Supreme Court dismisses appeal against appellate council ruling on criminal charges due to proper composition and reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by defendants X and Z against the Ioannina Appellate Council's ruling. The defendants argued for acquittal based on specific legal provisions, but the court found the lower council's decision well-reasoned and procedurally sound. The court determined that the original trial panel was properly constituted and that the appellate council correctly applied the law without error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 309(1e) and 313 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that an appellate council ruling is not subject to cassation if it provides specific and detailed reasoning based on facts and correctly applies substantive criminal law provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2678 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 2678/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ και 2. Ζ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 101/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων.
Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Ιουνίου 2007 και 2 Ιουλίου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1359/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμούς 30/28.1.2008 και 30Α/23.6.2008, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριο σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: "Ι. To Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων με το 110/2005 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων τους κατηγορουμένους Χ, δικηγόρο, ... και Ζ , για να δικαστούν ο πρώτος για κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συρροή και ο δεύτερος για άμεση συνεργεία στην πράξη αυτή. Παράλληλα το ίδιο Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον του Χ για άλλη μια περίπτωση πλαστογραφίας με χρήση, κατά του κατηγορουμένου Ζ για υπεξαγωγή εγγράφου και κατά της κατηγορουμένης Ψ για κακουργηματική πλαστογραφία κατά συρροή από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν έφεση ο κατηγορούμενος Χ κατά της παραπομπής του και ως πολιτικώς ενάγων Λ, για τις απαλλακτικές διατάξεις. Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων με το 154/2005 βούλευμα, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος και αφού δέχθηκε τυπικά, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του κατηγορουμένου Χ, επικύρωσε τις παραπεμπτικές διατάξεις του πρωτόδικου βουλεύματος, μεταρρυθμίζοντας μερικώς ως προς κάποια σημεία την κατηγορία (βλ. βούλευμα).
ΙΙΙ) Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων ασκήθηκε αναίρεση από τον κατηγορούμενο Χ η οποία έγινε δεκτή από το Δικαστήριο σας, που με την 2067/2006 απόφαση αναίρεσε το εφετειακό βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που εξέδωσε το πρωτόδικο βούλευμα γιατί συμμετείχε στη σύνθεση πρωτοδίκης που είχε ασκήσει καθήκοντα ανακριτή στην υπόθεση.( βλ. ΑΠ 2067/2006).
ΙV. H υπόθεση τέθηκε εκ νέου στο σύνολο, ως προς την παραπομπή των κατηγορουμένων, υπό τη κρίση του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, που με το101/2007 βούλευμα, αφού εξαφάνισε το πρωτόδικο βούλευμα, λόγω της ακυρότητας που προέκυπτε από την κακή σύνθεση του Δικαστικού Συμβουλίου που το εξέδωσε, κράτησε την υπόθεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 316, 318 και 319 ΚΠΔ και κρίνοντας επί της ουσίας, παρέπεμψε εκ νέου στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου τους κατηγορούμενους Χ και Ζ για να δικαστούν ως υπαίτιοι, ο μεν πρώτος πλαστογραφίας με χρήση κατά συρροή ,από την οποία το όφελος ή η ζημιά υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο δε δεύτερος για άμεση συνεργεία στην παραπάνω πράξη του πρώτου (βλ.101/2007 βούλευμα Συμβ.
ΕΦ. Ιωαννίνων). V. Το τελευταίο αυτό βούλευμα επιδόθηκε νομοτύπως στους κατηγορουμένους και συγκεκριμένα στον Χ στις 19-6-2007 και στον Ζ στις 27-6-2007 (βλ. σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως). Και οι δύο κατηγορούμενοι άσκησαν αναίρεση κατά του βουλεύματος αυτού. Συγκεκριμένα στις 26-6-2007 εμφανίστηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Ιωαννίνων ο Χ και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 101/2007 βουλεύματος για α) εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ και β) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 , β' και , δ' ΚΠΔ) και έτσι συντάχθηκε η 2/26-6-2007 έκθεση αναίρεσης.
Παράλληλα και ο δεύτερος κατηγορούμενος Ζ, εμφανίσθηκε στις 2-7-2007 στον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, στην περιοχή του οποίου περιλαμβάνεται ο τόπος κατοικίας του και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του ίδιου παραπάνω 101/2007 βουλεύματος για απόλυτη ακυρότητα, (άρθρο 484 παρ. 1 α' Κ.Π.Δ.) και έτσι συντάχθηκε η 1/2-7-2007 έκθεση αναίρεσης.
Οι αναιρέσεις αυτές πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικα μέσα που ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως από διαδίκους που είχαν το σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι παραπέμπονται να δικαστούν για κακούργημα (άρθρα 462, 463, 473, 474, 482 παρ. 1 α' Κ.Π.Δ., σε συνδ. 46 § 1α, 94 και 216 παρ. 1, 3 Π.Κ.).
VI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 § 1β και 484 § 1α' Κ.Π.Δ προκύπτει ότι λόγο για να αναιρεθεί το βούλευμα αποτελεί και η απόλυτη ακυρότητα, που προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο. Σύμφωνα εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 32 § § 1,4 του ίδιου Κώδικα, καμία απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμιά διάταξη του ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας, που έχει υποχρέωση να υποβάλλει πάντοτε, προφορικά ή γραπτά προτάσεις αιτιολογημένες και αιτήσεις ειδικές και δεν μπορεί να αφεθεί στη κρίση του δικαστηρίου ή του ανακριτή.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 309 § 2 του ίδιου Κώδικα, το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμα να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης. Το συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Το δικαίωμα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου αποτελεί ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος ακροάσεως, κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος και 6 § 3 της ΕΣΔΑ, συνιστάμενο στην παροχή δυνατότητας του κατηγορουμένου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του Συμβουλίου, ενώ γίνεται δεκτό ότι με τη ρύθμιση αυτή εισάγεται η κατ'αντιδικία διαδικασία στο Συμβούλιο και προωθείται η άμεση και ζωντανή επικοινωνία δικαστή και διαδίκου (βλ. Συμβ. Εφετών Κερκύρας 8/2002 και πρόταση Εισαγγελέα Φ. Μακρή, όπου περαιτέρω παραπομπές Ποιν. Δικ. 2002 σελ. 141).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για τη διακρίβωση της βασιμότητας του προβληθέντος από τον δεύτερο κατηγορούμενο λόγο αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας του εκδοθέντος βουλεύματος, προκύπτει ότι το Συμβούλιον Εφετών Ιωαννίνων, μετά από αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου Χ, διέταξε την αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτού και των υπολοίπων διαδίκων στο Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 309 § 2 Κ.Π.Δ.
Από το περιεχόμενο του προσβαλλομένου 101/2007 βουλεύματος προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων συνήλθε στις 16-5-2007, παρουσία της Αντεισαγγελέως Εφετών Αριστέας Θεοδόση και της αρμόδιας Γραμματέως, για να διασκεφθεί και αποφασίσει για την ποινική υπόθεση, η οποία εισάγεται μετά από αναίρεση του 154/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου και η Εισαγγελέας Εφετών εισήγαγε προς το Συμβούλιο την 53/2007 γραπτή πρόταση του Αντεισαγγελέως Νικολάου Παπαδόπουλου.
Πριν η παρισταμένη Εισαγγελέας αναπτύξει και προφορικά την γραπτή πρόταση και αποχωρήσει, από το βούλευμα προκύπτει ότι έλαβαν χώρα τα εξής γεγονότα: "Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκαν: ο κατηγορούμενος Χ, μετά του συνηγόρου του Κων/νου Τζούμα, ο δικηγόρος Αθηνών Περικλής Σταυριανάκης, ο οποίος δήλωσε ότι εκπροσωπεί τον Ζ, σύμφωνα με το 14-5-2007 πληρεξούσιο, ο δικηγόρος Ιωαννίνων Γεώργιος Μπιστιόλης, ο οποίος δήλωσε ότι εκπροσωπεί την Ψ, σύμφωνα με το 11221/15-5-2007 πληρεξούσιο και κατέθεσε και το από 16-4-2007 υπόμνημα, ο Κ και Λ εκπρόσωποι του ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ και πολιτικώς ενάγοντες, μετά των συνηγόρων των Χρήστου Αναστασίου και Χρήστου Ψαράκη".
Μετά την εμφάνιση και τις δηλώσεις των διαδίκων, το Συμβούλιο Εφετών, χωρίς να ζητήσει από την παρισταμένη Εισαγγελέα να προτείνει επί του ανακύψαντος ζητήματος περί του παραδεκτού ή μη της παρουσίας του δικηγόρου Περικλή Σταυριανάκη, ως εκπροσώπου του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ζ, αποφάσισε τα εξής: "Επειδή, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 309 Κ.Π.Δ., σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του διαδίκου ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, η δια συνηγόρου παράσταση είναι απαράδεκτη.
Ο συνήγορος συμπαρίσταται απλώς και δεν δύναται να αντιπροσωπεύσει τον διάδικο. Ο Νόμος καθιερώνοντας την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο Συμβούλιο για την παροχή διασαφήσεων προϋποθέτει άμεση και προσωπική επαφή Δικαστών με τους διαδίκους (βλ. Αθ. Κονταξής: Κ.Π.Δ. άρθρ. 309, όπου και παραπομπές σε νομολογία και θεωρία).
Συνεπώς είναι απαράδεκτη η παράσταση των Περικλή Σταυριανάκη, δικηγόρου Αθηνών και Γεωργίου Μπιστιόλη, δικηγόρου Ιωαννίνων, ως εκπροσώπων των Ζ και Ψ αντίστοιχα....". (βλ. β'όψη του 7ου φύλλου του 101/2007 βουλεύματος). Από τα παραπάνω δεδομένα, προκύπτει, ότι ανεξαρτήτως του ότι η απόφαση αυτή του Συμβουλίου είναι ορθή στην ουσία της, αφού, πέραν και ανεξάρτητα της θέσης που θα λάβει κανείς ως προς το ζήτημα αν η δυνατότητα του κατηγορουμένου να εκπροσωπείται δια συνηγόρου ισχύει, μόνον στο ακροατήριο ή και στην προδικασία (βλ.
αντίθετες απόψεις στο 15/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και την αντίθετη πρόταση του Εισ. Εφ. Π. Νικολούδη, Ποιν. Χρον. ΝΣΤ' 253 επ.), στην περίπτωση της "αυτοπρόσωπης" εμφάνισης των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 309 § 2 Κ.Π.Δ., αυτή η δυνατότητα δεν ισχύει, αφού πέραν του ότι από τον νόμο χρησιμοποιείται ο όρος "αυτοπρόσωπη εμφάνιση" και όχι "εκπροσώπηση" ή "παράσταση" ή άλλες ανάλογες, αυτό που κυρίως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για την ερμηνευτική προσέγγιση του θέματος, είναι ο σκοπός που επιδιώκεται με τη ρύθμιση που είναι η άμεση και προσωπική επαφή των δικαστών με τους ίδιους του διαδίκους.
Ανεξάρτητα όμως της ορθότητας της κρίσης του, ως προς το ζήτημα του παραδεκτού της παράστασης του εκπροσώπου του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ζ, το Συμβούλιο ήταν υποχρεωμένο να δώσει τον λόγο για να προτείνει στην παρισταμένη Εισαγγελέα Εφετών, αφού επρόκειτο να κριθεί ζήτημα που αφορούσε άσκηση δικαιώματος διαδίκου και μάλιστα κατηγορουμένου.
Ούτε η σιωπή της παρισταμένης Εισαγγελέως νομιμοποιεί και ισχυροποιεί την απόφαση, αφού αυτή, πέραν του ότι δεν προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το έπραξε, δεν είχε το δικαίωμα να αφεθεί στην κρίση του Συμβουλίου.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο από το άρθρο 484 § 1 α', σε συνδ. με 32 § § 1,4 και 171 § ιβ Κ.Π.Δ., δεύτερος λόγος αναίρεσης περί απολύτου ακυρότητας, που προβάλλεται από τον δεύτερο κατηγορούμενο και για τον λόγο αυτό το προσβαλλόμενο βούλευμα, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό του και για τον πρώτο κατηγορούμενο, λόγω της φύσεως της ακυρότητας, αφού από την παρουσία ή μη του δεύτερου κατηγορουμένου, κατά την εκτίμηση της υπόθεσης, θα μπορούσε να επηρεασθεί η κρίση του Συμβουλίου και για αυτόν (πρώτο), λόγω της συμμετοχικής δράσης του καθένα από αυτούς στις πράξεις που τους έχουν αποδοθεί, με αποτέλεσμα να παρέλκει η εξέταση της βασιμότητας των περί ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής λόγων αναιρέσεων που προβάλλονται από τον πρώτο κατηγορούμενο.
Για τους λόγους αυτούς Ι. Να αναιρεθεί το 101/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, κατ'αποδοχή της 1/2007 αναίρεσης του κατηγορουμένου Ζ και
ΙΙ. Να εισαχθεί η υπόθεση στο σύνολό της υπό την κρίση του ίδιου Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών.
Αθήνα 17 Δεκεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Εισάγω υπό τη κρίση του Δικαστηρίου σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Με την 30/28-1-2008 πρότασή μου εισήγαγα στο Δικαστήριό σας, την με αριθμ. 2/26-6-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ και την 1/2-7-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ζ. Οι αναιρέσεις αυτές στρέφονται κατά του 101/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, με το οποίο παραπέμπονται στο ακροατήριο ο μεν πρώτος αναιρεσείων για πλαστογραφία με χρήση κατά συρροή, από την οποία το όφελος ή η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο δε δεύτερος για άμεση συνέργεια στη πράξη αυτή του πρώτου. Με την πρόταση μου ζήτησα να αναιρεθεί το βούλευμα λόγω απόλυτης ακυρότητας, για τους λόγους που εκτίθενται στη πρόταση και είχα υποστηρίξει ότι παρέλκει η εξέταση των λόγων αναίρεσης της εσφαλμένης εφαρμογής και έλλειψης αιτιολογίας, που είχαν προβληθεί μόνον από τον πρώτο αναιρεσείοντα.
ΙΙ. Με την 1408/2008 απόφαση το Δικαστήριό σας, χωρίς να ερευνήσει το ουσιαστικά βάσιμο του παραπάνω λόγου της απόλυτης ακυρότητας, αποφάσισε να απέχει μέχρι την υποβολή εισαγγελικής πρότασης και για τους παραπάνω λόγους αναίρεσης που είχαν προβληθεί από τον πρώτο αναιρεσείοντα Χ (βλ. απόφαση).
ΙΙΙ. Με την παρούσα πρόταση, επανεισάγω υπό την κρίση σας την υπόθεση, αναφέρομαι στο περιεχόμενο της 30/28-1-2008 πρότασής μου και προτείνω συμπληρωματικά και επικουρικά, αν ο περί απόλυτης ακυρότητας λόγος κριθεί αβάσιμος, τα εξής: Προκειμένου το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων να καταλήξει στην παραπεμπτική για τον κατηγορούμενο Χ κρίση δέχθηκε τα εξής:
Η Ψ (δεύτερη αρχικά κατηγορούμενη), μέτοχος του 50% στην ανώνυμη εταιρία "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ, Ξενοδοχειακαί και Τουριστικοί Επιχειρήσεις Α.Ε.", έχοντας περί τις αρχές του έτους 2001 την επιθυμία να εξασφαλίσει χρηματοδότηση ενός πολύ μεγάλου χρηματικού ποσού, ικανού για την σύσταση ιδρύματος με τον κοινωφελή σκοπό της περιθάλψεως παιδιών με ειδικές ανάγκες στην περιοχή του νομού ..., σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ανέθεσε στον Χ, πρώτο κατηγορούμενο, ανιψιό της και Αντιπρόεδρο της ως άνω ανώνυμης εταιρίας να μεσολαβήσει για λογαριασμό της, ώστε δια των καταλλήλων επαφών και διαπραγματεύσεων με επενδυτικά γραφεία των Αθηνών, που συνεργάζονται με ξένα πιστοδοτικά ιδρύματα, να επιτύχει έκδοση εγγυητικής (τραπεζικής) επιστολής ύψους 15.000.000 U.S.D (Δολαρίων Η.Π.Α) υπέρ της ιδίας.
Πράγματι, ο πρώτος κατηγορούμενος φρόντισε και εμφανίστηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος για λογαριασμό της παραπάνω Ψ αρχικά στον ιδιοκτήτη της εταιρίας τραπεζικών εργασιών "A.ABIRA FINANCIAL ASSOCIATED L.T.D" Θ, η οποία (εταιρία) εδρεύει στον .... Ο τελευταίος, έχοντας υπόψη του το μέγεθος της αιτούμενης χρηματοδότησης αλλά και την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητα της παραπάνω μεγαλομετόχου, βάσει των όσων του παρέστησε ο Χ, ο οποίος του έδωσε και τη σχετική εντολή, προέβη σε σχετική διερεύνηση της διεθνούς τραπεζικής αγοράς.
Την 29-5-2001 διαβεβαίωσε τον πρώτο κατηγορούμενο Χ ότι με την μεσολάβηση του μπορεί να εξασφαλίσει για την Ψ την έκδοση εγγυητικής επιστολής (Bank Guarantee) της BBC Bank (Αμερικανικής Τράπεζας) του επιθυμητού από αυτήν χρηματικού ποσού ύψους 15.000.000 U.S.D. Η έκδοση της εγγυητικής επιστολής θα γινόταν υπό την προϋπόθεση της ασφαλίσεως και αντασφαλίσεως του παρεχόμενου από αυτήν ποσού, οπότε, τότε και μόνο, θα ενεργοποιείτο για να παρασχεθεί η σχετική χρηματοδότηση.
Σε κάθε περίπτωση του υποσχέθηκε ότι θα παραλάμβανε αρχικά στα χέρια του τον τίτλο (σώμα) της εγγυητικής επιστολής και κατόπιν θα φρόντιζε ο ίδιος άμεσα για την παροχή και των δύο πιστοποιητικών ασφαλίσεως και αντασφαλίσεως (Bonds] από μεγάλη και φερέγγυα ασφαλιστική εταιρία. Όπως, όμως, ισχυρίζονται οι Χ και η Ψ, ο Θ δέχθηκε να ξεκινήσει την διαδικασία μεσολάβησης για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, υπό την προϋπόθεση ότι το 4,5 % του ποσού που αντιστοιχούσε τότε σε 273.000.000 δρχ.
να προκαταβληθεί σε αυτόν (Θ), προκειμένου να φροντίσει για την ασφάλιση και αντασφάλιση του χορηγούμενου ποσού, πράγμα στο οποίο αυτοί συμφώνησαν καταβάλλοντος το αιτηθέν ποσό. Τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα σχετικά αντίγραφα παραστατικών της Τράπεζας Εργασίας, δηλαδή την επιταγή και το έντυπο αγοράς, χορήγησης και είσπραξης συναλλάγματος, από τα οποία προκύπτει ότι κατατέθηκε το συνολικό προαναφερθέν ποσό προς την ARAB BANK PLC, στην οποία ο Θ τηρούσε σχετικό προσωπικό λογαριασμό.
Ο τελευταίος τους παρέδωσε τελικά τον τίτλο της εγγυητικής επιστολής, πλην όμως, αντί να φέρεται δικαιούχος σ' αυτόν η πελάτισσα του πρώτου κατηγορουμένου, Ψ, φέρεται το νομικό πρόσωπο της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α. Ε.". Δεν φρόντισε δε για την ασφάλιση και αντασφάλιση, ισχυριζόμενος, κατά τους Χ και Ψ, ότι πρόσκαιρα δεν ευνοούνταν τέτοιες ενέργειες, εξαιτίας της πρόσφατης τότε διεθνούς οικονομικής ανασφάλειας, που προκάλεσε η τρομοκρατική ενέργεια σε βάρος του Trade Center των Η.Π.Α στις 11-9-2001.
Αποτέλεσμα αυτού ήταν η μη ενεργοποίηση της χρηματοδότησης αλλά και η άρνηση επιστροφής των 273.000.000 δρχ. ή 801.000 €. Ο Χ ισχυρίζεται ότι επρόκειτο για καλοστημένη πλεκτάνη από τον Θ και τον συνεργάτη του ήδη δεύτερο κατηγορούμενο Ζ, ώστε να μην του επιστραφούν τα χρήματα, καθόσον περί μήνα Δεκέμβριο έτους 2001 και ενώ είχαν ήδη ενταθεί οι τριβές μεταξύ αυτού (Χ) και του Θ, ο τελευταίος τον παρέπεμψε στον τρίτο κατηγορούμενο για να φροντίσει αυτός πλέον για την αντιμετώπιση του παγώματος των διαδικασιών και να ενεργοποιηθεί, από ενέργειες του τελευταίου, η εγγυητική επιστολή.
Ακόμη ο κατηγορούμενος Χ ισχυρίζεται ότι ο Θ τον Δεκέμβριο του 2001 τον έπεισε πως έπρεπε επιπλέον να εξουσιοδοτήσει τον στενό συνεργάτη του Ζ, δεύτερο κατηγορούμενο, για να χειριστεί αυτός το προκύψαν με την εγγυητική επιστολή πρόβλημα, ώστε να εξερευνηθούν, εάν η νέα τράπεζα που προέκυψε από την συγχώνευση της παλαιάς τράπεζας B.B.C, λόγω νέων οικονομικών δεδομένων στην διεθνή τραπεζική αγορά, μπορούσε να καλύψει την επίμαχη επιστολή και με ποιο τρόπο θα λάμβανε πίσω, σε αρνητική περίπτωση, τα καταβληθέντα 273.000.000 δρχ.
Στα πλαίσια δε των τελικών διαπραγματεύσεων και προκειμένου να ενεργοποιηθεί η εγγυητική επιστολή, ο Ζ του πρότεινε να υπογράψει δύο εξουσιοδοτήσεις με ημερομηνία 6-12-2001. Κατά το περιεχόμενο των εν λόγω εξουσιοδοτήσεων, η εταιρία του Ζ με την επωνυμία "LENOIR INVESTMENT L.T.D.", εξουσιοδοτείτο να ενεργήσει, έχουσα ευρύτατες αρμοδιότητες, κάθε τι σχετικό με τα δικαιώματα που απέρρεαν για τον δικαιούχο του συγκεκριμένου τραπεζικού τίτλου.
Ειδικότερα, με την πρώτη από τις επίμαχες εξουσιοδοτήσεις, οι οποίες αποτελούν και τα σώματα των δύο εγγράφων, που φέρονται ότι πλαστογραφήθηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο σε συνεργασία με τον δεύτερο και με τον τίτλο "ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ", νομιμοποιείται ο δεύτερος κατηγορούμενος Ζ να ενεργεί για λογαριασμό της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ", την οποία φέρεται στην εν λόγω εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί ο πρώτος κατηγορούμενος Χ ως Πρόεδρος;, δήθεν αυτής, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι, σε όλα τα θέματα για οικονομικές επενδύσεις, ήτοι 1 Τραπεζικούς διακανονισμούς απαραίτητους για ολοκλήρωση συναλλαγών, 2.Αφορολόγητα τραπεζικά όργανα, 3.
Επιστολές για ασφαλή φύλαξη των οργάνων, 4.Άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών στο όνομα της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ", 5.Μεταφορά κάθε ποσού από κάποιο λογαριασμό στην ίδια εταιρία "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ", 6.Εκτέλεση όλων των εγγράφων και αποδείξεων, που είναι απαραίτητα για την επιτυχή ολοκλήρωση των παραπάνω δραστηριοτήτων κλπ., 7.
Εκτέλεση όλων των απαραιτήτων ενεργειών με τη δικαιοδοσία που του δόθηκε. Στη συνέχεια η ως άνω εξουσιοδότηση φέρει ημερομηνία σύνταξης την 6-12-2001, βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της 7-12-2001 από την Συμ/φο Αθηνών Ιφιγένεια-Χριστίνα Μπάη και υπογραφή του πρώτου κατηγορουμένου Χ και κάτω από αυτήν τη φράση "Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Παλλάδιο ΑΕ - Χ".
Με τη δεύτερη επίμαχη εξουσιοδότηση με τον τίτλο "ΓΡΑΜΜΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ" φέρεται η εταιρία "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ", εκπροσωπούμενη από τον Χ, να μεταφέρει απόλυτα όλα τα δικαιώματα της παραπάνω εγγυητικής επιστολής στην εταιρία "LENOIR INVESTMENT L.T.D.", η οποία εκπροσωπείται από τον Ζ, ενώ γίνεται σ' αυτήν αναφορά, μετά το όνομα του φερόμενου ως εκπροσώπου της πρώτης εταιρίας Χ, ότι είναι ο μόνος δικαιούχος της εγγυητικής επιστολής.
Η εν λόγω εξουσιοδότηση (γράμμα αναγνώρισης) στη συνέχεια φέρει ημερομηνία σύνταξης την 6-12-2001, βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της 7-12-2001 από την Συμ/φο Αθηνών Ιφιγένεια-Χριστίνα Μπάη και υπογραφή του πρώτου κατηγορουμένου Χ και κάτω από αυτήν τη φράση "Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Παλλάδιο ΑΕ -Χ", όπως ακριβώς και η προαναφερθείσα πρώτη εξουσιοδότηση.
Στην συνέχεια ο Ζ με βάση τις ως άνω εξουσιοδοτήσεις και την μεταξύ τους συμφωνία επιδίωξε την εξεύρεση τρόπου ρευστοποίησης της εγγυητικής επιστολής, όπως ο ίδιος τόσο στην απολογία του όσο και στην από 29-3-2002 επιστολή και εξώδικη δήλωση, για τις οποίες θα γίνει λόγος αμέσως παρακάτω, αναφέρει. Έτσι, την 29-3 -2002 και αφού είχαν προηγηθεί οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των παραπάνω κατηγορουμένων, ο Κ, Πρόεδρος της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε.", εντελώς ξαφνικά και αγνοώντας όλα τα διαδραματιζόμενα τους τελευταίους μήνες (περί ενεργειών για έκδοση εγγυητικής επιστολής, διαμεσολαβήσεις στο εξωτερικό με τράπεζες κ.λ.π.) δέχθηκε μέσω Fax επιστολή της "LENOIR INVESTMENT L.T.D.", την οποία υπέγραφε ο Ζ, καθώς και εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκληση της ίδιας ως άνω εταιρίας, με τις οποίες γνωστοποιούσε στους υπευθύνους της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε." όλες τις διενεργηθείσες από αυτόν πρωτοβουλίες με εντολή του πρώτου κατηγορουμένου για λογαριασμό της εταιρίας για έκδοση της επίμαχης εγγυητικής επιστολής από την Β.B.C.
Bank, επισημαίνοντας παράλληλα ότι δημιουργείτο μείζον θέμα και στην "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε." λόγω εμπλοκής του ονόματος του νομικού της προσώπου. Ταυτόχρονα περιελάμβαναν ευθείες "βολές" και αιτιάσεις για τον ρόλο του πρώτου ; κατηγορουμένου στα προηγηθέντα κατ' αντιπαραβολή με την αμέσως προηγούμενη εκδηλωθείσα άγνοια και αποστασιοποίηση της επίσημης διοίκησης της εταιρίας.
Τέλος δε, μνημόνευε στα ως άνω αποσταλέντα με Fax έγγραφα προς γνώση των ιθυνόντων της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε.", μεταξύ των άλλων, ότι ο Χ του είχε μεταβιβάσει όλα τα δικαιώματα που απέρρεαν από την εγγυητική επιστολή δια της παροχής των επίμαχων εξουσιοδοτήσεων της 6-12-2001 (τα λοιπά αναφερόμενα ότι κατείχε Πρακτικό του Δ.Σ.
της ως άνω εταιρίας με ημ/νία 24-5-2001 δεν αφορούν το σκέλος της κατηγορίας που ερευνάται εν προκειμένω). Τα παραπάνω προκύπτουν τόσο από το περιεχόμενο των αποσταλέντων προς την εταιρία εγγράφων από τον Ζ, όσο και από τις μαρτυρικές καταθέσεις των Κ και Λ, Προέδρου και μέλους του Δ.Σ. αντίστοιχα καθώς και της εργαζομένης στην εταιρία ιδιωτικής υπαλλήλου ....
Στην συνέχεια ο Χ με την από 2-4-2002 εξώδικη δήλωση του προς τον Ζ και την εταιρία "A.ABIRA FINANCIAL ASSOCIATED L.T.D", που εκπροσωπείται από τον Θ, ανακαλεί την δοθείσα εντολή και πληρεξουσιότητα σχετικά με την προαναφερθείσα εγγυητική επιστολή, ενώ η αναφορά στην εν λόγω εξώδικη δήλωση και ετέρας εγγυητικής επιστολής αξίας 5.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ δεν αφορά την υπό κρίση υπόθεση.
Για τις συγκεκριμένες εναντίον του πρώτου κατηγορουμένου Χ αιτιάσεις, ο τελευταίος στην απολογία του ισχυρίζεται ότι πρόκειται ξεκάθαρα για ιδιωτική διαφορά ανάμεσα στην Ψ - θεία του (αρχικά δεύτερη κατηγορουμένη), τον Ζ και τους μεσάζοντες για την έκδοση και ασφάλιση της εν λόγω εγγυητικής επιστολής από ξένα πιστοδοτικά νομικά πρόσωπα με χρήματα της ιδίας.
Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι σε όσες ενέργειες προέβη εκπροσωπούσε ατομικά την εντολέα και θεία του, η οποία είχε ταυτόχρονα και το 50% της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε." καθώς και ότι η εγγυητική επιστολή αυτή, εφόσον εν τέλει δεν ενεργοποιήθηκε, καμία περαιτέρω συνέπεια δεν δημιουργήθηκε για την εταιρία. Αναφορικά δε με την εγγυητική αυτή επιστολή, ισχυρίζεται ότι δικαιούχος της ήταν "κατόπιν διαβεβαιώσεων από την Β.B.C.
Bank η ίδια η Ψ". Όμως από τον τίτλο της εγγυητικής επιστολής και με βάση τα αναγραφόμενα σε αυτή προκύπτει σαφώς ότι η "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε." δεσμευόταν και τούτο ο πρώτος κατηγορούμενος ως δικηγόρος ασφαλώς το εγνώριζε. Ειδικότερα οι δύο επίμαχες εξουσιοδοτήσεις περί δικαιωμάτων ρευστοποιήσεως, εκχωρήσεως καθώς και κάθε είδους διαχειρίσεως της εγγυητικής επιστολής -στην οποία (διαχείριση) περιλαμβάνεται και η ασφάλιση και αντασφάλισή της όπως συνηθίζεται σε τέτοιου είδους χρηματικές συναλλαγές- αναφέρουν ξεκάθαρα τον τίτλο της επιχειρήσεως "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε." Για αυτές ο Χ ισχυρίζεται ότι η μεν 1η εξουσιοδότηση δεν χρησιμοποιήθηκε προς τρίτο εντολοδόχο πρόσωπο ούτε προς υπαλλήλους της αλλοδαπής τράπεζας για να εκδοθεί η εγγυητική επιστολή, καθώς ήδη αυτό (έκδοση της) είχε γίνει την 5-6-2001 και επομένως ως έγγραφο ήταν άνευ εννόμων συνεπειών.
Για την δε 2η εξουσιοδότηση (επιστολή αναγνωρίσεως) διατείνεται ότι αυτή "περιγράφει απλά την εγγυητική επιστολή όπως αυτή εξεδόθη και εφόσον αποτελεί συνέχεια της ανίσχυρης εγγυητικής επιστολής είναι και αυτή άνευ πρακτικής σημασίας". Με βάση δηλαδή τα όσα ισχυρίζεται στο απολογητικό του υπόμνημα αρνείται ότι τα κρίσιμα υπογραφέντα από αυτόν έγγραφα περιείχαν πληρεξουσιότητα προς τρίτους σχετικά με όσα ανέφεραν στο κείμενο τους, ερχόμενος όμως σε σαφή αντίθεση με το περιεχόμενο των εν ^λόγω εξουσιοδοτήσεων, που με λεπτομέρεια εκτέθηκε παραπάνω, καθόσον μάλιστα κάτω από την υπογραφή του και στις δύο εξουσιοδοτήσεις θέτει την επωνυμία της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε.", αναγράφει την φράση "εμείς οι υπογεγραμμένοι Ξενοδοχεία και Τουρ.
Επιχ/σεις Παλλάδιον" και στην πρώτη εξ' αυτών δίπλα από το όνομα του θέτει εντός παρενθέσεως τη φράση "Ο Πρόεδρος της Εταιρίας" (χωρίς φυσικά να είναι). Με δεδομένο το προαναφερθέν περιεχόμενο των ως άνω εξουσιοδοτήσεων, με το οποίο εξουσιοδοτείται ο δεύτερος κατηγορούμενος να προβαίνει στις παραπάνω οικονομικές ενέργειες και επενδύσεις (με την πρώτη) και του μεταφέρονται (μεταβιβάζονται) όλα τα δικαιώματα από την ήδη εκδοθείσα εγγυητική επιστολή (με την δεύτερη) και αν ληφθεί υπόψη το χρονικό διάστημα ισχύος της εγγυητικής επιστολής, τουλάχιστον μέχρι την 5-6-2002, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη σε αποσταλέν Fax με ημερομηνία 10-7-2002 έγγραφη βεβαίωση της εκδότριας της εγγυητικής επιστολής "British Bank of Commerce" (B.B.C), όπου διαμηνύεται προς την Ψ ότι έχει πλέον λήξει η εγγυητική επιστολή λόγω μη ολοκληρώσεως της συναλλαγής, συνάγεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο καταρτίσεως της εξουσιοδοτήσεως και του γράμματος αναγνωρίσεως αλλά και στη συνέχεια, ο δεύτερος κατηγορούμενος (Ζ) είχε ακόμα την νομική δυνατότητα εντός του χρονικού ορίου της εγγυητικής επιστολής και εφόσον επιθυμούσε να κάνει χρήση των εξουσιών που του παρείχοντο να την διαχειρισθεί, προβαίνοντας σε κάθε είδους χειρισμό της, όπως λ.χ.
ασφάλιση και αντασφάλιση, διαπραγμάτευση με αγοραστές για τυχόν εκχώρηση της κ.λ.π., με έννομες συνέπειες, όμως , που θα αντανακλούσαν στο κύρος αλλά και την οικονομική υπόσταση ολόκληρης της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε.", εφόσον φαινόταν προς τις σχέσεις με τρίτους ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εκπροσωπούσε ως Πρόεδρος το νομικό της πρόσωπο.
Το γεγονός δε αυτό καθιστά εντελώς αναξιόπιστους τους ισχυρισμούς του Χ περί μηδαμινής πρακτικής αξίας των υπό κρίση εξουσιοδοτήσεων που υπέγραψε προς τον δεύτερο κατηγορούμενο. Άλλωστε, ο ίδιος (Χ) παραδέχεται ότι είχε εμπλακεί σε έναν διαρκή και επίμονο αγώνα αρχικά μεν για επιδίωξη της ασφαλίσεως της εγγυητικής επιστολής και κατόπιν για επιστροφή των καταβληθέντων λόγω της αδυναμίας επιτεύξεως των όσων του υποσχέθηκε ο Θ με, κατά την γνώμη του, υπαιτιότητα του τελευταίου και του συνεργάτη του, δεύτερου κατηγορουμένου.
Δεδομένης δε της παραπάνω αξιόποινης συμπεριφοράς του πρώτου κατηγορουμένου να παρουσιάζεται δηλαδή δια των υπό αυτού καταρτισθέντων πλαστών εξουσιοδοτήσεων ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, συνάγεται ξεκάθαρα η επιδίωξη του να επιτύχει με τον τρόπο αυτό την υψηλότερη δυνατή χρηματοδότηση, γνωρίζοντας προφανώς ότι δεν θα μπορούσε να επιτύχει το ίδιο (υψηλή χρηματοδότηση) εάν προέβαλε ως διαπραγματευτικό όπλο στην διεθνή τραπεζική αγορά μόνο το ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου το οποίο εκπροσωπούσε η Ψ, μη διστάζοντας έτσι να εμπλέξει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στους κανόνες του εταιρικού δικαίου που διέπει τις ανώνυμες εταιρίες, το νομικό πρόσωπο της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε", αφού οι παραπάνω ενέργειες του δεν αφορούσαν ατομικά την εκπροσωπούμενη από αυτόν μέτοχο Ψ, καθόσον οι όποιες συνέπειες από τυχόν εσφαλμένη ή επιζήμια χρησιμοποίηση των ευχερειών από την εξουσιοδότηση και εντολή προς τον δεύτερο κατηγορούμενο, θα δέσμευαν την εταιρία στο σύνολο της.
Επίσης, ο πρώτος κατηγορούμενος με βάση το περιεχόμενο των επίμαχων εξουσιοδοτήσεων της 6-12-2002 προς τον δεύτερο κατηγορούμενο, αποσκοπούσε φανερά στο να αποκομίσει ίδιο όφελος για δικό του λογαριασμό. Τούτο προκύπτει κυρίως από τη δεύτερη εξουσιοδότηση, με την οποία αυτοχαρακτηρίζεται ως ο μόνος δικαιούχος της εγγυητικής επιστολής, καθώς και από τις επίμονες προσπάθειες του να την ενεργοποιήσει, παρά τη σαφή θέση της εντολέως του Ψ, ότι επιθυμούσε μόνο την επιστροφή των 801.000 € και όχι την ενεργοποίηση πλέον της τραπεζικής επιστολής.
Έτσι ο Χ υπερβαίνοντας την πληρεξουσιότητα και εντολή της μετόχου και εντολέως του Ψ (όπως στο σημείο αυτό κρίθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα για την τελευταία και δεν μεταβιβάστηκε κατά το μέρος αυτό που αφορά την Ψ στο Συμβούλιο τούτο) και παραβαίνοντας τις διατάξεις του δικαίου περί ανωνύμων εταιριών - καθόσον κατήρτισε εξουσιοδοτήσεις δεσμεύουσες το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας χωρίς ο Πρόεδρος και τα λοιπά μέλη του Δ.Σ.
να το γνωρίζουν- καθίστατο ως μόνος δικαιούχος εισπράξεως των ωφελημάτων από την τυχόν ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής και μάλιστα χωρίς να μπορούν αργότερα να τον ελέγξουν αποτελεσματικά τα εταιρικά όργανα του Δ.Σ. και της Γ.Σ. της εταιρίας, εφόσον θα επρόκειτο για μία αδιαφανή και άγνωστη δραστηριότητα του.
Εάν ληφθεί ακόμη υπόψη ότι η εντολέας του Ψ, όπως η ίδια παραδέχεται στην απολογία της, ήταν μεν ενήμερη των αρχικών προσπαθειών του πρώτου κατηγορουμένου για ενεργοποίηση της ήδη εκδοθείσας από 5-6-2001 τραπεζικής επιστολής αλλά δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση την μεταβίβαση της, παρά μόνο την επιστροφή των 801.000 € που θεωρεί ότι έπρεπε να της δοθούν λόγω αποτυχίας του επενδυτικού γραφείου του δευτέρου κατηγορουμένου να τηρήσει όσα υποσχέθηκε, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε κανένα απολύτως βάσιμο λόγο να συνεχίσει και να προσπαθεί καθ1 όλη την διάρκεια του χρονικού διαστήματος ισχύος της εγγυητικής επιστολής να επιτύχει την πάση θυσία ενεργοποίηση της.
Πολύ δε περισσότερο αφ' ης στιγμής που η αντασφάλισή της κατέστη σχεδόν ανέφικτη, οι μόνες διέξοδοι που απέμεναν για τον κάτοχο του εκδοθέντος "ανενεργού" τραπεζικού τίτλου θα ήταν η ακύρωση της συμβάσεως διαμεσολαβήσεως για την έκδοση της ή η τυχόν εκχώρηση της με εσπευσμένη ρευστοποίηση, η οποία όμως είναι φανερό ότι θα εξέθετε τα οικονομικά συμφέροντα και της εταιρίας και όχι μόνο της μεγαλομετόχου εντολέως του, όπως αυτός ισχυρίζεται, λόγω της χαμηλής στην περίπτωση αυτή ανταλλάξιμης αγοραίας αξίας της -εφόσον θα είχε "νομικό ελάττωμα" (την έλλειψη ασφαλίσεως).
Η προαναφερθείσα όμως εμμονή του Χ να διατηρεί επί τόσους μήνες σε εκκρεμότητα και να βρίσκεται ο ίδιος σε αναμονή ενεργοποιήσεως της εγγυητικής επιστολής ήτοι μέχρι την 10-7-2002 (οπότε και ενημέρωσε η εκδότρια "British Bank of Commerce" B.B.C όπως προαναφέρθηκε ότι από 5-6-2002 η εν λόγω επιστολή έχει λήξει), ασκώντας ταυτόχρονα πιέσεις προς τον Ζ - σύμφωνα και με όσα ο ίδιος παραδέχεται στην απολογία του -υποδηλώνει σαφώς την δεύτερη εκδοχή, δηλαδή της προσπάθειας να την εκχωρήσει σε άλλον αγοραστή.
Σε κάθε δε περίπτωση το οικονομικό όφελος στο οποίο σκόπευε με την παράνομη και πάντως ανύπαρκτη στην ουσία εκπροσώπηση της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε." με τις ως άνω μεθοδεύσεις ξεπερνά κατά πολύ το όριο των 73.000.00 ευρώ ( 25.000.000 δρχ.), το οποίο θέτει ο νόμος. Εξάλλου η συμπεριφορά του αυτή επέφερε βλάβη αφενός μεν στα ηθικά συμφέροντα του νομικού προσώπου της εταιρίας, εφόσον για μεγάλο χρονικό διάστημα εμφανίζονταν η εν λόγω εταιρία, εκπροσωπούμενη από το διοικητικό της συμβούλιο που το αποτελούν γνωστοί στην πόλη των ...
επιχειρηματίες, έναντι των τρίτων που το πληροφορούνταν εξ' οιασδήποτε αφορμής ως εμπλεκόμενη σε αστικές και ποινικές υποθέσεις ενώπιον των δικαστικών αρχών των Ιωαννίνων κατά τρόπο μειωτικό της φήμης και της αξιοπιστίας της εταιρίας, ώστε να θεωρείται λόγω των οικονομικών μεγεθών και το είδος των υποτιθεμένων προς δικαστική διερεύνηση ποινικών αδικημάτων (και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος) ότι υπάρχει πιθανότητα κλυδωνισμού της οικονομικής της ευρωστίας και της εντεύθεν εμπορικής της φερεγγυότητας και πίστεως.
Στις συγκεκριμένες αυτές ενέργειες του, δηλαδή να επιδιώξει χωρίς δικαίωμα την περαιτέρω διαχείριση των δικαιωμάτων που απέρρεαν από την εκδοθείσα εγγυητική επιστολή, παρέχοντας ευρείες αρμοδιότητες οικονομικού χειρισμού σε κατάλληλο για την περίπτωση ειδικό επενδυτικό γραφείο και παριστώντας σε αυτό ψευδώς ότι ι εκπροσωπεί μεγάλη ξενοδοχειακή εταιρία που διέθετε σπουδαία φήμη και τεράστια οικονομική ισχύ, αποφασιστική ήταν η συμβολή του δεύτερου κατηγορουμένου Ζ, ο οποίος διευκόλυνε σαφώς (το Χ) στο εγκληματικό του σχέδιο, υποδεικνύοντας του τov τρόπο με τον οποίο θα εμφανιζόταν στην διεθνή τραπεζική αγορά ψευδώς ως δήθεν "Πρόεδρος" οικονομικά εύρωστης επιχειρήσεως.
Ο τρόπος δε αυτός δεν ήταν άλλος από το να του υποδείξει το "μοντέλο" συντάξεως των κρίσιμων πλαστών εξουσιοδοτήσεων για να διαπραγματευτεί εκ μέρους της δήθεν εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρίας την παροχή πολύ μεγάλου ύψους χρηματοδοτήσεως, ενώ χωρίς την συγκεκριμένη προαναφερθείσα αυτή βοήθεια του προς τον πρώτο κατηγορούμενο αυτός δεν θα μπορούσε από μόνος του να προβεί στην κατάρτιση των πλαστών επίμαχων εγγράφων.
Οι ισχυρισμοί του δεύτερου κατηγορουμένου ότι η δική του δραστηριότητα ήταν διαμεσολαβητική για την ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής, στο πλαίσιο-της οποίας και ζήτησε τις προαναφερθείσες εξουσιοδοτήσεις από τον Χ για λογαριασμό της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε", ότι μόλις πληροφορήθηκε, από τηλεφώνημα που του έγινε από τον Κ (Πρόεδρο της ΠΑΛΑΔΙΟΝ Α.Ε.), ότι δεν είχε γνώση η εταιρία σταμάτησε κάθε ενέργεια διότι αντιλήφθηκε ότι υπήρχε διάσταση απόψεων μεταξύ των εταίρων και "υποψιάσθηκε" ότι δεν είχε ληφθεί καμία απόφαση των μετόχων που περιλαμβάνονται στην από 3-4-2004 απολογία του ενώπιον του Ανακριτή, δεν κρίνονται πειστικοί καθόσον στην από 29-3-2002 προαναφερθείσα επιστολή του προς τον Πρόεδρο της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ" σαφώς αναφέρεται ότι ο ίδιος προσπάθησε να ενημερώσει τηλεφωνικώς κάποιον από το Δ.Σ.
της εταιρίας, ότι αντιμετωπίστηκε με τρόπο προκλητικό και αδιάφορο και για τον λόγο αυτό προβαίνει σε έγγραφη ενημέρωση τους και δεν πρόκειται ασφαλώς για αυτόβουλη τηλεφωνική επικοινωνία του Κ, ενώ από το όλο περιεχόμενο της σαφώς προκύπτει ότι έχουν διαταραχθεί πλέον οι σχέσεις του με τον πρώτο κατηγορούμενο και για τον λόγο αυτό προέβη στην "ενημέρωση" της εταιρίας.
Μετά από τα παραπάνω, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 ΠΚ για τη στοιχειοθέτηση σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου της πράξεως της πλαστογραφίας εγγράφων μετά χρήσεως και κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, εφόσον: α) Κατάρτισε απ' αρχής τις από 6-12-2001 δύο έγγραφες εξουσιοδοτήσεις, που προαναφέρθηκαν, τις οποίες υπέγραψε μεν με το αληθινό του όνομα, ,πλην όμως η υπογραφή του τέθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι έχει ιδιότητα που δεν προσήκει σ' αυτόν στην πραγματικότητα, εφόσον υπέγραψε ως Πρόεδρος της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ", χωρίς να είναι Πρόεδρος, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι εκπροσωπεί την εν λόγω εταιρία και ότι δεσμεύει συνακόλουθα αυτήν (ΑΠ 1821/1994 κλπ ό.π.), β) Σκόπευε με τα παραπάνω έγγραφα να παραπλανήσει με τη χρήση τους πιστωτικά ιδρύματα και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις, εμφανίζοντας ψευδώς ότι εξουσιοδοτεί προς επίτευξη χρηματοδότησης η ως άνω εταιρία "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ", ως παρέχουσα έναντι της πελάτισσας του Ψ μεγαλύτερη χρηματοληπτική - χρηματοτοδοτική πίστη και όχι με τη χρήση τους να επιτύχει την έκδοση της αναφερόμενης εγγυητικής επιστολής, η οποία κατά το χρόνο της κατάρτισης των πλαστών εξουσιοδοτήσεων (6-12-2001) είχε ήδη εκδοθεί ( 5-6-2001), όπως προκύπτει από το σώμα της, γ) Η κατάρτιση των εν λόγω εξουσιοδοτήσεων μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, δεδομένου ότι, τουλάχιστον μέχρι 5-6-2002, ίσχυε η εγγυητική επιστολή με τον τίτλο "No B.B.C.G 1828 - 2001" και υπήρχε η δυνατότητα να ενεργοποιηθεί με την παροχή ασφάλισης και αντασφάλισης, ώστε στη συνέχεια να ληφθούν δάνεια, να ρευστοποιηθεί, να εκχωρηθεί κλπ , με οικονομικές συνέπειες που θα αντανακλούσαν στην οικονομική υπόσταση της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ" και όχι μόνο στα οικονομικά της πελάτισσας του Ψ, δεδομένου ότι η ζημία της τελευταίας, ποσού 801.000 €, είχε ήδη επέλθει πολλούς μήνες προ της 6-12-2001 κατά τα προαναφερόμενα και δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις επίμαχες εξουσιοδοτήσεις.
Εξάλλου, με την κατάρτιση των επίμαχων εξουσιοδοτήσεων που είχαν ως στόχο την ενεργοποίηση της παραπάνω εγγυητικής επιστολής, επήλθε ήδη βλάβη στα ηθικά συμφέροντα του νομικού προσώπου της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔίΟΝ ΑΕ", εφόσον από τότε μέχρι σήμερα και για μεγάλο ακόμη χρονικό διάστημα θα εμφανίζεται στην πόλη των Ιωαννίνων κατά τρόπο μειωτικό της αξιοπιστίας της ως εμπλεκόμενη σε ποινικές και αστικές δικαστικές υποθέσεις, εξαιτίας μηνύσεων και αγωγών που αναγκάστηκε να ασκήςει εναντίον των κατηγορουμένων, με δημιουργία μάλιστα εντυπώσεων κλυδωνισμού της οικονομικής της ευρωστίας και της εντεύθεν εμπορικής της φερεγγυότητας και πίστης, δ) Σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και στον συγκατηγορούμενό του Ζ περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας αντίστοιχα την αναφερόμενη ΑΕ, είναι δε αδιάφορο κατά τα προαναφερθέντα στην σχετική νομική σκέψη της παρούσας αν επιτεύχθηκε η παραπλάνηση και ο επιδιωκόμενος σκοπός και ε) Το ως άνω όφελος και η αντίστοιχη ζημία της εν λόγω ΑΕ θα υπερέβαινε κατά πολύ το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 € , αφού η πιστοδοτική αξία της εγγυητικής επιστολής ανέρχονταν σε 15.000.000 Δολάρια ΗΠΑ , ήτοι περίπου σε 6.000.000.000 δρχ.
Αλλά και για τη στοιχειοθέτηση σε βάρος του δεύτερου κατηγορουμένου της πράξης της άμεσης συνέργειας συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β ΠΚ αφού αυτός παρέσχε κατά τα προαναφερθέντα με πρόθεση άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο αυτουργό κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της κύριας πράξης αφού γνωρίζοντας και θέλοντας το επελθόν από την συμπεριφορά του αξιόποινο αποτέλεσμα έδωσε τις απαραίτητες συμβουλές και οδηγίες σ' αυτόν ώστε να προβεί στην σύνταξη των προαναφερομένων προς αυτόν εγγράφων (εξουσιοδοτήσεως και "γράμματος αναγνωρίσεως"), στόχος που δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς την αποτελεσματική βοήθεια που του παρείχε, η δε συμμετοχή του στην πράξη του πρώτου ήταν άμεση και όχι απλή.
Ύστερα από τα προαναφερόμενα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί - αιτιάσεις του πρώτου κατηγορουμένου, που περιλαμβάνονται στην απολογία του αλλά και στην έφεση του σχετικά με το ότι οι αναφερόμενες παραπάνω δύο εξουσιοδοτήσεις δεν συνιστούν πλαστό έγγραφο κατά την έννοια του ποινικού νόμου, ότι δεν επλήγησαν απ' αυτές τα ηθικά συμφέροντα και η φήμη της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ" και ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να προέλθει οποιαδήποτε οικονομική βλάβη της ως άνω εταιρίας από τις εξουσιοδοτήσεις, οι οποίες δεν είχαν καμιά πρακτική σημασία και δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν οποιαδήποτε έννομη συνέπεια, εφόσον δεν χρησιμοποιήθηκαν προς τρίτους αφενός και αφετέρου η επίμαχη εγγυητική επιστολή ήταν ανενεργή και χωρίς νόημα και συνέπεια η ύπαρξη της, αφού δεν εκδόθηκαν οι απαιτούμενες για την ενεργοποίηση της ασφάλιση και αντασφάλιση, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα παραπάνω για τους εν λόγω ισχυρισμούς.
Με βάση τα προαναφερθέντα υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ( βλ. άρθρ.313 ΚΠΔ, πρβλ Καρρά ΠΧρ. Ν'σελ. 967) σε βάρος των κατηγορουμένων Χ και Ζ για να παραπεμφθούν αυτοί στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου προκειμένου να δικασθούν για τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται, δηλαδή ο μεν πρώτος για την πράξη της πλαστογραφίας υπό την μορφή καταρτίσεως πλαστών εγγράφων μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από δράστη, ο οποίος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία άνω των 73.000,00 ευρώ (25.000.000 δρχ.), ο δε δεύτερος για άμεση συνεργεία στην παραπάνω πράξη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας και κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό του τρόπου συμμετοχής σε αυτό (έγκλημα) σε σχέση με τον δεύτερο κατηγορούμενο από απλή σε άμεση συνεργεία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην σχετική νομική σκέψη.
Επομένως ενόψει όλων των προαναφερθέντων και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1ε και 313 ΚΠΔ, πρέπει οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι να παραπεμφθούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α' βαθμού Ιωαννίνων, που είναι υλικά και τοπικά αρμόδιο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ. ε, 8 παρ.3, 111 παρ. 1, 119, 122 παρ. 1, 130 ΚΠΔ προκειμένου να δικασθούν για τις παραπάνω πράξεις, που προβλέπονται και τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27, 46 παρ. 1 περ.
β, 51 παρ. 1, 52, 60, 98, 216 παρ. 1 και 3 Π.Κ..
ΙV. Με βάση τις παραδοχές αυτές ορθώς το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του Χ στο ακροατήριο. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις πράξεις της κατά συρροή κακουργηματικής πλαστογραφίας, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί και επιχειρήματα, με βάση τους οποίους, υπήγαγε τη συμπεριφορά αυτή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 και 216 § § 1,3 Π.Κ., όπως ισχύουν, τις οποίες ορθώς και αιτιολογημένα εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς οι από τα άρθρα 484 § 1 β' και δ' Κ.Π.Δ., λόγοι αναίρεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, οι οποίοι προβάλλονται μόνον από τον αναιρεσείοντα Χ, είναι αβάσιμοι και συνεπώς η αναίρεση του Χ πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς Και για τους λόγους που αναφέρονται στην 30/28-1-2008 πρότασή μου Προτείνω Ι. Να απορριφθεί η με αριθμ. 2/26-6-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του 101/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων.
ΙΙ. Να γίνει δεκτή η με αριθμό 1/2-7-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ζ, κατά του ίδιου βουλεύματος.
ΙΙΙ. Να αναιρεθεί το βούλευμα τόσον ως προς τον Ζ, όσο και ως προς τον κατηγορούμενο Χ (αρθρ. 469 Κ.Π.Δ) και IV. Να εισαχθεί η υπόθεση στο σύνολό της υπό τη κρίση του ίδιου Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών.
Αθήνα 17 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στις παραπάνω εισαγγελικές προτάσεις και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά του υπ' αριθμ. 101/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, οι δι' αυτού παραπεμπόμενοι για κακουργηματική πλαστογραφία και άμεση συνέργεια σ' αυτήν κατηγορούμενοι Χ και Ζ, νομοτύπως και εμπροθέσμως άσκησαν τις από 26 Ιουνίου 2007 και από 2 Ιουλίου 2007, αντιστοίχως, αιτήσεις αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει οι αιτήσεις να γίνουν τυπικά δεκτές, να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν και κατ' ουσίαν.
Α.- Επί της αιτήσεως του Ζ.
Απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μεταξύ τούτων περιλαμβάνεται και το υπό του άρθρου 309 παρ. 2 του ΚΠΔ παρεχόμενο δικαίωμα στους διαδίκους να ζητήσουν την ενώπιον του συμβουλίου εμφάνισή τους, παρουσία του εισαγγελέα προς παροχή οποιασδήποτε εξηγήσεως.
Μπορεί ακόμη του Συμβούλιο να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι οι οποίοι αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Πάντοτε όμως, όταν διατάσσει την εμφάνιση ενός από τους διαδίκους, οφείλει να καλέσει και να ακούσει συγχρόνως και τους υπολοίπους.
Από τους ορισμούς της παραπάνω διατάξεως προκύπτει ότι ο νόμος επιβάλλει την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο Συμβούλιο προκειμένου οι δικαστές να έχουν άμεση και προσωπική επικοινωνία μαζί τους. Χωρίς να αποκλείεται η συμπαράσταση συνηγόρου και η από τον τελευταίο προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως, εάν το Συμβούλιο ήθελε επιτρέψει τούτο, δεν είναι επιτρεπτή η από τον συνήγορο αντιπροσώπευση του μη εμφανιζομένου διαδίκου του οποίου και μόνον θέλει τις διευκρινήσεις και όχι του συνηγόρου.
Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει ότι επιβάλλεται η παρουσία του εισαγγελέα κατά το στάδιο της αυτοπρόσωπης εμφάνισης και ακρόασης των διαδίκων, ουδόλως όμως προκύπτει ότι προκειμένου το Συμβούλιο να κρίνει περί του παραδεκτού ή μη της ενώπιόν του εκπροσωπήσεως του διαδίκου από συνήγορο, απαιτείται η κατά το άρθρο 32 παρ.1 του Κ.Π.Δ υποβολή προτάσεως από τον παριστάμενο εισαγγελέα, αφού η περί του παραδεκτού κρίση δεν συνιστά απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, ενώπιον του οποίου, κατά παραδοχή αιτήσεως του κατηγορουμένου Χ, είχε διαταχθεί η εμφάνιση αυτού και των λοιπών διαδίκων, παρισταμένου και του εισαγγελέα, απέκρουσε ως απαράδεκτη την παράσταση του κατηγορουμένου Ζ, ο οποίος δεν εφανίσθηκε αυτοπροσώπως αλλά εκπροσωπήθηκε από τον συνήγορό του Περικλή Σταυριανάκη.
Έτσι που έκρινε το Συμβούλιο εις ουδεμία υπέπεσε πλημμέλεια και δεν επήλθε ακυρότητα της ενώπιον αυτού διαδικασίας.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ζ από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α'του Κ.Π.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στο βούλευμα η αιτίαση ότι, χωρίς προηγούμενη πρόταση του εισαγγελέα, δεν δέχθηκε την εκπροσώπησή του από συνήγορο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Ζ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.) Β.- Επί της αιτήσεως του Χ.
1.- Από το συνδυασμό των παρ. 1 και 3 του άρθρου 216 ΠΚ (όπως η παρ.3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2α και 2β' του ν. 2721/1999) προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που θεμελιώνουν την πράξη, συγχρόνως δε σκοπός αυτού όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή τη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλο τρίτο περιουσιακό όφελος, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, χωρίς ν' ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη του τρίτου.
Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς ν' απαιτείται και να λάβει πραγματικά γνώση του εν λόγω εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος.
Περαιτέρω, ως έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. γ του Π.Κ θεωρείται κάθε γραπτό το οποίο προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη συνέπεια και με την χρήση του μπορεί να οδηγήσει σε παραπλάνηση τρίτου. Στην εμφάνιση του εγγράφου, ως προερχομένου εκ μέρους άλλου προσώπου, υπάγεται και η περίπτωση εκείνη κατά την οποία το συντασσόμενο έγγραφο υπογράφεται μεν από τον εκδότη δια του αληθούς του ονόματος, αλλά κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι άλλο είναι το πρόσωπο το οποίο εξέδωσε το έγγραφο ή ότι έχει ιδιότητα η οποία στην πραγματικότητα δεν αρμόζει στον συντάκτη.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο συντάκτης του εγγράφου υπογράφει με το αληθές του ονόματός του, παραπλεύρως όμως του οποίου προσθέτει και την επωνυμία νομικού προσώπου για να εμφανίσει πλέον το έγγραφο όχι εκδιδόμενο ατομικώς από τον ίδιο αλλά με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου νομικού προσώπου
ΙΙ.- 'Ελλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ.
β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του και στα οποία στήριξε την παραπεμπτική κρίση του, ανελέγκως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα επόμενα κρίση δέχθηκε τα εξής: ".... Η Ψ (δεύτερη αρχικά κατηγορούµενη), µέτοχος του 50% στην ανώνυµη εταιρία "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ, Ξενοδοχειακαί και Τουριστικοί Επιχειρήσεις Α.Ε.", έχοντας περί τις αρχές του έτους 2001 την επιθυµία να εξασφαλίσει χρηµατοδότηση ενός πολύ µεγάλου χρηµατικού ποσού, ικανού για την σύσταση ιδρύµατος µε τον κοινωφελή σκοπό της περιθάλψεως παιδιών µε ειδικές ανάγκες στην περιοχή του νοµού lωαννίνων, σύµφωνα µε τους ισχυρισµούς της, ανέθεσε στον Χ, πρώτο κατηγορούµενο, ανιψιό της και Αντιπρόεδρο της ως άνω ανώνυµης εταιρίας να µεσολαβήσει για λογαριασµό της, ώστε δια των καταλλήλων επαφών και διαπραγµατεύσεων µε επενδυτικά γραφεία των Αθηνών, που συνεργάζονται µε ξένα πιστοδοτικά ιδρύµατα, να επιτύχει έκδοση εγγυητικής (τραπεζικής) επιστολής ύψους 15.000.000 U.S.D (Δολαρίων Η.Π.Α) υπέρ της ιδίας.
Πράγµατι, ο πρώτος κατηγορούµενος φρόντισε και εµφανίστηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος για λογαριασµό της παραπάνω Ψ αρχικά στον ιδιοκτήτη της εταιρίας τραπεζικών εργασιών "... Ι.Τ.Ο" Θ, η οποία (εταιρία) εδρεύει στον ..... Ο τελευταίος, έχοντας υπόψη του το µέγεθος της αιτούµενης χρηµατοδότησης αλλά και την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητα της παραπάνω µεγαλοµετόχου, βάσει των όσων του παρέστησε ο Χ, ο οποίος του έδωσε και τη σχετική εντολή, προέβη σε σχετική διερεύνηση της διεθνούς τραπεζικής αγοράς.
Την 29-5-2001 διαβεβαίωσε τον πρώτο κατηγορούµενο Χ ότι µε την µεσολάβηση του µπορεί να εξασφαλίσει για την Ψ την έκδοση εγγυητικής επιστολής (Bank Guarantee) της BBC Bank (Αµερικανικής Τράπεζας) του επιθυµητού από αυτήν χρηµατικού ποσού ύψους 15.000.000 U.S.D. Η έκδοση της εγγυητικής επιστολής θα γινόταν υπό την προϋπόθεση της ασφαλίσεως και αντασφαλίσεως του παρεχόµενου από αυτήν ποσού, οπότε, τότε και µόνο, θα ενεργοποιείτο για να παρασχεθεί η σχετική χρηµατοδότηση.
Σε κάθε περίπτωση του υποσχέθηκε ότι θα παραλάµβανε αρχικά στα χέρια του τον τίτλο (σώµα) της εγγυητικής επιστολής και κατόπιν θα φρόντιζε ο ίδιος άµεσα για την παροχή και των δύο πιστοποιητικών ασφαλίσεως και αντασφαλίσεως (Bonds] από µεγάλη και φερέγγυα ασφαλιστική εταιρία. Όπως, όµως, ισχυρίζονται οι Χ και η Ψ, ο Θ δέχθηκε να ξεκινήσει την διαδικασία µεσολάβησης για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, υπό την προϋπόθεση ότι το 4,5 % του ποσού που αντιστοιχούσε τότε σε 273.000.000 δρχ.
να προκαταβληθεί σε αυτόν (Θ), προκειµένου να φροντίσει για την ασφάλιση και αντασφάλιση του χορηγούµενου ποσού, πράγµα στο οποίο αυτοί συµφώνησαν καταβάλλοντας το αιτηθέν ποσό. Τούτο προκύπτει από τα προσκοµιζόµενα σχετικά αντίγραφα παραστατικών της Τράπεζας Εργασίας, δηλαδή την επιταγή και το έντυπο αγοράς, χορήγησης και είσπραξης συναλλάγµατος, από τα οποία προκύπτει ότι κατατέθηκε το συνολικό προαναφερθέν ποσό προς την ARAB ΒΑΝΚ PLC, στην οποία ο Θ τηρούσε σχετικό προσωπικό λογαριασµό.
Ο τελευταίος τους παρέδωσε τελικά τον τίτλο της εγγυητικής επιστολής, πλην όµως, αντί να φέρεται δικαιούχος σ' αυτόν η πελάτισσα του πρώτου κατηγορουµένου, Ψ, φέρεται το νοµικό πρόσωπο της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α. Ε.". Δεν φρόντισε δε για την ασφάλιση και αντασφάλιση, ισχυριζόµενος, κατά τους Χ και Ψ, ότι πρόσκαιρα δεν ευνοούνταν τέτοιες ενέργειες, εξαιτίας της πρόσφατης τότε διεθνούς οικονοµικής ανασφάλειας, που προκάλεσε η τροµοκρατική ενέργεια σε βάρος του Trade Center των Η.Π.Α στις 11-9-2001.
Αποτέλεσµα αυτού ήταν η µη ενεργοποίηση της χρηµατοδότησης αλλά και η άρνηση επιστροφής των 273.000.000 δρχ. ή 801.000 €. Ο Χ ισχυρίζεται ότι επρόκειτο για καλοστηµένη πλεκτάνη από τον Θ και τον συνεργάτη του ήδη δεύτερο κατηγορούµενο Ζ, ώστε να µην του επιστραφούν τα χρήµατα, καθόσον περί µήνα Δεκέµβριο έτους 2001 και ενώ είχαν ήδη ενταθεί οι τριβές µεταξύ αυτού (Χ) και του Θ, ο τελευταίος τον παρέπεµψε στον τρίτο κατηγορούµενο για να φροντίσει αυτός πλέον για την αντιµετώπιση του παγώµατος των διαδικασιών και να ενεργοποιηθεί, από ενέργειες του τελευταίου, η εγγυητική επιστολή.
Ακόµη ο κατηγορούµενος Χ ισχυρίζεται ότι ο Θ τον Δεκέµβριο του 2001 τον έπεισε πως έπρεπε επιπλέον να εξουσιοδοτήσει τον στενό συνεργάτη του Ζ, δεύτερο κατηγορούµενο, για να χειριστεί αυτός το προκύψαν µε την εγγυητική επιστολή πρόβληµα, ώστε να εξερευνηθούν, εάν η νέα τράπεζα που προέκυψε από την συγχώνευση της παλαιάς τράπεζας B.B.C, λόγω νέων οικονοµικών δεδοµένων στην διεθνή τραπεζική αγορά, µπορούσε να καλύψει την επίµαχη επιστολή και µε ποιο τρόπο θα λάµβανε πίσω, σε αρνητική περίπτωση, τα καταβληθέντα 273.000.000 δρχ.
Στα πλαίσια δε των τελικών διαπραγµατεύσεων και προκειµένου να ενεργοποιηθεί η εγγυητική επιστολή, ο Ζ του πρότεινε να υπογράψει δύο εξουσιοδοτήσεις µε ηµεροµηνία 6-12-2001. Κατά το περιεχόµενο των εν λόγω εξουσιοδοτήσεων, η εταιρία του Ζ µε την επωνυµία "LENOIR INVESTMENT L.T.O.", εξουσιοδοτείτο να ενεργήσει, έχουσα ευρύτατες αρµοδιότητες, κάθε τι σχετικό µε τα δικαιώµατα που απέρρεαν για τον δικαιούχο του συγκεκριµένου τραπεζικού τίτλου.
Ειδικότερα, µε την πρώτη από τις επίµαχες εξουσιοδοτήσεις, οι οποίες αποτελούν και τα σώµατα των δύο εγγράφων, που φέρονται ότι πλαστογραφήθηκαν από τον πρώτο κατηγορούµενο σε συνεργασία µε τον δεύτερο και µε τον τίτλο "ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ", νοµιµοποιείται ο δεύτερος κατηγορούµενος Ζ να ενεργεί για λογαριασµό της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ", την οποία φέρεται στην εν λόγω εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί ο πρώτος κατηγορούµενος Χ ως Πρόεδρος;, δήθεν αυτής, χωρίς στην πραγµατικότητα να είναι, σε όλα τα θέµατα για οικονοµικές επενδύσεις, ήτοι 1.
Τραπεζικούς διακανονισµούς απαραίτητους για ολοκλήρωση συναλλαγών, 2. Αφορολόγητα τραπεζικά όργανα, 3. Επιστολές για ασφαλή φύλαξη των οργάνων, 4. Άνοιγµα τραπεζικών λογαριασµών στο όνοµα της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ", 5. Μεταφορά κάθε ποσού από κάποιο λογαριασµό στην ίδια εταιρία "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ", 6. Εκτέλεση όλων των εγγράφων και αποδείξεων, που είναι απαραίτητα για την επιτυχή ολοκλήρωση των παραπάνω δραστηριοτήτων κλπ., 7.
Εκτέλεση όλων των απαραιτήτων ενεργειών µε τη δικαιοδοσία που του δόθηκε. Στη συνέχεια η ως άνω εξουσιοδότηση φέρει ηµεροµηνία σύνταξης την 6-12-2001, βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της 7-12-2001 από την Συµ/φο Αθηνών Ιφιγένεια Χριστίνα Μπάη και υπογραφή του πρώτου κατηγορουµένου Χ και κάτω από αυτήν τη φράση "Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Παλλάδιο ΑΕ - Χ".
Με τη δεύτερη επίµαχη εξουσιοδότηση µε τον τίτλο "ΓΡΑΜΜΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ" φέρεται η εταιρία "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ", εκπροσωπούµενη από τον Χ, να µεταφέρει απόλυτα όλα τα δικαιώµατα της παραπάνω εγγυητικής επιστολής στην εταιρία "LENOIR INVESTMENT Ι.Τ.Ο.", η οποία εκπροσωπείται από τον Ζ, ενώ γίνεται σ' αυτήν αναφορά, µετά το όνοµα του φερόµενου ως εκπροσώπου της πρώτης εταιρίας Χ, ότι είναι ο µόνος δικαιούχος της εγγυητικής επιστολής.
Η εν λόγω εξουσιοδότηση (γράµµα αναγνώρισης) στη συνέχεια φέρει ηµεροµηνία σύνταξης την 6-12-2001, βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της 7-12-2001 από την Συµ/φο Αθηνών Ιφιγένεια-Χριστίνα Μπάη και υπογραφή του πρώτου κατηγορουµένου Χ και κάτω από αυτήν τη φράση "Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Παλλάδιο ΑΕ-Χ", όπως ακριβώς και η προαναφερθείσα πρώτη εξουσιοδότηση.
Στην συνέχεια ο Ζ µε βάση τις ως άνω εξουσιοδοτήσεις και την µεταξύ τους συµφωνία επιδίωξε την εξεύρεση τρόπου ρευστοποίησης της εγγυητικής επιστολής, όπως ο ίδιος τόσο στην απολογία του όσο και στην από 29-3-2002 επιστολή και εξώδικη δήλωση, για τις οποίες θα γίνει λόγος αµέσως παρακάτω, αναφέρει. Έτσι, την 29-3-2002 και αφού είχαν προηγηθεί οι διαπραγµατεύσεις µεταξύ των παραπάνω κατηγορουµένων, ο Κ, Πρόεδρος της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε.", εντελώς ξαφνικά και αγνοώντας όλα τα διαδραµατιζόµενα τους τελευταίους µήνες (περί ενεργειών για έκδοση εγγυητικής επιστολής, διαµεσολαβήσεις στο εξωτερικό µε τράπεζες κ.λ.π.) δέχθηκε µέσω Fax επιστολή της "LENOIR INVESTMENT Ι.Τ.Ο.", την οποία υπέγραφε ο Ζ, καθώς και εξώδικη δήλωση - διαµαρτυρία - πρόσκληση της ίδιας ως άνω εταιρίας, µε τις οποίες γνωστοποιούσε στους υπευθύνους της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε." όλες τις διενεργηθείσες από αυτόν πρωτοβουλίες µε εντολή του πρώτου κατηγορουµένου για λογαριασµό της εταιρίας για έκδοση της επίµαχης εγγυητικής επιστολής από την B.B.C.
Bank, επισηµαίνοντας παράλληλα ότι δηµιουργείτο µείζον θέµα και στην "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε." λόγω εµπλοκής του ονόµατος του νοµικού της προσώπου. Ταυτόχρονα περιελάµβαναν ευθείες "βολές" και αιτιάσεις για τον ρόλο του πρώτου κατηγορουµένου στα προηγηθέντα κατ' αντιπαραβολή µε την αµέσως προηγούµενη εκδηλωθείσα άγνοια και αποστασιοποίηση της επίσηµης διοίκησης της εταιρίας.
Τέλος δε, µνηµόνευε στα ως άνω αποσταλέντα µε Fax έγγραφα προς γνώση των ιθυνόντων της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε.", µεταξύ των άλλων, ότι ο Χ του είχε µεταβιβάσει όλα τα δικαιώµατα που απέρρεαν από την εγγυητική επιστολή δια της παροχής των επίµαχων εξουσιοδοτήσεων της 6-12-2001 (τα λοιπά αναφερόµενα ότι κατείχε Πρακτικό του Δ.Σ.
της ως άνω εταιρίας µε ηµ/νία 24-5-2001 δεν αφορούν το σκέλος της κατηγορίας που ερευνάται εν προκειµένω). Τα παραπάνω προκύπτουν τόσο από το περιεχόµενο των αποσταλέντων προς την εταιρία εγγράφων από τον Ζ, όσο και από τις µαρτυρικές καταθέσεις των Κ και Λ, Προέδρου και µέλους του Δ.Σ. αντίστοιχα καθώς και της εργαζοµένης στην εταιρία ιδιωτικής υπαλλήλου .....
Στην συνέχεια ο Χ µε την από 2-42002 εξώδικη δήλωση του προς τον Ζ και την εταιρία "... Ι.Τ.Ο", που εκπροσωπείται από τον Θ, ανακαλεί την δοθείσα εντολή και πληρεξουσιότητα σχετικά µε την προαναφερθείσα εγγυητική επιστολή, ενώ η αναφορά στην εν λόγω εξώδικη δήλωση και ετέρας εγγυητικής επιστολής αξίας 5.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ δεν αφορά την υπό κρίση υπόθεση.
Για τις συγκεκριµένες εναντίον του πρώτου κατηγορουµένου Χ αιτιάσεις, ο τελευταίος στην απολογία του ισχυρίζεται ότι πρόκειται ξεκάθαρα για ιδιωτική διαφορά ανάµεσα στην Ψ-θεία του (αρχικά δεύτερη κατηγορουµένη), τον Ζ και τους µεσάζοντες για την έκδοση και ασφάλιση της εν λόγω εγγυητικής επιστολής από ξένα πιστοδοτικά νοµικά πρόσωπα µε χρήµατα της ιδίας.
Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι σε όσες ενέργειες προέβη εκπροσωπούσε ατοµικά την εντολέα και θεία του, η οποία είχε ταυτόχρονα και το 50% της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε." καθώς και ότι η εγγυητική επιστολή αυτή, εφόσον εν τέλει δεν ενεργοποιήθηκε, καµία περαιτέρω συνέπεια δεν δηµιουργήθηκε για την εταιρία. Αναφορικά δε µε την εγγυητική αυτή επιστολή, ισχυρίζεται ότι δικαιούχος της ήταν "κατόπιν διαβεβαιώσεων από την B.B.C.
Bank η ίδια η Ψ". Όµως από τον τίτλο της εγγυητικής επιστολής και µε βάση τα αναγραφόµενα σε αυτή προκύπτει σαφώς ότι η "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε." δεσµευόταν και τούτο ο πρώτος κατηγορούµενος ως δικηγόρος ασφαλώς το εγνώριζε. Ειδικότερα οι δύο επίµαχες εξουσιοδοτήσεις περί δικαιωµάτων ρευστοποιήσεως, εκχωρήσεως καθώς και κάθε είδους διαχειρίσεως της εγγυητικής επιστολής-στην οποία (διαχείριση) περιλαµβάνεται και η ασφάλιση και αντασφάλισή της όπως συνηθίζεται σε τέτοιου είδους χρηµατικές συναλλαγές-αναφέρουν ξεκάθαρα τον τίτλο της επιχειρήσεως "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε.".
Για αυτές ο Χ ισχυρίζεται ότι η µεν 1 η εξουσιοδότηση δεν χρησιµοποιήθηκε προς τρίτο εντολοδόχο πρόσωπο ούτε προς υπαλλήλους της αλλοδαπής τράπεζας για να εκδοθεί η εγγυητική επιστολή, καθώς ήδη αυτό (έκδοση της) είχε γίνει την 5-6-2001 και εποµένως ως έγγραφο ήταν άνευ εννόµων συνεπειών. Για την δε 2η εξουσιοδότηση (επιστολή αναγνωρίσεως) διατείνεται ότι αυτή "περιγράφει απλά την εγγυητική επιστολή όπως αυτή εξεδόθη και εφόσον αποτελεί συνέχεια της ανίσχυρης εγγυητικής επιστολής είναι και αυτή άνευ πρακτικής σηµασίας".
Με βάση δηλαδή τα όσα ισχυρίζεται στο απολογητικό του υπόµνηµα αρνείται ότι τα κρίσιµα υπογραφέντα από αυτόν έγγραφα περιείχαν πληρεξουσιότητα προς τρίτους σχετικά µε όσα ανέφεραν στο κείµενο τους, ερχόµενος όµως σε σαφή αντίθεση µε το περιεχόµενο των εν λόγω εξουσιοδοτήσεων, που µε λεπτοµέρεια εκτέθηκε παραπάνω, καθόσον µάλιστα κάτω από την υπογραφή του και στις δύο εξουσιοδοτήσεις θέτει την επωνυµία της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε.", αναγράφει την φράση "εµείς οι υπογεγραµµένοι Ξενοδοχεία και Τουρ.
Επιχ/σεις Παλλάδιον" και στην πρώτη εξ' αυτών δίπλα από το όνοµα του θέτει εντός παρενθέσεως τη φράση ''Ο Πρόεδρος της Εταιρίας" (χωρίς φυσικά να είναι). Με δεδοµένο το προαναφερθέν περιεχόµενο των ως άνω εξουσιοδοτήσεων, µε το οποίο εξουσιοδοτείται ο δεύτερος κατηγορούµενος να προβαίνει στις παραπάνω οικονοµικές ενέργειες και επενδύσεις (µε την πρώτη) και του µεταφέρονται (µεταβιβάζονται) όλα τα δικαιώµατα από την ήδη εκδοθείσα εγγυητική επιστολή (µε την δεύτερη) και αν ληφθεί υπόψη το χρονικό διάστηµα ισχύος της εγγυητικής επιστολής, τουλάχιστον µέχρι την 5-6-2002, όπως τούτο προκύπτει από την προσκοµιζόµενη σε αποσταλέν Fax µε ηµεροµηνία 10-72002 έγγραφη βεβαίωση της εκδότριας της εγγυητικής επιστολής "British Bank of Commerce" (B.B.C), όπου διαµηνύεται προς την Ψ ότι έχει πλέον λήξει η εγγυητική επιστολή λόγω µη ολοκληρώσεως της συναλλαγής, συνάγεται ότι, κατά τον κρίσιµο χρόνο καταρτίσεως της εξουσιοδοτήσεως και του γράµµατος αναγνωρίσεως αλλά και στη συνέχεια, ο δεύτερος κατηγορούµενος (Ζ) είχε ακόµα την νοµική δυνατότητα εντός του χρονικού ορίου της εγγυητικής επιστολής και εφόσον επιθυµούσε να κάνει χρήση των εξουσιών που του παρείχοντο να την διαχειρισθεί, προβαίνοντας σε κάθε είδους χειρισµό της, όπως λ.χ.
ασφάλιση και αντασφάλιση, διαπραγµάτευση µε αγοραστές για τυχόν εκχώρηση της κ.λ.π., µε έννοµες συνέπειες, όµως , που θα αντανακλούσαν στο κύρος αλλά και την οικονοµική υπόσταση ολόκληρης της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε.", εφόσον φαινόταν προς τις σχέσεις µε τρίτους ότι ο πρώτος κατηγορούµενος εκπροσωπούσε ως Πρόεδρος το νοµικό της πρόσωπο.
Το γεγονός δε αυτό καθιστά εντελώς αναξιόπιστους τους ισχυρισµούς του Χ περί µηδαµινής πρακτικής αξίας των υπό κρίση εξουσιοδοτήσεων που υπέγραψε προς τον δεύτερο κατηγορούµενο. Άλλωστε, ο ίδιος (Χ) παραδέχεται ότι είχε εµπλακεί σε έναν διαρκή και επίµονο αγώνα αρχικά µεν για επιδίωξη της ασφαλίσεως της εγγυητικής επιστολής και κατόπιν για επιστροφή των καταβληθέντων λόγω της αδυναµίας επιτεύξεως των όσων του υποσχέθηκε ο Θ µε, κατά την γνώµη του, υπαιτιότητα του τελευταίου και του συνεργάτη του, δεύτερου κατηγορουµένου.
Δεδοµένης δε της παραπάνω αξιόποινης συµπεριφοράς του πρώτου κατηγορουµένου να παρουσιάζεται δηλαδή δια των υπό αυτού καταρτισθέντων πλαστών εξουσιοδοτήσεων ως νόµιµος εκπρόσωπος της ως άνω ανώνυµης εταιρίας, συνάγεται ξεκάθαρα η επιδίωξη του να επιτύχει µε τον τρόπο αυτό την υψηλότερη δυνατή χρηµατοδότηση, γνωρίζοντας προφανώς ότι δεν θα µπορούσε να επιτύχει το ίδιο (υψηλή χρηµατοδότηση) εάν προέβαλε ως διαπραγµατευτικό όπλο στην διεθνή τραπεζική αγορά µόνο το ποσοστό µετοχικού κεφαλαίου το οποίο εκπροσωπούσε η Ψ, µη διστάζοντας έτσι να εµπλέξει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στους κανόνες του εταιρικού δικαίου που διέπει τις ανώνυµες εταιρίες, το νοµικό πρόσωπο της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε", αφού οι παραπάνω ενέργειες του δεν αφορούσαν ατοµικά την εκπροσωπούµενη από αυτόν µέτοχο Ψ, καθόσον οι όποιες συνέπειες από τυχόν εσφαλµένη ή επιζήµια χρησιµοποίηση των ευχερειών από την εξουσιοδότηση και εντολή προς τον δεύτερο κατηγορούµενο, θα δέσµευαν την εταιρία στο σύνολο της.
Επίσης, ο πρώτος κατηγορούµενος µε βάση το περιεχόµενο των επίµαχων εξουσιοδοτήσεων της 6-12-2002 προς τον δεύτερο κατηγορούµενο, αποσκοπούσε φανερά στο να αποκοµίσει ίδιο όφελος για δικό του λογαριασµό. Τούτο προκύπτει κυρίως από τη δεύτερη εξουσιοδότηση, µε την οποία αυτοχαρακτηρίζεται ως ο µόνος δικαιούχος της εγγυητικής επιστολής, καθώς και από τις επίµονες προσπάθειες του να την ενεργοποιήσει, παρά τη σαφή θέση της εντολέως του Ψ, ότι επιθυµούσε µόνο την επιστροφή των 801.000€ και όχι την ενεργοποίηση πλέον της τραπεζικής επιστολής.
Έτσι ο Χ υπερβαίνοντας την πληρεξουσιότητα και εντολή της µετόχου και εντολέως του Ψ (όπως στο σηµείο αυτό κρίθηκε µε το προσβαλλόµενο βούλευµα για την τελευταία και δεν µεταβιβάστηκε κατά το µέρος αυτό που αφορά την Ψ στο Συµβούλιο τούτο) και παραβαίνοντας τις διατάξεις του δικαίου περί ανωνύµων εταιριών - καθόσον κατήρτισε εξουσιοδοτήσεις δεσµεύουσες το 100% του µετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας χωρίς ο Πρόεδρος και τα λοιπά µέλη του Δ.Σ.
να το γνωρίζουν - καθίστατο ως µόνος δικαιούχος εισπράξεως των ωφεληµάτων από την τυχόν ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής και µάλιστα χωρίς να µπορούν αργότερα να τον ελέγξουν αποτελεσµατικά τα εταιρικά όργανα του Δ.Σ. και της Γ.Σ. της εταιρίας, εφόσον θα επρόκειτο για µία αδιαφανή και άγνωστη δραστηριότητα του.
Εάν ληφθεί ακόµη υπόψη ότι η εντολέας του Ψ, όπως η ίδια παραδέχεται στην απολογία της, ήταν µεν ενήµερη των αρχικών προσπαθειών του πρώτου κατηγορουµένου για ενεργοποίηση της ήδη εκδοθείσας από 5-6-2001 τραπεζικής επιστολής αλλά δεν επιθυµούσε σε καµία περίπτωση την µεταβίβαση της, παρά µόνο την επιστροφή των 801.000 € που θεωρεί ότι έπρεπε να της δοθούν λόγω αποτυχίας του επενδυτικού γραφείου του δευτέρου κατηγορουµένου να τηρήσει όσα υποσχέθηκε, δεν καταλείπεται αµφιβολία ότι ο πρώτος κατηγορούµενος δεν είχε κανένα απολύτως βάσιµο λόγο να συνεχίσει και να προσπαθεί καθ' όλη την διάρκεια του χρονικού διαστήµατος ισχύος της εγγυητικής επιστολής να επιτύχει την πάση θυσία ενεργοποίηση της.
Πολύ δε περισσότερο αφ' ης στιγµής που η αντασφάλισή της κατέστη σχεδόν ανέφικτη, οι µόνες διέξοδοι που απέµεναν για τον κάτοχο του εκδοθέντος "ανενεργού" τραπεζικού τίτλου θα ήταν η ακύρωση της συµβάσεως διαµεσολαβήσεως για την έκδοση της ή η τυχόν εκχώρηση της µε εσπευσµένη ρευστοποίηση, η οποία όµως είναι φανερό ότι θα εξέθετε τα οικονοµικά συµφέροντα και της εταιρίας και όχι µόνο της µεγαλοµετόχου εντολέως του, όπως αυτός ισχυρίζεται, λόγω της χαµηλής στην περίπτωση αυτή ανταλλάξιµης αγοραίας αξίας της - εφόσον θα είχε "νοµικό ελάττωµα" (την έλλειψη ασφαλίσεως).
Η προαναφερθείσα όµως εµµονή του Χ να διατηρεί επί τόσους µήνες σε εκκρεµότητα και να βρίσκεται ο ίδιος σε αναµονή ενεργοποιήσεως της εγγυητικής επιστολής ήτοι µέχρι την 10-7-2002 (οπότε και ενηµέρωσε η εκδότρια "British Bank of Commerce" B.B.C όπως προαναφέρθηκε ότι από 5-6-2002 η εν λόγω επιστολή έχει λήξει), ασκώντας ταυτόχρονα πιέσεις προς τον Ζ, σύµφωνα και µε όσα ο ίδιος παραδέχεται στην απολογία του, υποδηλώνει σαφώς την δεύτερη εκδοχή, δηλαδή της προσπάθειας να την εκχωρήσει σε άλλον αγοραστή.
Σε κάθε δε περίπτωση το οικονοµικό όφελος στο οποίο σκόπευε µε την παράνοµη και πάντως ανύπαρκτη στην ουσία εκπροσώπηση της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε." µε τις ως άνω µεθοδεύσεις ξεπερνά κατά πολύ το όριο των 73.000.00 ευρώ (25.000.000 δρχ.), το οποίο θέτει ο νόµος. Εξάλλου η συµπεριφορά του αυτή επέφερε βλάβη αφενός µεν στα ηθικά συµφέροντα του νοµικού προσώπου της εταιρίας, εφόσον για µεγάλο χρονικό διάστηµα εµφανίζονταν η εν λόγω εταιρία, εκπροσωπούµενη από το διοικητικό της συµβούλιο που το αποτελούν γνωστοί στην πόλη των Ιωαννίνων επιχειρηµατίες, έναντι των τρίτων που το πληροφορούνταν εξ' οιασδήποτε αφορµής ως εµπλεκόµενη σε αστικές και ποινικές υποθέσεις ενώπιον των δικαστικών αρχών των lωαννίνων κατά τρόπο µειωτικό της φήµης και της αξιοπιστίας της εταιρίας, ώστε να θεωρείται λόγω των οικονοµικών µεγεθών και το είδος των υποτιθεµένων προς δικαστική διερεύνηση ποινικών αδικηµάτων (και µάλιστα σε βαθµό κακουργήµατος) ότι υπάρχει πιθανότητα κλυδωνισµού της οικονοµικής της ευρωστίας και της εντεύθεν εµπορικής της φερεγγυότητας και πίστεως.
Στις συγκεκριµένες αυτές ενέργειες του, δηλαδή να επιδιώξει χωρίς δικαίωµα την περαιτέρω διαχείριση των δικαιωµάτων που απέρρεαν από την εκδοθείσα εγγυητική επιστολή, παρέχοντας ευρείες αρµοδιότητες οικονοµικού χειρισµού σε κατάλληλο για την περίπτωση ειδικό επενδυτικό γραφείο και παριστώντας σε αυτό ψευδώς ότι ι εκπροσωπεί µεγάλη ξενοδοχειακή εταιρία που διέθετε σπουδαία φήµη και τεράστια οικονοµική ισχύ, αποφασιστική ήταν η συµβολή του δεύτερου κατηγορουµένου Ζ, ο οποίος διευκόλυνε σαφώς (τον Χ) στο εγκληµατικό του σχέδιο, υποδεικνύοντας του τον τρόπο µε τον οποίο θα εµφανιζόταν στην διεθνή τραπεζική αγορά ψευδώς ως δήθεν "Πρόεδρος" οικονοµικά εύρωστης επιχειρήσεως.
Ο τρόπος δε αυτός δεν ήταν άλλος από το να του υποδείξει το "µοντέλο" συντάξεως των κρίσιµων πλαστών εξουσιοδοτήσεων για να διαπραγµατευτεί εκ µέρους της δήθεν εκπροσωπούµενης από αυτόν εταιρίας την παροχή πολύ µεγάλου ύψους χρηµατοδοτήσεως, ενώ χωρίς την συγκεκριµένη προαναφερθείσα αυτή βοήθεια του προς τον πρώτο κατηγορούµενο αυτός δεν θα µπορούσε από µόνος του να προβεί στην κατάρτιση των πλαστών επίµαχων εγγράφων.
Οι ισχυρισµοί του δεύτερου κατηγορουµένου ότι η δική του δραστηριότητα ήταν διαµεσολαβητική για την ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής, στο πλαίσιο της οποίας και ζήτησε τις προαναφερθείσες εξουσιοδοτήσεις από τον Χ για λογαριασµό της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε", ότι µόλις πληροφορήθηκε, από τηλεφώνηµα που του έγινε από τον Κ (Πρόεδρο της ΠΑΛΑΔΙΟΝ Α.Ε.), ότι δεν είχε γνώση η εταιρία σταµάτησε κάθε ενέργεια διότι αντιλήφθηκε ότι υπήρχε διάσταση απόψεων µεταξύ των εταίρων και "υποψιάσθηκε" ότι δεν είχε ληφθεί καµία απόφαση των µετόχων που περιλαµβάνονται στην από 3-4-2004 απολογία του ενώπιον του Ανακριτή, δεν κρίνονται πειστικοί καθόσον στην από 29-3-2002 προαναφερθείσα επιστολή του προς τον Πρόεδρο της "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ" σαφώς αναφέρεται ότι ο ίδιος προσπάθησε να ενηµερώσει τηλεφωνικώς κάποιον από το Δ.Σ.
της εταιρίας, ότι αντιµετωπίστηκε µε τρόπο προκλητικό και αδιάφορο και για τον λόγο αυτό προβαίνει σε έγγραφη ενηµέρωση τους και δεν πρόκειται ασφαλώς για αυτόβουλη τηλεφωνική επικοινωνία του Κ, ενώ από το όλο περιεχόµενο της σαφώς προκύπτει ότι έχουν διαταραχθεί πλέον οι σχέσεις του µε τον πρώτο κατηγορούµενο και για τον λόγο αυτό προέβη στην "ενηµέρωση" της εταιρίας.
Μετά από τα παραπάνω, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 ΠΚ για τη στοιχειοθέτηση σε βάρος του πρώτου κατηγορουµένου της πράξεως της πλαστογραφίας εγγράφων µετά χρήσεως και κατ' εξακολούθηση σε βαθµό κακουργήµατος, εφόσον: α) Κατάρτισε απ' αρχής τις από 6-12-2001 δύο έγγραφες εξουσιοδοτήσεις, που προαναφέρθηκαν, τις οποίες υπέγραψε µεν µε το αληθινό του όνοµα, πλην όµως η υπογραφή του τέθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι έχει ιδιότητα που δεν προσήκει σ' αυτόν στην πραγµατικότητα, εφόσον υπέγραψε ως Πρόεδρος της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ", χωρίς να είναι Πρόεδρος, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι εκπροσωπεί την εν λόγω εταιρία και ότι δεσµεύει συνακόλουθα αυτήν (ΑΠ 1821/1994 κλπ ό.π.), β) Σκόπευε µε τα παραπάνω έγγραφα να παραπλανήσει µε τη χρήση τους πιστωτικά ιδρύµατα και χρηµατιστηριακές επιχειρήσεις, εµφανίζοντας ψευδώς ότι εξουσιοδοτεί προς επίτευξη χρηµατοδότησης η ως άνω εταιρία "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ", ως παρέχουσα έναντι της πελάτισσας του Ψ µεγαλύτερη χρηµατοληπτική χρηµατοτοδοτική πίστη και όχι µε τη χρήση τους να επιτύχει την έκδοση της αναφερόµενης εγγυητικής επιστολής, η οποία κατά το χρόνο της κατάρτισης των πλαστών εξουσιοδοτήσεων (6-12-2001) είχε ήδη εκδοθεί ( 5-6-2001), όπως προκύπτει από το σώµα της, γ) Η κατάρτιση των εν λόγω εξουσιοδοτήσεων µπορούσαν να έχουν έννοµες συνέπειες, δεδοµένου ότι, τουλάχιστον µέχρι 5-6-2002, ίσχυε η εγγυητική επιστολή µε τον τίτλο "Νο B.B.C.G 1828 - 2001" και υπήρχε η δυνατότητα να ενεργοποιηθεί µε την παροχή ασφάλισης και αντασφάλισης, ώστε στη συνέχεια να ληφθούν δάνεια, να ρευστοποιηθεί, να εκχωρηθεί κλπ µε οικονοµικές συνέπειες που θα αντανακλούσαν στην οικονοµική υπόσταση της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ" και όχι µόνο στα οικονοµικά της πελάτισσας του Ψ δεδοµένου ότι η ζηµία της τελευταίας, ποσού 801.000 €, είχε ήδη επέλθει πολλούς µήνες προ της 6-12-2001 κατά τα προαναφερόµενα και δεν συνδέεται αιτιωδώς µε τις επίµαχες εξουσιοδοτήσεις.
Εξάλλου, µε την κατάρτιση των επίµαχων εξουσιοδοτήσεων που είχαν ως στόχο την ενεργοποίηση της παραπάνω εγγυητικής επιστολής, επήλθε ήδη βλάβη στα ηθικά συµφέροντα του νοµικού προσώπου της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔίΟΝ ΑΕ", εφόσον από τότε µέχρι σήµερα και για µεγάλο ακόµη χρονικό διάστηµα θα εµφανίζεται στην πόλη των Ιωαννίνων κατά τρόπο µειωτικό της αξιοπιστίας της ως εµπλεκόµενη σε ποινικές και αστικές δικαστικές υποθέσεις, εξαιτίας µηνύσεων και αγωγών που αναγκάστηκε να ασκήσει εναντίον των κατηγορουµένων, µε δηµιουργία µάλιστα εντυπώσεων κλυδωνισµού της οικονοµικής της ευρωστίας και της εντεύθεν εµπορικής της φερεγγυότητας και πίστης, δ) Σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και στον συγκατηγορούµενό του Ζ περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας αντίστοιχα την αναφερόµενη ΑΕ, είναι δε αδιάφορο κατά τα προαναφερθέντα στην σχετική νοµική σκέψη της παρούσας αν επιτεύχθηκε η παραπλάνηση και ο επιδιωκόµενος σκοπός και ε) Το ως άνω όφελος και η αντίστοιχη ζηµία της εν λόγω ΑΕ θα υπερέβαινε κατά πολύ το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 € , αφού η πιστοδοτική αξία της εγγυητικής επιστολής ανέρχονταν σε 15.000.000 Δολάρια ΗΠΑ ήτοι περίπου σε 6.000.000.000 δρχ.
Αλλά και για τη στοιχειοθέτηση σε βάρος του δεύτερου κατηγορουµένου της πράξης της άµεσης συνέργειας συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β ΠΚ αφού αυτός παρέσχε κατά τα προαναφερθέντα µε πρόθεση άµεση συνδροµή στον πρώτο κατηγορούµενο αυτουργό κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της κύριας πράξης αφού γνωρίζοντας και θέλοντας το επελθόν από την συµπεριφορά του αξιόποινο αποτέλεσµα έδωσε τις απαραίτητες συµβουλές και οδηγίες σ' αυτόν ώστε να προβεί στην σύνταξη των προαναφεροµένων προς αυτόν εγγράφων (εξουσιοδοτήσεως και "γράµµατος αναγνωρίσεως"), στόχος που δεν θα είχε πραγµατοποιηθεί χωρίς την αποτελεσµατική βοήθεια που του παρείχε, η δε συµµετοχή του στην πράξη του πρώτου ήταν άµεση και όχι απλή.
Ύστερα από τα προαναφερόµενα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιµοι οι ισχυρισµοί αιτιάσεις του πρώτου κατηγορουµένου, που περιλαµβάνονται στην απολογία του αλλά και στην έφεση του σχετικά µε το ότι οι αναφερόµενες παραπάνω δύο εξουσιοδοτήσεις δεν συνιστούν πλαστό έγγραφο κατά την έννοια του ποινικού νόµου, ότι δεν επλήγησαν απ' αυτές τα ηθικά συµφέροντα και η φήµη της εταιρίας "ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΑΕ" και ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να προέλθει οποιαδήποτε οικονοµική βλάβη της ως άνω εταιρίας από τις εξουσιοδοτήσεις, οι οποίες δεν είχαν καµιά πρακτική σηµασία και δεν µπορούσαν να δηµιουργήσουν οποιαδήποτε έννοµη συνέπεια, εφόσον δεν χρησιµοποιήθηκαν προς τρίτους αφενός και αφετέρου η επίµαχη εγγυητική επιστολή ήταν ανενεργή και χωρίς νόηµα και συνέπεια η ύπαρξη της, αφού δεν εκδόθηκαν οι απαιτούµενες για την ενεργοποίησή της ασφάλιση και αντασφάλιση, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα παραπάνω για τους εν λόγω ισχυρισµούς.
Με βάση τα προαναφερθέντα υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ( βλ. άρθρ.313 ΚΠΔ, πρβλ Καρρά ΠΧρ. Ν' σελ. 967) σε βάρος των κατηγορουµένων Χ και Ζ για να παραπεµφθούν αυτοί στο ακροατήριο του αρµόδιου Δικαστηρίου προκειµένου να δικασθούν για τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται, δηλαδή ο µεν πρώτος για την πράξη της πλαστογραφίας υπό την µορφή καταρτίσεως πλαστών εγγράφων µετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από δράστη, ο οποίος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και µε συνολικό όφελος ή συνολική ζηµία άνω των 73.000,00 ευρώ (25.000.000 δρχ.), ο δε δεύτερος για άµεση συνεργεία στην παραπάνω πράξη, κατ' επιτρεπτή µεταβολή της κατηγορίας και κατ' ορθότερο νοµικό χαρακτηρισµό του τρόπου συµµετοχής σε αυτό (έγκληµα) σε σχέση µε τον δεύτερο κατηγορούµενο από απλή σε άµεση συνεργεία, σύµφωνα µε όσα αναπτύχθηκαν στην σχετική νοµική σκέψη.
Εποµένως ενόψει όλων των προαναφερθέντων και σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1ε και 313 ΚΠΔ, πρέπει οι προαναφερθέντες κατηγορούµενοι να παραπεµφθούν στο ακροατήριο του Τριµελούς Εφετείου Α' βαθµού lωαννίνων, που είναι υλικά και τοπικά αρµόδιο σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ. ε, 8 παρ.3, 111 παρ. 1, 119, 122 παρ. 1, 130 ΚΠΔ προκειµένου να δικασθούν για τις παραπάνω πράξεις, που προβλέπονται και τιµωρούνται σε βαθµό κακουργήµατος από τις διατάξεις των άρθρων 1,14,16,17,18,26 παρ. 10,27, 46 παρ.1 περ.β, 51 παρ.1,52, 60, 98,, 216 παρ.1 και 3 ΠΚ ... ".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου Χ στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου και 216 παρ.1 και 3 του ΠΚ τις διατάξεις του οποίου ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, προσδιορίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η ταυτότητα των πλαστών εγγράφων τα οποία ο κατηγορούμενος κατήρτισε, αναφέρεται δε, κατ' ορθήν εφαρμογή του νόμου, σε τι συνίσταται η πλαστότητα των εγγράφων αυτών, τα οποία συνέταξε και υπέγραψε ιδιοχείρως μεν ο κατηγορούμενος, αλλά με ανύπαρκτη ιδιότητα από την δηλούμενη σ' αυτά.
Περαιτέρω στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρονται με σαφήνεια, με πληρότητα και χωρίς ασάφεια και αντιφάσεις τα περιστατικά από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ουσιαστική του κρίση ότι από την χρήση των πλαστών εγγράφων μπορούσε να προκληθεί παραπλάνηση τρίτων προσώπων και τέλος επαρκώς προσδιορίζεται ο σκοπός προσπορισμού οφέλους εκ μέρους του κατηγορουμένου καθώς και το ύψος της απειληθείσας ζημίας για την εταιρεία " ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ Α.Ε".
Συνεπώς οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, καθώς και της έλλειψης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Χ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2007 αίτηση του Χ και την από 2 Ιουλίου 2007 αίτηση του Ζ, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 101/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2008.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ