Legislator Case Law & Legislation
266/2026 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of appeal as time-barred due to procedural error.

Case Number 266/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of the appeal as time-barred. The appellants argued that the appeal was filed within the two-year period because the suspension of deadlines expired on April 7, 2021, resetting the clock to April 18, 2023. The court found the Second Instance Court erred in declaring the appeal inadmissible, as it was filed before the full two-year period elapsed from the deadline's reset. Consequently, the appeal was admitted, the lower judgment was quashed, and the case was remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 518, 576, 577 of the Code of Civil Procedure; The suspension of the two-year appeal period does not extend the deadline beyond the statutory two-year limit from the date the suspension expires, and an appeal filed before this limit is fully elapsed is admissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility suspension of deadlines time-barred appeal statutory limitation period procedural error remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 518 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Law 4790/2021
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 266 / 2026 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 266/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Μαρία Τατσέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) A. B. του A. , κατοίκου ... και 2) μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαραγκάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Α. του Ν. , κατοίκου ... , 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ - ΦΑΡΜΑΚΑΠΟΘΗΚΗ" και δ.τ. "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕ - ΦΑΡΜΑΚΑΠΟΘΗΚΗ", που εδρεύει στο Ίλιον Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "LEASEPLAN HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΤΟΛΟΥ" και δ.τ. "Ayvens Greece", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "EURO INSURANCES DAC", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "LEASEPLAN HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΤΟΛΟΥ" και δ.τ. "Ayvens Greece", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κρίκο, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2490/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3366/2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-3-2025 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τατσέλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος των 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο παριστάμενος αντίδικος ή ο ομόδικός του, τότε ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση και αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εκτός αν συνδέονται με δεσμό απλής ομοδικίας, οπότε, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β' του ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κληθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 1691/2022, ΑΠ 1449/2021). Τις επιδόσεις και τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 704/2025, ΑΠ 1238/2023, ΑΠ 992/2022).

2.- Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά εγγραφής της από το οικείο πινάκιο στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της προκειμένης αποφάσεως, οι μεν αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, παραστάθηκαν δια του ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντος δικηγόρου τους Μιχαήλ Μαραγκάκη, ενώ οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε και κατέθεσαν την προβλεπόμενη έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, οι αναιρεσείοντες δεν αποδεικνύουν ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους και δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως, ενώ από την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι τέτοια επίδοση έχει λάβει χώρα προς αυτούς από τους αναιρεσείοντες.

Ούτε, τέλος, αποδεικνύεται ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της υποθέσεως αφού οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται και δεν προσκομίζουν το επιδοθέν αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση με τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, από το οποίο να προκύπτει ότι επισπεύδουν τη συζήτηση οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι.

Επομένως, πρέπει κατόπιν τούτου, υφισταμένης απλής, εν προκειμένω, ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, ενόψει του αντικειμένου της δίκης, όπως αυτό αναφέρεται ειδικότερα παρακάτω και εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευση των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά την ορισθείσα σημερινή δικάσιμο, να χωριστεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτούς, να προχωρήσει νομίμως μεταξύ των παρόντων διαδίκων, δοθέντος ότι στο φάκελο της δικογραφίας υπάρχει το υπ' αριθμόν ...2025 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου … Δ.

Κ. , με το οποίο η δεύτερη αναιρεσείουσα ενέκρινε την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και παρέσχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο Αθηνών Μιχαήλ Μαραγκάκη να παρασταθεί και να την εκπροσωπήσει κατά την συζήτησή της.

3.- Με την υπό κρίσιν, από 26.03.2025 (και με αριθμό καταθέσεως ...2025) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), υπ' αριθμόν 3366/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της η από 16.12.2022 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθμόν 2490/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η 28.02.2019 αγωγή τους με αίτημα την επιδίκαση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από το αναφερόμενο σε αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα.

4.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 06.07.2023, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 04.04.2025 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή ως προς τους παρισταμένους διαδίκους (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).

5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η καταχρηστική προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη". Κατά συνέπεια, εφόσον πρόκειται για απόφαση, η οποία δημοσιεύτηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της εφέσεως τελειώνει όταν παρέλθουν τα δύο έτη, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τότε τελεσίδικη (ΑΠ 1879/2023).

Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα", "το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A' 54) "κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της, υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021, κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας, για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00' έως και τη Δευτέρα 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6.00' (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021" (AΠ 23/2023, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1129/2022).

Ακόμη, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4963/2022 (ΦΕΚ Α' 149/30.07.2022) "1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 Α' 104 και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985 (Α'182), ΚΠολΔ] 2.

Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".

Από τις παραπάνω διατάξεις, συνάγεται σαφώς ότι αυτές τυγχάνουν εφαρμογής και στην καταχρηστική προθεσμία της ασκήσεως των ενδίκων μέσων και άρα και της εφέσεως και επομένως το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως (ΑΠ 1452/2025, ΑΠ 89/2025, ΑΠ 740/2025, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 353/2024, ΑΠ 1670/2023, ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 987/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά ο νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνη του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, έκπτωση από δικαιώματα και απαράδεκτα όχι από το ουσιαστικό αλλά από το δικονομικό δίκαιο και μόνο [ήτοι εκείνες τις ακυρότητες {δικονομικές}], κατά την έννοια των άρθρων 159 έως 161 του ΚΠολΔ), που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 623/2015, ΑΠ 315/2013), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του αναιρετικού λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Δηλαδή, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται μόνο το δικονομικό απαράδεκτο, ήτοι αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση της παραβιάσεως δικονομικής διατάξεως, η οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 215/2023), με συνέπεια η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 12/2010, ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 782/2024, ΑΠ 1879/2023, ΑΠ 1429/ 2023, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1222/2022, ΑΠ 254/2022, ΑΠ 1324/2019).

6.- Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή τους κρίνοντας εσφαλμένα ότι αυτή είχε ασκηθεί εκπροθέσμως, ενώ η έφεσή τους είχε ασκηθεί εμπροθέσμως.

7.- Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το δικονομικό ζήτημα του παραδεκτού της από 16.12.2022 εφέσεως, την οποία είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της υπ' αριθμόν 2490/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε τα ακόλουθα: ".....φέρεται για συζήτηση η από 16.12.2022 (αρ. εκθ. κατ. .../2022) έφεση κατά της υπ' αριθμ. 2.490/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 591 και 614 αρ. 6 ΚΠολΔ). Η ένδικη έφεση κατατέθηκε, αρμοδίως, στις 22.12.2022, στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ την από 22.12.2022 έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών). Η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε, στις 17.12.2020, χωρίς οι διάδικοι να επικαλούνται ούτε από τα προσκομιζόμενα έγγραφα να προκύπτει επίδοσή της.

Συνεπώς, η έφεση ασκήθηκε, εκπροθέσμως, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της διετούς προθεσμίας, του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την άσκησή της, από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης και ειδικότερα, μετά τη συμπλήρωση της διετίας, που επήλθε, στις 19.12.2022, ημέρα Δευτέρα, αφού κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στις 22.12.2022.

Επομένως, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της την από 16.12.2022 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμόν 1490/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση των αναιρεσειόντων λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, δοθέντος ότι, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η εκκαλουμένη -υπ' αριθμόν 2490/2020- οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δημοσιεύθηκε στις 17.12.2020 χωρίς να έχει επιδοθεί, όπως τούτο δεν αμφισβητείται από τους παρισταμένους διαδίκους, οπότε η διετής καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως (άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ) θα άρχιζε, κατά το άρθρο 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεώς της (στις 18.12.2020) και θα συμπληρωνόταν κανονικά στις 18.12.2022.

Η από 16.12.2022 έφεση των αναιρεσειόντων ασκήθηκε στις 22.12.2022 με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ωστόσο, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας από τις 17.12.2020 (οπότε δημοσιεύθηκε η εκκαλουμένη) έως τις 06.04.2021 (οπότε έληξε η προσωρινή αναστολή), δεν υπολογίζεται στην εν λόγω διετή προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ, η οποία άρχισε και πάλι να τρέχει από την επομένη της ημερομηνίας λήξεως της άνω αναστολής στις 07.04.2021, αυτή έληγε στις 18.04.2023, ήτοι μετά την παρέλευση επιπλέον 10 ημερών από τη συμπλήρωση της αντίστοιχης προβλεπόμενης διετίας, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021.

Δηλαδή η έφεση των αναιρεσειόντων, με την αναστολή των προθεσμιών, ασκήθηκε νωρίτερα και από τη συμπλήρωση της διετίας για την άσκησή της και, επομένως, αυτή έλαβε χώρα εντός της προβλεπόμενης καταχρηστικής διετούς προθεσμίας και είναι παραδεκτή ως εμπροθέσμως ασκηθείσα κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η έφεση των αναιρεσειόντων είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη διότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης αποφάσεως, παρά το νόμο απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη. Επομένως, υπέπεσε με την άνω κρίση του, στην εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο κηρύξεως απαραδέκτου. Συνακόλουθα ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος.

8.- Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνης που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που αυτοί κατέθεσαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά τους που περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπό κρίσιν, από 26.03.2025, αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος της που αφορά τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ήτοι τον Π. Α. και την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Σύνδεσμος Ανώνυμη Εισαγωγική και Εμπορική Εταιρεία Φαρμακευτικών προϊόντων-Φαρμακαποθήκη".

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 3366/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σε αυτούς.

Και

Καταδικάζει τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ