Legislator Case Law & Legislation
266/2020 AI generated

266/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 266/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

266/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απόλυση συντελείται την επομένη της συμπλήρωσης της 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας ...". Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 16§1, και 24 § § 1 και 2 περ. α του καταστατικού ΤΑΠ - ΟΤΕ: "1. Δικαιούνται σύνταξης: Α) Ο ησφαλισμένος εάν μετά συμπλήρωσιν 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ή μετά συμπλήρωσιν 30ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 25ετής πραγματική εν ασφαλίσει και ηλικίας 50 ετών, αποχωρήσει της Υπηρεσίας ..." (άρθρο 16§ 1), "1.

Keywords

AI generated
opt-out clause termination of benefits termination of insurance benefits withdrawal of debt enforcement right to disconnect termination of service
AI generated
1314/2020
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 297 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο και τρίτο εξ αυτών αντικαταστάθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, συνάγεται ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (ΚΠολΔ 495 παρ.1), μπορεί να γίνει ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις, χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου, εφόσον γίνει πριν την έναρξη της συζήτησης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αντίδικος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί έννομο συμφέρον να εκδοθεί απόφαση.
682/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
1211/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
227/2016
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Κ., κατοίκου ..., 7) Δ. Ν. Κ., κατοίκου ..., 8) Σ. Σ. Κ., κατοίκου ..., 9) Χ. Ο. Κ., κατοίκου ..., 10) Ν. Α. Κ., κατοίκου ... 11)Σ. Γ. Λ., κατοίκου ..., 12) Ε. Β. Μ., κατοίκου ..., 13) Σ. Ν. Μ., κατοίκου ..., 14) Σ. Ε. Μ., κατοίκου ... 15) Α. Ν. χήρα Α. Ν., ως νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντος Α. Ν. Ν., (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. .../16-10-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δήμου Κηφισιάς και το υπ’ αριθ. .../25-9-2015 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ως άνω Δήμου), κατοίκου ..., 16) Μ.
644/2021
Mε την από 10.7.2020 κλήση της αναιρεσείουσας εισάγεται, κατ' άρθρο 580 παρ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 266 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Α.Α.

Αριθμός 266 / 2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τζώτζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυκοκάπη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 672/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3282/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4/10/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 4.10.2017, με αριθμό κατάθεσης 7159/2017, αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 3282/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν της από 5.7.2017 και με αριθ. Κατ. 4836/6.7.2017 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ι.

Π.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η ανωτέρω έφεση κατά της με αριθ. 672/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 22.11.2009, με αριθμό καταθέσεως 3109/84/11.1.2010 αγωγή του ενάγοντος, με την οποία ζητούσε επικαλούμενος τις διατάξεις από τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας του και τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και μετά από μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε κατά ένα μέρος αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρία να του καταβάλει το ποσό των 19.692,03 ευρώ και επιπλέον να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 67.184,59 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη στα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα λόγω αρνήσεως της εναγομένης - αναιρεσείουσας να κάνει δεκτή την αίτηση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου για οικειοθελή αποχώρηση, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εθελουσίας εξόδου του Ν. 3371/2005.

Στη συνέχεια εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η ως άνω αγωγή κατά τη βάση της από ενδοσυμβατική ευθύνη (απορριφθείσης ως απαράδεκτης της βάσης από αδικοπραξία) και υποχρεώθηκε η εναγομένη - αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το ποσό των 19.692,03, ενώ αναγνωρίστηκε περαιτέρω οφειλή αυτής προς τον ενάγοντα ποσού 67.184,59 ευρώ και όλα τα άνω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 598, 564, 566 παρ.1 και 144 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) Κατά την παρ. 1 περ. δ και ε του άρθρου 17 ΓΚΠ - ΟΤΕ, το προσωπικό απολύεται: ... δ. ένεκα συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας, ε.

Ένεκα 35ούς πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό. Εντούτοις το προσωπικό δύναται με αίτησή του, που υποβάλλει το αργότερο τρεις μήνες προ της προβλεπόμενης ημερομηνίας απόλυσης του, να παραμείνει στην Υπηρεσία μέχρι συμπληρώσεως 35ετούς συντάξιμου χρόνου υπηρεσίας στον ΟΤΕ...". Κατά το άρθρο 7§4 ΓΚΠ - ΟΤΕ "Προσωπικό το οποίο καλείται στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων ένεκα επιστρατεύσεως ή άλλων λόγων, διατηρεί κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του υπηρεσίας τη θέση του στον Οργανισμό και επανέρχεται αυτοδίκαια σ' αυτόν μετά την απόλυση του εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου.

Ο ανωτέρω χρόνος λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό.", ενώ κατά το άρθρο 47§2α ΓΚΠ - ΟΤΕ "1. Για την απόλυση λόγω 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας στον ΟΤΕ: α. Ο χρόνος φοίτησης στη Σχολή Προσωπικού ΟΤΕ και ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας για όσους στρατεύθηκαν όντας υπάλληλοι του Οργανισμού δεν λαμβάνονται υπόψη, εφόσον το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, με αίτηση που θα υποβάλει στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, το αργότερο τρεις μήνες προ της ημερομηνίας απολύσεως.

Η απόλυση συντελείται την επομένη της συμπλήρωσης της 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας ...". Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 16§1, και 24 § § 1 και 2 περ. α του καταστατικού ΤΑΠ - ΟΤΕ: "1. Δικαιούνται σύνταξης: Α) Ο ησφαλισμένος εάν μετά συμπλήρωσιν 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ή μετά συμπλήρωσιν 30ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 25ετής πραγματική εν ασφαλίσει και ηλικίας 50 ετών, αποχωρήσει της Υπηρεσίας ..." (άρθρο 16§ 1), "1.

Η συντάξιμος υπηρεσία εκάστου ησφαλισμένου διακρίνεται: α) Εις πραγματικήν συντάξιμον υπηρεσίαν εν ασφαλίσει και β) Εις συντάξιμον υπηρεσίαν εξ αναγνωρίσεως (εξαγοράς). 2. Ως πραγματική συντάξιμος υπηρεσία εν ασφαλίσει υπολογίζεται: α) Ο χρόνος από της προσλήψεως του ησφαλισμένου εις την υπηρεσίαν ενός των εργοδοτών, εφόσον πράγματι κατεβλήθησαν αι εν τω παρόντι Καταστατικόν καθοριζόμενοι και αντιστοιχούσαι εις τον χρόνον υπέρ του Ταμείου εισφοραί αυτού και του εργοδότου." (άρθρο 24).

Στη συνέχεια με τις παραγράφους 1, 2, 3, 5 περ. α. γγ. και β. γγ., 6 περ. γ και 12 του άρθρου 10 του ν. 1092/1990, ως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991, ρυθμίστηκε το συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων και ορίσθηκε ότι: "1.

Στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι, για κύρια ή επικουρική σύνταξη, στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ' όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων. 2.

Συντάξιμος χρόνος, με τη συμπλήρωση του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα για σύνταξη γήρατος, κύριας και επικουρικής, παραμένει ο προβλεπόμενος από τα καταστατικά του κάθε ταμείου. Όπου προβλέπεται θεμελίωση δικαιώματος με ασφάλιση άνω των είκοσι πέντε (25) ετών το δικαίωμα θεμελιώνεται και με τη συμπλήρωση της εικοσιπενταετίας. 3.

Ο υπολογισμός και η απονομή της σύνταξης διέπονται από τις ισχύουσες κάθε φορά καταστατικές διατάξεις του κάθε ταμείου... 5. Τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων των ειδικών ταμείων της παρ. 1 του άρθρου αυτού ορίζονται ως εξής, ανεξάρτητα αν από τα καταστατικά τους προβλέπεται συνταξιοδότηση με όριο ηλικίας ή χωρίς όριο ηλικίας, α.

Για όσους έχουν υπαχθεί για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι την 31.12.1982 και συμπληρώνουν το συντάξιμο χρόνο μέχρι την 31.12.1997: ... γγ. Το πεντηκοστό πέμπτο (55ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο προκειμένου για τους άνδρες ... β. Για όσους έχουν υπαχθεί για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι την 31.12.1982 και συμπληρώνουν το συντάξιμο χρόνο από 1.1.1998 και μετά:...

γγ. το εξηκοστό (60ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο, προκειμένου για τους άνδρες..., 6. Οι περιορισμοί της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή: ... 12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται για όλους τους ασφαλισμένους των ειδικών ταμείων της παρ. 1, έστω και αν με τις προϊσχύουσες καταστατικές διατάξεις είχαν συμπληρώσει προϋποθέσεις για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος".

Εξάλλου, από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου "... καταργείται κάθε άλλη διάταξη της ισχύουσας κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας, ανεξάρτητα από τον τρόπο θέσπισης της, που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα, στα οποία αναφέρονται οι διατάξεις του νόμου αυτού" (άρθρο 43 παρ. 1). Κατόπιν, με το άρθρο 2 παρ. 3 εδ.

α' του ν. 3029/2002, στις διατάξεις του οποίου υπάγονταν και οι ασφαλισμένοι στο ΤΑΠ - ΟΤΕ ορίσθηκε ότι:"... 3. Ασφαλισμένοι των ειδικών Ταμείων, που υπήχθησαν στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1982, θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ..." ενώ με την παρ. 8 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι "8.

Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν καταλαμβάνουν όσους έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, με βάση ευνοϊκότερες διατάξεις των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών, όπως ισχύουν μετά το Ν. 2084/1992, επιφυλασσομένων των διατάξεων του παρόντος που αφορούν τον υπολογισμό της σύνταξης".

Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται, ότι όσοι είχαν ασφαλισθεί στο ΤΑΠ - ΟΤΕ (του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι ήδη το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), πριν την 31.12.1982 και συμπλήρωσαν συντάξιμη υπηρεσία 25 τουλάχιστον ετών μετά την 31.12.1997, δηλαδή από το έτος 1998 και εντεύθεν, θεμελιώνουν δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης είτε με τη συμπλήρωση 35 ετών υπηρεσίας (χωρίς όριο ηλικίας) είτε μετά τη συμπλήρωση 25 τουλάχιστον ετών συντάξιμης υπηρεσίας εφόσον έχουν συμπληρώσει το 60ο (και πλέον) έτος ηλικίας.

Τα προαναφερόμενα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης δεν ισχύουν όμως στις περιπτώσεις όπου οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν στις παραπάνω διατάξεις"., απολύονται χωρίς δική τους υπαιτιότητα ..." (§ 6 του άρθρου 10 του ν. 1092/1990), ευεργέτημα που συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν η απόλυση γίνεται για υπηρεσιακούς λόγους, λόγω βούλησης του εργοδότη, συμπλήρωσης του συντάξιμου χρόνου ή ορίου ηλικίας (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 30/2005). Εξάλλου, στην §1 του άρθρου 1 του ν. 1358/1983 προβλέπεται ότι "1. Αναγνωρίζεται ως χρόνος ασφάλισης για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης που χορηγούν οι οργανισμοί κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα Σώματα Ασφαλείας, καθώς και στο Λιμενικό και στο Πυροσβεστικό Σώμα που υπηρέτησαν ως κληρωτοί ή έφεδροι οι ασφαλισμένοι των οργανισμών αυτών.

Από το χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε με την ιδιότητα του μόνιμου ή εθελοντή ή ανακαταταγμένου

δεν αναγνωρίζονται περισσότερα από τρία χρόνια. Κατ' εξαίρεση, ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου, υπολογίζεται και για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας του και έχει πραγματοποιήσει 3.600 ημέρες εργασίας.

Οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας που εξαιρούν από τον υπολογισμό για τη θεμελίωση του δικαιώματος το χρόνο της στρατιωτικής υπηρεσίας δεν εφαρμόζονται για τους ασφαλισμένους που αναγνωρίζουν το χρόνο αυτό σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου ή έχουν αναγνωρίσει το χρόνο αυτό με εξαγορά σύμφωνα με άλλες διατάξεις." ενώ, κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, προβλέπεται ότι "Γενικές ή ειδικές διατάξεις ευνοϊκότερες από το νόμο αυτόν εξακολουθούν να ισχύουν μόνο για όσους είναι ασφαλισμένοι μέχρι τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφόσον αυτοί υποβάλουν σχετική αίτηση μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία μέχρι την 31.12.1985.

Εξαιρούνται και διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2054/1952, όπως αυθεντικά ερμηνεύτηκε από το άρθρο 34 του Ν Δ. 2961/1954". Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν είναι (κατά τον κανόνα) δυνατή η προσμέτρηση του χρόνου στράτευσης για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, λόγω γήρατος, πριν το 58ο έτος της ηλικίας.

Η μη δυνατότητα αυτή δεν επηρεάζεται από το ότι ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας των υπαλλήλων του ΟΤΕ, που υπηρέτησαν αυτήν, ενόσω ήταν υπάλληλοι, θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, αφού οι παραπάνω διατάξεις του ΓΚΠ δεν τροποποίησαν τις διατάξεις του ασφαλιστικού δικαίου των ασφαλισμένων στο ΤΑΠ - ΟΤΕ.

Εξάλλου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η δραστική μείωση

του μόνιμου προσωπικού της ΟΤΕ ΑΕ, ορίσθηκε, με το άρθρο 74§§1, 2 και 3 του ν. 3371/2005, ότι:... "1. Στο μόνιμο προσωπικό του Ο.Τ.Ε. που, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Τ.Ε.-, απολύεται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά μέχρι 31.12.2012 και συνταξιοδοτείται μέχρι την ίδια ημερομηνία από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε, το οποίο επιθυμεί να υπαχθεί στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, αναγνωρίζεται τόσος πλασματικός χρόνος ασφάλισης όσος απαιτείται για το σκοπό θεμελίωσης δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης.

Για τον υπολογισμό του αναγνωριζόμενου χρόνου το προσωπικό θεωρείται ως υπηρετούν μέχρι τη συμπλήρωση του προς απόλυση ορίου ηλικίας ή του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας που προβλέπονται από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού Ο.Τ.Ε. ή των προϋποθέσεων άμεσης λήψης σύνταξης κατά τις ισχύουσες διατάξεις. Ο αναγνωριζόμενος χρόνος εξικνείται μέχρι την επέλευση της πρώτης χρονικά εκ των ανωτέρω περιπτώσεων. 2.

Το μόνιμο προσωπικό του Ο.Τ.Ε., που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και επιθυμεί να υπαχθεί σε αυτές πρέπει να υποβάλει έγγραφη αίτηση απόλυσης εντός προθεσμίας τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου. Η ανωτέρω αίτηση δεν ανακαλείται, με την επιφύλαξη των διατάξεων, της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου.

Η απόλυση συντελείται εντός προθεσμίας δώδεκα μηνών από τη λήξη της προαναφερόμενης προθεσμίας, 3. Η απόφαση αναγνώρισης και υπολογισμού του αναγνωριζόμενου χρόνου μέχρι τη συμπλήρωση του προς απόλυση ορίου ηλικίας ή του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας, που προβλέπονται από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ή των προϋποθέσεων άμεσης συνταξιοδότησης κατά τις ισχύουσες διατάξεις, εκδίδεται από το Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε..

Ανάλογη απόφαση αναγνώρισης πλασματικού χρόνου ασφάλισης εκδίδεται από το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε. για τους Κλάδους Επικουρικής Ασφάλισης και Αρωγής ... Ο κατά τα ανωτέρω αναγνωριζόμενος χρόνος ασφάλισης λογίζεται ως πραγματικός χρόνος κυρίας και επικουρικής ασφάλισης (Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης και Κλάδος Αρωγής) και συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, καθώς και για τον υπολογισμό του ποσού της κύριας σύνταξης, της επικουρικής σύνταξης και της εφάπαξ χορηγίας.

Οι αντιστοιχούσες εισφορές υπολογίζονται κατά περίπτωση με βάση τις τακτικές αποδοχές, όπως αυτές διαμορφώνονται κατά τον τελευταίο μήνα εξόδου του εργαζόμενου. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, μετά την αναγνώριση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης, η θεμελίωση του δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης κατά πλάσμα δικαίου λογίζεται συντελούμενη την επομένη της απόλυσης, οι δε παροχές λόγω συνταξιοδότησης αρχίζουν έκτοτε να καταβάλλονται".

Είναι σαφές ότι οι αμέσως παραπάνω διατάξεις τροποποίησαν, (για τους ασφαλισμένους που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής τους και υπέβαλαν σχετική αίτηση), τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης. Από αυτές συνάγεται ακόμη, ότι σκοπός του νόμου ήταν η αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης για το προσωπικό που δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις άμεσης λήψης σύνταξης, ανεξάρτητα από το εάν είχε θεμελιώσει ή όχι συνταξιοδοτικό δικαίωμα.

Αυτό επιβεβαιώνεται από την τελευταία παράγραφο του ίδιου παραπάνω άρθρου σύμφωνα με την οποία "... 5. Σε περίπτωση που παρά την προσθήκη του αναγνωριζόμενου πλασματικού χρόνου, ο απολυθείς δεν θεμελιώνει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, η γενόμενη απόλυση ανακαλείται και ο απολυθείς επανέρχεται στην υπηρεσία από την οποία αποχώρησε, λόγω απολύσεως εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σε αυτόν του σχετικού εγγράφου.

Ο χρόνος που ο κατά τα ανωτέρω απολυθείς παραμείνει εκτός υπηρεσίας δεν είναι χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας...". Επομένως στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν όσοι είχαν ήδη θεμελιώσει αξίωση άμεσης λήψης της σύνταξης και όσοι, ούτε θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα ούτε δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, έως το έτος 2012." Πρέπει να σημειωθεί ότι η εθελουσία αποχώρηση προϋποθέτει καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη, η οποία αποβλέποντας στην εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών και λειτουργικών αναγκών του εργοδότη, αποτελεί γεγονός που λαμβάνει χώρα "χωρίς υπαιτιότητα" του αποχωρούντος προσωπικού.

Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της ΟΤΕ ΑΕ, θα αρκούσε αφ' εαυτής για τη θεμελίωση άμεσου δικαιώματος λήψης σύνταξης σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι αποχωρούντες είχαν θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης (25ετία ή τον τυχόν, μικρότερο προβλεπόμενο χρόνο για ειδικές κατηγορίες αναπήρων, μητέρων ανήλικων τέκνων κ.λπ.), πλην όμως δεν είχαν συμπληρώσει την αναγκαία ηλικία συνταξιοδότησης (μέχρι την οποία αναστέλλεται κατά τις κείμενες διατάξεις η καταβολή της σύνταξης).

Για αυτούς, επομένως, δεν θα απαιτούνταν η αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης και έτσι οι εν λόγω αποχωρούντες θα εξαιρούνταν από την εφαρμογή του άρθρου 74 § 1 η εφαρμογή του οποίου προϋποθέτει ότι είναι αναγκαία η αναγνώριση πλασματικού χρόνου για την πλήρωση των προϋποθέσεων "άμεσης λήψης σύνταξης".

Παράλληλα η εν λόγω διάταξη, λόγω του εξαιρετικού

της χαρακτήρα, δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί ούτε ανάλογα. Επομένως, η χρήση του όρου "άμεση λήψη σύνταξης" αντί "θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος", δεν ήταν τυχαία αλλά πρέπει να συσχετισθεί με την αμέσως παραπάνω περίπτωση να έχουν συμπληρωθεί μεν τα αναγκαία συντάξιμα έτη, όχι όμως και το αναγκαίο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης.

Να σημειωθεί, ότι εφόσον η καταγγελία της σύμβασης ήταν ανυπαίτια δεν θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης για κανένα από τους απολυόμενους υπαλλήλους. Αυτό θα καθιστούσε εντελώς περιττή τη θέσπιση ως ορίου αναγνώρισης πλασματικού χρόνου "του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας που προβλέπεται από το ΓΚΠ" (35 έτη κατά κανόνα), αφού τα 35 έτη υπηρεσίας θα περιλαμβάνουν 25 τουλάχιστον έτη πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

Επομένως η θεμελίωση δικαιώματος "άμεσης λήψη σύνταξης" έχει ως σκοπό όχι (μόνο) τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αλλά κυρίως τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πραγματικής καταβολής της (ΑΠ 1434/2018, ΑΠ 462/2016). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 330, 335, 337, 382 Α.Κ., η ευθύνη του οφειλέτη σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεών του από ενοχή διέπεται από την αρχή της υπαιτιότητας, δηλαδή τότε μόνο υπέχει ευθύνη αν βαρύνει αυτόν υπαιτιότητα, δηλαδή δόλο ή αμέλεια, ακόμη και ελαφρά.

Στην περίπτωση αθέτησης συμβατικής υποχρεώσεως, όμως, όπως συνάγεται από τις άνω διατάξεις το πταίσμα τεκμαίρεται. Γίνεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους αποδείξεως και ο οφειλέτης προκειμένου να απαλλαγεί της ευθύνης του πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ανυπαρξία πταίσματος του (ΑΠ 506/2018, ΑΠ 1247/2017, ΑΠ 669/2017, ΑΠ 74/2016).

Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη, ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, είναι δυνατόν πέραν της αξίωσης αυτής από τη σύμβαση, να επιστηρίξει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στην επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ γενική δικαϊκή αρχή, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Στην περίπτωση αυτή υφίσταται συρροή αξιώσεως, από τη σύμβαση και την αδικοπραξία, υπέρ του δικαιούχου, που μπορούν να ασκηθούν και να κριθούν ανεξάρτητα η μία από την άλλη, αλλά η ικανοποίηση της μιας έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της άλλης (ΑΠ 93/2013, ΑΠ 1849/2017, ΑΠ 836/2002).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου εφέσεως. Αντίθετα δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018, ΑΠ 851/2015). Ο προαναφερόμενος

λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο, είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (Ολ. ΑΠ 11/1996, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 442/2016, ΑΠ 1444/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη, καθόσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την 01-03-1977 και αφού μονιμοποιήθηκε και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της, απασχολήθηκε ως υπάλληλος στον τεχνικό της κλάδο, εξελίχθηκε δε βαθμολογικά και κατά το χρόνο της απόλυσης του, στις 15-05- 2009, έφερε το βαθμό Τ/Α.

Οι εργασιακές σχέσεις του με την εναγομένη διέπονταν από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού του Ο.Τ.Ε (Γ.Κ.Π - Ο.Τ.Ε ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του Α Ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 568 Β708-09-1969 και κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τις ειδικές ΣΣΕ που συνάπτονται μεταξύ της εναγομένης και της ΟΜΕ - ΟΤΕ.

Με τη διάταξη του άρθρου 74 του Ν.3371/2005 θεσπίστηκε, όπως προαναφέρθηκε, η εθελούσια αποχώρηση, που αφορούσε το μόνιμο προσωπικό της εναγομένης Ο.Τ.Ε Α.Ε., το οποίο απολυόταν αυτοδίκαια και υποχρεωτικά έως την 31-12-2012, ενώ με την παράγραφο 2 του άρθρου 74 του πιο πάνω νόμου ορίστηκε ότι το μόνιμο προσωπικό, που εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου και επιθυμεί την υπαγωγή του στο πρόγραμμα της εθελούσιας αποχώρησης, πρέπει να υποβάλει έγγραφη αίτηση απόλυσης, η οποία δεν ήταν δεκτική ανάκλησης, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του πιο πάνω άρθρου και η απόλυση θα συντελείτο εντός προθεσμίας 12 μηνών από την λήξη της προαναφερθείσας προθεσμίας, ήτοι μέχρι την 15-10-2006.

Ο ενάγων υπέβαλε την από 07-10-2005 αίτηση του με την οποία εκδήλωσε την ανέκκλητη επιθυμία του για υπαγωγή του στο πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης , η οποία όμως δεν έγινε δεκτή από την υπηρεσία της εναγομένης, όπως του γνωστοποιήθηκε με το με αριθμό 427/1804523/ 30-10- 2006 έγγραφο της τελευταίας. Για το λόγο αυτό ο ενάγων - εκκαλών άσκησε την από 29- 10-2007 αγωγή του (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 236162/4807/30-10-2007) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να προβεί σε δήλωση βουλήσεως με περιεχόμενο την απόλυση του, σύμφωνα με τις διατάξεις περί της εθελούσιας αποχώρησης, καθώς και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ποσό των 12.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 248/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: α) Ότι η στρατιωτική υπηρεσία του ενάγοντος δεν μπορεί να συνυπολογισθεί για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού του δικαιώματος μέχρι το έτος 2012, καθόσον αυτός δεν θα έχει συμπληρώσει το 58° έτος της ηλικίας του (άρθρο 1 § 1 Ν. 1358/1983) και ακόμη ότι ο χρόνος της προϋπηρεσίας του εκτός του Ο.Τ.Ε, ενός έτους δύο μηνών και δύο ημερών ασφάλισης στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ, υπολογίζεται ως χρόνος, ο οποίος διανύθηκε στην ασφάλιση του ΤΑΠ/Ο.Τ.Ε για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 § 2 και 4 του Ν Δ. 4202/1961 και 2 § 3 Ν.3029/2002, ώστε με το συνυπολογισμό τούτου να έχει συμπληρώσει 35 έτη πραγματικής υπηρεσίας μέχρι τις 31-12-2012 και β) ότι η εναγομένη οφείλει να αποδεχθεί την αίτηση του ενάγοντος και να καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις της εθελούσιας αποχώρησης (άρθρο 74 ν.3371/2005), καταδικάστηκε δε η τελευταία σε αντίστοιχη δήλωση βουλήσεως, χωρίς η ως άνω παράλειψη της να συνιστά αδικοπραξία και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του, αλλά απλή παράβαση των ειδικότερων όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του.

Την ως άνω απόφαση αποδέχθηκαν τόσο ο ενάγων όσο και η εναγομένη, παραιτούμενοι και οι δύο από το δικαίωμα άσκησης ένδικων μέσων, όπως συνομολογείται, αλλά και προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθμό 2179/15-05-2009 έκθεση παραίτησης από τα ένδικα μέσα, και έτσι η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη.

Κατόπιν αυτού η εναγομένη -εφεσίβλητη συμμορφούμενη με το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος την 15-05- 2009, απονεμήθηκε δε στον τελευταίο σύνταξη λόγω γήρατος από την 16-05-2009 και εντεύθεν (βλ. την από 16-10-2009 απόφαση του ΤΑΠ - ΟΤΕ). Από την ανωτέρω με αριθμό 248/2009 απόφαση, που έχει πλέον καταστεί

αμετάκλητη, προκύπτει δεδικασμένο ως προς τα ανωτέρω κριθέντα ουσιαστικά ζητήματα, που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το δεδικασμένο αυτό. Έτσι μετά την προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση ο χρόνος της ανωτέρω δήλωσης βούλησης από την πλευρά της εναγομένης - εφεσίβλητης, σύμφωνα με την απόφαση αυτή, έπρεπε να αναχθεί στο χρόνο που ο ενάγων - εκκαλών υπέβαλε την αίτηση του περί εθελούσιας αποχώρησης, και κατόπιν αντίστοιχου υπολογισμού του χρόνου πληρώσεως των προϋποθέσεων εθελούσιας αποχώρησης, έπρεπε να τον απολύσει την 15-10-2006, αφού ενέπιπτε στις διατάξεις του πιο πάνω νόμου και συμπλήρωνε το έτος 2012, 35 έτη πραγματικής υπηρεσίας.

Περαιτέρω, η προαναφερομένη με αριθμό 248/2009 απόφαση έκρινε ότι η παράλειψη της εναγομένης - εφεσίβλητης, να απολύσει τον ενάγοντα δεν συνιστά αδικοπραξία, παρά μόνο παράβαση των ειδικότερων όρων της εργασιακής του συμβάσεως, δηλαδή έκρινε μετά δυνάμεως δεδικασμένου, αφού πλέον έχει καταστεί αμετάκλητη, την ύπαρξη ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης και σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, που δεσμεύουν και το παρόν Δικαστήριο, η νυν εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ήταν υποχρεωμένη να αποδεχθεί την αίτηση του ενάγοντος εκκαλούντος και να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Ν. 3371/2005, από την 15-10-2006 και η σχετική παράλειψή της να προβεί στην ανωτέρω ενέργεια συνιστά παράβαση ενδοσυμβατική των ειδικότερων όρων της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος - εκκαλούντος, όπως αυτές θεσμοθετήθηκαν με το άρθρο 74 του πιο πάνω νόμου.

Κατά συνέπεια δημιουργείται υποχρέωση της εναγομένης να αποζημιώσει τον ενάγοντα, όχι όμως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, καθόσον τούτο προσκρούει στο δεδικασμένο που απορρέει από την ανωτέρω με αριθμό 248/2009 αμετάκλητη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι η παράλειψη της εναγομένης να απολύσει τον ενάγοντα δεν συνιστά αδικοπραξία, και συνεπώς η ένδικη αγωγή κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αλλά με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη της (άρθρα 330, 335, 382 του ΑΚ), αφού η ενέργειά της να μην αποδεχθεί τη νόμιμη και βάσιμη αίτηση του ενάγοντος για εθελούσια αποχώρηση, συνιστά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, από υπαιτιότητά της και δη αμέλειά της, καθόσον δεν κατέβαλε την απαιτούμενη στις σχετικές συναλλαγές επιμέλεια, αφού γνώριζε ότι έπρεπε να συνυπολογίσει τον προαναφερόμενο χρόνο της προϋπηρεσίας του ενάγοντος εκτός του Ο.Τ.Ε, για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος.

Ειδικότερα η εναγομένη υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία του, η οποία συνίσταται στο ποσό ν της σύνταξης που θα ελάμβανε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από το ΤΑΠ/ΟΤΕ κατά το διάστημα από 15-10-2006 (οπότε έπρεπε η εναγόμενη να τον απολύσει) έως 15-05-2009 (οπότε τελικά τον απέλυσε), και η οποία ανέρχεται στο ποσό των [βασικός μισθός της 17ης μισθολογικής βαθμίδας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, την οποία διένυε ο ενάγων 1.353,81 ευρώ Χ ποσοστό σύνταξης 80% = 1083,05 ευρώ + χρονοεπίδομα 84% + επίδομα τεχνικής εξειδίκευσης 5% + οικογενειακό επίδομα συζύγου και ενός τέκνου 15% - 2.316,71 ευρώ Χ 37,5 μήνες συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας του χρονικού αυτού διαστήματος =] 86.876,62 ευρώ, τον υπολογισμό του οποίου, δεν αμφισβητεί ειδικότερα η εναγομένη..." Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσίουσα ανώνυμη εταιρία προσάπτει στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.

αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της περί μη συνδρομής των στοιχείων του παρανόμου και της υπαιτιότητας που προέβαλε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα της έλλειψης ευθύνης της, καθόσον ανυπαιτίως αγνοούσε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 74 Ν. 3371/2005 περί εθελουσίας εξόδου παρά τις προσπάθειές της και την εξάντληση εκ μέρους της κάθε δυνατής ενέργειας ώστε να διαπιστώσει αν ο αναιρεσίβλητος υπάγεται στις ανωτέρω διατάξεις.

Με το ως άνω περιεχόμενο ο αναιρετικός αυτός λόγος, καθ ό μέρος αναφέρεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από τις εκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έλαβε υπόψη του τους εν λόγω ισχυρισμούς, τους οποίους απέρριψε εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών αντιθέτων αυτών που τους συγκροτούν, δεχόμενο ότι η ενέργεια της αναιρεσείουσας εναγομένης να μην αποδεχθεί τη νόμιμη και βάσιμη αίτηση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος για εθελουσία αποχώρηση "συνιστά παράβαση" των συμβατικών της υποχρεώσεων, από υπαιτιότητά της και δη αμέλειά της, καθόσον δεν κατέβαλλε την απαιτούμενη στις σχετικές συναλλαγές επιμέλεια, αφού γνώριζε ότι έπρεπε να συνυπολογίσει τον προαναφερόμενο χρόνο της προϋπηρεσίας του ενάγοντος έκτος του Ο.Τ.Ε.,για την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος".

Κατά το μέρος όμως που αναφέρεται στην αδικοπραξία είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, δεδομένου ότι το Δικαστήριο απέρριψε τη βάση από αδικοπραξία ως απαράδεκτη. Επίσης το παράνομο καλύπτεται από την 248/2009 απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα , η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με σφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016).

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (330 ΑΚ), με την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη, αν και η ίδια (αναιρεσείουσα) είχε προβάλει παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό περί ελλείψεως ευθύνης της, δέχθηκε ότι αυτή ευθύνεται προς αποζημίωση λόγω παράβασης συμβατικής της υποχρέωσης, χωρίς συγχρόνως να δέχεται ότι η παραβίαση αυτή είναι υπαίτια ώστε να θεμελιώνεται ευθύνη προς αποζημίωση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η παράβαση των όρων της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας οφείλεται σε υπαιτιότητας της εναγομένης αναιρεσείουσας και ειδικότερα σε αμέλεια αυτής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δεδικασμένο, που παράγεται από τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.

Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Τα ανωτέρω ισχύουν, όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξίωσης. Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως αλλά αρμοδίως, στην προηγούμενη δίκη, προϋποθέτει ότι η εν λόγω έννομη σχέση αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα η έρευνα του οποίου και ήταν νομικώς αναγκαία και έπρεπε να προηγηθεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο της οριστικής κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 108/2009, ΑΠ 462/2016, ΑΠ 136/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ. "όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Αν η καταδίκη σε δήλωση βούλησης εξαρτήθηκε από αντιπαροχή, η δήλωση βούλησης θεωρείται ότι έγινε από τη στιγμή που εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή επήλθε υπερημερία αποδοχής της".

Με τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου κατά το μέρος της που ανάγει την εκβιαζόμενη δήλωση βούλησης σε περιεχόμενο παροχής, θεσμοθετείται ειδικός τρόπος αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επέρχεται κατά πλάσμα του νόμου από την τελεσιδικία της απόφασης που καταδικάζει τον οφειλέτη σ' αυτήν.

Προϋπόθεση είναι αφενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντα ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της. Η υποχρέωση του εναγομένου να δηλώσει τη βούλησή του προς τον ενάγοντα πρέπει να απορρέει είτε από δικαιοπραξία την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα, είτε απευθείας από το νόμο (ΑΠ 1612/2018, ΑΠ 945/2017, ΑΠ 919/2017).

Στη δίκη που ανοίγεται με την αγωγή του άρθρου 949 Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι ενοχική (ΑΠ 945/2017, ΑΠ 1919/2017), επίδικη είναι η παροχή που οφείλεται από το νόμο ή τη σύμβαση, το περιεχόμενο της οποίας συνίσταται στην απαιτούμενη σύμπραξη για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως. Η ιστορική βάση της αγωγής συντίθεται από τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η αξίωση του ενάγοντος κατά του εναγομένου για την επιχείρηση της οφειλόμενης και ζητούμενης δήλωσης βούλησης (ΑΠ 1396/2005).

Η απόφαση που δέχεται την αγωγή για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως αφενός προβαίνει σε διάγνωση έστω και σιωπηρώς της ύπαρξης της αξίωσης και αφετέρου καταδικάζει τον εναγόμενο - οφειλέτη σε επιχείρηση της οφειλόμενης δήλωσης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο.

Για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου. Άρα απαιτείται η απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.

Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, ενόψει του αντικειμένου της νέας δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.

για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (Ολ. ΑΠ 7/2013, ΑΠ 108/2019, ΑΠ 1218/2018, ΑΠ 869/2017).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παραβίασε τις περί δεδικασμένου διατάξεις(321 - 324 ΚΠολΔ) με το να δεχθεί ως προς την ευθύνη της προς αποζημίωση ότι υφίσταται δεδικασμένο από την τελεσίδικη και αμετάκλητη προγενέστερη 248/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα σε δήλωση βούλησης με περιεχόμενο την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου κατ' άρθρο 74 Ν.3371/2005.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Και αυτό διότι το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, δέχθηκε ότι η 248/2009, απόφαση έκρινε με δύναμη δεδικασμένου..." την ύπαρξη ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης... ότι (η εναγομένη) όφειλε να αποδεχθεί την αίτηση του ενάγοντος και να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του κατ' εφαρμογή του άρθρου 74 Ν. 3371/2005 από την 15.10.2006, ότι η σχετική παράλειψή της να προβεί στην ανωτέρω ενέργεια συνιστά παράβαση ενδοσυμβατική των ειδικότερων όρων της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος - εκκαλούντος, όπως αυτές θεσμοθετήθηκαν με το άρθρο 74 του πιο πάνω νόμου..." Κατέληξε δε, ότι..." δημιουργείται υποχρέωση της εναγομένης να αποζημιώσει τον ενάγοντα με το ποσό της σύνταξης που του χορηγήθηκε για το χρονικό διάστημα από 15.10.2006 μέχρι 15.5.2009..." αφού, μετά έρευνα, έκρινε:

α) ότι υπάρχει υπαιτιότητα (αμέλεια) της αναιρεσείουσας - εναγομένης ως προς την μη αποδοχή από αυτή της από 15-10-2006 αίτησης εθελουσίας

αποχώρησης του

αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος (απορρίπτοντας σιωπηρώς τον ισχυρισμό αυτής περί έλλειψης υπαιτιότητάς της) και β) ότι υπάρχει υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς αποκατάσταση της ζημίας του αναιρεσιβλήτου κατά το χρονικό διάστημα από 15-10-2006 έως 15-5-2009.Πρέπει δε να λεχθεί ότι η καταγγελία έγινε την 15-5-2009 (μετά την τελεσιδικία και το αμετάκλητο της 248/2005 απόφασης), απλώς το Δικαστήριο λόγω της παράλειψης καταγγελίας της σύμβασης την 15-10-2006 έκρινε την υποχρέωση αποζημιώσεως κατά το μεσολαβήσαν διάστημα.

Όταν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες επάλληλες κύριες και επικουρικές αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ' αυτές, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία μάλιστα πρωτίστως δε στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (Ολ ΑΠ 25/2009, ΑΠ 1114/2018, ΑΠ 321/2017, ΑΠ 10/2016).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων τωνάρθρων297, 298, σε συνδ. με τα άρθρα 288 και281 ΑΚ, αλλά και του άρθρου 63 παρ. 1 Ν. 2676/1999 σε συνδ. με το άρθρο 23 παρ. 2 του καταστατικού του Ταμείου Ασφάλισης προσωπικού ΟΤΕ, απέρριψε την προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τις προτάσεις της, προς απόκρουση της έφεσης ένστασή της περί συμψηφισμού των υπέρτερων ποσών που ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε ως μισθούς την κρίσιμη χρονική περίοδο και της αποζημιώσεως που ζητούσε από την απώλεια των συντάξεών του, ως μη υπάρχουσας μεταξύ τούτων αιτιώδους συνάφειας.

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη καθόσον αφορά τον ερευνώμενο λόγο: "...κατά το άρθρο 655 του ΑΚ ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και αποτελεί, κατά τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, αντάλλαγμα της παροχής της εργασίας και ως εκ τούτου επί ενεργούς - έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο μισθός ως αντάλλαγμα της παροχής εργασίας δεν αποτελεί "κέρδος" του μισθωτού.

Κατά συνέπεια η ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, που υπέβαλε η εναγομένη παραδεκτά - ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρει με τις νόμιμα κατατεθείσες στις 13-02-2017 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επίσης παραδεκτά σε κάθε περίπτωση ως εφεσίβλητη προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως (άρθρο 527 περ. 1 του ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων κατά το άνω χρονικό διάστημα των 37,5 μηνών εργαζόταν στην επιχείρησή της και ελάμβανε υψηλότερες αποδοχές σε σχέση με τα αιτούμενα ποσά σύνταξης και ότι ως εκ τούτου πρέπει να συμψηφιστεί το ποσό των αποδοχών που "κέρδισε" από την εργασία του, με τα αιτούμενα ποσά της ζημίας του από την απώλεια των συντάξεων, έτσι όπως διατυπώνεται πρέπει να απορριφθεί.

Άλλωστε στην ένδικη περίπτωση το εκ της διατάξεως του άρθρου 298 του ΑΚ συστατικό στοιχείο της πιο πάνω ένστασης, ήτοι της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημίας και κέρδους δεν υφίσταται, αφού η απονομή σύνταξης στον ενάγοντα γίνεται από τον οικείο ασφαλιστικό του φορέα (ήτοι από το Τ.Α.Π./ Ο.Τ.Ε) και όχι από την εναγομένη, η οποία ήταν αυτή που απολάμβανε των υπηρεσιών του, καταβάλλοντάς του το νόμιμο μισθό του κατά την επίδικη χρονική περίοδο.

Έτσι εάν το επικαλούμενο κέρδος απορρέει από τη σύμβαση, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που έχει αυτοτελή σκοπό, αναφορικά με εκείνο της αποζημίωσης, τότε δεν μπορεί να συνυπολογισθεί στη ζημία, αφού υπάρχει έλλειψη αιτιώδους συνάφειας και η ένδικη αποζημίωση δεν αποτελεί κέρδος, αλλά ένδικη αξίωση του ήδη αμετάκλητα κριθέντος προδικαστικού ζητήματος της ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης - εφεσίβλητης, προερχόμενη από την παράλειψη καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του κατά το σύστημα της εθελούσιας αποχώρησης από την υπηρεσία της..." Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής καθόσον πλήττεται μόνο η επάλληλη αιτιολογία, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση συμψηφισμού ζημίας και κέρδους, λόγω ελλείψεως αιτιώδους συναφείας, ενώ η μη προσβληθείσα κύρια αιτιολογία με την οποία απερρίφθη η εν λόγω ένσταση, για το λόγο ότι ο μισθός δεν αποτελεί κέρδος, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγωνιστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε καιόταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 1389/2018).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας από την ίδια προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της προβληθείσας από αυτήν ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (281 ΑΚ) από 15.5.2009 αίτησης του αναιρεσιβλήτου προς αυτήν, με το να δεχθεί ότι η περιεχόμενη στο άνω έγγραφο δήλωση του αναιρεσιβλήτου ότι ουδεμία αξίωση διατηρεί κατά της αναιρεσείουσας δεν αφορά και την ασκούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωσή του και να απορρίψει την άνω ένσταση με επάλληλη αιτιολογία, ως ουσία αβάσιμη, ενώ από την απλή ανάγνωση της αίτησης καθίσταται προφανές ότι η δήλωση αυτή του ενάγοντος περιλαμβάνει και την ένδικη αξίωση.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τις ακόλουθες παραδοχές: "Περαιτέρω η εναγομένη υπέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρει με τις ως άνω νόμιμα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επίσης παραδεκτά σε κάθε περίπτωση ως εφεσίβλητη προς υπεράσπιση κατά της.

εφέσεως (άρθρο 527 περ. 1 του ΚΠολΔ), την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος ισχυριζόμενη ότι "ο ενάγων ελάμβανε ως μισθοδοσία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ποσό ανώτερο από αυτό που ισχυρίζεται ότι του οφείλουμε λόγω μη καταβολής συντάξεως, αλλά επίσης ο ίδιος με ενέργειες του, αποδέχθηκε στο παρελθόν ρητώς ότι μετά την έκδοση της υπέρ αυτού αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ουδεμία άλλη αξίωση έχει από τον ΟΤΕ σχετικά με τα εργασιακά του ζητήματα και ειδικότερα αφενός ο ενάγων αποδέχθηκε την υπ' αριθμ. 248/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που κατέστη αμετάκλητη κατόπιν παραίτησης αμφοτέρων των διαδίκων από το δικαίωμα άσκησης ένδικων μέσων, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η παράλειψη της εναγομένης να αποδεχθεί την αίτηση του ενάγοντος και να τον απολύσει το έτος 2006 δεν συνιστά αδικοπραξία και αφετέρου, με την από 15-05- 2009 αίτηση του, την οποία κατέθεσε μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 248/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία ζήτησε να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3371/2005 και να απολυθεί, δήλωσε ότι διατελεί σε πλήρη γνώση ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο το ΤΑΠ-ΟΤΕ αρνηθεί να του καταβάλει σύνταξη από την ημερομηνία απόλυσής του, θα επανέλθει στον ΟΤΕ, ενώ ο χρόνος της απουσίας του θα θεωρηθεί ως χρόνος άδειας άνευ αποδοχών και ότι πέραν αυτού, ουδεμία άλλη αξίωση έχει από τον ΟΤΕ για τον ανωτέρω λόγο".

Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εναγομένης, περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, ελέγχεται ως μη νόμιμος, γιατί ακόμα και αν θεωρηθούν αληθινά, όσα ανωτέρω εκτίθενται από την εναγόμενη, η άσκηση της επίδικης αξιώσεως του ενάγοντος δεν χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, τα περιστατικά αυτά που επικαλείται η εναγομένη, ακόμα καν αν θεωρηθούν αληθινά, δεν επαρκούν, για τη νομική θεμελίωση του άρθρου 281 του ΑΚ.

Σε κάθε περίπτωση όμως και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η εν λόγω ένσταση κρίνεται απορριπτέα και ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον αποδείχθηκε ότι μετά την έκδοση της ανωτέρω με αριθμό 248/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που κατέστη αμετάκλητη, ο ενάγων υπέβαλε προς την εναγομένη την από 15-05-2009 αίτηση απόλυσής του στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι: "Διατελώ, επίσης, σε πλήρη γνώση ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (Τοπικό Υποκατάστημα Ασφαλισμένων Κλάδου Σύνταξης του ΤΑΠ - ΟΤΕ) αρνηθεί να μου καταβάλει σύνταξη από την ημερομηνία απόλυσης μου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3371/2005, θα επανέλθω στον ΟΤΕ, ενώ ο χρόνος της απουσίας μου θα θεωρηθεί ως χρόνος άδειας άνευ αποδοχών.

Πέραν αυτού, ουδεμία άλλη αξίωση έχω από τον ΟΤΕ για τον ανωτέρω λόγο". Από το σαφές δε αυτό περιεχόμενο της εν λόγω αιτήσεώς του προκύπτει ότι η δήλωση του ότι "ουδεμία άλλη αξίωση έχω από τον ΟΤΕ για τον ανωτέρω λόγο", αφορά την περίπτωση κατά την οποία μετά την απόλυση του από την εναγομένη, το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (στο οποίο εντάχθηκε ο Κλάδος Σύνταξης του ΤΑΠ - ΟΤΕ), αρνηθεί να του χορηγήσει σύνταξη, οπότε για το λόγο αυτό, δηλαδή της τυχόν μη συνταξιοδότησης του, δηλώνει ότι δεν διατηρεί αξιώσεις κατά της εναγόμενης ΟΤΕ ΑΕ και δεν αφορά επομένως η δήλωση του αυτή στην ασκούμενη με την ένδικη αγωγή του αξίωση του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη και κατά συνέπεια ο ως άνω ισχυρισμός της περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, κρίνεται και κατ ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος...".Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικά με την επάλληλη αιτιολογία της απόρριψης της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, ως ουσία αβάσιμης, δεν υπέπεσε, ως προς το αναφερόμενο έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση αυτού (σφάλμα ανάγνωσης), αλλά από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.

Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, την από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ως μη νόμιμο. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα δεν τελεσφόρησε η προσβολή με τον τέταρτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, της κατά τα ανωτέρω επάλληλης αιτιολογίας της προσβαλλομένης, περί απορρίψεως της ενστάσεως του άρθρου 281 Α.Κ., ως ουσία αβάσιμης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4.10.2017 αίτηση της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της υπ' αριθμόν 3282/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ