Legislator Case Law & Legislation
2675/2008 AI generated

2675/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2675/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2675/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β'του Κ.Π.Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως περί σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2675 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2675/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανταζή, για αναίρεση της 349/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2008, αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 722/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς το μέρος που επέβαλε στην αναιρεσείουσα χρηματική ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα κρίση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 500, 320 και 321 Κ.Π.Δ προκύπτει ότι ο εκκαλών κλητεύεται ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με κλήση του αρμοδίου εισαγγελέα η οποία περιέχει όλα τα εις το άρθρο 321 αναφερόμενα στοιχεία, πλην, αυτονοήτως, του καθορισμού της πράξης και μνείας του προβλέποντος αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου, αφού υπόκειται κλήση προς εκδίκαση εφέσεως για πράξη την οποία γνωρίζει ο κλητευόμενος.

Περαιτέρω, εν σχέσει με την κατά το άρθρο 155 επίδοση της κλήσης, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 159 ότι η επίδοση μπορεί να γίνει και με το ταχυδρομείο, σε επείγουσα δε περίπτωση οι κλήσεις μπορούν να σταλούν απευθείας με τηλεγράφημα (περ.1) ενώ προκειμένου για πρόσωπο που κρατείται στις φυλακές η επίδοση μπορεί να γίνει και με τηλεομοιοτυπική διαβίβαση του εγγράφου (περ.2).

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι αφού σε επείγουσα περίπτωση η κλήση του εκκαλούντος μπορεί να γίνει τηλεγραφικώς, πολύ περισσότερο η διαβίβαση του εγγράφου της κλήσης μπορεί να γίνει με τηλεομοιοτυπία, η οποία αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' του ΠΚ, χωρίς η κατά τον τρόπο αυτό επίδοση της κλήσης να αποκλείεται από το γεγονός ότι ο καλούμενος δεν βρίσκεται σε χώρο κράτησης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων είχε προτείνει, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένσταση σχετικής ακυρότητας της κλήσεως και αντέλεξε στην πρόοδο της δίκης επικαλεσθείς ότι η προς εμφάνιση κλήση επιδόθηκε με ΦΑΞ, στο οποίο δεν αποτυπώνεται η επίσημη σφραγίδα της υπηρεσίας και η υπογραφή του καλούντος εισαγγελέα, αλλά τηλεομοιοτυπία και αυτών.

Το Εφετείο Ναυπλίου, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την σχετική ένσταση της εκκαλούσης - κατηγορούμενης με την παραδοχή ότι συνέτρεχε επείγουσα περίπτωση και για το λόγο αυτό η κλήση, η οποία περιείχε όλα τα στοιχεία του άρθρου 321 Κ.Π.Δ. παραδεκτώς επιδόθηκε με ΦΑΞ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο εις ουδεμία πλημμέλεια υπέπεσε και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Β'του Κ.Π.Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως περί σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του νόμου 1165/1918, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του αν. ν. 2681/1938 "λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα χωρίς γραπτή άδεια της αρμοδίας Τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο από αυτή τόπο και χρόνο και β) κάθε οιαδήποτε ενέργεια σκοπούσα να στερήσει το Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων, επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή ή εξαγομένων εμπορευμάτων, και εάν έτσι ταύτα εισήχθησαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από τον υπό του νόμου οριζόμενον, κατά δε την παρ.2 εδ.θ του άνω άρθρου 100, ως λαθρεμπορία θεωρείται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η αγορά, κατοχή και πώληση εμπορευμάτων τα οποία έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο λαθρεμπορικό.

Εξάλλου κατά την παράγραφο Ι του άρθρου 89 του Τελωνειακού Κώδικα, ή μη τήρηση των σχετικών με τις τελωνειακές εργασίες και την τελωνειακή νομοθεσία διατυπώσεων χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, "ως τελωνειακές παραβάσεις χαρακτηρίζονται επίσης η με οποιονδήποτε των αναφερομένων στο άρθρο 100 τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων εις το Δημόσιο τελών και δικαιωμάτων ως και η μη τήρηση των εις το αυτό άρθρο 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων.

Οι τελωνειακές αυτές παραβάσεις επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου και εάν έτσι ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Περαιτέρω με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, υπό τον όρον ότι οι επιβαρύνσεις αυτές δεν συνεπάγονται κατά τις συναλλαγές μεταξύ κρατών-μελών διατυπώσεις, που σχετίζονται με τη διάβαση συνόρου, εκδόθηκε ο νόμος 2127/1993 " Εναρμόνιση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις ", με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ενώ με το άρθρο 67 παρ. 1, 4 και 5 του ιδίου νόμου , καθορίσθηκαν οι παραβάσεις-κυρώσεις ως εξής:

Αν κατά την διάρκεια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας των προϊόντων του άρθρου 1 διαπραχθεί στο εσωτερικό της χώρας παρατυπία ή παράβαση, η οποία καθιστά απαιτητό τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, ο φόρος αυτός βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμοδία αρχή και βαρύνει το νομικό και φυσικό πρόσωπο που έχει εγγυηθεί την πληρωμή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 61, με την επιφύλαξη ασκήσεως ποινικής δίωξης, όταν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα (παρ.1).

Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επομένης παραγράφου, ή μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος νόμου, χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 89 και επόμενα του Τελωνειακού Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικό διάταγμα και εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών (παρ.4).

Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τον νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τον νόμο, με σκοπό την μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επ.

του ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενον πολλαπλούν τέλος και αν ακόμα κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας (παρ.5). Από την αντιπαραβολή των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι η μη τήρηση των διατυπώσεων που καθορίζουν την διαδικασία παραγωγής, μεταποίησης και κυκλοφορίας των αναφερομένων στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου προϊόντων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αλκοολούχα ποτά χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως απλή τελωνειακή παράβαση, η οποία επισύρει μόνον την επιβολή των κατά το άρθρο 89 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα διοικητικών κυρώσεων και δη την επιβολή κατά του υπαιτίου πολλαπλών τελών.

Αντίθετα, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και δια τα προϊόντα αυτά ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Προκύπτει δε τούτο:

α) από το ότι στο νόμο (άρθρ. 67 παρ. 5 του ν. 2127/1993) η συμπεριφορά αυτή χαρακτηρίζεται ρητώς ως πράξη λαθρεμπορίας και χρησιμοποιείται προς τούτο η διατύπωση του άρθρου 100 και όχι του άρθρου 89 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα, και β) από το ότι δεν υφίστατο λόγος προσθήκης της πέμπτης παραγράφου του άρθρου 67 του ως άνω νόμου, εάν ο νομοθέτης αυτού δεν ήθελε να αναγάγει σε ποινικό αδίκημα λαθρεμπορίας την διαφυγή η απόπειρα διαφυγής της καταβολής του για τα προϊόντα αυτά αναλογούντος φόρου καταναλώσεως αλλ' ήθελε να πλήξει αυτή ως απλή τελωνειακή παράβαση, γιατί στην περίπτωση αυτή θα αρκούσε να την αναγάγει και να την χαρακτηρίσει ευθέως ως τέτοια, όπως έπραξε στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου και νόμου, προκειμένου περί των περιπτώσεων της μη τηρήσεως απλώς των διατυπώσεων κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών χωρίς σκοπό αποφυγής της καταβολής των αναλογούντων σ'αυτά φόρων.

Ούτε και προκύπτει αντίθετη εκδοχή από την όμοιας διατυπώσεως διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 του ν. 2127/1993 με την οποίαν χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 89 και επ. του τελωνειακού Κώδικα, ήτοι ως απλή τελωνειακή παράβαση "η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων των αναφερομένων στο άρθρο 75 οχημάτων, γιατί η διάταξη αυτή (άρθρου 88 παρ. 1) όπως προκύπτει από το συνδυασμό της με εκείνη του προαναφερομένου άρθρου 75 αναφέρεται στα εισαγόμενα κοινοτικά οχήματα, ήτοι εκείνα που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης της ΕΟΚ και αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της Χώρας από άλλα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν αφορά τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του ίδιου νόμου προϊόντα, μεταξύ των οποίων και τα αλκοολούχα ποτά, για τα οποία η διαφυγή ή η απόπειρα διαφυγής της καταβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, πράξη λαθρεμπορίας.

Και ναι μεν η ως άνω διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 του ν. 2127/1993 αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με τη διάταξη της παρ. 13 του άρθρου 2 του ν. 2443/1996, με την οποίαν ορίσθηκε ότι, " η με οποιοδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και επιβαρύνσεων των αναφερομένων στο άρθρο 75 οχημάτων καθώς και η μη τήρηση των προβλεπομένων από τα άρθρα 75 και επί διατυπώσεων, με σκοπόν την μη καταβολή των οφειλομένων φόρων και επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία και τιμωρούνται με τις περί λαθρεμπορίας διατάξεις του Ν. 1165/1918, όχι όμως και η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 67 του ίδιου νόμου και ως εκ τούτου, από την αντικατάσταση αυτή δεν δύναται να συναχθεί κατ' αντιδιαστολήν ότι το πρώτον, από της ισχύος του νόμου τούτου (ν. 2443/1996) κατέστη έκτοτε αξιόποινη, τιμωρουμένη ως λαθρεμπορία και η πράξη της διαφυγής ή απόπειρας διαφυγής της καταβολής των φόρων και επιβαρύνσεων για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 2127/1993, αφού και προ της αντικαταστάσεως αυτής κατά την αντίληψη του νομοθέτου του τελευταίου τούτου νόμου, η περιγραφομένη στο άρθρο 67 παρ. 5 αυτού συμπεριφορά, συνιστούσε πράξη λαθρεμπορίας και επομένως δεν συνέτρεχε λόγος αντικαταστάσεώς της.

Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 53 του νόμου 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002 "Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης" στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 αυτού, ως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ.33 του Ν. 3583/2007, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπό την μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επ.

του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο ειδικό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ίδιου νόμου, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ως άνω νέου τελωνειακού κώδικα ή καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα πετρελαιοειδή προϊόντα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζομένη ως λαθρεμπορία και τιμωρουμένη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους.

Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία συντακτικώς ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια που εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε , αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό των αιτιολογιών με το διατακτικό και που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, την οποίαν στήριξε στα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με το αποδιδόμενο στην κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα έγκλημα της λαθρεμπορίας : "...

Η κατηγορουµένη διατηρούσε στο .... ατοµική εµπορική επιχείρηση. Στις 29-3-2000 στη ....., επώλησε στην εταιρία "ΔΗΜ. ΚΟΥΤΣΟΔΗΜΟΣ ΑΕΕ", της οποίας νόµιµος εκπρόσωπος είναι ο Α, µεγάλη ποσότητα οινοπνευµατωδών ποτών (Βότκα και Ουϊσκι). Προς τούτο εξέδωσε το υπ' αριθµό ..... δελτίο αποστολής και το υπ' αριθµό ..... τιµολόγιο, από το οποίο προκύπτει ότι πωλήθηκαν: 2.400 φιάλες Βότκα Stolichnaya 0.7, έναντι 2.130 δραχµών η φιάλη, 1.320 φιάλες ουίσκι Dίmρ1e 0.9, έναντι 4.978 δραχµών η φιάλη, 2.400 φιάλες ουϊσκι Cutty 0.7, έναντι 2.800 δραχµών η φιάλη, 2.400 φιάλες ουίσκι Famous 0.7, έναντι 2.800 δραχµών η φιάλη, 1.440 φιάλες ουίσκι Dewars 0.7 έναντι 2.775 δραχµών η φιάλη, 5.760 φιάλες Ballantines 0.7, έναντι 2.545 δραχµών η φιάλη. 7.080 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker 0.7, έναντι 2.770 δραχµών η φιάλη. 2.400 φιάλες ουίσκι Chivas 0.7, έναντι 4.827 δραχµών η φιάλη και 1.440 φιάλες βότκα Setkova 0.7, έναντι 1.862 δραχµών η φιάλη.

Έτσι, η συνολική καθαρή αξία των εµπορευµάτων αυτών ανήλθε σε 77.655.840 δραχµές και µαζί µε τον αναλογούντα ΦΠΑ (σε ποσοστό 18 %) η συνολική συναλλαγή ανήλθε στο ποσό των 91.633.891 δρχ. Τα οινοπνευµατώδη αυτά ποτά, τα οποία υπάγονται σε ειδικό καθεστώς φορολόγησης και τα οποία υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, η κατηγορουµένη φέρεται να τα είχε προµηθευτεί από τον συγκατηγορούµενό της στην πρωτόδικη δίκη Β, ο οποίος φέρεται να είχε εκδώσει σχετικά τα υπ' αριθµ. .....

και ..... τιµολόγια-δελτία αποστολής. Πλην, όµως, αποδείχθηκε ότι τα δύο αυτά τιµολόγια-δελτία αποστολής του Β ήταν εικονικά, αφού δεν αφορούσαν πραγµατική συναλλαγή µεταξύ αυτού και της κατ/νης. Συγκεκριµένα, ο Β ο οποίος έκανε έναρξη επαγγέλµατος το 1999 µε αντικείµενο µεταξύ άλλων και την εµπορία οινοπνευµατωδων ποτών, άσκησε την επαγγελµατική του δραστηριότητα µόνο το 5ο δίµηνο του έτους 1999, ενώ στη συνέχεια είχε εγκαταλείψει τον περιορισµένων διαστάσεων µισθωµένο επαγγελµατικό του χώρο, δεν διέθετε δε κατάστηµα ούτε αποθήκη.

Εποµένως, ο Β δεν προµήθευσε στην πραγµατικότητα την κατηγορουµένη µε τις επίδικες ποσότητες των οινοπνευµατωδών ποτών. Τα δύο αυτά εικονικά παραστατικά εξεδόθησαν µε αποκλειστικό σκοπό τη λογιστική-φορολογική κάλυψη των επίµαχων ποσοτήτων οινοπνευµατωδών ποτών, ώστε να είναι εφικτή η ελεύθερη κυκλοφορία τους προς τρίτους.

Όπως έχει παραδεχθεί η πρώτη κατηγορουµένη κατά την προδικασία, δεν είχε καµία επαφή µε τον τρίτο κατηγορούµενο, δεν εγνώριζε το αντικείµενο της εµπορίας του ούτε είχε έλθει σε άµεση προσωπική ή τηλεφωνική επαφή µαζί του, αλλά µε κάποιον τρίτο πωλητή, τα στοιχεία του οποίου, όπως υπεστήριξε, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει.

Εάν ήταν βάσιµος ο ισχυρισµός της κατηγορουµένης, ότι προµηθεύτηκε την µεγάλη αυτή ποσότητα οινοπνευµατωδών ποτών από τον Β, θα έπρεπε να είχε έρθει σε επαφή µ' αυτόν προκειµένου να συµφωνήσουν τις λεπτοµέρειες της επίδικης πώλησης. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η κατηγορουµένη κατέβαλε πράγµατι τίµηµα για την αγορά των ποτών αυτών από τον Β αφού δεν προσκοµίστηκε κανένα σχετικό αποδεικτικό ούτε προσδιορίζεται εάν το τίµηµα δόθηκε σε µετρητά και σε ποιον ή εάν κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασµό.

Επίσης, δεν προκύπτει πότε και από ποιον λογαριασµό η πρώτη εκταµίευσε το µεγάλο αυτό ποσό για την εξόφληση του τιµήµατος. Έτσι, αποδεικνύεται χωρίς την παραµικρή επιφύλαξη ότι την επίδικη ποσότητα οινοπνευµατωδών ποτών η πρώτη κατηγορουµένη την προµηθεύτηκε από άγνωστους δράστες, οι οποίοι την είχαν εισάγει στην Ελλάδα παράνοµα, χωρίς δηλαδή την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης, γνωρίζοντας τα περιστατικά αυτά της παράνοµης εισαγωγής και µη καταβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης.

Πρέπει επίσης να σηµειωθεί ότι η κατ/νη δεν προσεκόµισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι εάν, πότε και από ποίον καταβλήθηκε ο ειδικός φόρος, κατανάλωσης για την επίµαχη ποσότητα των εν λόγω αλκοολούχων ποσών, δεδοµένου ότι σύµφωνα µε τις Ελληνικές Τελωνειακές αρχές προκύπτει ότι αυτά δεν εισήχθησαν νοµίµως στην Ελλάδα και δεν καταβλήθηκε ο ειδικός φόρος κατανάλωσης ο οποίος ανέρχεται σε 34.527.383 δρχ.

ή 101.327,60 Ευρώ. Εποµένως η κατ/νη, δεχθείσα στην κατοχή της και ακολούθως πουλώντας στην ως άνω εταιρεία τα αναφερόµενα αλκοολούχα ποτά, αν και εγνώριζε ότι ήσαν λαθραία, ήτοι είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα χωρίς να έχει καταβληθεί ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που αναλογούσε στην αξία τους, πραγµάτωσε αντικειµενικά και υποκειµενικά το έγκληµα της λαθρεµπορίας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, τα δε περί του εναντίου υπ' αυτής υποστηριζόµενα ότι δηλαδή δεν διέπραξε το εν λόγω έγκληµα και ότι η πράξη της συνιστά απλή τελωνειακή παράβαση είναι ουσιαστικά αβάσιµα και απορριπτέα....".

Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη της λαθρεμπορίας, γι' αυτό και την κήρυξε ένοχη της πράξεως αυτής και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε και χρηματική ποινή 101.327 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενικήν και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποίαν καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 61 παρ. 1 και 5 του νόμου 2127/1993 καθώς και σε εκείνες των άρθρων 118 παρ. 5, 155 παρ. 2ζ' του Ν. 2960/2000, τις οποίες ορθά εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίον τελέσθηκε από την αναιρεσείουσα η πράξη για την οποίαν καταδικάσθηκε, που έγινε με την πώληση από αυτήν την 29-3-2000 προς την ανώνυμη εταιρία " ΔΗΜ. ΚΟΥΤΣΟΔΗΜΟΣ ΑΕΕ" των αναφερομένων φιαλών οινοπνευματικών ποτών, που είχαν αποκτηθεί απ' αυτήν με εικονικό τιμολόγιο χωρίς να έχει καταβληθεί ο ειδικός φόρος καταναλώσεως που αναλογούσε στις ποσότητες αυτές και αναφέρεται η γνώση αυτής, προκύπτουσα από την παράθεση πραγματικών περιστατικών, για την λαθρεμπορική τους προέλευση.Δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση εκ του ότι στο διατακτικό αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη πώλησε τις άνω ποσότητες ποτών, ενώ στο σκεπτικό διαλαμβάνεται ότι κατείχε και πώλησε, αφού η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχη είναι αυτή της πώλησης, διηγηματικά δε και για την πληρότητα της αιτιολογίας διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ο τρόπος κατά τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή της οι ποσότητες των ποτών τα οποία στη συνέχεια πώλησε.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως με τις επί μέρους, αντίθετες με τα παραπάνω αιτιάσεις τους, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νομίμου βάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104.

Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο τελευταίο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ., που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση ορίζεται ότι " προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας ".

Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με τον παραπάνω Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του νόμου, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων.

Έτσι με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού επιβάλλεται η υποχρέωση εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη Εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται τα τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζομένης κατά τα άλλα της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ.

Και, ναι μεν η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Π.Δ. δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως.

Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ. δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ' και 510 παρ.1 στοιχ.Α' Κ.Π.Δ., διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ.

να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του.

Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής Ολ.ΑΠ 1/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου διέλαβε στο σκεπτικό της αποφάσεώς του μεταξύ άλλων "... όπως έχει παραδεχθεί η κατηγορουμένη κατά την προδικασία...". Για την παραδοχή αυτή πλήττεται η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του Κ.Π.Δ δεδομένου ότι φέρεται ότι προέβη σε αποδεικτική αξιοποίηση προανακριτικής καταθέσεως της κατηγορουμένης η οποία μάλιστα δεν αναγνώσθηκε κατά την αποδεικτική διαδικασία.

Και ο λόγος αυτός (πέμπτος) της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, περιλαμβάνεται και η από 30-1-2004 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ. Την πορισματική αναφορά αυτή το δικαστήριο εκτίμησε και αξιολόγησε στο σύνολό της και από αυτή άντλησε την κατά τα παραπάνω παραδοχή της, από δε την επισκόπηση του εγγράφου της πορισματικής αναφοράς, προκύπτει ότι γίνεται σ' αυτό μνεία και αξιολόγηση μαρτυρικής κατάθεσης της κατηγορουμένης η οποία, η οποία όμως δεν ενσωματώνεται στο πόρισμα και συνεπώς ούτε εμμέσως το δικαστήριο εκτιμά μη αναγνωσθείσα κατάθεση αυτής.

IV.- Από τις διατάξεις του άρθρου 107 παρ.1 και 2 εδ. β' του Ν. 1165/1918 για τον "Τελωνειακό Κώδικα", όπως η παρ.2 εδ. β' είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 32 εδ.α του Ν. 1731/1987 "κατά πάσα περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται...... και αν για οιονδήποτε λόγο ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση, επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία cif προσαυξημένη με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δημεύθηκαν".

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 160 παρ.1 και 2 του Ν. 2960/2001 για τον "Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα", που ισχύει κατά το άρθρο 185 αυτού από 1.1.2002, "σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής, δημεύονται ...... Εάν για οποιονδήποτε λόγο, ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των ( κατά το παρόν άρθρο) αντικειμένων της λαθρεμπορίας, επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία cif αυτών, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλόμενης κατά τον παρόντα Κώδικα".

Οι νεότερες αυτές διατάξεις του "Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα", με τις οποίες επιβάλλεται χρηματική ποινή , χωρίς προσαυξήσεις, είναι επιεικέστερες κατά τούτο για τον κατηγορούμενο, από εκείνες του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα και επομένως είναι εφαρμοστέες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ και για τα εγκλήματα λαθρεμπορίας, που τελέστηκαν προ της ισχύος τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα για την πράξη της λαθρεμπορίας ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και χρηματική ποινή 101.327,60 ευρώ, ".... ίση με την αξία στο εσωτερικό των επίμαχων αντικειμένων της λαθρεμπορίας και περιλαμβάνει και τους βαρύνοντες το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δασμούς,φόρους, τέλη και δικαιώματα, καθόσον δεν κατέστη δυνατή η δήμευση αυτών ...." Με αυτά που δέχθηκε η απόφαση και προσδιόρισε το ύψος της επιβληθείσης χρηματικής ποινής, διέλαβε στην απόφασή του ελλειπή αιτιολογία και εκ πλαγίου παρεβίασε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 ΠΚ και 160 παρ.2 του Ν. 2960/2001.

Τούτο δε διότι δεν αναφέρεται καθόλου πως προέκυψε το ύψος της χρηματικής αυτής ποινής και ειδικότερα αν το ποσό των 101.327,60 ευρώ αντιστοιχεί μόνο στην αξία cif των εμπορευμάτων, η αν στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται και οι προσαυξήσεις και δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις τις οποίες δέχεται και ποιες είναι αυτές κατά ποσό, δεδομένου ότι όπως συνάγεται από την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο κύριο σκεπτικό αυτής, το ποσό των 101.327,60 ευρώ δεν αναφέρεται σε αξία cif των εμπορευμάτων αλλά στον ειδικό φόρο κατανάλωσης οινοπνεύματος ο οποίος δεν καταβλήθηκε.

Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που επέβαλε την χρηματική ποινή των 101.327,60 ευρώ, στερείται, σύμφωνα με τα πιο πάνω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τις βάσιμες περί τούτου αιτιάσεις που περιέχονται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, στον δεύτερο λόγο της κρινομένης αναιρέσεως.

Συνεπώς, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μόνο κατά το μέρος που επέβαλε στην αναιρεσείουσα χρηματική ποινή και να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (519 ΚΠΔ) .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 349/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και μόνο κατά το μέρος που επέβαλε την αναφερόμενη στο σκεπτικό χρηματική ποινή.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως .

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 8-4-2008 αίτηση αναιρέσεως της Χ κατά της αυτής πιο πάνω αποφάσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ