Supreme Court dismisses appeal against final judgment where non-appearing defendants are deemed inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Organization for Health Services against a final judgment rendered in absentia. The appellants argued for procedural errors regarding the transfer of claims and the calculation of compensation amounts. The court ruled that the appeal was inadmissible because the defendants did not appear, and the appeal was subsequently rejected on the merits due to the lack of other reviewable grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552 and 553 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the defendants are neither summoned nor present, and the appeal is rejected if no other grounds for review exist.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 266 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 266/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελευθερία Χριστοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Α. Μ., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 3126/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο του 552 του ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Ακόμη κατά το άρθρο 553 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.
Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης, δηλ. της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει τη προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 423/2017, ΑΠ 242/2015). Η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στο πρώτο βαθμό δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ` αυτής, αλλά αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 222/2020, ΑΠ 423/2017, ΑΠ 153/2015).
Η κατ` αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ` ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της απόφασης, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 του ΚΠολΔ), είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών, από τη δημοσίευση της απόφασης, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, εφόσον αυτή δημοσιεύθηκε από την 1-1-2016 και εφεξής (άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015)(ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 460/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την υπό κρίση, από 4-10-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ../../2022), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 3126/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ). Κατά της οριστικής αυτής απόφασης δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της έφεσης, από κάποιον από τους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης και συνεπώς ως προς αυτούς, αυτή κατέστη τελεσίδικη στις 22-3-2022, που έληξε η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου που είχε αρχίσει από την επομένη της δημοσίευσής της στις 22-6-2019 (άρθρα 518 παρ. 2 και 144 παρ.1 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων, μετά την εφαρμογή των μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19), το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13/3/2020 - 31/5/2020 και 7/11/2020 - 5/4/2021), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid-19, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ενώ και οι προθεσμίες, που ανεστάλησαν δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) και δέκα (10) ημέρες από τη προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 210/2023, ΑΠ 987/2022).
Έκτοτε άρχισε να τρέχει η διετής, καταχρηστική, προθεσμία της αναίρεσης, η οποία ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης που στην ίδια περίπτωση, που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δύο χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά τέσσερα (4) χρόνια, δύο για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά τέσσερα χρόνια (ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022).
Στη συνέχεια και πριν παρέλθει η διετής προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης επιδόθηκε η άνω απόφαση, όπως συνομολογεί και το αναιρεσείον ΝΠΔΔ και όπως εμφαίνεται από την επί της προσβαλλόμενης απόφασης επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ι. Π., στις 11-9-2022, το τελευταίο δε άσκησε την από 4-10-2022 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 81801/21/2022) αίτηση αναίρεσης με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση, στις 11-10-2022 δηλ. εντός της γνήσιας πλέον προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοσή της. Επομένως, είναι εμπρόθεσμη (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1032/2024). Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 (σύμφωνα με τη παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ίδιου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, (δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε ειδικά στις εργατικές διαφορές, με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή), είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στη πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια δίκη (εφόσον ασκηθεί έφεση) θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 667/2020).
Από δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ` αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 1305/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την με αριθ. ../11-2-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Θ. Γ., την οποία προσκομίζει με επίκληση το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της Παρέδρου του ΝΣΚ Ε. Χ., ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της από 4-10-2022 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθ. 3126/2019 τελεσίδικης απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-12-2024) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη τρίτη αναιρεσίβλητη της εν λόγω αίτησης αναίρεσης ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ".
Η τελευταία όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλά ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α` και γ` του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από την με αριθ. 8751Γ'/7-2-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Θ. Γ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείο Ν.Π.Δ.Δ., που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της ως άνω Παρέδρου του ΝΣΚ Ε.
Χ., ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της από 4-10-2022 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθ. 3126/2019 τελεσίδικης απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-12-2024) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε στον δικηγόρο Ζ.
Κ. (οδός ….) και όχι στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων δικηγόρο Η. Χ. (ΑΜ ΔΣΑ …., οδός ….), ο οποίος, όπως εμφαίνεται από, την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), του προεισαγωγικού μέρους της με αριθ. 3126/2019 προσβαλλόμενης απόφασης και των ταυτάριθμων πρακτικών συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος των πιο πάνω πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων στη δίκη ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου και εκπροσώπησε αυτούς, υπέγραψε δε, ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους και τις από 5-4-2019 προτάσεις τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Επομένως, αφού δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. έχει κλητεύσει τον παραπάνω πληρεξούσιο δικηγόρο των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων (ούτε και τους ίδιους) ώστε να παραστούν στη προκείμενη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει να κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς αυτούς (απολειπόμενους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσίβλητων) και να προχωρήσει νομίμως μεταξύ των παρόντων διαδίκων.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την, από 8-11-2018 (αριθ.
έκθ. κατάθ…./…/2018), αγωγή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι, στις 10-2-2012, συνέβη αυτοκινητικό ατύχημα κατά το οποίο, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας …. δημόσιας χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου (ΤΑΞΙ), ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη τρίτη εναγόμενη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, τραυματίστηκε ο Ν.
Π., ο οποίος υπέστη τις σωματικές κακώσεις που αναφέρονται στην αγωγή και για αποκατάσταση των οποίων κατέβαλε το αναιρεσείον, στο οποίο ήταν ασφαλισμένος, το ποσό των 13.843,02 ευρώ, σύμφωνα με την …/ 1…/30-8-2018 απόφαση του Προέδρου του. Ότι, κατά το ν.δ/γμα 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 4476/1965 σε συνδ.
με τις διατάξεις του ν. 3918/2011, η αξίωση κατά των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως στο ενάγον Ν.Π.Δ.Δ., ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ και για το λόγο αυτό αιτείται την καταβολή του ως άνω ποσού. Το ως άνω δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, δεχόμενο την ένσταση παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος που πρότειναν οι εναγόμενοι.
Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.δ/τος 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 4476/1965 ορίζεται ότι "επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν 1846/1951, εφόσον ο ασφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειας του, δύνανται να αξιώσουν κατ` άλλους νόμους αποζημίωση δια ζημίαν προσγενομένη αυτοίς, συνεπεία ασθένειας, αναπηρίας η θανάτου του εις διατροφήν αυτών υπόχρεου, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ δι` ό ποσόν οφείλει ασφαλιστικάς παροχάς, εις τον δικαιούχον της αποζημιώσεως, καθ` ό ειδικότερο θέλει ρυθμισθεί δια β.δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εργασίας, μετά γνώμη του Δ.
Σ. του ΙΚΑ". Περαιτέρω με το άρθρο 1 του εκδοθέντος, κατά την παραπάνω εξουσιοδότηση, με αριθ. 226/1973 β.δ/γμα, "περί τρόπου υπολογισμού δαπανών του ΙΚΑ, οφειλομένων προς τους ασφαλισμένους ή τα μέλη της οικογένειας των εκ προσγενομένης αυτοίς ζημίας παρά του προς αποζημίωση υπόχρεου" ορίστηκε ότι, "το ποσόν μέχρι του οποίου τυχόν αξίωσις του ασφαλισμένου ή των μελών της οικογένειας του προς αποζημίωσιν δια ζημίαν προσγενομένην αυτοίς λόγω ασθένειας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υπόχρεου μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ, συμφώνως με την παρ. 5 του άρθρου 10 του ν.
δ/τος 4104/1960 όπως αντικατεστάθη υπό του άρθρου 18 του ν. 4476/85, καθορίζεται δι` αποφάσεως του διοικητού του ΙΚΑ". Τέλος με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 προστέθηκε στην παρ. 5 του άρθρου 10 ν. δ/τος 4104/1960 διάταξη με την οποία ορίζεται ότι, "Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμψηφισμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσης του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι αξιώσεις για αποζημίωση που γεννήθηκαν μετά την ισχύ του τελευταίου νόμου (1654/1986), η οποία αρχίζει από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της κυβερνήσεως (24-11-1986), σύμφωνα με το άρθρο 43 αυτού, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ, αρκεί, δε, το γεγονός ότι κατά το χρόνο της ζημιογόνου ενέργειας υπήρχε μεταξύ του ασφαλισμένου και του ΙΚΑ ενεργός σχέση κοινωνικής ασφάλισης, δυνάμει της οποίας ο ασφαλισμένος δικαιούτο παροχές, αδιάφορα αν αυτές έχουν καταβληθεί ή όχι από το ΙΚΑ.
Προϋπόθεση επίσης της μεταβίβασης της αξίωσης του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ είναι να δικαιούται ο τελευταίος αποζημίωση από τον τρίτο, δηλ. να υφίσταται ζημία που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του τρίτου (ΑΠ 19/2023). Ακολούθως, με το άρθρο 17 του ν. 3918/2011 (Α' 31/2.3.2011) συστάθηκε, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, νέος φορέας κοινωνικής ασφάλισης κατ` άρθρο 72 παρ. 2 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α` 150), 10 παρ. 1 και 13 παρ. 1 του ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α` 41), με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με σκοπό την παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, συνταξιούχους και προστατευόμενα μέλη των οικογενειών, των μεταφερόμενων σε αυτόν φορέων, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014 ορίζεται ότι οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960, καθώς και οι διατάξεις του β.δ/τος 226/23.2/21.3.1973 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη σε είδος, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, όπως ισχύει, ορίζεται ότι "Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960, καθώς και οι διατάξεις του β.δ/τος 226/23.2/21.3.1973 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη σε είδος, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ..
Η αξίωση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. παραγράφεται μετά πενταετία, η οποία αρχίζει από τη γνώση του ζημιογόνου γεγονότος από τον Οργανισμό. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.". Η παράγραφος αυτή διαμορφώθηκε ως άνω μετά την θέση σε ισχύ του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014 δηλ.
μετά την 11-7-2014. Σύμφωνα, εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 55 του ν. 4272/2014, η ισχύς του εν λόγω νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του. Ο τελευταίος αυτός νόμος δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 145/11-7-2014. Στο, δε άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014 ουδεμία ειδικότερη αναφορά γίνεται σχετικά με την ισχύ του.
Έτσι, μετά την επέκταση των ως άνω διατάξεων (της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960, καθώς και των διατάξεων του β.δ/τος 226/23.2/21.3.1973) και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (καθολικό διάδοχο του κλάδου υγείας του Ι.Κ.Α.-ΟΠΑΔ, δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 3918/2011), με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, όπως η τελευταία παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014 (ΦΕΚ A 145/11.7.2014 με έναρξη ισχύος από τη δημοσίευση του), η ως άνω εκχώρηση υπέρ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
καταλαμβάνει μόνο τις αξιώσεις του παθόντος για ατυχήματα, τα οποία λαμβάνουν χώρα μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού στις 11-7-2014 και δεν καταλαμβάνουν γεννημένες αξιώσεις προ του χρονικού αυτού σημείου.
Συνεπώς, το κρίσιμο χρονικό σημείο είναι η ημερομηνία που συνέβη το επίδικο ατύχημα, οπότε και γεννάται η αξίωση του ασφαλισμένου δικαιούχου της αποζημίωσης (ΑΠ 702/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 738/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 937 παρ. 1 του ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση.
Η παραγραφή της αξίωσης αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου δε περί αξίωσης κατά του ασφαλιστή από την επομένη του ατυχήματος (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 235/2011). Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι, όμως, και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ 552/2023, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 546/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 1207/2023, ΑΠ 655/2022). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020 Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με τη προσβαλλόμενη 3126/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση του λόγου αναίρεσης ζήτημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: '' .......... Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι, παραδεκτά προέβαλαν στο ακροατήριο, ένσταση πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, την οποία ανέπτυξαν και στις γραπτές προτάσεις τους, ισχυριζόμενοι ότι από την ημερομηνία του ατυχήματος και τον χρόνο νοσηλείας του ασφαλισμένου του ενάγοντος μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.
Η ένσταση είναι νόμιμη στηριζόμενη στα άρθρα 937 παρ. 1, 486, 240, 243 παρ. 1, 242, 243 παρ. 3, 247, 251, 277 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της. Όπως προαναφέρθηκε, στο κρινόμενο δικόγραφο ιστορείται ότι το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έλαβε χώρα την 10-2-2012 και ότι το αιτούμενο ποσό αφορά έξοδα νοσηλείας του ασφαλισμένου του ενάγοντος για το διάστημα από 10-2-2012 έως 11-5-2012.
Το ενάγον κατέθεσε την υπό κρίση αγωγή του στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου την 29-11-2018 (βλ. την υπ' αρ. …/…/29-11-2018 πράξη κατάθεσης της γραμματέως του δικαστηρίου τούτου) και επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 18 και 19-12-2018 (βλ. αποδεικτικά επίδοσης με αριθμούς …/18-12-2018 και 5…/19-12-2018 του δικαστικού επιμελητή με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.
Π.). Δηλαδή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο πενταετίας από την ημερομηνία του ατυχήματος και το χρονικό διάστημα που αφορούν οι παροχές του ενάγοντος στον ασφαλισμένο του και επομένως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των προαναφερόμενων διατάξεων, έστω και αν ο προσδιορισμός αυτής έγινε με την υπ' αριθμ.
…/…/30-8-2018 απόφαση του Προέδρου του. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει, αφού γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση παραγραφής, που προέβαλαν οι εναγόμενοι, να απορριφθεί η αγωγή.......''. Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του, το δικαστήριο της ουσίας, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, για καταβολή του ποσού των 13.843,02 ευρώ, υπέπεσε στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ και ότι η παραγραφή αυτή άρχισε από το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (10-2-2012) και το χρόνο που έλαβε γνώση το ΙΚΑ, καθολικός διάδοχος του οποίου είχε ήδη καταστεί το ενάγον (από 2-3-2011), ενόψει του ότι το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014, που απαιτεί γνώση του οργανισμού για την έναρξη της παραγραφής, αφορά σε ατυχήματα που έλαβαν χώρα μετά την 11-7-2014.
Κρίνοντας έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1του ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω κανόνα δικαίου, που εφάρμοσε, καθόσον από 10-2-2012 (χρόνος ατυχήματος), αλλά και όταν έλαβε γνώση της ζημίας του ασφαλισμένης του (χρόνος νοσηλείας), έως την επίδοση της υπό κρίση αγωγής (18 και 19-12-2018) στους αναιρεσίβλητους, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχτηκε ότι, λόγω του χρόνου του ατυχήματος (10-2-2012) δεν είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, για την εφαρμογή της οποίας και συνακόλουθα για την έναρξη της (πενταετούς) παραγραφής του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014, από τη γνώση του ζημιογόνου γεγονότος από τον οιονεί καθολικό διάδοχο του ΙΚΑ, απαιτείται το ατύχημα να έλαβε χώρα μετά την 11-7-2014.
Και αυτό γιατί ο ν. 4272/2014 δημοσιεύτηκε στις 11-7-2014, στο δε άρθρο 29 παρ. 2 αυτού (ν. 4272/2014) δεν γίνεται καμία αναφορά σχετικά με την ισχύ του και έτσι, μετά την επέκταση των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960 και των διατάξεων του β.δ/τος 226/23.2/21.3.1973 και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (καθολικό διάδοχο του κλάδου υγείας του ΙΚΑ με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 3918/2011), με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, όπως η τελευταία παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014, η ως άνω εκχώρηση υπέρ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
καταλαμβάνει μόνο τις αξιώσεις του παθόντος για ατυχήματα, τα οποία λαμβάνουν χώρα μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού στις 11-7-2014 και δεν καταλαμβάνουν γεννημένες αξιώσεις προγενέστερες του χρονικού αυτού σημείου. Η αιτίαση ότι πριν από τη διαβίβαση του φακέλου του τροχαίου ατυχήματος του ασφαλισμένου του Ν.
Π., στο αναιρεσείον από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Ν. Ιωνίας, δεν έχει γεννηθεί ακόμη η αξίωσή του κατά του υπόχρεου και ότι η παραγραφή αυτής αρχίζει το πρώτο από 20-12-2016, όταν διαβιβάστηκε σε αυτό (αναιρεσείον) ο ως άνω φάκελος από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη. Και αυτό γιατί η διαβίβαση του φακέλου και η συνακόλουθη έκδοση της απόφασης του αρμόδιου οργάνου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που προσδιορίζει το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης στον ασφαλισμένο του - παθόντα, δεν αποτελεί όρο για τη γένεση το πρώτο της αξίωσης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αλλά έχει αξία για τον καθορισμό του τελικού ύψους της μεταβιβαζόμενης στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
αξίωσης του παθόντος. Αντίθετη άποψη, που θα εξαρτούσε τη γένεση της αξίωσης αποζημίωσης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατά του υπόχρεου τρίτου (και του ασφαλιστή του) από τα παραπάνω, όχι μόνο θα ήταν αντίθετη στο άρθρο 18 του ν. 1654/1986 της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος, την οποία (μεταβίβαση) συνδέει με τη γένεση της αξίωσης, αλλά και προς το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 που ορίζει ότι η παραγραφή της αξίωσης αρχίζει από το ατύχημα.
Επιπλέον η άποψη αυτή θα μετέθετε χρονικά την έναρξη της παραγραφής συνδέοντας αυτή με πράξη (έκδοση πράξης του αρμόδιου οργάνου περί καταβολής αποζημίωσης) που όμως εμπίπτει στη σφαίρα επιρροής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με αποτέλεσμα, ουσιαστικά, να επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής σε βάρος του υπόχρεου. Ο τελευταίος, όμως, όταν συντρέχει περίπτωση κατά νόμο μεταβίβασης της αξίωσης του παθόντος στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., δεν πρέπει να υφίσταται δυσμενείς συνέπειες από τον καθυστερημένο προσδιορισμό της αποζημίωσης προς τον ασφαλισμένο του παθόντα, έστω και αν τότε γίνεται τελικά γνωστό το ποσό που δικαιούται να αξιώσει ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ως εκ του νόμου νέος φορέας της αξίωσης αποζημίωσης.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεων του άρθρου 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος στους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και την πλημμέλεια, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον αυτοί λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1942/2024, ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021).
Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι το διατακτικό δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου (μείζονα πρόταση), αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 14/2021). Κατόπιν των παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της.
Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., λόγω της ήττας του, καθόσον η τρίτη αναιρεσίβλητη ερημοδίκησε και δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα, ούτε, φυσικά, υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 4-10-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/../2022), αίτησης για αναίρεση της με αριθ. 3126/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως προς τους μη κλητευθέντες και μη εμφανισθέντες πρώτο και δεύτερη των αναιρεσίβλητων.
Απορρίπτει την από 4-10-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/../2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 3126/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ