Legislator Case Law & Legislation
2679/2008 AI generated

2679/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2679/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Legislator headnote

AI generated

2679/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τις διατάξεις αρθρ. 98 § 2 Π.Κ. όπως συμπληρ. με αρθρ. 14 § 1 Ν. 2721/1999 η αξία του αντικειμένου της πράξεις και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεσης του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.

Keywords

AI generated
failure to keep accounts expatriation and foreign residence allowances not subject to registration striking off the register undeclared gainful employment tax register
AI generated
709/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/1/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1163/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
1702/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.
1267/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
1491/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1309/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2679 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2679/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 21/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαϊου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1072/2008.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 432/16.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 του Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 2/26-5-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθ. 21/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου με το υπ'αριθ. 112/2007 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος για τις αξιόποινες πράξεις, α) της πλαστογραφίας με σκοπό προσπόρισης περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία από την οποία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας το οποίο είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας με αντικείμενο ανώτερο των 73.000 ευρώ (άρθρα 216 § § 1 και 3 εδ.

α' και 375 § § 1 και 2 εδ. α' και β' Π.Κ.), πράξεις που εφέρετο ότι τέλεσε α) στη ... στις 31-12-2001 και β) 1-2-2001, 26-3-2001, 10-4-2001, 4-5-2001, 16-8-2001, 8-9-2001, 3-11-2001 και 1-12-2001 σε βάρος της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " 'Αγιος Γεώργιος Τουριστικές και Ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ΑΕ", η οποία εδρεύει στη .... Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε η εγκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία την υπ'αριθ. 28/2007 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου για να δικασθεί για την δεύτερη των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων και δη για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ'αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.

Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η οποία είναι και παραδεκτή αφού περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης και δη της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. και το 93 § 3 του Συντάγματος, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 373 § § 1 και 2 α' και β' Π.Κ.

και της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 484 § ιβ', δ' και στ' Κ.Π.Δ.) Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ.

δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιοιλογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ'αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπή και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 501/2006 Π.Χρ.

ΝΖ/39, ΑΠ 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 § 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν τη διάταξη αυτή την παραβίασε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.

Σύμφωνα με την διάταξη αρθρ. 375 § 1 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιοδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης στην κατοχή του και γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δόλια προαίρεση του δράστη που περιλαμβάνει την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, που εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσης του στον ιδιοκτήτη (ΑΠ 130/2007 ΠΧ.ΝΖ.1000, ΑΠ 2124/2006 ΠΧ.ΝΖ.836).

Κατά την παράγραφο 2 εδ. α' του άρθρου 375 Π.Κ., όπως αντικ. με την παραγρ. α' του άρθρου 1 Ν. 2408/1996 η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, μεταξύ των άλλων, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας.

Για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι μόνο υλικές, αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης στον εντολέα την οποία αντλεί είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής, (ΑΠ 1120/2006 ΠΧ.ΝΖ.419, ΑΠ 1275/2006 ΠΧ.ΝΖ.515, ΑΠ 114/2006 ΠΧ.ΝΕ.419).

Κατά τις διατάξεις αρθρ. 98 § 2 Π.Κ. όπως συμπληρ. με αρθρ. 14 § 1 Ν. 2721/1999 η αξία του αντικειμένου της πράξεις και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεσης του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα, με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στο έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την κρίση περί της αξίας του πράγματος αλλά και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης ως κακουργήματος, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1307/2004 ΠΧ.ΝΒ.535) και στην περίπτωση αυτή το συνολικό ποσό πρέπει να προσδιορίζεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 21/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε κατά την αναιρετικά επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του, ότι "Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, όλα τα έγγραφα, την έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισμένου από τον Ανακριτή του Β' Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Ρόδου πραγματογνώμονα λογιστή ...

την έκθεση του διορισμένου από την πολιτικώς ενάγουσα, τεχνικού συμβούλου λογιστή Φ και την απολογία του κατηγορούμενου με το υπόμνημα του την ανωμοτί εξέταση του και τις γραπτές εξηγήσεις του προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ μαζί με τον ήδη αποβιώσαντα στις 17.1.2002 από ανίατη ασθένεια αδελφό του Ψ, σύζυγο της Ζ, συνέστησαν το έτος 1984 την εκκαλούσα εταιρεία και ακολούθως το έτος 1986 συνέστησαν δεύτερη εταιρεία με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης ΑΕ" με σκοπό την εκμετάλλευση δύο ιδιόκτητων ξενοδοχείων που βρίσκονται στη ... .....

Οι μετοχές των δύο ΑΕ ανήκαν κατ' ισομοιρία στα δύο αδέλφια. Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εκκαλούσας ήταν από το έτος 1998 οι Ψ, πρόεδρος, Χ, διευθύνων σύμβουλος, ...., αντιπρόεδρος και οι ... και ..., μέλη. Ορίστηκε ότι η εκκαλούσα εταιρεία εκπροσωπείται, από κοινού ή μεμονωμένα, από τους Ψ και τον κατηγορούμενο.

Ομοίως ορίστηκε η εκπροσώπηση και της δεύτερης εταιρείας. Η εκκαλούσα είχε λάβει από την Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΒΑ) δύο δάνεια, η οφειλή από τα οποία στις 9.5.2001 ανερχόταν στο ποσό των 307.004.497 δραχμών. Η ΕΤΒΑ με την από 14.12.2001 επιστολή της απευθυνόμενης προς την εκκαλούσα επαναπροσδιόρισε κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, όπως τροποπ.

με αρθρ. 42 Ν. 2912/2001, την συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της εκκαλούσας στο ποσό των 72.179.435 δραχμών και παραιτήθηκε από απαιτήσεις της έναντι της τελευταίας ποσοο 234.825.062 δραχμών ή 689.141,78 ευρώ. Κατά την διάρκεια του έτους 2001 ο Ψ ασθενούσε βαρύτατα και μάλιστα επί τρίμηνο νοσηλεύθηκε σε νοσηλευτικό ίδρυμα των Η.Π.Α., η δε ασθένεια του δεν του επέτρεπε να ασχολείται με τις οικονομικές δοσοληψίες της εκκαλούσης εταιρείας, τις οποίες είχε αναλάβει να διεκπεραιώνει ο κατηγορούμενος, τον οποίο εμπιστευόταν.

Η εκκαλούσα τηρούσε δύο τραπεζικούς λογαριασμούς καταθέσεων όψεως και συγκεκριμένα στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, κατάστημα ... τον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό και στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, κατάστημα ..., τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό. Η δεύτερη εταιρία "Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης ΑΕ" τηρούσε τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς όψεως και συγκεκριμένα στην Εμπορική Τράπεζα τον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό, στην Εθνική Τράπεζα τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό και στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου τον υπ' αριθ. .... λογαριασμό. Τα έσοδα, εισπράξεις, της εκκαλούσης, προέρχονταν είτε από τα τουριστικά πρακτορεία, τα οποία μίσθωναν δωμάτια του ξενοδοχείου της, είτε από τα τμήματα του ξενοδοχείου, δηλαδή το εστιατόριο, το μπαρ κλπ.

Όλα τα έσοδα της εκκαλούσης έπρεπε να κατατίθενται στους παραπάνω δύο τραπεζικούς λογαριασμούς της, αφού πληρωθούν οι τρέχουσες μικροδαπάνες ή η τυχόν μισθοδοσία του προσωπικού και όλα τα έξοδα της έπρεπε να εξοφλούνται με επιταγές των δύο τραπεζών, εκτός από τα μικροέξοδα και τις πληρωμές δαπανών-εξόδων με αποδείξεις.

Κατά το χρονικό διάστημα από 27.1.2001 έως 1.12.2001 το γερμανικό πρακτορείο "..." που εδρεύει στο .... της ...., εξέδωσε σε διαταγή της εκκαλούσης τις παρακάτω εννέα επιταγές πληρωτέες από την τράπεζα CitibanK τις οποίες απέστειλε σ' αυτή προς εξόφληση οφειλών της, ως μισθώτρια του ξενοδοχείου: α/αΗμερομηνία πληρωμής

Αριθμός επιταγής Ποσό σε δραχμές1.

27.01.2001....

20.000.0002·26.03.2001....

40.000.0003.

26.03.2001....

51.200.1534.

21.04.2001....

32.605.7005.

11.08.2001....

......

08.09.2001....

.....

08.09.2001....

.....

03.11.2001....

.....

01.12.2001....

8.562.685 Το σύνολο των επιταγών ανέρχεται στο ποσό των 311.437.113 δρχ. Από τις παραπάνω εννέα επιταγές, ο κατηγορούμενος ενεργώντας ως διευθύνων σύμβουλος και διαχειριστής της εκκαλούσης α) κατέθεσε μόνο την έκτη επιταγή ποσού 3.322.402 δραχμών στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της εκκαλούσης στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, β) την δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, όγδοη και ένατη επιταγή ποσού 40.000.000, 51.200.153, 32.605.700,2, 2.408.673 και 8.562.685 δρχ.

αντίστοιχα, συνολικού ποσού 134.777.211 δρχ. εξόφλησε στην Εμπορική Τράπεζα, καταθέτοντας τις πέντε επιταγές σε πίστωση του παραπάνω υπ' αριθ. .... λογαριασμού της δεύτερης εταιρίας "Ξενοδεοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης ΑΕ" και όχι σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλουσης, όπως όφειλε, ούτε μεταγενέστερα κατέθεσε το παραπάνω ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσης, γ) στην πέμπτη επιταγή ποσού 85.187.500' δρχ.

εξόφλησε στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, σε πίστωση του παραπάνω υπ' αριθ. .... λογαριασμού της δεύτερης εταιρίας και όχι σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσης όπως όφειλε ούτε μεταγενέστερα κατέθεσε το παραπάνω ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσης και δ) την πρώτη και έβδομη επιταγή ποσού 20.000.000 και 68.150.000 δραχμών αντίστοιχα, συνολικού ποσού 88.150.000 δρχ.

εξόφλησε στην τράπεζα Citibank και δεν κατέθεσε μεταγενέστερα το παραπάνω ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσης. Τις εννέα επιταγές της οπισθογράφησε ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος και διαχειριστής της εκκαλούσης θέτοντας συγχρόνως στην υπογραφή του την εμπορική-εταιρική σφραγίδα της εκκαλούσης.

Την πρώτη, τέταρτη και έβδομη από τις παραπάνω εννέα επιταγές δεν τις εμφάνισε ο κατηγορούμενος στο λογιστήριο της εκκαλούσης και γι' αυτό το λόγο δεν καταχωρήθηκαν στο θεωρημένο συγκεντρωτικό ημερολόγιο γενικής λογιστικής της εκκαλούσας ούτε στο αντίστοιχο λογιστικό βιβλίο της παραπάνω δεύτερης εταιρίας.

Τις εννέα επιταγές τις οπισθογράφησε ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος και διαχειριστής της εκκαλούσης θέτοντας συγχρόνως στην υπογραφή την εμπορική-εταιρική σφραγίδα της εκκαλούσης με συνέπεια να μην εμφανίζεται στα λογιστικά βιβλία της η είσπραξη του συνολικού ποσού των 120.755.700 δρχ. προερχόμενο από τις τρεις επιταγές του πρακτορείου "...".

Όσον αφορά τις υπόλοιπες έξι επιταγές, συνολικού ποσού 190.681.413 δρχ. έδωσε εντολή ο κατηγορούμενος να καταχωρηθούν οι αριθμοί των επιταγών και τα ποσά τους, ως εισπράξεις στις σελίδες 9/26.3.2001, 390/11.8.2001, 487/8.9.2001, 645/3.11.2001 και 655/1.12.2001 στο συγκεντρωτικό ημερολόγιο γενικής λογιστικής της εκκαλούσας ως επίσης και το χρηματικό ποσό των 10.000 δραχμών ως είσπραξη από το πρακτορείο "...." μη συνδυαζόμενη με επιταγή, συνολικά δε το ποσό των 190.691.413 δρχ. (190.681.413 + 10.000) και να πιστωθούν οι λογαριασμοί του πρακτορείου αυτού με το ποσό των 190.691.413 δρχ.

συνολικά. Το παραπάνω ποσό απεικονιζόταν μόνο ως λογιστικό μέγεθος στα βιβλία της εκκαλούσης και δεν κατέθεσε ο κατηγορούμενος στο ταμείο της εκκαλούσης είτε συγχρόνως με την καταχώρηση των προαναφερομένων εισπράξεων στα βιβλία της είτε μεταγενέστερα, τα χρήματα των εισπράξεων, ούτε τα κατέθεσε, όπως έχει προεκτεθεί, στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εκκαλούσης.

Εκτός από το παραπάνω ποσό των 190.691.413 ευρώ καταχωρήθηκαν στις εισπράξεις στο βιβλίο απογραφών και ισολογισμού, λογαριασμός "Ταμείο" της εκκαλούσης, το ποσό των 40.000.000 δρχ. ως δάνειο από την Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου και το ποσό των 26.297.732 δρχ. ως εισπράξεις από τμήματα του "ξενοδοχείου με συνέπεια να εμφανίζεται στις εισπράξεις χρήσεως 2001 το συνολικό ποσό των 256.989.145 δρχ. (190.691.413 + 40.000.000 + 26.297.732).

Στο ποσό των 256.989.145 προστέθηκε και το ποσό των 188.199.028 δρχ. ως χρεωστικό υπόλοιπο από 31.12.2000. Στον ίδιο λογαριασμό και στις πληρωμές χρήσεως 2001 καταχωρήθηκαν το ποσό των 167.215.704 δρχ. ως "λοιπές πληρωμές" και το ποσό των 221.000.000 ως πληρωμή στην ΕΤΒΑ, με συνέπεια να εμφανίζεται σύνολο πληρωμών το ποσό των 388.215.704 δρχ.

παρά το γεγονός ότι το ποσό των 221.000.000 δρχ. το μεγαλύτερο μέρος του δεν αφορούσε πληρωμή προς την ΕΤΒΑ. Αλλά το μεγαλύτερο μέρος του διαγραφέντος χρέους ύψους 234.825.062 δρχ. όπως έχει προεκτεθεί και θα έπρεπε να καταχωρηθεί στα έσοδα της εκκαλούσης και όχι να μειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού "ταμείο". Η συγκεκριμένη εγγραφή του ποσού των 221.000.000 δρχ.

ως πληρωμή, φέρει ημερομηνία 31.12.2001 και διαλαμβάνεται επίσης στον ισολογισμό της 31.12.2001 της εκκαλούσης για την εταιρική χρήση από 1.1.2001 έως 31.12.2001 ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 15.7.2002 στο ΦΕΚ 7334/15.7.2002 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Όμως η λογιστική εγγραφή του ποσού των 221.000.000 δρχ. σε μείωση του λογαριασμού "ταμείο" δεν έγινε στις 31.12.2001 αλλά μεταγενέστερα και πάντως πριν από την δημοσίευση του ισολογισμού.

Ειδικότερα μετά τον θάνατο του Ψ, ο λογιστής ...., ο οποίος είχε προσληφθεί από την Ζ ως οικονομικός της σύμβουλος στα θέματα της κληρονομιαίας περιουσίας του συζύγου της, συμβούλεψε τον Κ, λογιστή της εκκαλούσης, να μην εμφανίσει το ποσό των 221.000.000 δρχ. ως έσοδο στον ισολογισμό της εκκαλούσης, για να αποφευχθεί έτσι η πληρωμή φόρων επί του ποσού αυτού, αλλά να εγγραφεί ως μείωση της οφειλής προς την ΕΤΒΑ, δηλαδή ως πληρωμή.

Η συμβουλή του λογιστή Λ δόθηκε, δίχως ο τελευταίος να έχει προηγουμένως, διενεργήσει έλεγχο λογιστικό ή οικονομικό στα βιβλία της εκκαλούσης ή της δεύτερης εταιρείας "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης ΑΕ" με συνέπεια να μην γνωρίζει ούτε ο ίδιος, ούτε η Ζ την ακριβή οικονομική κατάσταση των δύο εταιριών και ιδίως της εκκαλούσης και συγκεκριμένα ότι απουσίαζαν χρήματα από το ταμείο της και από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της.

Ο λογιστής Κ, ο οποίος ήταν αρμόδιος και υπεύθυνος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 29 του ΠΔ 186/1992 για την ορθή τήρηση των λογιστικών βιβλίων, την ορθότητα των εγγραφών σ' αυτά και την ορθή σύνταξη του ισολογισμού, καταχώρησε την εγγραφή του ποσού των 221.000.000 δρχ. στις πληρωμές του λογαριασμού "ταμείο", πιστώνοντας (μειώνοντας) τον λογαριασμό "ταμείο".

Η παραπάνω πράξη του λογιστή Κ ως και του κατηγορουμένου, αποτελεί μεν φορολογική παράβαση, για τα οποία αρμόδιος να επιληφθεί είναι ο διευθυντής της Δ.Ο.Υ, αλλά δεν στοιχειοθετεί πράξη πλαστογραφίας, είτε με την έννοια της νόθευσης, όπως έχει απαγγελθεί κατηγορία κατά του κατηγορουμένου, είτε με την έννοια της κατάρτισης πλαστού.

Ειδικότερα η καταχώρηση στα έξοδα -πληρωμές- του λογαριασμού "ταμείο" του βιβλίου απογραφών και ισολογισμών, αντί στα έσοδα -εισπράξεις- του ίδιου βιβλίου της εκκαλούσης, της ανύπαρκτης εκταμίευσης και καταβολής προς την ΕΤΒΑ του ποσού των 221.000.000 δρχ., έγινε από τον κατά νόμο αρμόδιο να ενεργεί τις σχετικές εγγραφές λογιστή, με την εντολή του κατηγορουμένου και όχι από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή η καταχώρηση έγινε από τον δικαιούχο εκδότη εγγράφου κατά την σύνταξη του και ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός ότι η συμπλήρωση της εγγραφής αυτής στον λογαριασμό "ταμείο" για την χρήση του έτους 2001 έγινε μετά την 31.12.2001 και πάντως πριν από την δημοσίευση του ισολογισμού, αφού η μεταγενέστερη εγγραφή αφενός μεν δεν απαγορεύεται από τον νόμο, με την απαραίτητη προϋπόθεση να μην μεσολαβήσει έλεγχος και θεώρηση των μέχρι τότε εγγραφών από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

η οποία δεν πραγματοποιήθηκε, αφετέρου ουδείς άλλος, εκτός από την εκκαλούσα που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος, είχε αποκτήσει δικαίωμα επί του παραπάνω βιβλίου απογραφών και ισολογισμών, πριν από την καταχώρηση της σχετικής εγγραφής. Ο Ψ κατέλειπε ως εκ διαθήκης κληρονόμους του την σύζυγο του Ζ και τις θυγατέρες του ..., ...

και .... Ένα περίπου μήνα από τον θάνατο του Ψ ο κατηγορούμενος σκοπεύοντας να αποκλείσει την δυνατότητα στην Ζ να λάβει γνώση κρισίμων εγγράφων που αφορούσαν την εκκαλούσα εταιρεία με την από 15.2.2002 πρόχειρη ιδιόγραφη εντολή του προς τον λογιστή των δύο εταιρειών Κ, απαγόρευσε στον λογιστή να χορηγεί στοιχεία της εκκαλούσας σε οποιονδήποτε.

Η εκπροσώπηση και διαχείριση και των δύο παραπάνω εταιρειών συνεχίστηκε από τον κατηγορούμενο κατά την διάρκεια του έτους 2002 και μέχρι την 14.11.2002, αλλά επειδή δημιουργήθηκαν μεταξύ του κατηγορουμένου και των συγκληρονόμων του Ψ διενέξεις και διαφορές όσο αφορά τον τρόπο διοίκησης των δύο εταιρειών στις 14.11.2002 συντάχθηκαν α) ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης ανωνύμων μετοχών, β) πρακτικό της καθολικής έκτακτης γενικής συνέλευσης της εκκαλοΰσας εταιρείας και γ) εξωεταιρική σύμβαση των μετόχων των δύο εταιρειών.

Με αυτά αποφασίστηκε οι μέτοχοι ν' ανταλλάξουν τις μετοχές τους με τρόπο ώστε να διαχωρισθούν οι δύο εταιρείες και η μεν εκκαλούσα εταιρεία να ανήκει εξ ολοκλήρου στους κληρονόμους του Ψ η δε εταιρεία "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης ΑΕ" στον κατηγορούμενο και την σύζυγο του .... Επειδή η οικονομική αξία της εκκαλούσης ήταν μεγαλύτερη της δεύτερης εταιρείας, συμφωνήθηκε επίσης οι κληρονόμοι του Ψ να μεταβιβάσουν στον κατηγορούμενο κατά πλήρη κυριότητα, χωρίς καταβολή τιμήματος τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί οκτώ αγρών στην ...

και επίσης να επιβαρυνθούν με υποχρεώσεις προς τρίτους των δύο εταιρειών ύψους 1.145.000 ευρω, ενώ ο κατηγορούμενος επιβαρύνθηκε με αντίστοιχες υποχρεώσεις ύψους 591.000 ευρώ. Με το από 14.11.2002 πρακτικό της η γενική συνέλευση της εκκαλούσας ενέκρινε τα πεπραγμένα του διοικητικού συμβουλίου της μέχρι και την 31.10.2002, απάλλαξε τα μέλη του από κάθε ευθύνη και αποφάσισε ότι το κλείσιμο της 31.10.2002, απάλλαξε τα μέλη του από κάθε ευθύνη και αποφάσισε ότι το κλείσιμο της 31.10.2002 έχει καλώς αφού όλες οι εισπράξεις και πληρωμές στηρίζονται σε πραγματικές συναλλαγές και νόμιμα παραστατικά.

Επίσης παραιτήθηκε το ΔΣ της εκκαλούσης και έγινε η εκλογή νέου ΔΣ το οποίο ακολούθως συγκροτήθηκε σε σώμα με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τη Ζ. Μετά τον διαχωρισμό των δύο εταιρειών για πρώτη φορά η Ζ, διενήργησε διαχειριστικό έλεγχο της εκκαλούσης για τα έτη 2000, 2001 και 2002. Ο διενεργήσας τον έλεγχο ορκωτός λογιστής Φ, υπέβαλε προς το Δ.Σ.

της εκκαλούσης την από 6.1.2004 έκθεση του στην οποία μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι: α) όσο αφορά τον λογαριασμό "ταμείο" από 1.1.2000 έως 31.12.2000, καταχωρήθηκαν στο θεωρημένο συγκεντρωτικό ημερολόγιο γενικής λογιστικής πληρωμές προς το ΙΚΑ συνολικού ποσό 180.000.000 δρχ., βάσει τριάντα γραμματίων είσπραξης του ΙΚΑ, τα οποία ουδέποτε εκδόθηκαν από το ΙΚΑ, ουδέποτε εισπράχθηκαν από το ΙΚΑ τα 180.000.000 δρχ.

και συνεπώς δεν πληρώθηκαν το έτος 2000 από την εκκαλούσα και αφαιρέθηκαν αδικαιολόγητα από το ταμείο της εκκαλούσης. (Για την υπόθεση αυτή έχει σχηματισθεί άλλη δικογραφία). Β) Όσο αφορά τον λογαριασμό "ταμείο" από 1.1.2001 έως 31.12.2001 καταχωρήθηκε πληρωμή ποσού 221.000.000 δρχ. προς την ΕΤΒΑ με συνέπεια να μειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού "ταμείο" ενώ έπρεπε το ποσό των 221.000.000 δρχ.

να καταχωρηθεί στα έσοδα της εταιρείας και με τον παραπάνω λογιστικό χειρισμό αφαιρέθηκε αδικαιολόγητα από το ταμείο της εταιρείας το ποσό των 221.000.000 δρχ. και γ) όταν επιχείρησε να διενεργήσει καταμέτρηση του ταμειακού αποθέματος της εταιρείας τον Νοέμβριο 2003, η Ζ του δήλωση ότι στο ταμείο της εταιρείας δεν υπάρχουν μετρητά, επειδή κατά την ανάληψη των καθηκόντων της ως προέδρου του ΔΣ δεν της παραδόθηκαν μετρητά από το προηγούμενο Δ.Σ.

Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος μηνός Ιανουαρίου 2001 έως την 14 Νοεμβρίου 2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του, πρόκειται δε για αντικείμενο ιδιαίτερης μεγάλης αξίας που του είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το δε συνολικό αντικείμενο της πράξεις υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ και ειδικότερα, ασκώντας την διαχείριση της εκκαλούσας εταιρείας σχεδόν αποκλειστικά ο ίδιος από το τέλος Ιανουαρίου 2001 έως την 17.1.2001, λόγω της βαρύτατης και ανίατης ασθένειας του αδελφού του Ψ και αποκλειστικά ο ίδιος από την 17.1.2001, ημερομηνία θανάτου του αδελφού του, μέχρι την 14.11.2002, εκμεταλλευόμενος πρώτον την απουσία ουσιαστικού ελέγχου από τον ασθενή αδελφό του, ενόσω ζούσε, δεύτερον τον αποκλεισμό με εντολή του, οποιασδήποτε δυνατότητας πρόσβασης των κληρονόμων του αδελφού του, οι οποίοι κατείχαν το 50% των μετοχών και των δύο παραπάνω Α.Ε., στα εμπορικά, λογιστικά βιβλία και τα κρίσιμα έγγραφα της εκκαλούσας, ώστε να μην επιχειρήσουν οποιονδήποτε οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο στην εκκαλούσα, ιδίως αναφορικά με τις εισπράξεις της, έτσι ώστε να ευρίσκονται εν αγνοία της οικονομικής κατάστασης της, μέχρι να επιτύχει την απαλλαγή του από κάθε ευθύνη, ως διεθύνοντος συμβούλου αυτής και την έγκριση των πεπραγμένων του Δ.Σ.

με απόφαση της Γ.Σ. των μετοχών της 14.11.2002 και τρίτον, την παράνομη εγγραφή του ποσού των 221.000.000 δρχ. ή 648.569,33 ευρώ στις πληρωμές της χρήσης του έτους 2001 του λογαριασμού "ταμείο" της εκκαλούσας, αντί των εισπράξεων, έχοντας εισπράξει το σύνολο των προαναφερομένων εννέα επιταγών του πρακτορείου "..." για λογαριασμό της εκκαλούσας τις οποίες οπισθογράφησε ο ίδιος, θέτοντας και την εμπορική σφραγίδα της εκκαλούσας, συνολικού ποσού 311.437.113 δρχ.

δεν εισήγαγε το σύνολο των χρημάτων σε μετρητά στο ταμείο της εκκαλούσας ούτε κατέθεσε το σύνολο των χρημάτων στους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς της εκκαλούσας ώστε να μην γίνει αντιληπτή μεταγενέστερη αδικαιολόγητη ανάληψη των χρημάτων είτε από τα ταμεία είτε από τους τραπεζικούς λογαριασμούς, ούτε παρέδωσε στο νέο ΔΣ της πολιτικώς ενάγουσας, κατά την παραίτησή του στις 14.11.2002 από την θέση του διευθύνοντος συμβούλου το συνολικό ποσό των 221.000.000 δρχ.

ή 648.569,33 ευρώ αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, προβαίνοντας αφενός στην είσπραξη των χρηματικών ποσών της πρώτης και έβδομης από τις παραπάνω επιταγές από την τράπεζα στην οποία τις εμφάνισε προς εξόφληση και αφετέρου στην ανάληψη χρημάτων με επιταγές έκδοσης του, είτε σε διαταγή του είτε σε διαταγή τρίτων από τους παραπάνω υπ' αριθ. ...

και .... λογαριασμούς της δεύτερης εταιρείας της οποίας ήταν επίσης διαχειριστής και εκπρόσωπος, στους οποίους είχε καταθέσει τα ποσά των υπολοίπων επτά επιταγών, για προσωπικές του ανάγκες και για σκοπούς ξένους προς την εκκαλούσα και όχι προς πληρωμή οφειλών της εκκαλούσας. Ο κατηγορούμενος πίστευε, εσφαλμένα, ότι μετά την απαλλαγή του από κάθε ευθύνη με την απόφαση της Γ.Σ.

η Ψ δεν είχε πλέον κανένα λόγο να διενεργήσει ως νέα πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εκκαλούσας, οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο αυτής. Όμως η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του κατηγορουμένου από οποιαδήποτε ευθύνη, δεν αποτελεί λόγο άρσης του αδίκου της πράξης του, ή άρσης του αξιοποίνου ή προσωπικό λόγο απαλλαγής του, κατά τον Ποινικό Κώδικα.

Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι οι εννέα επιταγές, εκδόθηκαν σε διαταγή "...", του ομίλου .... και τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των αναγκών των δύο ξενοδοχείων που ανήκαν στις δύο εταιρείες ότι όλα ελέγχθηκαν από τους κληρονόμους του αδελφού του προτού γίνει η εξωεταιρική σύμβαση μετόχων και επικαλείται την έκθεση του πραγματογνώμονα ....

και την από 27.4.2004 επιστολή του λογιστή Θ, η οποία απευθύνεται σ' αυτόν και τον οποίο όρισε μεταγενέστερα ως τεχνικό σύμβουλο δίχως όμως ο τελευταίος να συντάξει έκθεση τεχνικού συμβούλου. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν, δεδομένου ότι η οπισθογράφηση και των εννέα επιταγών έγινε από τον κατηγορούμενο με την ιδιότητα του ως εκπροσώπου και διαχειριστή της εκκαλούσης και όχι της δεύτερης εταιρείας, τα δε χρήματα από την πληρωμή των επιταγών έπρεπε να κατατεθούν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εκκαλούσης ή να εισαχθούν στο ταμείο της από τον κατηγορούμενο, ο οποίος παρέλειψε να το πράξει, μάλιστα δε από τις έξι παραπάνω επιταγές που εμφανίζεται στον λογαριασμό "ταμείο" της εκκαλούσης κατέθεσε μόνο το ποσό της μιας από αυτές, ύψους 3.322.402 δρχ.

σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσης και παρέλειψε να το πράξει για τις υπόλοιπες πέντε, ώστε να μην γίνει αντιληπτή μεταγενέστερη εκταμίευση χρημάτων που δεν θα αφορούσε πραγματικές δαπάνες της εκκαλούσης. Ουδείς οικονομικός έλεγχος προηγήθηκε της εξωεταιρικής σύμβασης όπως έχει προεκτεθεί. Στην έκθεση του ο πραγματογνώμων ...

καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα να κρίνει αν έγινε υπεξαίρεση του ποσού των 221.000.000 δρχ. όμως ο πραγματογνώμων για την σύνταξη της έκθεσης του έλαβε υπόψη του μόνο α) τους ισολογισμούς των χρήσεων των ετών 1999, 2000 και 2001 της εκκαλούσης, β) το από 17.1.2004 πόρισμα ελέγχου του λογιστή Θ και γ) την από 6.9.2004 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου του λογιστή Φ και παρέλειψε ο πραγματογνώμων να ελέγξει και να λάβει υπόψη του τα λογιστικά βιβλία της εκκαλούσης και τα έγγραφα της δικογραφίας, μάλιστα δε παρέλειψε να ελέγξει και να λάβει υπόψη του τα λογιστικά βιβλία της εκκαλούσης και τα έγγραφα της δικογραφίας, μάλιστα δε παρέλειψε να ελέγξει τις εννέα επιταγές συνολικού ποσού 311.437.113 δρχ.

και να αναφέρει σε ποιους λογαριασμούς κατατέθηκαν τα χρήματα των επιταγών, με συνέπεια η έκθεση πραγματογνωμοσύνης να είναι ελλειπής και να μην καταλήγει σε ασφαλές συμπέρασμα. Στην παραπάνω επιστολή του ο λογιστής Θ αναφέρεται στον έλεγχο της διαχείρισης και των δύο εταιρειών των ετών 1999, 2000 και 2001, συνολικά και δεν επικεντρώνεται μόνο, στον έλεγχο της εκκαλούσης του έτους 2001 και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τη γνώμη του δεν εκταμιεύτηκε από τρίτο πρόσωπο το ποσό των 221.000.000 δρχ.

με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι όλες, οι χρεώσεις των λογαριασμών των τραπεζών (αναλήψεις) αφορούν έξοδα των εταιρειών και ότι την 31.12.2001 σε κανένα Extrait των τραπεζών δεν υπάρχει εκταμίευση 221.100.000 δρχ. Όμως ο συγκεκριμένος λογιστής αποφεύγει να αναφέρει σε ποιους λογαριασμούς κατατέθηκαν τα ποσά των εννέα παραπάνω επιταγών και ότι ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να καταθέσει τα ποσά τους στους λογαριασμούς της εκκαλούσης ως έσοδα της, αφού ήταν οπισθογραφημένες, με την εταιρική σφραγίδα της εκκαλούσης, και είχαν παραδοθεί από τον κατηγορούμενο αποκλειστικά και μόνο σε τράπεζες ως και ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εκταμίευσης του ποσού των 221.000.000 δρχ.

από τους λογαριασμούς της εκκαλούσης, αφού δεν προηγήθηκε κατάθεση του παραπάνω χρηματικού ποσού στους λογαριασμούς της. Επίσης ο λογιστής Θ και ο πραγματογνώμων .... αποφεύγουν να αναφέρουν ότι οι εμφανιζόμενες στο λογαριασμό "ταμείο" της εκκαλούσης εισπράξεις, μόνο κατά το έτος 2001 ανέρχονταν στο συνολικόποσό των 256.989.145 δρχ., ενώ οι εμφανιζόμενες στον ίδιο λογαριασμό λοιπές πληρωμές, εκτός δηλαδή από το ποσό των 221.000.000 δρχ.

προς την ΕΤΒΑ, ανέρχονταν στο συγκριτικά μικρότερο ποσό των 167.215.704 δρχ.

Με βάση τα προεκτεθέντα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, με το εκκαλούμενο βούλευμα εσφαλμένα αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η έφεση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας κατά του υπ' αριθ. 1421/2007 βουλεύματος .Πλημμελειοδικών Ρόδου και κατά το κεφάλαιο με το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου για την παραπάνω πράξη να μεταρρυθμισθεί το εκκαλούμενο βούλευμα σε σχέση την απαλλακτική του διάταξη για παραπάνω πράξη και να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 122 §1, 309 § 1ε, 317, 318 Κ.Π.Δ. για να δικαστεί για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερης μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το αντικείμενο της απάτης υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26§1α, 27§ 1, 98, 375 §§ 1,2 εδαφ. α', β' Π.Κ.) και για την οποία προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις για να υποστηριχθεί η κατηγορία.

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, δια της αναφοράς του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ'αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ενώ δέχεται ότι δεν προηγήθηκε κατάθεση του ποσού των 221.000.000 δρχ. στους λογαριασμούς της εκκαλούσας (δείτε 12η σελ. του προσβαλλομένου βουλεύματος), δεν αιτιολογεί ειδικώς κατά ποίον τρόπο, αν υπήρξε τέτοιος, περιήλθε τούτο στην κατοχή του αναιρεσείοντος υπό την διαλαμβανόμενη ιδιότητά του και το υπεξαίρεσε όπως του αποδίδεται. 'Αμα δε, ενώ δέχεται, αντικρούοντας την επιστολή του λογιστή Θ, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εκταμίευσης του ποσού των 221.000.000 δρχ.

από τους λογαριασμούς της εκκαλούσας, αφού δεν προηγήθηκε κατάθεση του παραπάνω χρηματικού ποσού στους λογαριασμούς της (δείτε σελ. 12η του προσβαλλομένου βουλεύματος), κατά τρόπο αντιφατικό αποδίδει στον αναιρεσείοντα ότι το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενώ από το σκεπτικό του ιδίου βουλεύματος προκύπτει περαιτέρω ότι λογιστικώς φαίνεται να χρεώθηκε ως έξοδο αντί ως έσοδο στους λογαριασμούς της εκκαλούσας και υπήρξε το μεγαλύτερο μέρος του διαγραφέντος χρέους της εκκαλούσας προς την ΕΤΒΑ ύψους 234.825.062 δραχμών. 'Ετσι λοιπόν με τις παραδοχές του αυτές κατέστησε το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου το προσβαλλόμενο βούλευμά του αναιρετέο για τους εκ του άρθρου 484 παρ. 1β' και δ' του Κ.Π.Δ.

λόγους αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 α' και β' του Π.Κ. που εφαρμόσθηκε, αφού με την παραπάνω εκτιθέμενη αντίφασή του δεν καθίσταται εφικτό να διαπιστωθεί από το δικαστήριό σας αν ορθώς εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 α' και β' του Π.Κ.

για παράβαση της οποίας παραπέμπεται να δικασθεί ο αναιρεσείων. Πρέπει λοιπόν κατά ταύτα να αναιρεθεί για τους λόγους αυτούς το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου συντιθέμενου από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν με το προσβαλλόμενο βούλευμα (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 Κ.Π.Δ.).

Περαιτέρω ως προς τον τρίτο λόγο αναίρεσης της υπέρβασης εξουσίας που στηρίζει ο αναιρεσείων στο γεγονός ότι παραπέμπεται να δικασθεί και για την υπεξαίρεση των ποσών των επιταγών που μνημονεύει στην αναίρεσή του, ενώ για την υπεξαίρεση αυτή ουδέποτε εκλήθη να απολογηθεί, είναι αβάσιμος διότι από την από 13-11-2006 απολογία του ενώπιον του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ρόδου Γεωργίου Πλαγάκου, σαφώς προκύπτει ότι απολογήθηκε αυτός για την υπεξαίρεση των ποσών των επιταγών που πιο πάνω αναφέρονται.

Στηρίζεται λοιπόν ο λόγος αυτός επί της ανωτέρω ανακριβούς προϋποθέσεως και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακόμη να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας, καθ'όσον με την απολογία του, τις γραπτές εξηγήσεις του και το περιεχόμενο της κρινόμενης αναίρεσής του, πλήρως εξέθεσε τις απόψεις του και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του.

Αθήνα 13 Αυγούστου 2008

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρ. 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ που εφαρμόζεται και στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 ΚΠΔ, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος, διατυπούμενο κατά λέξη στην υπ' αριθμ.2/26-5-2008 έκθεση αναίρεσης "Επειδή δια της παρούσης αιτούμαι την αυτοπρόσωπη παράσταση μου κατά τη συζήτηση της "παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει διευκρινήσεις, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών.

Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 εδ. α' του ΠΚ, όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται αντικειμενικώς, α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη" άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή 73.000 ευρώ κατά το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, με το οποίο δόθηκε η επίσημη αντιστοιχία .

Για να έχει ο δράστης της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση δηλαδή όχι μόνο υλικές αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεως με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία.

Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ1 του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία.

Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.

II.- Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 21/2008 βούλευμα του με καθολική, επιτρεπτή δε αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, έκαμε δεκτή την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας κατά του πρωτοδίκου απαλλακτικού βουλεύματος όσον αφορά την αποδιδομένη στον αναιρεσείοντα πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, δεχθέν ειδικότερα τα ακόλουθα:Ο κατηγορούμενος Χ μαζί με τον ήδη αποβιώσαντα στις 17.1.2002 από ανίατη ασθένεια αδελφό του Ψ, σύζυγο της Ζ, συνέστησαν το έτος 1984 την εκκαλούσα εταιρεία και ακολούθως το έτος 1986 συνέστησαν δεύτερη εταιρεία με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης ΑΕ" με σκοπό την εκμετάλλευση δύο ιδιόκτητων ξενοδοχείων που βρίσκονται στη .... ....

Οι μετοχές των δύο ΑΕ ανήκαν κατ' ισομοιρία στα δύο αδέλφια. Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εκκαλούσας ήταν από το έτος1998 οι Ψ, πρόεδρος, Χ, διευθύνων σύμβουλος, ...., αντιπρόεδρος και οι ... και ..., μέλη. Ορίστηκε ότι η εκκαλούσα εταιρεία εκπροσωπείται, από κοινού ή μεμονωμένα, από τους Ψ και τον κατηγορούμενο.

Ομοίως ορίστηκε η εκπροσώπηση και της δεύτερης εταιρείας. Η εκκαλούσα είχε λάβει από την Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΒΑ) δύο δάνεια, η οφειλή από τα οποία στις 9.5.2001 ανερχόταν στο ποσό των 307.004.497 δραχμών. Η ΕΤΒΑ με την από 14.12.2001 επιστολή της απευθυνόμενης προς την εκκαλούσα επαναπροσδιόρισε κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, όπως τροποπ.

με αρθρ. 42 Ν. 2912/2001, την συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της εκκαλούσας στο ποσό των 72.179.435 δραχμών και παραιτήθηκε από απαιτήσεις της έναντι της τελευταίας ποσό 234.825.062 δραχμών ή 689.141,78 ευρώ. Κατά την διάρκεια του έτους 2001 ο Ψ ασθενούσε βαρύτατα και μάλιστα επί τρίμηνο νοσηλεύθηκε σε νοσηλευτικό ίδρυμα των Η.Π.Α., η δε ασθένεια του δεν του επέτρεπε να ασχολείται με τις οικονομικές δοσοληψίες της εκκαλούσης εταιρείας, τις οποίες είχε αναλάβει να διεκπεραιώνει ο κατηγορούμενος, τον οποίο εμπιστευόταν.

Η εκκαλούσα τηρούσε δύο τραπεζικούς λογαριασμούς καταθέσεων όψεως και συγκεκριμένα στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, κατάστημα ... τον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό και στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, κατάστημα ... ..., τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό. Η δεύτερη εταιρία "Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης ΑΕ" τηρούσε τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς όψεως και συγκεκριμένα στην Εμπορική Τράπεζα τον υπ', αριθμ. ....

λογαριασμό, στην Εθνική Τράπεζα τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό και στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου τον υπ' αριθ.... λογαριασμό. Τα έσοδα, εισπράξεις, της εκκαλούσης, προέρχονταν είτε από τα τουριστικά πρακτορεία, τα οποία μίσθωναν δωμάτια του ξενοδοχείου της, είτε από τα τμήματα του ξενοδοχείου, δηλαδή το εστιατόριο, το μπαρ κλπ.

Όλα τα έσοδα της εκκαλούσης έπρεπε να κατατίθενται στους παραπάνω δύο τραπεζικούς λογαριασμούς της,αφού πληρωθούν οι τρέχουσες μικροδαπάνες ή η τυχόν μισθοδοσία του προσωπικού και όλα τα έξοδα της έπρεπε να εξοφλούνται με επιταγές των δύο τραπεζών, εκτός από τα μικροέξοδα και τις πληρωμές δαπανών-εξόδων με αποδείξεις.

Κατά το χρονικό διάστημα από 27.1.2001 έως 1.12.2001 το γερμανικό πρακτορείο "... που εδρεύει στο ... της ...., εξέδωσε σε διαταγή της εκκαλούσης τις παρακάτω εννέα επιταγές πληρωτέες από την τράπεζα Citybank τις οποίες απέστειλε σ' αυτή προς εξόφληση οφειλών της, ως μισθώτρια του ξενοδοχείου: α/α Ημερομηνία πληρωμής

Αριθμός επιταγής Ποσό σε δραχμές1. 27.01.2001 ... ....- 26.03.2001 ....

...... 26.03.2001 ... ..... 21.04.2001 ... ....

11.08.2001 .... .....

08.09.2001 ... .....

08.09.2001 .... ..... 03.11.2001 .... ...0. 01.12.2001 .... 8.562.685 Το σύνολο των επιταγών ανέρχεται στο ποσό των 311.437.113 δρχ. Από τις παραπάνω εννέα επιταγές, ο κατηγορούμενος ενεργώντας ως διευθύνων σύμβουλος και διαχειριστής της εκκαλούσης α) κατέθεσε μόνο την έκτη επιταγή ποσού 3.322.402 δραχμών στον υπ' αριθ. .... λογαριασμό της εκκαλούσης στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, β) την δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, όγδοη και ένατη επιταγή ποσού 40.000.000, 51.200.153, 32.605.700,2, 2.408.673 και 8.562.685 δρχ.

αντίστοιχα, συνολικού ποσού 134.777.211 δρχ. εξόφλησε στην Εμπορική Τράπεζα, καταθέτοντας τις πέντε επιταγές σε πίστωση του παραπάνω υπ' αριθ. ... λογαριασμού της δεύτερης εταιρίας "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης ΑΕ" και όχι σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσης, όπως όφειλε, ούτε μεταγενέστερα κατέθεσε το παραπάνω ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσης, γ) στην πέμπτη επιταγή ποσού 85.187.500" δρχ.

εξόφλησε στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, σε πίστωση του παραπάνω υπ' αριθ. .... λογαριασμού της δεύτερης εταιρίας και όχι σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσης όπως όφειλε ούτε μεταγενέστερα κατέθεσε το παραπάνω ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλουσης και δ) την πρώτη και έβδομη επιταγή ποσού 20.000.000 και 68.150.000 δραχμών αντίστοιχα, συνολικού ποσού 88.150.000 δρχ.

εξόφλησε στην τράπεζα Citibank και δεν κατέθεσε μεταγενέστερα το παραπάνω ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσης διαχειριστής της εκκαλούσης θέτοντας συγχρόνως στην υπογραφή του την εμπορική-εταιρική σφραγίδα της εκκαλούσης. Την πρώτη, τέταρτη και έβδομη από τις παραπάνω εννέα επιταγές δεν τις εμφάνισε ο κατηγορούμενος στο λογιστήριο της εκκαλούσης και γι' αυτό το λόγο δεν καταχωρήθηκαν στο θεωρημένο συγκεντρωτικό ημερολόγιο γενικής λογιστικής της εκκαλούσας ούτε στο αντίστοιχο λογιστικό βιβλίο της παραπάνω δεύτερης εταιρίας.

Τις εννέα επιταγές τις οπισθογράφησε ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος και διαχειριστής της εκκαλούσης θέτοντας συγχρόνως στην υπογραφή του την εμπορική-εταιρική σφραγίδα της εκκαλούσης. Tην πρώτη, τέταρτη και έβδομη από τις παραπάνω εννέα δεν τις εμφάνισε ο κατηγορούμενος στο λογιστήριο της εκκαλούσης της γι' αυτό το λόγο δεν καταχωρήθηκαν στο θεωρημένο συγκεντρωτικό ημερολόγιο γενικής λογιστικής της εκκαλούσας ούτε στο αντίστοιχο λογιστικό βιβλίο της παραπάνω δεύτερης εταιρείας με συνέπεια να μην εμφανίζεται στα λογιστικά βιβλία της η είσπραξη του συνολικού ποσού των 120.755.700 δρχ.

προερχόμενο από τις τρεις επιταγές του πρακτορείου "....". Όσον αφορά τις υπόλοιπες έξι επιταγές, συνολικού ποσού 190.681.413 δρχ. έδωσε εντολή ο κατηγορούμενος να καταχωρηθούν οι αριθμοί των επιταγών και τα ποσά τους, ως εισπράξεις στις σελίδες 9/26.3.2001, 390/11.8.2001, 487/8.9.2001, 645/3.11.2001 και 655/1.12.2001 στο συγκεντρωτικό ημερολόγιο γενικής λογιστικής της εκκαλούσας ως επίσης και το χρηματικό ποσό των 10.000 δραχμών ως είσπραξη από το πρακτορείο "..." μη συνδυαζόμενη με επιταγή, συνολικά δε το ποσό των 190.691.413 δρχ. (190.681.413 + 10.000) και να πιστωθούν οι λογαριασμοί του πρακτορείου αυτού με το ποσό των 190.691.413 δρχ.

συνολικά. Το παραπάνω ποσό απεικονιζόταν μόνο ως λογιστικό μέγεθος στα βιβλία της εκκαλούσης και δεν κατέθεσε ο κατηγορούμενος στο ταμείο της εκκαλούσης είτε συγχρόνως με την καταχώρηση των προαναφερομένων εισπράξεων στα βιβλία της είτε μεταγενέστερα, τα χρήματα των εισπράξεων, ούτε τα κατέθεσε, όπως έχει προεκτεθεί, στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εκκαλούσης.

Εκτός από το παραπάνω ποσό των 190.691.413 ευρώ καταχωρήθηκαν στις εισπράξεις στο βιβλίο απογραφών και ισολογισμού, λογαριασμός "Ταμείο" της εκκαλούσης, το ποσό των 40.000.000 δρχ. ως δάνειο από την Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου και το ποσό των 26.297.732 δρχ. ως εισπράξεις από τμήματα του "ξενοδοχείου με συνέπεια να εμφανίζεται στις εισπράξεις χρήσεως 2001 το συνολικό ποσό των 256.989.145 δρχ. (190.691.413 +40.000.000 + 26.297.732).

Στο ποσό των 256.989.145 προστέθηκε και το ποσό των 188.199.028 δρχ. ως χρεωστικό υπόλοιπο από 31.12.2000. Στον ίδιο λογαριασμό και στις πληρωμές χρήσεως 2001 καταχωρήθηκαν το ποσό των 167.215.704 δρχ. ως "λοιπές πληρωμές" και το ποσό των 221.000.000 ως πληρωμή στην ΕΤΒΑ, με συνέπεια να εμφανίζεται σύνολο πληρωμών το ποσό των 388.215.704 δρχ.

παρά το γεγονός ότι το ποσό των 221.000.000 δρχ. το μεγαλύτερο μέρος του δεν αφορούσε πληρωμή προς την ΕΤΒΑ. Αλλά το μεγαλύτερο μέρος του διαγραφέντος χρέους ύψους 234.825.062 δρχ. όπως έχειπροεκτεθεί και θα έπρεπε να καταχωρηθεί στα έσοδα της εκκαλούσης και όχι να μειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού "ταμείο". Η συγκεκριμένη εγγραφή του ποσού των 221.000.000 δρχ.

ως πληρωμή, φέρει ημερομηνία 31.12.2001 και διαλαμβάνεται επίσης στον ισολογισμό της 31.12.2001 της εκκαλούσης για την εταιρική χρήση από 1.1.2001 έως 31.12.2001 ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 15.7.2002 στο ΦΕΚ 7334/15.7.2002 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Όμως η λογιστική εγγραφή του ποσού των 221.000.000 δρχ. σε μείωση του λογαριασμού "ταμείο" δεν έγινε στις 31.12.2001 αλλά μεταγενέστερα και πάντως πριν από την δημοσίευση του ισολογισμού.

Ειδικότερα μετά τον θάνατο του Ψ,ο λογιστής ..., ο οποίος είχε προσληφθεί από την Ζ ως οικονομικός της σύμβουλος στα θέματα της κληρονομιαίας περιουσίας του συζύγου της, συμβούλεψε τον Κ, λογιστή της εκκαλούσης, να μην εμφανίσει το ποσό των 221.000.000 δρχ. ως έσοδο στον ισολογισμό της εκκαλούσης, για να αποφευχθεί έτσι η πληρωμή φόρων επί του ποσού αυτού, αλλά να εγγραφεί ως μείωση της οφειλής προς την ΕΤΒΑ, δηλαδή ως πληρωμή.

Η συμβουλή του λογιστή οδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης ΑΕ" με συνέπεια να μην γνωρίζει ούτε ο ίδιος, ούτε η Ζ την ακριβή οικονομική κατάσταση των δύο εταιριών και ιδίως της εκκαλούσης και συγκεκριμένα ότι απουσίαζαν χρήματα από το ταμείο της και από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της.

Ο λογιστής Κ, ο οποίος ήταν αρμόδιος και υπεύθυνος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 29 του ΠΔ 186/1992 για την ορθή τήρηση των λογιστικών βιβλίων, την ορθότητα των εγγραφών σ' αυτά και την ορθή σύνταξη του ισολογισμού, καταχώρησε την εγγραφή του ποσού των 221.000.000 δρχ. στις πληρωμές του λογαριασμού "ταμείο", πιστώνοντας (μειώνοντας) τον λογαριασμό "ταμείο".

Η παραπάνω πράξη του λογιστή Κ ως και του κατηγορουμένου, αποτελεί μεν φορολογική παράβαση, για τα οποία αρμόδιος να επιληφθεί είναι ο διευθυντής της Δ.Ο.Υ, αλλά δεν στοιχειοθετεί πράξη πλαστογραφίας, είτε με την έννοια της νόθευσης, όπως έχει απαγγελθεί κατηγορία κατά του κατηγορουμένου, είτε με την έννοια της κατάρτισης πλαστού.

Ειδικότερα η καταχώρηση στα έξοδα -πληρωμές- του λογαριασμού "ταμείο" του βιβλίου απογραφών και ισολογισμών, αντί στα έσοδα -εισπράξεις- του ίδιου βιβλίου της εκκαλούσης, της ανύπαρκτης εκταμίευσης και καταβολής προς την ΕΤΒΑ του ποσού των 221.000.000 δρχ., έγινε από τον κατά νόμο αρμόδιο να ενεργεί τις σχετικές εγγραφές λογιστή, με την εντολή του κατηγορουμένου και όχι από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή η καταχώρηση έγινε από τον δικαιούχο εκδότη εγγράφου κατά την σύνταξη του και ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός ότι η συμπλήρωση της εγγραφής αυτής στον λογαριασμό "ταμείο" για την χρήση του έτους 2001 έγινε μετά την 31.12.2001 και πάντως πριν από την δημοσίευση του ισολογισμού, αφού η μεταγενέστερη εγγραφή αφενός μεν δεν απαγορεύεται από τον νόμο, με την απαραίτητη προϋπόθεση να μην μεσολαβήσει έλεγχος και θεώρηση των μέχρι τότε εγγραφών από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

η οποία δεν πραγματοποιήθηκε, αφετέρου ουδείς άλλος, εκτός από την εκκαλούσα που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος, είχε αποκτήσει δικαίωμα επί του παραπάνω βιβλίου απογραφών και ισολογισμών, πριν από την καταχώρηση της σχετικής εγγραφής. Ο Ψ κατέλειπε ως εκ διαθήκης κληρονόμους -του την σύζυγο του Ζ και τις θυγατέρες του ..., ....

και ..... Ένα περίπου μήνα από τον θάνατο του Ψ ο κατηγορούμενος σκοπεύοντας να αποκλείσει την δυνατότητα στην Ζ να λάβει γνώση κρισίμων εγγράφων που αφορούσαν την εκκαλούσα εταιρεία με την από 15.2.2002 πρόχειρη ιδιόγραφη εντολή του προς τον λογιστή των δύο εταιρειών Κ, απαγόρευσε στον λογιστή να χορηγεί στοιχεία της εκκαλούσας σε οποιονδήποτε.

Η εκπροσώπηση και διαχείριση και των δύο παραπάνω εταιρειώνσυνεχίστηκε από τον κατηγορούμενο κατά την διάρκεια του έτους 2002 και μέχρι την 14.11.2002, αλλά επειδή δημιουργήθηκαν μεταξύ του κατηγορουμένου και των συγκληρονόμων του Ψ διενέξεις και διαφορές όσο αφορά τον τρόπο διοίκησης των δύο εταιρειών στις 14.11.2002 συντάχθηκαν α) ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης ανωνύμων μετοχών, β) πρακτικό της καθολικής έκτακτης γενικής συνέλευσης της εκκαλούσας εταιρείας και γ) εξωεταιρική σύμβαση των μετόχων των δύο εταιρειών.

Με αυτά αποφασίστηκε οι μέτοχοι ν' ανταλλάξουν τις μετοχές τους με τρόπο ώστε να διαχωρισθούν οι δύο εταιρείες και η μεν εκκαλούσα εταιρεία να ανήκει εξ ολοκλήρου στους κληρονόμους του Ψ η δε εταιρεία "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης ΑΕ" στον κατηγορούμενο και την σύζυγο του ..... Επειδή η οικονομική αξία της εκκαλούσης ήταν μεγαλύτερη της δεύτερης εταιρείας, συμφωνήθηκε επίσης οι κληρονόμοι του Ψ να μεταβιβάσουν στον κατηγορούμενο κατά πλήρη κυριότητα, χωρίς καταβολή τιμήματος τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί οκτώ αγρών στην ...

και επίσης να επιβαρυνθούν με υποχρεώσεις προς τρίτους των δύο εταιρειών ύψους 1.145.000 ευρω, ενώ ο κατηγορούμενος επιβαρύνθηκε με αντίστοιχες υποχρεώσεις ύψους 591.000 ευρώ. Με το από 14.11.2002 πρακτικό της η γενική συνέλευση της εκκαλούσας ενέκρινε τα πεπραγμένα του διοικητικού συμβουλίου της μέχρι και την 31.10.2002, απάλλαξε τα μέλη του από κάθε ευθύνη και αποφάσισε ότι το κλείσιμο της 31.10.2002, απάλλαξε τα μέλη του από κάθε ευθύνη και αποφάσισε ότι το κλείσιμο της 31.10.2002 έχει καλώς αφού όλες οι εισπράξεις και πληρωμές στηρίζονται σε πραγματικές συναλλαγές και νόμιμα παραστατικά.

Επίσης παραιτήθηκε το ΔΣ της εκκαλούσης και έγινε η εκλογή νέου ΔΣ το οποίο ακολούθως συγκροτήθηκε σε σώμα με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τη Ζ. Μετά τον διαχωρισμό των δύο εταιρειών για πρώτη φορά η Ζ, διενήργησε διαχειριστικό έλεγχο της εκκαλούσης για τα έτη 2000, 2001 και 2002. Ο διενεργήσας τον έλεγχο ορκωτός λογιστής Φ, υπέβαλε προς το Δ.

Σ. της εκκαλούσης την από 6.1.2004 έκθεση του στην οποία μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι: α) όσο αφορά τον λογαριασμό "ταμείο" από 1.1.2000 έως 31.12.2000, καταχωρήθηκαν στο θεωρημένο συγκεντρωτικό ημερολόγιο γενικής λογιστικής πληρωμές προς το ΙΚΑ συνολικού ποσού 180.000.000 δρχ., βάσει τριάντα γραμματίων είσπραξης του ΙΚΑ, τα οποία ουδέποτε εκδόθηκαν από το ΙΚΑ, ουδέποτε εισπράχθηκαν από το ΙΚΑ τα 180.000.000 δρχ.

και συνεπώς δεν πληρώθηκαν το έτος 2000 από την εκκαλούσα και αφαιρέθηκαν αδικαιολόγητα από το ταμείο της εκκαλούσης. (Για την υπόθεση αυτή έχει σχηματισθεί άλλη δικογραφία). Β) Όσο αφορά τον λογαριασμό "ταμείο" από 1.1.2001 έως 31.12.2001 καταχωρήθηκε πληρωμή ποσού 221.000.000 δρχ. προς την ΕΤΒΑ με συνέπεια να μειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού "ταμείο" ενώ έπρεπε το ποσό των 221.000.000 δρχ.

να καταχωρηθεί στα έσοδα της εταιρείας και με τον παραπάνω λογιστικό χειρισμό αφαιρέθηκε αδικαιολόγητα από το ταμείο της εταιρείας το ποσό των 221.000.000 δρχ. και γ) όταν επιχείρησε να διενεργήσει καταμέτρηση του ταμειακού αποθέματος της εταιρείας τον Νοέμβριο 2003, η Ζ του δήλωση ότι στο ταμείο της εταιρείας δεν υπάρχουν μετρητά, επειδή κατά την ανάληψη των καθηκόντων της ως προέδρου του ΔΣ δεν της παραδόθηκαν μετρητά από το προηγούμενο Δ.Σ.

Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος μηνός Ιανουαρίου 2001 έως την 14 Νοεμβρίου 2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του, πρόκειται δε για αντικείμενο ιδιαίτερης μεγάλης αξίας που του είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το δε συνολικό αντικείμενο της πράξεις υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ και ειδικότερα, ασκώντας την διαχείριση της εκκαλούσας εταιρείας σχεδόν αποκλειστικά ο ίδιος από το τέλος Ιανουαρίου2001 έως την 17.1.2001, λόγω της βαρύτατης και ανία της ασθένειας του αδελφού του Ψ και αποκλειστικά ο ίδιος από την 17.1.2001, ημερομηνία θανάτου του αδελφού του, μέχρι την 14.11.2002, εκμεταλλευόμενος πρώτον την απουσία ουσιαστικού ελέγχου από τον ασθενή αδελφό του, ενόσω ζούσε, δεύτερον τον αποκλεισμό με εντολή του, οποιασδήποτε δυνατότητας πρόσβασης των κληρονόμων του αδελφού του, οι οποίοι κατείχαν το 50% των μετοχών και των δύο παραπάνω Α.Ε., στα εμπορικά, λογιστικά βιβλία και τα κρίσιμα έγγραφα της εκκαλούσας, ώστε να μην επιχειρήσουν οποιονδήποτε οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο στην εκκαλούσα, ιδίως αναφορικά με τις εισπράξεις της, έτσι ώστε να ευρίσκονται εν αγνοία της οικονομικής κατάστασης της, μέχρι να επιτύχει την απαλλαγή του από κάθε ευθύνη, ως διεθύνοντος συμβούλου αυτής και την έγκριση των πεπραγμένων του Δ.Σ.

με απόφαση της Γ.Σ. των μετοχών της 14.11.2002 και τρίτον, την παράνομη εγγραφή του ποσού των 221.000.000 δρχ. ή 648.569,33 ευρώ στις πληρωμές της χρήσης του έτους 2001 του λογαριασμού "ταμείο" της εκκαλούσας, αντί των εισπράξεων, έχοντας εισπράξει το σύνολο των προαναφερομένων εννέα επιταγών του πρακτορείου "...." για λογαριασμό της εκκαλούσας τις οποίες οπισθογράφησε ο ίδιος, θέτοντας και την εμπορική σφραγίδα της εκκαλούσας, συνολικού ποσού 311.437.113 δρχ.

δεν εισήγαγε το σύνολο των χρημάτων σε μετρητά στο ταμείο της εκκαλούσας ούτε κατέθεσε το σύνολο των χρημάτων στους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς της εκκαλούσας ώστε να μην γίνει αντιληπτή μεταγενέστερη αδικαιολόγητη ανάληψη των χρημάτων είτε από τα ταμεία είτε από τους τραπεζικούς λογαριασμούς, ούτε παρέδωσε στο νέο ΔΣ της πολιτικώς ενάγουσας, κατά την παραίτηση του στις 14.11.2002 από την θέση του διευθύνοντος συμβούλου το συνολικό ποσό των 221.000.000 δρχ.

ή 648.569,33 ευρώ αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, προβαίνοντας αφενός στην είσπραξη των χρηματικών ποσών της πρώτης και έβδομης από τις παραπάνω επιταγές από την τράπεζα στην οποία τις εμφάνισε προς εξόφληση και αφετέρου στην ανάληψη χρημάτων με επιταγές έκδοσης του, είτε σε διαταγή του είτε σε διαταγή τρίτων από τους παραπάνω υπ' αριθ. ...

και .... λογαριασμούς της δεύτερης εταιρείας της οποίας ήταν επίσης διαχειριστής και εκπρόσωπος, στους οποίους είχε καταθέσει τα ποσά των υπολοίπων επτά επιταγών, για προσωπικές του ανάγκες και για σκοπούς ξένους προς την εκκαλούσα και όχι προς πληρωμή οφειλών της εκκαλούσας. Ο κατηγορούμενος πίστευε, εσφαλμένα, ότι μετά την απαλλαγή του από κάθε ευθύνη με την απόφαση της Γ.Σ.

η Ζ δεν είχε πλέον κανένα λόγο να διενεργήσει ως νέα πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εκκαλούσας, οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο αυτής. Όμως η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του κατηγορουμένου από οποιαδήποτε ευθύνη, δεν αποτελεί λόγο άρσης του αδίκου της πράξης του, ή άρσης του αξιοποίνου ή προσωπικό λόγο απαλλαγής του, κατά τον Ποινικό Κώδικα.

Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι οι εννέα επιταγές, εκδόθηκαν σε διαταγή "...", του ομίλου ... και τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των αναγκών των δύο ξενοδοχείων που ανήκαν στις δύο εταιρείες ότι όλα ελέγχθηκαν από τους κληρονόμους του αδελφού του προτού γίνει η εξωεταιρική σύμβαση μετόχων και επικαλείται την έκθεση του πραγματογνώμονα ....

και την από 27.4.2004 επιστολή του λογιστή Θ, η οποία απευθύνεται σ' αυτόν και τον οποίο όρισε μεταγενέστερα ως τεχνικό σύμβουλο δίχως όμως ο τελευταίος να συντάξει έκθεση τεχνικού συμβούλου. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν, δεδομένου ότι η οπισθογράφηση και των εννέα επιταγών έγινε από τον κατηγορούμενο με την ιδιότητα του ως εκπροσώπου και διαχειριστή της εκκαλούσης και όχι της δεύτερης εταιρείας, τα δε χρήματα από την πληρωμή των επιταγών έπρεπε να κατατεθούν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εκκαλούσης ή να εισαχθούν στο ταμείο της από τον κατηγορούμενο, ο οποίος παρέλειψε να το πράξει, μάλιστα δε από τις έξι παραπάνω επιταγές που εμφανίζεται στον λογαριασμό "ταμείο" της εκκαλούσης κατέθεσε μόνο το ποσό της μιας από αυτές, ύψους 3.322.402 δρχ.

σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσης και παρέλειψε να το πράξει για τις υπόλοιπες πέντε, ώστε να μην γίνει αντιληπτή μεταγενέστερη εκταμίευση χρημάτων που δεν θα αφορούσε πραγματικές δαπάνες της εκκαλούσης. Ουδείς οικονομικός έλεγχος προηγήθηκε της εξωεταιρικής σύμβασης όπως έχει προεκτεθεί. Στην έκθεση του ο πραγματογνώμων ...

καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα να κρίνει αν έγινε υπεξαίρεση του ποσού των 221.000.000 δρχ. όμως ο πραγματογνώμων για την σύνταξη της έκθεσης του έλαβε υπόψη του μόνο α) τους ισολογισμούς των χρήσεων των ετών 1999, 2000 και 2001 της εκκαλούσης, β) το από 17.1.2004 πόρισμα ελέγχου του λογιστή Θ και γ) την από 6.9.2004 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου του λογιστή Φ και παρέλειψε ο πραγματογνώμων να ελέγξει και να λάβει υπόψη του τα λογιστικά βιβλία της εκκαλούσης και τα έγγραφα της δικογραφίας, μάλιστα δε παρέλειψε να ελέγξει και να λάβει υπόψη του τα λογιστικά βιβλία της εκκαλούσης και τα έγγραφα της δικογραφίας, μάλιστα δε παρέλειψε να ελέγξει τις εννέα επιταγές συνολικού ποσού 311.437.113 δρχ.

και να αναφέρει σε ποιους λογαριασμούς κατατέθηκαν τα χρήματα των επιταγών, με συνέπεια η έκθεση πραγματογνωμοσύνης να είναι ελλειπής και να μην καταλήγει σε ασφαλές συμπέρασμα. Στην παραπάνω επιστολή του ο λογιστής Θ αναφέρεται στον έλεγχο της διαχείρισης και των δύο εταιρειών των ετών 1999, 2000 και 2001, συνολικά και δεν επικεντρώνεται μόνο, στον έλεγχο της εκκαλούσης του έτους 2001 και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τη γνώμη του δεν εκταμιεύτηκε από τρίτο πρόσωπο το ποσό των 221.000.000 δρχ.

με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι όλες, οι χρεώσεις των λογαριασμών των τραπεζών (αναλήψεις) αφορούν έξοδα των εταιρειών και ότι την 31.12.2001 σε κανένα Extrait των τραπεζών δεν υπάρχει εκταμίευση 221.100.000 δρχ. Όμως ο συγκεκριμένος λογιστής αποφεύγει να αναφέρει σε ποιους λογαριασμούς κατατέθηκαν τα ποσά των εννέα παραπάνω επιταγών και ότι ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να καταθέσει τα ποσά τους στους λογαριασμούς της εκκαλούσης ως έσοδα της, αφού ήταν οπισθογραφημένες, με την εταιρική σφραγίδα της εκκαλούσης, και είχαν παραδοθεί από τον κατηγορούμενο αποκλειστικά και μόνο σε τράπεζες ως και ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εκταμίευσης του ποσού των 221.000.000 δρχ.

από τους λογαριασμούς της εκκαλούσης, αφού δεν προηγήθηκε κατάθεση του παραπάνω χρηματικού ποσού στους λογαριασμούς της. Επίσης ο λογιστής Θ και ο πραγματογνώμων ... αποφεύγουν να αναφέρουν ότι οι εμφανιζόμενες στο λογαριασμό "ταμείο" της εκκαλούσης εισπράξεις, μόνο κατά το έτος 2001 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 256.989.145 δρχ., ενώ οι εμφανιζόμενες στον ίδιο λογαριασμό λοιπές πληρωμές, εκτός δηλαδή από το ποσό των 221.000.000 δρχ.

προς την ΕΤΒΑ, ανέρχονταν στο συγκριτικά μικρότερο ποσό των 167.215.704 δρχ. Με βάση τα προεκτεθέντα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, με το εκκαλούμενο βούλευμα εσφαλμένα αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η έφεση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας κατά του υπ' αριθ.1421/2007 βουλεύματος.

Πλημμελειοδικών Ρόδου και κατά το κεφάλαιο με το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου για την παραπάνω πράξη να μεταρρυθμισθεί το εκκαλούμενο βούλευμα σε σχέση την απαλλακτική του διάταξη για παραπάνω πράξη και να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 122 §1, 309 § 1ε, 317, 318 Κ,Π.Δ.

για να δικαστεί για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερης μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το αντικείμενο της απάτης υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26§1α, 27§ 1, 98, 375 §§ 1,2 εδαφ.

α1, β1 Π.Κ.) και για την οποία προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις για να υποστηριχθεί η κατηγορία." Από το διατακτικό του προσβαλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου προκύπτει ότι η πράξη για την οποία παραπέμπεται ο ήδη αναιρεσείων συνίσταται στο ότι "στην ...., κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος του μηνός Ιανουαρίου 2001 έως την 14 Νοεμβρίου 2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του πρόκειται δε για αντικείμενο ιδιαίτερης μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το δε συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ.

ή 73.000 ευρώ και ειδικότερα ως διευθύνων σύμβουλος και διαχειριστής πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία " Άγιος Γεώργιος Τουριστικές και ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Α.Ε." που εδρεύει στην ... .... και εκπροσωπείται νόμιμα από την Ζ ,εκμεταλευόμενος πρώτον την απουσία ουσιαστικού ελέγχου από τον πάσχοντα από βαριά και ανίατη ασθένεια αδελφό του Ψ, ο οποίος απεβίωσε στις 17.1.2002, με τον οποίο κατείχε κατ' ισομοιρία τις μετοχές της πολιτικώς ενάγουσας ως και τις μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές -Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλίδης Α.Ε" οι οποίες είχαν την εκμετάλλευση δύο ιδιόκτητων ξενοδοχείων στην ... ...

δεύτερον τον αποκλεισμό με εντολή του οποιασδήποτε δυνατότητας πρόσβασης των κληρονόμων του αδελφού του και ειδικότερα της συζύγου του Ζ και των τριών θυγατέρων του ..., ... και ..., οι οποίοι κατείχαν το 50% των μετοχών και των δύο παραπάνω εταιρειών,στα εμπορικά, λογιστικά βιβλία και τα κρίσιμα έγγραφα της πολιτικώς ενάγουσας, ώστε να μην επιχειρήσουν οποιονδήποτε οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο στην πολιτικώς ενάγουσα, ιδίως αναφορικά με τις εισπράξεις της, έτσι ώστε να ευρίσκονται εν αγνοία της οικονομικής κατάστασης της, μέχρι να επιτύχει την απαλλαγή του από κάθε ευθύνη ως διευθύνοντος συμβούλου αυτής και την έγκριση των πεπραγμένων του Δ.Σ.

αυτής, με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της που πραγματοποιήθηκε στις 14.11.2002 και τρίτον την παράνομη εγγραφή με αναφερόμενη ημερομηνία την 31.12.2001 από τον λογιστή της πολιτικώς ενάγουσας Κ και κατόπιν εντολής του, του ποσού των 221.000.000 δρχ.ή 648.569.33 ευρώ στις πληρωμές του λογαριασμού "ταμείο" του έτους 2001 του βιβλίου απογραφών και ισολογισμών της πολιτικώς ενάγουσας, ως πληρωμή προς την ΕΤΒΑ ενώ στην πραγματικότητα το παραπάνω ποσό δεν αφορούσε πληρωμή προς την ΕΤΒΑ, αφού η ΕΤΒΑ είχε παραιτηθεί στις 10.12.2001 από απαιτήσεις της έναντι της πολιτικώς ενάγουσας, συνολικού ποσού 234.825.062 δρχ.

ή 689.141,78 ευρώ προερχόμενη εκ δανείων και θα έπρεπε το ποσό των 221.000.000 δρχ. να καταχωρηθεί στα έσοδα της εταιρείας στο λογαριασμό "ταμείο" και όχι να μειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού των εσόδων του έτους 2001 κατά 221.000.000 δρχδεν παρέδωσε στο νέο Δ.Σ. της πολιτικώς ενάγουσας κατά την παραίτηση του στις 14.11.2002 από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου του συνολικού ποσού των 221.000.000 ή 648.569,33 ευρώ".

Από τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού τουαναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος, με το σκεπτικό του, προκύπτει ότι υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικά ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε και συγκεκριμένα του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, με αποτέλεσμα το εφετειακό βούλευμα να στερείται νόμιμης βάσης.

Συγκεκριμένα ενώ η κατηγορία για την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων στο ακροατήριο συνίσταται και στο ότι αυτός κατά το χρονικό διάστημα από τέλος του μηνός Ιανουαρίου 2001 έως την 14 Νοεμβρίου 2002, ιδιοποιήθηκε παρανόμως και το ποσό των 221.000.000 ή 648.569,33 ευρώ, το Συμβούλιο Εφετών αναφέρει ρητώς ως παραδοχή ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εκταμιεύσεως του ποσού αυτού από τους λογαριασμούς της εκκαλούσης, αφού δεν προηγήθηκε κατάθεση του ποσού αυτού στους λογαριασμούς της και λογιστικώς μόνο φαίνεται να χρεώθηκε ως έξοδο αντί ως έσοδο στους λογαριασμούς της.

Κατά τον τρόπο όμως αυτό υπάρχει στο βούλευμα αντίφαση που δημιουργεί λογικό κενό και καθιστά μη εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, του αν ορθώς στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, αφού προκειμένου να τελεστεί το έγκλημα της υπεξαίρεσης, είναι αναγκαία προϋπόθεση το "ιδιοποιηθέν" κινητό να είναι ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, και να βρίσκεται στην κατοχή του δράστη κατά τον χρόνο της "ιδιοποίησης".

Συνεπώς το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης και πρέπει να αναιρεθεί, κατά τον βάσιμο δεύτερο λόγο αναίρεσης που περιλαμβάνεται στην κρινομένη αίτηση (αρθρ. 484 παρ. 1β' ΚΠΔ), παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-5-2008 αίτηση του Χ, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου.

Αναιρεί το υπ' αριθμ. 21/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2008.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ