Legislator Case Law & Legislation
267/2011 AI generated

267/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 267/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 267 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

267/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 267 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 267 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έννομης σχέσης αποτελεί έργο του δικαστηρίου . Εσφαλμένος χαρακτηρισμός δικαιοπραξίας ιδρύει τον από το άρθρο 559αρ 1 του κΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στοιχεία λόγου αναιρέσεως από τον αρ 1 αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ 19. Στοιχεία του λόγου αυτού για να είναι ορισμένος.

ΑΡΙΘΜΟΣ 267/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (ΟΑΕΕ), [που προήλθε από τη συγχώνευση των ασφαλιστικών ταμείων ΤΕΒΕ, ΤΑΕ και ΤΣΑ], που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Πάνου-Κοκιασμένου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Α. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σμυρναίο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-01-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 28317/ 2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και 784/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε το αναιρεσείον με την από 24-07-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 3-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης έννομης σχέσης ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης ή έργου, καθώς και ο χαρακτηρισμός της ως ορισμένου ή αόριστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, το οποίο ανεξαρτήτως από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της ή από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (ΑΠ (ολ.) 19/2007, 18/2006). Σε περίπτωση που τα περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν τη μία ή την άλλη έννομη σχέση, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά κατατάσσει τη σύμβαση σε νομική κατηγορία άλλη και όχι εκείνη στην οποία ανήκει κατά νόμο, πρόκειται για εσφαλμένο χαρακτηρισμό, ο οποίος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Έτσι, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως προς το αν τα περιστατικά που δέχθηκε δεν συνιστούν την έννοια της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων αλλά της συμβάσεως έργου. Επί εσφαλμένου χαρακτηρισμού της δικαιοπραξίας από το δικαστήριο της ουσίας υπάρχει παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζουν τη σχετική δικαιοπραξία και δεν έχουν εφαρμοσθεί και ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Όταν όμως η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί η παράθεση στο αναιρετήριο της διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και της κατά τον αναιρεσείοντα έννοιας της διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και της περί αυτής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και της γενομένης από αυτό δεκτής έννομης συνέπειας αλλά πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά (ΑΠ (ολ) 20/2005), διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το τελευταίο δε συνάπτεται ουσιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως. Ως εκ τούτου, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2527/1997 (σε συνδυασμό με τα αρθρ. 648 και 681 του ΑΚ), με το να δεχθεί ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης εργασίας αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, ανεξαρτήτως από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, ενώ αν μία σύμβαση χαρακτηρίζεται από τον νόμο ως σύμβαση έργου δεν είναι επιτρεπτός ο χαρακτηρισμός αυτής από τα δικαστήρια ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι πρωτίστως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι δεν παρατίθενται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική της κρίση για τη συνδρομή των διατάξεων που εφάρμοσε και δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της αποφάσεως αναφορικά με την παραβίαση των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Και αυτό πολύ περισσότερο, διότι το αναιρεσείον επικαλείται απλώς τις προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2527/1997 για τη σύναψη έγκυρης σύμβασης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα με φυσικά πρόσωπα και ειδικότερα ότι απαιτείται η έκδοση σχετικής υπουργικής αποφάσεως χωρίς οποιαδήποτε σύνδεση με τις ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή, η έλλειψη μείζονος προτάσεως δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης (αρθρ. 93 παρ. 3 του Συντ.) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες" όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί μη συνδρομής αυτών, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, κατ' αρθρ. 118 αρ. 4, 559 αρ. 19 και 566 του ΚΠολΔ, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, το ζήτημα, η επίδραση που ασκεί στην έκβαση της δίκης, η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποία επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι προκειμένου να καταλήξει σε απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, διέλαβε στο σκεπτικό της ότι α) "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα, έκρινε την αγωγή νόμιμη κατά τα ανωτέρω αιτήματά της, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ...", β) "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με ελλιπή εν μέρει αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου με τον οποίο υποστηρίζει ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή των διαδοχικών συμβάσεων έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε στην εκτίμηση των αποδείξεων ..." και γ) "είναι δε νόμιμη, γιατί στηρίζεται στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθώς και σε αυτές των άρθρ. 648 ..., έστω και αν δεν σωρεύεται στην αγωγή βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού ...". Με τις παραδοχές δε αυτές, χωρίς επαρκή και σαφή αιτιολογία "ως προς το σε τι συνίσταται η ελλιπής αιτιολογία" της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και "πώς συμπληρώνεται με την παρούσα", αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα οι παραδοχές του Εφετείου, ως θεμελιωτικές της κρίσης του για την παραδοχή του ουσιώδους ως άνω ζητήματος, καθώς και ιδίως οι αιτιολογίες που λείπουν από τη φερόμενη ως ανεπαρκή αιτιολογία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-7-2009 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (ΟΑΕΕ) για αναίρεση της 784/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ