Legislator Case Law & Legislation
266/2023 AI generated

Greek Supreme Court allows appeal against defamation judgment due to contradictory reasoning on justified interest.

Case Number 266/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a defamation judgment regarding a company's forced employees to sing its anthem. The lower court rejected the claim of simple defamation by citing a justified interest in public information, yet the Supreme Court found this reasoning contradictory to its own admission that the presentation lacked autonomy. Consequently, the court annulled the specific portion of the lower court's decision and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59 of the Code of Civil Procedure; The court must not rely on contradictory reasoning when determining whether a justified interest exists to negate defamation, as such inconsistency deprives the decision of a legal basis and necessitates annulment.

Keywords

AI generated
defamation appeal justified interest contradictory reasoning public information remand for retrial legal basis annulment employee anthem

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 57 of the Code of Civil Procedure
Article 59 of the Code of Civil Procedure
Article 367 paragraph 1 of the Penal Code
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 266 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 266/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Η., κατοίκου Β. Α.. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μίχο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "A. G. Ανώνυμος Εταιρεία", που εδρεύει στο Α. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Γ. Π. του Κ., με διεύθυνση εργασίας ως άνω. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κωτσή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1300/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3935/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την κρινόμενη από ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν σε προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, υπ' αριθμ.3935/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσία τις δύο αντίθετες εφέσεις του ήδη αναιρεσείοντος και των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ.1300/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από ... αγωγή του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Kατά τη διάταξη του άρθρου 57 AK, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 AK, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις ως άνω διατάξεις προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ` επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του ανθρώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.

Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή αυτής σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρου 281 AK και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας.

Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 AK, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε τηλεοπτική εκπομπή ή δημοσίευμα, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρο 25 παρ. 3 Συντ.).

Όριο προς την ως άνω κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361-363 ΠΚ και ως εκ τούτου με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ` αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι` αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.

Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος και άρθρο 10 παρ. 1 εδ.

α` και β` της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή - δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι` αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς.

Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος ή τηλεοπτικής εκπομπής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της απλής δυσφήμησης, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, είτε υπό την μορφή της εξύβρισης είτε υπό την μορφή της δυσφήμησης.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 1322/2021,ΑΠ 501/2018,ΑΠ 521/2018,ΑΠ 1587/2017,ΑΠ 257/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, αυτών της ΕΣΔΑ και των κοινών νόμων, ουδόλως συνάγεται ότι αποκλείεται ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου ή του συντάκτη δημοσιεύματος προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, σε περίπτωση που σε δημοσίευμα ή τηλεοπτική εκπομπή παραλείπονται να αναφερθούν τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα και από την αντίστοιχη παράλειψη προξενείται η προσβολή της υπόληψης άλλου.

Ο δημοσιογράφος οφείλει να εξακριβώνει, πριν από τη δημοσίευση, την αλήθεια όλων των δυσφημιστικών γεγονότων, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί, σε αντίθετη περίπτωση, ότι η παράδοση σε δημόσια ανυποληψία του δυσφημούμενου προσώπου τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού, ή ότι αποτελεί αυτή το επιβεβλημένο μέσον άσκησης του έργου της ενημέρωσης, εάν δε συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του δημοσιογράφου δεν αίρεται.

Ειδικότερα, από το πλέγμα των προαναφερθεισών διατάξεων συνάγεται ότι, από τον ενυπάρχοντα στη δημοσιογραφική δραστηριότητα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητας λόγω της δημοσιότητας που αποτελεί το πεδίο δράσης του τύπου, απορρέουν οι λεγόμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα.

Η μη τήρηση αυτών των συναλλακτικών υποχρεώσεων αποκλείει, στην περίπτωση της μετάδοσης αναληθούς είδησης, την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του δημοσιογράφου προς ενημέρωση του κοινού, και γι` αυτό δεν τίθεται θέμα άρσης του παρανόμου της προσβολής κατ` άρθρο 367 ΠΚ (ΑΠ 1017/2022,ΑΠ 813/2021, ΑΠ 158/2020, ΑΠ 129/2020, ΑΠ 574/2019, ΑΠ 1587/2017, ΑΠ 697/2017, ΑΠ 632/2015).

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 "Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2243/1994, στο οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 10 του ν.2328/1995 υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, "ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προκλήθηκαν υπαίτια, με δημοσίευμα που θίγει την τιμή και την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 του ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή, εάν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή τον διευθυντή σύνταξης του εντύπου".

Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του ιδιοκτήτη κάθε εντύπου σύμφωνα με τις αρχές της προστήσεως και κατ' ειδική εφαρμογή αυτών, για τις δραστηριότητες των προσώπων που απασχολεί ο ιδιοκτήτης, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι, αν δεν υπάρχει για οποιονδήποτε λόγο ευθύνη στο πρόσωπο των προαναφερθέντων προσώπων, τα οποία ενέχονται κατά τις γενικές διατάξεις (άρθρα 57-59, 914, 919, 920, 932 του ΑΚ), δεν υπάρχει και ευθύνη του εκδότη και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται αξίωση προς αποζημίωση των θιγομένων από το επίμαχο δημοσίευμα προσώπων.

Θεμελιώνεται, έτσι, παράλληλη εις ολόκληρον ευθύνη του ιδιοκτήτη και του προστηθέντος από αυτόν προσώπου (συντάκτη, εκδότη, διευθυντή συντάξεων εντύπου), για κάθε δημοσίευμα που αποτελεί παράνομη προσβολή της προσωπικότητας (ΑΠ 788/2000). Επίσης, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 στ. β' του ν. 2328/1985 "οι κάθε είδους εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων) που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί, πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική και άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται".

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992,ΑΠ 1693/2018, ΑΠ 681/2014).

Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. ... Πράξης Σύστασης Ανώνυμης Εταιρείας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Παναγιώτη Τσαγγάρη, συνεστήθη από δύο κυπριακές εταιρείες των οικονομικών συμφερόντων του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος - εφεσιβλήτου (αναιρεσείοντος), που τύγχανε και νόμιμος εκπρόσωπός τους, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "A.

T. Ανώνυμος Εταιρεία Ε. και Π. Κ. Π. - Υ. Τ. - Τ. Ξ. - Κ. - Τ. - Ε. - Μ. Κ. Δ. " και τον διακριτικό τίτλο "A.. T.. Α..Ε.., με σκοπό, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή και πώληση καταναλωτικών αγαθών, οικιακής ιδίως χρήσης, κυρίως μέσω τηλεφωνικής διαφήμισης και τηλεφωνικών παραγγελιών. Για την επίτευξη του επιχειρηματικού στόχου της, η ως άνω εταιρεία με Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο τον ενάγοντα, προσέλαβε υπαλλήλους, με κύρια ενασχόληση των περισσοτέρων την τηλεφωνική διαφήμιση των εμπορευομένων προϊόντων της με σκοπό την εξεύρεση αγοραστών.

Την ... μία εκ των υπαλλήλων της εταιρείας, η Μ. Λ. Γ. προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας Καλλιθέας, υποστηρίζοντας ότι οι εργαζόμενοι στην συγκεκριμένη επιχείρηση εξαναγκάζονται να τραγουδούν καθημερινά τον λεγόμενο "ύμνο της Εταιρείας" και ότι, επειδή η ίδια είχε αρνηθεί και επιπλέον είχε μετάσχει σε απεργία του κλάδου της, είχε καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας της.

Την επομένη, δημοσίευμα στην εφημερίδα "...", αναφερόταν στο συμβάν αυτό, με ιδιαίτερα επικριτικό ύφος για την εργοδότρια εταιρεία και τον ενάγοντα Πρόεδρό της, παραθέτοντας και τον καταληκτικό στοίχο του "ύμνου" αυτού, που είχε, ως έξης: "... ... για πάντα και γλυκό ψωμί", για να δείξει το "δουλόφρον", όπως το χαρακτήρισε, περιεχόμενό του.

Η είδηση αυτή προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση και γρήγορα αναπαράχθηκε από διάφορα μέσα μαζικής ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων και τον τηλεοπτικό σταθμό "A. TV", που την ... κάλεσε τον ενάγοντα στο Κεντρικό (βραδινό) δελτίο ειδήσεων του, το οποίο παρουσίαζε η δημοσιογράφος Έ. Σ., προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του επί της καταγγελίας αυτής, αλλά και να τοποθετηθεί επί άλλων καταγγελιών που, εν τω μεταξύ, είχαν ανακύψει, αναφορικά με τις συνθήκες εργασίας στη συγκεκριμένη επιχείρηση.

Σύμφωνα με τις καταγγελίες αυτές, ο ενάγων υποχρέωνε τις εργαζόμενες να τον χειροκροτούν όταν εισήρχετο στον εργασιακό τους χώρο, απαγόρευε σ'αυτές να τρώνε ζεστά φαγητά, γιατί έκρινε ότι τούτο μείωνε την απόδοσή τους, καθώς και ότι επέβαλε σε αυτές να γυμνάζονται εκτελώντας ειδικές ασκήσεις (γιόγκα).

Ο ενάγων αρνήθηκε την βασιμότητα των καταγγελιών αυτών και έδωσε τις δικές του εξηγήσεις για όσα, ορισμένες πρώην εργαζόμενες στην επιχείρησή του, του καταμαρτυρούσαν, στα 43 περίπου λεπτά που διήρκεσε η εκπομπή. Την ίδια ημέρα δημοσίευμα της ημερήσιας εφημερίδας "Ε.", αναφερόταν επίσης στις καταγγελίες αυτές, παραθέτοντας τμήμα του λεγάμενου "ύμνου της εταιρείας", που είχε, μεταξύ άλλων, ως εξής: "...

Είμαστε ωραίοι, δεν είμαστε τυχαίοι..." και ο οποίος (ύμνος), όπως ο συντάκτης του δημοσιεύματος ισχυριζόταν, είχε επιβληθεί στους εργαζόμενους να τραγουδούν, παρελαύνοντας πριν ξεκινήσουν την εργασία τους. Επίσης την ίδια ημέρα και η εφημερίδα "...", με νέο δημοσίευμά της, αναφερόταν στην υπόθεση αυτή, υποστηρίζοντας, επιπλέον, ότι οι αποδοχές των εργαζομένων στην επιχείρηση αυτή, υστερούσαν εκείνων που προέβλεπαν οι σχετικές κλαδικές συμβάσεις.

Για την υπόθεση αυτή, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ο αρμόδιος Υπουργός Εργασίας, ο οποίος επεδίωξε συνάντηση με τις πρώην εργαζόμενες, που ισχυρίζονταν τα ανωτέρω, ενώ έδωσε εντολή στο Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας να μεταβούν στις εγκαταστάσεις της εταιρείας, ώστε να ερευνήσουν τα όσα καταγγέλλονταν, για τις εκεί συνθήκες εργασίας.

Λαμβάνοντας τέτοιες διαστάσεις η συγκεκριμένη υπόθεση, προκάλεσε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, για την περαιτέρω ενημέρωση της οποίας, ο δεύτερος των εναγομένων και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος δημοσιογράφος Γ. Κ.. Π. (δεύτερος αναιρεσίβητος), αποφάσισε να περιλάβει στην πρωινή τηλεοπτική εκπομπή "Κ. Ε.", που παρουσίαζε την περίοδο εκείνη στον τηλεοπτικό σταθμό "A.

TV" της ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας - εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "A. G. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "A. TV ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") (πρώτης αναιρεσίβλητης), ειδικό ρεπορτάζ και να καλέσει τον ενάγοντα να τοποθετηθεί επί των καταγγελιών. Για τον σκοπό αυτό, δημοσιογράφος του συγκεκριμένου τηλεοπτικού σταθμού είχε ήδη μεταβεί στις εγκαταστάσεις της εταιρείας, όπου είχε μιλήσει με εργαζόμενες, για την συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ προηγουμένως είχε λάβει συνεντεύξεις από τις καταγγέλλουσες, που παρείχαν και σχετικό με τις καταγγελίες ηχητικό υλικό.

Το σχετικό ρεπορτάζ αποφασίστηκε να συμπεριληφθεί στην εκπομπή της ... κατά την οποία κλήθηκε και συμφώνησε να παρασταθεί και ο ενάγων. Την ημέρα εκείνη στην εκπομπή, που ξεκινούσε περί τις 08.10', παρουσιάστηκαν αρχικά διάφορα άλλα θέματα, που απασχολούσαν τότε την επικαιρότητα και περί ώρα 08.10', ο δεύτερος εναγόμενος ανήγγειλε την παρουσίαση του συγκεκριμένου θέματος, ως εξής : "Να αλλάξουμε ατμόσφαιρα, να δούμε τι γίνεται με αυτή την υπόθεση με την εταιρεία με τους ύμνους και τη γυμναστική", δίνοντας την εντολή για την αναπαραγωγή του βίντεο, που είχε συντεθεί με βάση το σχετικό οπτικοακουστικό υλικό, το οποίο είχε λάβει την προηγούμενη η δημοσιογράφος του σταθμού, όπως τούτο είχε περικοπεί και ανασυνδεθεί (μετά από μοντάζ), για την εκπομπή.

Το σχετικό βίντεο, ξεκινούσε με την ηχητική αναπαραγωγή του φερόμενου ως "ύμνου της εταιρείας", επενδυμένου οπτικά με πλάνα χορευτικών δρώμενων σε έντονο ρυθμό, τα οποία προφανώς ουδεμία σχέση είχαν με την υπόθεση, ενώ, μετά 10 περίπου δευτερόλεπτα, διακοπτόταν, ακολουθούσαν πλάνα από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας και προβολή μέρους των συνεντεύξεων των καταγγελλουσών και ολοκληρωνόταν μετά από 2.20' λεπτά περίπου, αφού είχε ακουσθεί και το υπόλοιπο μέρος του τραγουδιού αυτού και είχαν προβληθεί πλάνα διάρκειας 14' περίπου δευτερολέπτων, από τις σύντομες συνεντεύξεις δύο εργαζομένων στην επιχείρηση, που ανέφεραν ότι, χωρίς να τους επιβάλλεται, τραγουδούν το τραγούδι αυτό, αστειευόμενες μεταξύ τους.

Ακολούθησε η παρουσίαση του ενάγοντος από τον δεύτερο εναγόμενο δημοσιογράφο και η τοποθέτησή του επί των όσων καταγγέλλονταν εις βάρος του στο συγκεκριμένο ρεπορτάζ, αφού ταυτόχρονα υποβάλλονταν σ' αυτόν σχετικώς ερωτήσεις από τον εναγόμενο και τους δυο συνεργάτες του Μ. Π. και Σ. Μ.. Η συνέντευξη αυτή διήρκεσε 15 περίπου λεπτά και αναλώθηκε, ως επί τω πλείστον, στο ζήτημα αν πράγματι υπήρχε ο λεγόμενος "ύμνος της εταιρείας".

Ο ενάγων, αφού αρχικώς και για περίπου 3.40' λεπτά απέφευγε να δώσει σαφή απάντηση επί του ζητήματος αυτού, παρότι του υποβαλλόταν συνεχώς η ίδια ερώτηση, ακολούθως ισχυρίστηκε, επί λέξει, ότι: "... δεν υπάρχει καταρχήν τραγούδι..." και αμέσως μετά υποστήριξε ότι "... Το κάνανε οι εργαζόμενες..." "...Για να κάνουν το δικό τους κλίμα... ", χωρίς άλλες διευκρινίσεις.

Μετά την αποχώρησή του, ο δεύτερος εναγόμενος και οι συνεργάτες του, προέβησαν στα σχόλια που εκτίθενται κατωτέρω, ενώ ισχυρίστηκαν ότι είχαν υπάρξει πολλά τηλεφωνήματα προς την εκπομπή από πρώην εργαζόμενους στην επιχείρηση και κατοίκων πέριξ αυτής, που επιβεβαίωναν την ύπαρξη του "ύμνου". Ωστόσο, από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ως νόμιμος εκπρόσωπος και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας είχε επιβάλλει στις εργαζόμενες στην επιχείρηση, να τραγουδούν τον φερόμενο από τις καταγγέλουσες, ως "ύμνο της εταιρείας".

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στις ..., κατά τη διάρκεια προγραμματισμένης μηνιαίας συγκέντρωσης των εργαζομένων της εταιρείας, που πραγματοποιήθηκε στα γραφεία αυτής, περί ώρα 8.30', ορισμένες εργαζόμενες, χάριν αστεϊσμού, τραγούδησαν στίχους διασκευασμένους στο ρυθμό τραγουδιού ελληνικής ποδοσφαιρικής ομάδας, που αναφέρονταν στην εταιρεία και τους οποίους είχε συνθέσει πάνω στη γνωστή μελωδία η Σ.

Μ., εργαζόμενη και αυτή στην εν λόγω επιχείρηση, η οποία ήταν γνωστό σε όλους τους εργαζόμενους και στη Διοίκηση ότι επινοούσε κατά καιρούς διάφορους στίχους με ρίμες, για να σχολιάζει, με φιλική πάντοτε διάθεση, τις συναδέλφους της, όπως άλλωστε αναφέρει και η ίδια στην, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Χατζηνικολάου, υπ' αριθμ. ...

ένορκη βεβαίωσή της, η οποία δόθηκε προκειμένου να χρησιμεύσει, ως αποδεικτικό μέσο, σε δίκη μεταξύ της πρώην εργαζόμενης στην επιχείρηση του ενάγοντος Μ. Λ. Γ. και της εργοδότριάς της εταιρείας. Συγκεκριμένα, οι στίχοι του τραγουδιού αυτού, είχαν ως εξής: "... μεγάλη, δεν υπάρχει άλλη, άλλη εταιρεία πιο δυναμική, ...

πρώτη στην Ελλάδα, άναψες τη δάδα, υγεία, οικονομία και άνετη ζωή , ... , ..., είμαστε ωραίοι δεν είμαστε τυχαίοι, είμαστε οι πρώτοι πάντα στη γραμμή, με τόλμη προχωράμε, με κέφι τραγουδάμε, ... για πάντα και γλυκό ψωμί, ...". Ο ενάγων και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, ο οποίος παρευρισκόταν στη συνάντηση αυτή, όπως άλλωστε και σε όλες τις μηνιαίες συναντήσεις του προσωπικού, αντιμετώπισε το γεγονός αυτό στο ίδιο κλίμα ευθυμίας, διευκρινίζοντας, όμως, προς τους εργαζόμενους ότι θα έπρεπε να αποφεύγονται τέτοιου είδους εκδηλώσεις ώστε να μην ενοχλούν άλλους συναδέλφους τους.

Το συγκεκριμένο περιστατικό, όπως αποδείχθηκε, ήταν μεμονωμένο και τυχαίο και δεν εξέφραζε κάποια πολιτική της διοίκησης της εταιρείας και πάντως δεν είχε τον χαρακτήρα υποχρέωσης των εργαζομένων να τραγουδούν το ως άνω τραγούδι, το οποίο δεν μπορεί, με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά, να θεωρηθεί ως "ύμνος της εταιρείας".

Ωστόσο, το γεγονός αυτό πήρε διαστάσεις και δημοσιεύθηκε στον έντυπο και τηλεοπτικό τύπο, τούτο δε οφείλετο στο ότι την ίδια ημέρα η Μ. Λ. Γ., η οποία είχε απολυθεί την προηγούμενη ακριβώς ημέρα (...) και βρισκόταν στο Λογιστήριο, προκειμένου να εισπράξει τις νόμιμες αποδοχές της, αντιλαμβανόμενη το περιστατικό αυτό, εμφανίστηκε την ίδια ημέρα να δίνει συνέντευξη στην ημερήσια πρωινή εφημερίδα "...", που κυκλοφόρησε την επόμενη (...), στην οποία κατήγγειλε τα ανωτέρω.

Λόγω της δημοσιότητας και της έκτασης που έλαβε το περιστατικό αυτό, πραγματοποιήθηκε έλεγχος από Επιθεωρητές Εργασίας, κατά τον οποίο δεν διαπιστώθηκε οτιδήποτε περί εξαναγκασμού των εργαζομένων να τραγουδούν τον φερόμενο ως "ύμνο" της εταιρείας. Μάλιστα, η Επιθεωρήτρια Εργασίας Ευαγγελία Τσιτσίρη, στην από ...

ένορκη κατάθεσή της, ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών, η οποία δόθηκε κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, που διατάχθηκε μετά την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς κατά του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης, αναφερόμενη στο ως άνω περιστατικό, καταθέτει ότι συνομίλησε με 25 τουλάχιστον εργαζόμενες, εκ των οποίων δύο με τρεις παραδέχθηκαν ότι τραγούδησαν κάποιο τραγούδι, χωρίς όμως να αναφέρουν ότι εξαναγκάστηκαν από οποιονδήποτε να τραγουδήσουν, ούτε και εξέφρασαν κάποιο παράπονο κατά της εργοδότριάς τους εταιρείας.

Άλλωστε, εκτός από τις καταγγέλλουσες και οι δύο εργαζόμενες, που εμφανίζονται στο επίμαχο ρεπορτάζ, παραδέχονται την ύπαρξη του τραγουδιού, διαφοροποιούμενες, όμως, ως προς την ακούσια επιβολή του, αφού η μεν πρώτη ισχυρίστηκε ότι αστειευόμενες τραγουδούσαν τούτο, η δε δεύτερη ότι δεν τους επιβάλλεται και ότι της αρέσει να λέει το τραγούδι αυτό.

Επισημαίνεται εξάλλου ότι επί της από …... αγωγής των Μ. Α. και Κ. Ρ., πρώην εργαζομένων στην ως άνω επιχείρηση, με την οποία οι ενάγουσες ζητούσαν, μεταξύ άλλων την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε σ' αυτές, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους, από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης εργοδότριάς εταιρείας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1844/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή εκείνη, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν .

Κατά της αποφάσεως αυτής, οι ενάγουσες άσκησαν την από... έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7727/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Επίσης και η από... αγωγή της Μ. Λ. Γ., απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 313/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Τέλος, με την υπ' αριθμ. 11649/2008 αμετάκλητη απόφαση του Δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο ενάγων αθωώθηκε για την αξιόποινη πράξη της παράνομης βίας κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, που εφέρετο ότι τέλεσε κατά το από….έως …. χρονικό διάστημα... Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος - εκκαλούντος, που περιέχονται στους τέταρτο και πέμπτο λόγο της ερευνωμένης εφέσεώς του, ότι δηλαδή ουδέποτε υπήρξε ο λεγόμενος "ύμνος της εταιρείας", υπό την έννοια του "εταιρικού ύμνου" και ότι ουδέποτε εξανάγκασε τους εργαζομένους στην επιχείρησή του να τραγουδήσουν τον ύμνο αυτόν, παρά τη θέλησή τους, που αποτελεί το εριστό και κρίσιμο στην υπόθεση αυτή ζήτημα, αλλά ότι το τραγούδι που ακουγόταν στο σχετικό ρεπορτάζ της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής αποτελούσε τους αυτοσχέδιους περιπαικτικούς στοίχους εργαζόμενης της επιχείρησης, τους οποίους είχε προσαρμόσει επί γνωστής μελωδίας ύμνου ποδοσφαιρικής ομάδας και κατά παρότρυνσή της τραγούδησαν όλες οι εργαζόμενες για πρώτη και μόνη φορά την ..., σε μηνιαία συγκέντρωση των εργαζομένων της εταιρείας, κρίνονται αληθείς.

Ωστόσο δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης εις βάρος του ενάγοντος, αλλά αυτό της απλής δυσφήμησης, καθόσον όταν ο δεύτερος των εναγομένων μετέδωσε ότι οι εργαζόμενες στην επιχείρηση που διηύθυνε ο ενάγων, εξαναγκάζονταν να τραγουδούν, εν είδει "ύμνου", το συγκεκριμένο τραγούδι, δεν είχε θετική γνώση ότι η πληροφορία αυτή ήταν ψευδής, λαμβανομένου υπόψη και του ότι δεν είχαν εκδοθεί οι προαναφερόμενες αποφάσεις, οι οποίες δέχθηκαν τους ισχυρισμούς του εκεί εναγόμενου (αναιρεσείοντος) και απέρριψαν τις σχετικές αγωγές των πρώην εργαζομένων στην επιχείρησή του, αλλά αντιθέτως πίστευε, έστω και σε ανεπαρκή στοιχεία στηριζόμενος δηλαδή στις καταγγελίες των άνω εργαζομένων και χωρίς περαιτέρω έρευνα, ότι όσα μετέφερε στην εκπομπή " Κ.

Ε.", σχετικά με την ύπαρξη "ύμνου" της εταιρείας και τον εξαναγκασμό των εργαζομένων να τον τραγουδούν ήταν αληθή. Η μετάδοση, όμως, των καταγγελιών αυτών, έγινε από εύλογο και δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον του δευτέρου των εναγομένων και κατ' ενάσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος μετάδοσης πληροφοριών δημοσίου ενδιαφέροντος, με σκοπό την ενημέρωση του κοινού του ανωτέρω τηλεοπτικού σταθμού, για γεγονότα που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο και συγκεκριμένα για μία υπόθεση που βρισκόταν στην επικαιρότητα την επίδικη χρονική περίοδο και απασχολούσε έντονα το γενικό ενδιαφέρον, καθόσον αφορούσε στον ευαίσθητο τομέα των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση του ενάγοντος.

Έτσι, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε και η επικαλούμενη τέλεση από τον εναγόμενο δημοσιογράφο της αξιόποινης πράξης της απλής δυσφήμησης, αφού, στην περίπτωση αυτή, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του αίρεται, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ., καθόσον έγινε λόγω του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, για την πληρέστερη ενημέρωση του κοινού, μέσω της τηλεόρασης.

Περαιτέρω, στο ρεπορτάζ, που, όπως προαναφέρθηκε προβλήθηκε ως εισαγωγή της επίμαχης εκπομπής, οι καταγγέλλουσες πρώην εργαζόμενες της εταιρείας, ισχυρίστηκαν επιπλέον, η μεν πρώτη εξ' αυτών ότι στον εργασιακό χώρο υπήρχαν περιορισμοί ως προς το είδος του φαγητού που θα έτρωγαν, καθότι τούτο θα έπρεπε να είναι ή κρύο σάντουιτς ή σαλάτα , ώστε να μην έχει επιπτώσεις στην απόδοσή τους, η δε δεύτερη ότι απαγορευόταν σε αυτές να κάνουν διάλειμμα όλες μαζί.

Οι ισχυρισμοί αυτοί, εκτός του ότι δεν αναφέρονται σαφώς στον ενάγοντα, αλλά περισσότερο αποδίδουν μομφή στην εργοδότρια εταιρεία, που ως νομικό πρόσωπο διαφοροποιείται από εκείνο του διευθύνοντος συμβούλου της, δεν αποδεικνύονται συκοφαντικοί, καθόσον ο μεν πρώτος δεν αποδεικνύεται αναληθής, ο δε δεύτερος δεν εμπεριέχει κάποια μομφή ή αρνητική και καταφρονητική διάθεση προς το πρόσωπο του ενάγοντος και την κοινωνική ή ηθική αξία αυτού, ούτε υποδηλώνει, πρόθεση υποτίμησης και, συνεπώς, δεν συνιστά γεγονός πρόσφορο (κατάλληλο), κατ' αντικειμενική κρίση, ήτοι κατά την κοινή αντίληψη, να βλάψει την τιμή, την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητά του, όπως όμοια έκρινε, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Άλλωστε, ο ενάγων στην αγωγή του, υποστήριξε ότι προσεβλήθη στην προσωπικότητά του, διότι αναφέρθηκε ψευδώς στην εκπομπή αυτή, ότι απαγόρευε το διάλειμμα των εργαζομένων. Τέτοιος όμως ισχυρισμός δεν υπήρξε, αλλά ότι απαγορευόταν στις εργαζόμενες να κάνουν διάλειμμα όλες μαζί, καταγγελία, όμως, η οποία έχει σαφώς διαφορετικό περιεχόμενο και δεν αναφέρεται στην ιστορική βάση της αγωγής, οπότε και μόνο, θα ήταν αντικείμενο εκτίμησης και αξιολόγησης από το Δικαστήριο περί του εάν η συγκεκριμένη αναφορά, υπήρξε προσβλητική της τιμής και της υπολήψεώς του.

Καθόσον δε αφορά το ζήτημα του φαγητού, εκ των όσων ο ενάγων ισχυρίστηκε την προηγουμένη, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ιδίου τηλεοπτικού σταθμού και εν μέρει επανέλαβε στην επίμαχη εκπομπή, προκύπτει ότι πράγματι είχαν τεθεί κάποιοι περιορισμοί στις διατροφικές επιλογές των εργαζομένων . Ειδικότερα, στο δελτίο ειδήσεων του σταθμού, στο οποίο φιλοξενήθηκαν αμφότεροι σε ερώτηση του δευτέρου των εναγομένων, αν πράγματι ο ενάγων απαγόρευε την κατανάλωση ζεστού φαγητού εν ώρα εργασίας, απάντησε επί λέξει: "Όχι, Όχι, ακούστε με ...

μου παραπονέθηκαν πολλά άτομα, όχι σε μένα στους υπευθύνους, ότι παραγγέλνουνε (ορισμένες εργαζόμενες προφανώς) καθημερινώς σουβλάκια. Δικαίωμά τους να φάνε σουβλάκια. Αν τρώνε όμως καθημερινώς σουβλάκια .... είναι θέματα υγείας .... Μου παραπονέθηκαν ότι μυρίζει πάρα πολύ η αίθουσα ... Παραγγέλνανε πολλά άτομα σουβλάκια , μύριζε η αίθουσα ...

Εγώ τους είπα, μεταξύ σας βρέστε τα, φέρτε από το σπίτι σας φαγητό . Εγώ συμβουλεύω ...", ενώ την επομένη, στην εκπομπή "Κ. Ε.", συνεχίζοντας την τοποθέτησή του επί του συγκεκριμένου θέματος, ανέφερε, επί λέξει: "... Σε μια τράπεζα τρώνε σουβλάκια την ώρα που δουλεύουνε; Τρώτε σουβλάκια εσείς την ώρα που δουλεύετε ;

Η άλλη δεν της αρέσει το τζατζίκι ... ".

Συνεπώς, ακόμα και αν οι περιορισμοί αυτοί είχαν την μορφή συστάσεων, που προκρίνεται ως περισσότερο πιθανό, για τους εργαζομένους στην εταιρεία, δικαιολογημένα συνιστούσαν απαγορεύσεις, αφού ετίθεντο από τους διοικούντες αυτήν και κατά τούτο, η περαιτέρω διάδοση του σχετικού ισχυρισμού της πρώην εργαζόμενης, που εμφανίζεται στο επίμαχο ρεπορτάζ, δεν δύναται να θεωρηθεί ως συκοφαντική.

Επίσης, στο ίδιο ρεπορτάζ, μία εκ των πρώην εργαζομένων της εταιρείας ισχυρίστηκε ότι οι εργαζόμενες έπρεπε να βρίσκονται στον χώρο εργασίας τους πριν την άφιξη του ενάγοντος, ώστε να τον χειροκροτούν όταν αυτός εισέρχονταν στην αίθουσα και ότι μετά το τραγούδι έκαναν αναπνοές γιόγκα για να αποδώσουν στη δουλειά.

Μολονότι, δεν υπήρξαν επαρκείς αποδείξεις για το ότι οι προαναφερθείσες καταγγελίες ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, δεν αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος επέλεξε την προβολή του συγκεκριμένου ρεπορτάζ, με σκοπό να διαδώσει περαιτέρω αναληθή περιστατικά. Αντιθέτως, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, κρίνεται ότι, έστω και σε ανεπαρκή στοιχεία στηριζόμενος, ενήργησε με την πεποίθηση, ότι οι καταγγελίες αυτές είχαν αληθή βάση.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές..., εφόσον η συκοφαντική δυσφήμηση προϋποθέτει γνώση της αναλήθειας του ισχυρισμού που περαιτέρω διαδίδεται, με σκοπό την προσβολή της τιμής και υπόληψης εκείνου που αφορά, συνάγεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, για τους δύο αυτούς ισχυρισμούς, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου αδικήματος, ενώ δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ούτε και το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, αφού δεν μπορεί να συναχθεί υπαιτιότητα, έστω και με τη μορφή της αμέλειας του εναγομένου να συκοφαντήσει τον ενάγοντα, κατά την όμοια και ορθή, ως προς το ζήτημα αυτό, κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Επομένως, εφόσον τα αμέσως ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική ή απλή δυσφήμηση, ο έκτος λόγος της κρινόμενης εφέσεώς του, κρίνεται απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ωστόσο, μολονότι δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεξαν στο πρόσωπο του πρώτου (ενν. δευτέρου) των εναγομένων τα απαιτούμενα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής ή απλής δυσφημήσεως εις βάρος του ενάγοντος, η παρουσίαση της συγκεκριμένης είδησης, ιδίως κατά την έναρξη και τη λήξη της συγκεκριμένης θεματικής ενότητας, έγινε κατά τρόπο που μπορούσε να βλάψει και πράγματι έβλαψε την τιμή, την υπόληψη και την αξιοπρέπειά του και την εν γένει προσωπικότητά του, αφού δημιουργήθηκαν δυσμενείς γι' αυτόν εντυπώσεις στο ευρύ κοινό που παρακολουθούσε την εκπομπή και έλαβε γνώση της αναληθούς αυτής καταγγελίας, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος τηλεοπτικός σταθμός είναι πανελλήνιας εμβέλειας, με περαιτέρω συνέπεια να διαταραχθεί σοβαρά η προσωπική και επαγγελματική ζωή του.

Συγκεκριμένα, ο τρόπος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διατυπώθηκαν τα ως άνω αναληθή περιστατικά, ενέχουν κατά τον νόμο και την κοινή αντίληψη, καταφρονητική διάθεση εις βάρος του ενάγοντος και έλαβαν χώρα με πρόθεση του εναγομένου και των συνεργατών του, που κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής, της αξιοπρέπειας και της υπολήψεώς του, αφού η όλη παρουσίαση του συγκεκριμένου θέματος έγινε χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και το ρεπορτάζ που προηγήθηκε της συνέντευξης, χωρίς την αρμόζουσα σοβαρότητα, με την οποία πρέπει να προβάλλονται οι ειδήσεις, όταν πράγματι αποσκοπείται η ενημέρωση του κοινού και ιδίως τον σεβασμό για εκείνον που θιγόταν με τις συγκεκριμένες καταγγελίες, επενδύοντας οπτικά τον λεγόμενο "ύμνο", με εικόνες χορευτών, που χόρευαν σε έντονους ρυθμούς, χωρίς προφανώς να έχουν σχέση με την υπόθεση και χωρίς τούτο να συμβάλει, κατά οποιονδήποτε τρόπο, στην απόδοση της είδησης, αλλά θα μπορούσε να λείπει εντελώς.

Ακολούθως, ο δεύτερος εναγόμενος, αφού παρουσίασε τον ενάγοντα ως καλεσμένο του στην εκπομπή, την οποία παρακολουθούσε μεγάλος αριθμός τηλεθεατών, συνεχίζοντας το περιπαικτικό κλίμα που διαμόρφωνε το βίντεο του ρεπορτάζ, ανέφερε προς αυτόν " Εμείς, είπαμε και τον ύμνο μας, τον Α. νούμερο ένα", ενώ ακολούθως ο συνεργάτης του, Σ.

Μ., που συμμετείχε στην εκπομπή και ενώ εξελισσόταν η συζήτηση, παρενέβη , αναφέροντας : "Άρα τι να πούμε όταν βάζουμε τους εργαζόμενους και τραγουδάνε . Δηλαδή να έρθω εγώ το πρωί να πιάσω δουλειά στον κύριο Π. και να μου πει ξεκίνα να τραγουδήσεις" . Και στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της εκπομπής αυτής, αναφερόμενος στον ενάγοντα, προσέθεσε: "Ενημερώνετε τον κόσμο για να δει τι έχετε προκαλέσει κύριε Α.... ", προδικάζοντας την βασιμότητα των όσων καταγγέλλονταν, πριν καν δοθεί στον ενάγοντα ο αναγκαίος χρόνος να τοποθετηθεί επ' αυτών, κατά παράβαση της αρχής που θέτει το Σύνταγμα για την αντικειμενική και επί ίσοις όρους μετάδοση των πληροφοριών .

Με τους ανωτέρω τρόπους, ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος, ως παρουσιαστής της εκπομπής , ήταν υπεύθυνος για τις παρεμβάσεις των συνεργατών του και ενέκρινε εν τέλει τις τοποθετήσεις τους, υπερέβη το μέτρο εκείνο που ήταν αναγκαίο για την απόδοση της συγκεκριμένης είδησης (του λεγόμενου "ύμνου" της εταιρείας) και παραβαίνοντας τις επιταγές των άρθρων 4 παρ. 1 και 9 παρ. 2 του π.δ. 77/2003, που ορίζουν ότι τα πρόσωπα που συμμετέχουν ή αναφέρονται στις εκπομπές πρέπει να απολαμβάνουν δίκαιης, ορθής και αξιοπρεπούς συμπεριφοράς, ώστε να μην ενθαρρύνεται η κοινωνική απομόνωσή τους ή οι δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος τους, εξειδικεύοντας περαιτέρω τις αρχές που θέτει η συνταγματική διάταξη του άρθρου 15, επέδειξε εσκεμμένα συμπεριφορά καταφρονητική της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος με αποτέλεσμα την υπαίτια και παράνομη, κατ' άρθρο 361 Π.Κ., προσβολή της προσωπικότητάς του, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού του, που προβλήθηκε καθ' υποφοράν, αλλά και με την προσθήκη των προτάσεών του, ως αντένσταση στην επί του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ.

ερειδόμενη ένσταση των εναγομένων. Σε ανάλογο ύφος κινήθηκε η εκπομπή και μετά την αποχώρηση του ενάγοντος, οπότε ο δεύτερος εναγόμενος, έχοντας πεισθεί για την βασιμότητα των εις βάρος του ενάγοντος καταγγελιών και θεωρώντας ότι του επιτρεπόταν πλέον να τον περιγελάσει εις ένδειξη καταφρόνησής του, απευθύνθηκε στους συνεργάτες του και συμπαρουσιαστές Σ.

Μ. και Μ. Π. με την έκφραση : "Λοιπόν, από δώ και πέρα τέρμα τα τέτοια ... Θα βγάλετε έναν ύμνο για μένα ... Π., Π., με το ωραίο το μουστάκι ", καλώντας ταυτόχρονα με νεύματα τους παριστάμενους (τεχνικούς και λοιπό προσωπικό) να τον χειροκροτήσουν και ακολούθως ανέφερε : "Και ασκήσεις γιόγκα κάθε πρωί. Θα τρώτε κρύο φαγητό γιατί όταν τρώτε ζεστό πέφτει η απόδοσή σας.

Θα απαγορεύεται το σουβλάκι". Η συνεργάτιδά του δε Μ. Π. , αντιλαμβανόμενη τον σκοπό των ειρωνικών σχολίων, προσέθεσε : "ούτε σουβλάκια δεν θα μας αφήνεις ... χωρίς τζατζίκι τουλάχιστον ... και χωρίς κρεμμύδι... " "Θα σε χειροκροτούμε, Θέλω και ασκήσεις γιόγκα...." . Προφανώς, το συγκεκριμένο τμήμα της εκπομπής και όσα διημείφθησαν μεταξύ του εναγομένου δημοσιογράφου και των συνεργατών του, δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαία και δεν προσέφεραν τίποτα στην πληροφόρηση του κοινού, αλλά ελέχθησαν με σκοπό την διακωμώδηση του θέματος, προκειμένου να αυξηθεί το ενδιαφέρον των τηλεθεατών και συνακόλουθα το ποσοστό τηλεθέασης, πλην όμως, ως εκδήλωση καταδεικνύει σαφώς σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος, καθόσον συνδεόμενα άμεσα με τις εις βάρος του καταγγελίες τις οποίες άκριτα υιοθετούσε ο εναγόμενος και οι συνεργάτες του, οδηγούσε στην αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του, αλλά και στον διασυρμό και στην περιφρόνησή του .

Τούτο δεν συνάδει με την κοινωνική αποστολή της τηλεόρασης, που οφείλει να συμμορφώνεται στην συνταγματική επιταγή του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που θέτει τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου ως το ύψιστο ατομικό δικαίωμα, κατά σαφή άλλωστε επιταγή του άρθρου 15 του Συντάγματος που δεν υποστέλλεται ακόμα και όταν ο φορέας του έχει υποπέσει στην τέλεση κάποιας ηθικά και νομικά αξιόμεμπτης πράξης, πολλώ δε μάλλον στην προκειμένη περίπτωση όταν δεν είχε εισέτι αποφανθεί η δικαιοσύνη.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι, συνέτρεχαν στο πρόσωπο του δευτέρου των εναγομένων τα στοιχεία της αδικοπραξίας, με την ειδικότερη μορφή της άδικης πράξης της εξυβρίσεως (άρθρο 361 του Π.Κ), που τελέστηκε κατά τον ως άνω τρόπο και η οποία προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος, απορρίπτοντας την εκ του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ., καταλυτική της αγωγής ένσταση των εναγόμενων και δέχθηκε την εκ του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ.

αντένσταση, που προέβαλε ο ενάγων, επικαλούμενος σκοπό εξύβρισης, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, απορριπτέοι κρίνονται οι ενιαία εξεταζόμενοι, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και αλληλοσυμπληρούμενοι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της εφέσεως των εναγομένων - εκκαλούντων, με τους οποίους αυτοί υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι όσα μεταδόθηκαν από την συγκεκριμένη εκπομπή, δεν αφορούσαν το πρόσωπο του ενάγοντος, αλλά την συμπεριφορά της εργοδότριας επιχείρησης, τις απόψεις της οποίας αυτός εξέφρασε, εμφανισθείς ως όργανο αυτής, δεδομένου ότι από τα αναφερόμενα στη σχετική θέση της παρούσας αποδεικτικά μέσα προέκυψε αναμφισβήτητα ότι η καταγγελία περί εξαναγκασμού των εργαζομένων στην επιχείρησή του να τραγουδούν τον "ύμνο" της εταιρείας, αφορούσε προσωπικά τον ίδιο τον ενάγοντα, ο οποίος και εκλήθη να εκθέσει τις απόψεις του και να τοποθετηθεί για το ζήτημα που είχε ανακύψει και απασχολούσε έντονα την κοινή γνώμη.

Επίσης, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ο επίμαχος τηλεοπτικός διάλογος, ενόψει του τρόπου και των περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώρα, προδίδει σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος, με κατάδηλη απαξίωση προς το πρόσωπό του, δηλαδή έγινε με πρόθεση διασυρμού αυτού εκ μέρους του δευτέρου των εναγομένων, αφού υπό το πρόσχημα του αυτοσαρκασμού, ακολούθησαν τα ως άνω αναφερόμενα ειρωνικά σχόλια αυτού και τον συνεργατών του και με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκαν παραστάσεις στο τηλεοπτικό κοινό μειωτικές για την εν γένει προσωπικότητά του, λαμβανομένου υπόψη ότι η συγκεκριμένη εκπομπή δεν είχε τον χαρακτήρα σατυρικής εκπομπής, ούτε και εκλαμβάνεται ως τέτοια από το τηλεοπτικό κοινό, αλλά είναι πρωινή ενημερωτική εκπομπή και πάντως η σοβαρότητα των καταγγελιών επί του συγκεκριμένου θέματος, που απασχολούσε τότε την επικαιρότητα, δεν προσφερόταν για αστεϊσμούς, πνευματώδη διάθεση και σατυρικό σχολιασμό, απορριπτομένων μετά ταύτα των σχετικών ισχυρισμών των εναγομένων - εκκαλούντων.

Περαιτέρω, η πρώτη των εναγομένων, ως ιδιοκτήτρια του ως άνω τηλεοπτικού σταθμού, από τον οποίο προβλήθηκε η επίμαχη εκπομπή, ευθύνεται αντικειμενικώς για την, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος από τις ενέργειες του δευτέρου των εναγομένων, μετά του οποίου, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στην μείζονα νομική σκέψη που προηγήθηκε, ενέχεται εις ολόκληρον για την χρηματική ικανοποίησή του ....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε και τις δύο εφέσεις ως ουσιαστικά αβάσιμες και προβαίνοντας σε αντικατάσταση αιτιολογιών, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε υποχρεώσει τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον αναιρεσείοντα το ποσό των 12.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

4. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με την παρουσίαση εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσιβλήτου των καταγγελιών σε βάρος του αναιρεσείοντος ότι υποχρέωνε τις εργαζόμενες στην επιχείρησή του να τραγουδούν τον "ύμνο" της εταιρίας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920 AK, 361, 362, 363 ΠΚ, καθώς και εκείνες του άρθρου μόνου παρ.1 και 2 του Ν. 1178 της 14/16-7-1981, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 Ν. 2243/1994, και των άρθρων 14 παρ.1 και 2, 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 10 παρ. 1 α, β' της ΕΣΔΑ, καθόσον, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε την αναλήθεια του προαναφερόμενου περιστατικού, αλλά ανυπαιτίως αγνοούσε αυτήν, με συνέπεια να μη στοιχειοθετείται, η τέλεση από αυτόν του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του αναιρεσείοντος, αλλά αυτό της απλής δυσφημήσεως, και συνακόλουθα να μη στοιχειοθετείται προσβολή με συκοφαντική δυσφήμηση της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος.

Επίσης, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ίδιες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αναφορικά με την παρουσίαση εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσιβλήτου των καταγγελιών σε βάρος του αναιρεσείοντος, ότι υποχρέωνε τις εργαζόμενες να βρίσκονται στον χώρο εργασίας τους πριν την άφιξή του, ώστε να τον χειροκροτούν όταν αυτός εισερχόταν στην αίθουσα,καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή ότι δεν μπορεί να συναχθεί υπαιτιότητα, έστω και με τη μορφή της αμέλειας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου να συκοφαντήσει τον αναιρεσείοντα και ότι αυτός ενήργησε με την πεποίθηση, ότι οι καταγγελίες αυτές είχαν αληθή βάση, δεν πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική ή απλή δυσφήμηση, λόγω ελλείψεως του υποκειμενικού στοιχείου.

Υπό τις ίδιες δε ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πληρούται ούτε το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 920 ΑΚ περί δυσφημιστικών διαδόσεων, αφού ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν είχε οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια). Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, όσον αφορά τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, καθόσον διέλαβε σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, δεδομένου ότι, ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το ως άνω σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό παραδοχές ότι όταν ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων μετέδωσε ότι οι εργαζόμενες στην επιχείρηση που διηύθυνε ο αναιρεσείων, εξαναγκάζονταν να τραγουδούν, εν είδει "ύμνου", το συγκεκριμένο τραγούδι, α) δεν είχε θετική γνώση ότι η πληροφορία αυτή ήταν ψευδής, αφού πράγματι είχαν υπάρξει σχετικές καταγγελίες εργαζομένων για το ζήτημα αυτό και β) ανυπαιτίως αγνοούσε την αναλήθεια της ανωτέρω πληροφορίας, αφού δεν είχαν εκδοθεί οι προαναφερόμενες αποφάσεις, οι οποίες δέχθηκαν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και απέρριψαν τις σχετικές αγωγές των πρώην εργαζομένων στην επιχείρησή του, και επί πλέον, εκτός από τις καταγγέλλουσες "και οι δύο εργαζόμενες, που εμφανίζονται στο επίμαχο ρεπορτάζ", παραδέχθηκαν την ύπαρξη του τραγουδιού, διαφοροποιούμενες, απλώς, ως προς την ακούσια επιβολή του.

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου της απόφασης, ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων δεν είχε τη δυνατότητα, κατά το χρόνο παρουσίασης-μετάδοσης των ανωτέρω καταγγελιών, να ελέγξει την αλήθεια αυτών, αφού εύλογα δεν είχε γνώση των προαναφερόμενων αποφάσεων, ούτε όφειλε να αναμένει την τελική έκβαση των σχετικών δικών προκειμένου να παρουσιάσει τη σχετική είδηση, δεχόμενο έτσι το δικαστήριο της ουσίας ότι για τη διάδοση της πιο πάνω αναληθούς είδησης ο αναιρεσίβλητος δημοσιογράφος δεν είχε υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια).

Η περαιτέρω παραδοχή του Εφετείου ότι "ο δεύτερος εναγόμενος πίστευε, έστω και σε ανεπαρκή στοιχεία στηριζόμενος δηλαδή στις καταγγελίες των άνω εργαζομένων και χωρίς περαιτέρω έρευνα", δεν συνιστά παραδοχή διαμορφωτική του αποδεικτικού πορίσματός του, αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου προς ενίσχυση της κρίσης του, ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος "δεν είχε θετική γνώση", η οποία και στηρίζει επαρκώς το διατακτικό.

Επομένως, ο πρώτος, από τους αριθ. 1, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κρίνοντας, όμως, το Εφετείο, όσον αφορά την εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσιβλήτου παρουσίαση των καταγγελιών σχετικά με την υποχρέωση των εργαζομένων στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος να τραγουδούν τον "ύμνο" της εταιρίας, ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας και της απλής δυσφήμησης, διότι ο ως άνω δεύτερος αναιρεσίβλητος προέβη στην παρουσίαση-μετάδοση της επίμαχης καταγγελίας από εύλογο και δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 367 παρ.1γ και 2β ΠΚ, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού ειδικότερα, στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, αναφέρονται κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του αναφορικά με το ζήτημα της ουσιαστικής παραδοχής της κατ' ένσταση προβληθείσας από τους αναιρεσιβλήτους συνδρομής περιπτώσεως άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της αποδιδομένης στο δεύτερο αναιρεσίβλητο αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και την απόρριψη της από τον αναιρεσείοντα, προς κατάλυση της ενστάσεως αυτής, προταθείσας αντενστάσεως περί συνδρομής ειδικού σκοπού εξυβρίσεως.

Και τούτο διότι, ενώ, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση τις παρακάτω παραδοχές, ήτοι α) ότι "η παρουσίαση της συγκεκριμένης είδησης, ιδίως κατά την έναρξη και τη λήξη της συγκεκριμένης θεματικής ενότητας, έγινε κατά τρόπο που μπορούσε να βλάψει και πράγματι έβλαψε την τιμή, την υπόληψη και την αξιοπρέπειά του και την εν γένει προσωπικότητά του, αφού δημιουργήθηκαν δυσμενείς γι' αυτόν εντυπώσεις στο ευρύ κοινό...", β) ότι "ο τρόπος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διατυπώθηκαν τα ως άνω αναληθή περιστατικά, ενέχουν κατά τον νόμο και την κοινή αντίληψη, καταφρονητική διάθεση εις βάρος του ενάγοντος και έλαβαν χώρα με πρόθεση του εναγομένου και των συνεργατών του, που κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής, της αξιοπρέπειας και της υπολήψεώς του, αφού η όλη παρουσίαση του συγκεκριμένου θέματος έγινε χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και το ρεπορτάζ που προηγήθηκε της συνέντευξης, χωρίς την αρμόζουσα σοβαρότητα, με την οποία πρέπει να προβάλλονται οι ειδήσεις, όταν πράγματι αποσκοπείται η ενημέρωση του κοινού και ιδίως τον σεβασμό για εκείνον που θιγόταν με τις συγκεκριμένες καταγγελίες, επενδύοντας οπτικά τον λεγόμενο "ύμνο", με εικόνες χορευτών,...

χωρίς προφανώς να έχουν σχέση με την υπόθεση και χωρίς τούτο να συμβάλει, κατά οποιονδήποτε τρόπο, στην απόδοση της είδησης, αλλά θα μπορούσε να λείπει εντελώς", γ) ότι "με τους ανωτέρω τρόπους, ο δεύτερος εναγόμενος,... υπερέβη το μέτρο εκείνο που ήταν αναγκαίο για την απόδοση της συγκεκριμένης είδησης (του λεγόμενου "ύμνου" της εταιρείας) και παραβαίνοντας τις επιταγές των άρθρων 4 παρ. 1 και 9 παρ. 2 του π.δ. 77/2003 , που ορίζουν ότι τα πρόσωπα που συμμετέχουν ή αναφέρονται στις εκπομπές πρέπει να απολαμβάνουν δίκαιης, ορθής και αξιοπρεπούς συμπεριφοράς,..

επέδειξε εσκεμμένα συμπεριφορά καταφρονητική της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) με αποτέλεσμα την υπαίτια και παράνομη, κατ' άρθρο 361 Π.Κ., προσβολή της προσωπικότητάς του" και δ) ότι "όσα διημείφθησαν μεταξύ του εναγομένου δημοσιογράφου και των συνεργατών του, δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαία και δεν προσέφεραν τίποτα στην πληροφόρηση του κοινού, αλλά ελέχθησαν με σκοπό την διακωμώδηση του θέματος, προκειμένου να αυξηθεί το ενδιαφέρον των τηλεθεατών και συνακόλουθα το ποσοστό τηλεθέασης, πλην όμως, ως εκδήλωση καταδεικνύει σαφώς σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος, καθόσον συνδεόμενα άμεσα με τις εις βάρος του καταγγελίες τις οποίες άκριτα υιοθετούσε ο εναγόμενος και οι συνεργάτες του, οδηγούσε στην αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του, αλλά και στον διασυρμό και στην περιφρόνησή του", το Εφετείο (με βάση τις παραδοχές αυτές) δέχεται σαφώς ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ενήργησε, κατά την όλη παρουσίαση του θέματος, με ειδικό σκοπό εξυβρίσεως, κάνοντας μάλιστα δεκτό τον προβληθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό του αναιρεσείοντος "που προβλήθηκε...

ως αντένσταση στην επί του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. ερειδόμενη ένσταση των εναγομένων", παρ' όλα αυτά, και χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχή αν το γεγονός του "ύμνου" της εταιρείας είχε ή όχι αυτοτέλεια και αν αυτό εντάσσονταν ή όχι στην συνολική παρουσίαση των γεγονότων, δέχεται ταυτόχρονα, όλως αντιφατικά, ότι "δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε και η επικαλούμενη τέλεση από τον εναγόμενο δημοσιογράφο της αξιόποινης πράξης της απλής δυσφήμησης, αφού, στην περίπτωση αυτή, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του αίρεται, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ., καθόσον έγινε λόγω του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του για την πληρέστερη ενημέρωση του κοινού, μέσω της τηλεόρασης", μολονότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, η εν λόγω ένσταση από το άρθρο 367 παρ. 1 του ΠΚ δεν προτείνεται (και το άνω άρθρο δεν εφαρμόζεται) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης προκύπτει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, όπως εν προκειμένω δέχθηκε το Εφετείο για την επίμαχη παρουσίαση.

Με τον τρόπο αυτό, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και έτσι κατέστησε ανέφικτο τον έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. 5.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος με το οποίο έκρινε, ότι δεν στοιχειοθετείται απλή δυσφήμηση, αναφορικά με την παρουσίαση εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσιβλήτου των καταγγελιών σε βάρος του αναιρεσείοντος ότι υποχρέωνε τις εργαζόμενες στην επιχείρησή του να τραγουδούν τον "ύμνο" της εταιρίας, λόγω του ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3), χωρίς να ερευνηθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, η εξέταση του οποίου παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού.

Οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτόν, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3935/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτόν. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ