείλει να καταβάλει στην πωλήτρια ενάγουσα, το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος του μηχανήματος, από 123.097,32 (185.440 - 62.342,68) ευρώ, τη μη καταβολή του οποίου δεν αμφισβητεί, με το νόμιμο τόκο, από τις 30-10-2008 (συμφωνηθείσα δήλη ημέρα καταβολής του και δη 18 μήνες μετά την εγκατάσταση και λειτουργία του μηχανήματος στις 30-4- 2007) μέχρις εξοφλήσεως".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Με βάση δε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω, ορθώς κρίθηκε ότι το έτος κατασκευής του επίδικου μηχανήματος 1984, (με βάση τα ηλεκτρικά σχέδια του) και όχι εκείνο του 193 (που αναφέρεται στο από 24-12-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό) δεν αποτελούσε συνομολογημένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας δήθεν αποδόθηκε από την αναιρεσείουσα αγοράστρια ιδιαίτερη σημασία και την οποία η αναιρεσίβλητη πωλήτρια εγγυήθηκε αναλαμβάνοντας εγγυητική ευθύνη για την ύπαρξή της, αλλά ότι αποτελούσε επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα που δεν επηρέαζε ουσιωδώς τη χρήση του μηχανήματος με βάση τον προορισμό του, ώστε τελικά ορθώς εφάρμοσε τις για τα επουσιώδη πραγματικά ελαττώματα προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: 1) το πωληθέν μηχάνημα, το οποίο εν γνώσει της αναιρεσείουσας (εναγομένης) ήταν μεταχειρισμένο και χρησιμοποιείτο από την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) για την παραγωγή υαλοπινάκων ασφαλείας άριστης ποιότητας, αφού και η ίδια η αναιρεσείουσα, προ της αγοράς του, προμηθευόταν από την αναιρεσίβλητη τέτοιου είδους υαλοπίνακες, μετά την ανακατασκευή του και συναρμολόγηση του στις εγκαταστάσεις της (εναγομένης), λειτούργησε κανονικά και παρήγαγε προϊόντα, άριστης ποιότητας και χωρίς κανένα ελάττωμα, 2) η από 18-10-2007 τεχνική έκθεση του μηχανικού Β.

Γ., συνεκτιμώμενη με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αναιρεί τα προαναφερόμενα περί της ενδεδειγμένης και ορθής λειτουργίας του μηχανήματος, κρίση άλλωστε η οποία ενισχύεται και από το γεγονός ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τις 14-7-2007 έως και τις 9-8-2007, η αναιρεσείουσα πώλησε κατ' επανάληψη σε πρώην πελάτη της αναιρεσίβλητης και δη στην εταιρία με την επωνυμία "Γ.

Κ. Κ. Ε. ΟΕ", υαλοπίνακες ασφαλείας άριστης ποιότητας που παρήχθησαν από το επίδικο μηχάνημα και εξέδωσε προς τούτο, τα σχετικά με αριθμ. 6027/14-7-2007, 1147/14-7-2007, 6179/2-8-2007, 6189/3-8- 2007 και 6230/9-8-2007 τιμολόγια και 3) ο χρόνος κατασκευής του μηχανήματος (φέρεται έτους κατασκευής 1993 ενώ τα ηλεκτρικά του σχέδια φέρονται έτους 1984), δεν συνιστά ουσιώδες, αλλά επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα που εμφανίσθηκε κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στην αγοράστρια και συνακόλουθα δεν δικαιολογεί την εκ μέρους της υπαναχώρηση από τη σύμβαση, αφού το πωληθέν μηχάνημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από αυτήν για την κατά τον προορισμό χρήση του, αλλά υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, γεννά αξίωση αυτής προς ενδεχόμενη μείωση του τιμήματος (κατ' άρθρ. 542 του ΑΚ).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο ενώ αρχικά κρίνει ότι η συναρμολόγηση του μηχανήματος ολοκληρώθηκε στα τέλη Απριλίου του έτους 2007 και έκτοτε, ξεκίνησε απρόσκοπτη η λειτουργία του και η παραγωγή προϊόντων, μέχρι δε τα τέλη Ιουλίου του έτους 2007, ο εκ των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης Χ.

Β., εκπαίδευε καθ' όλο το διάστημα της παραγωγής, δύο άτομα από το προσωπικό της, στη συνέχεια δέχεται ότι στο μεσοδιάστημα από την έναρξη της λειτουργίας του μηχανήματος μέχρι και τις αρχές Ιουλίου του έτους 2007, η αναιρεσίβλητη, με τα με αριθμ. 759/20-6-2007 και 760/9-7-2007 τιμολόγια - δελτία αποστολής, απέστειλε στην αναιρείουσα δύο κιβώτια με τα επιπλέον εξαρτήματα του μηχανήματος, τα οποία τιμολόγησε στο ποσό των 29.750 ευρώ και 29.750 ευρώ αντίστοιχα και ότι "....η δεύτερη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ακυρώνει επί της ουσίας την πρώτη, καθότι είναι λογικώς και πρακτικώς αδύνατο να έχει ολοκληρωθεί από τα τέλη Απριλίου 2007 η συναρμολόγηση ενός μηχανήματος....

να έχει έκτοτε ξεκινήσει απρό¬σκοπτα η λειτουργία του και δύο περίπου μήνες αργότερα, ήτοι στις 20 Ιουνίου 2007 και στις 9 Ιουλίου 2007 να αποστέλλονται εξαρτήματα του ήδη καθ' ολοκληρίαν συναρμολογηθέντος και λειτουργούντος μηχανήματος, εξαρτήματα, μάλιστα, τα οποία ενόψει και της ανελθούσας στα 59-500,00 € αξίας τους (άθροισμα των δύο μνησθέντων τιμολογίων), προσέγγισαν ως προς το κόστος το 50 % του συνολικού τιμήματος της ένδικης πώλησης (123.097,32 €) και επομένως εξ αυτού και μόνο του λόγου δεν αποτελούσαν αυτοδήλως μικροπροσθήκες, αλλά, αντιθέτως, conditio sine qua non για την ενεργοποίηση του πωληθέντος φούρνου παραγωγής υαλοπινάκων...

και έτσι δεν μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια αν, πότε και πώς εν τέλει το μηχάνημα αυτό λειτούργησε, αν, κατά συνέπεια, ήταν απαλλαγμένο πραγματικών ελαττωμάτων και έφερε τις συνομολογηθείσες ιδιότητες κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, αποκλειομένων, έτσι, των προϋποθέσεων της υπαναχώρησης, όπως ισχυρίστηκε η αντίδικος και αποδέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή συνέβη το ακριβώς αντίθετο, άρα στις 07.11.2007 ενασκήσαμε νόμιμο δικαίωμά μας...".

Οι παραδοχές όμως αυτές της πληττόμενης απόφασης, δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους ούτε και αλληλοαναιρούνται, καθόσον σύμφωνα με αυτές ναι μεν στις 20-6-2007 και στις 9-7-2007, παραδόθηκαν δύο κιβώτια με επί πλέον εξαρτήματα του μηχανήματος, που είχε ήδη συναρμολογηθεί και λειτουργούσε, πλην όμως η αναιρεσείουσα δήλωσε ότι υπαναχωρεί από την ένδικη σύμβαση πώλησης σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι στις 12-11-2007, όταν κοινοποίησε στην αναιρεσίβλητη την από 7-11-2007 εξώδικη δήλωσή της, και παρά το γεγονός ότι από τις αρχές Ιουλίου 2007, που απεστήλησαν τα τελευταία εξαρτήματα, παρήχθησαν από την αναιρεσείουσα οι προαναφερόμενες πέντε ποσότητες υαλοπινάκων ασφαλείας αρίστης ποιότητας που παραδόθηκαν κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2007 ενώ αν πράγματι το πωληθέν μηχάνημα δεν ήταν απαλλαγμένο πραγματικών ελαττωμάτων, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, θα είχε υπαναχωρήσει από τη σύμβαση αμέσως μόλις ολοκληρώθηκε η συναρμολόγησή του στα τέλη Απριλίου 2007, και σε κάθε περίπτωση και μετά τις αρχές Ιουλίου 2007 όταν παραδόθηκαν και τα τελευταία εξαρτήματα.

Επομένως, ο συγκεκριμένος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ. τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 2075/2007).

Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με τις συγκεκριμένες παραδοχές του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το πραγματικό γεγονός, της κατά το έτος 1984 κατασκευής του επιδίκου μηχανήματος και κατ' ακολουθία, της επί 22 συναπτά έτη λειτουργίας του, μέχρι την εκ μέρους της αγοράς του το έτος 2006, εξαντλείται κατά την κοινή πείρα το όριο ζωής του, όπως συμβαίνει με κάθε μηχάνημα, άλλως μειώνεται ουσιωδώς η αξία και η χρησιμότητά του, λόγος για τον οποίο, μόνο επουσιώδες δεν μπορεί να είναι το διαπιστούμενο από την πληττόμενη απόφαση ελάττωμα, όπως ακριβώς τα διδάγματα της κοινή πείρας επιβάλλουν και ότι το Εφετείο παραβίασε τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας, που αναφέρονται στο μέσο όρο ζωής των μηχανημάτων, μετά την παρέλευση του οποίου, μειώνεται ουσιωδώς η αξία και η χρήση τους. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.

Με τον πρώτο των προσθέτων λόγων αναίρεσης ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία δεν είχε την ικανότητα να είναι διάδικος, διότι πριν από την άσκηση της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είχε ήδη διαγραφεί από το Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και ως εκ τούτου είχε παύσει να υφίσταται και συνεπώς, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι είχε ικανότητα παράστασης, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 61 ΑΚ, 62 ΚΠολΔ, 7α και 7β Ν. 2190/1920. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον, με βάση τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε διαγραφεί από το Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Με το δεύτερο των προσθέτων λόγων αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο, ενόψει του ότι ασκήθηκε από νομικό πρόσωπο που δεν είχε τη δυνατότητα να είναι διάδικος και συγκεκριμένα από ανώνυμη εταιρεία, η οποία είχε διαγραφεί από το Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών. Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο άνω λόγος, πρότεινε (ούτε πρότεινε άλλωστε), όπως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1725/2008). Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους από 22-4-2014 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ