266/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated266/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όπως προκύπτει από τα άρθρα 39Α, 40, 40Α Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως ισχύουν με το Ν. 3604/2007, σε συνδυασμό με τα άρθρα 739, 740, 788 ΚΠολΔ, ο έλεγχος της ανώνυμης εταιρίας, συμπεριλαμβανομένης και της αίτησης διορισμού και αντικατάστασης των ελεγκτών αυτής διατάσσεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 788 ΚΠολΔ και ενεργείται με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 40 και 40Α § 4 Ν. 2190/1920.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 266 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 266/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπανδρουλάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 31-10-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Β. Μ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολάου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2014 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1098/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 315 ΚΠολΔ ορίζει ότι, αν από παραδρομή, κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο, που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία, ως εξαιρετική, υπηρετεί, στα πλαίσια της επιταγής για ασφάλεια δικαίου, τον κύριο σκοπό της δίκης, ο οποίος είναι η δικαιοσύνη, συνάγεται ότι είναι δυνατόν να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο, και εκείνων που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν, από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή, η οποία, επιτρεπόμενη από το νόμο, δεν ανατρέπει, αλλά ορθώς διατυπώνει την αληθινή δικαιοδοτική βούληση δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου (ΟλομΑΠ 29/2004, ΟλομΑΠ 30/2004, ΑΠ 1305/2007).
Η ανακριβής ή ελλιπής, εξάλλου διατύπωση, η οφειλόμενη σε παραδρομή και ευρισκόμενη σε αναντιστοιχία προς εκείνα που θέλησε το δικαστήριο, πρέπει να προκύπτει, είτε από την ίδια την απόφαση, είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου και τα διαδικαστικά έγγραφα και, ιδίως προς εκείνα, με τα οποία ζητήθηκε η συγκεκριμένη έννομη προστασία (ΑΠ 1305/2007, ΑΠ 1703/2006).
Αντικείμενο της διαδικασίας διόρθωσης μπορεί να αποτελέσουν μόνο ακούσιες πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή καθαρογραφή της απόφασης και όχι διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης και την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία, εφόσον, αποδειχθούν, διορθώνονται μόνο με προσβολή της απόφασης με ένδικα μέσα (ΑΠ 701/2018, ΑΠ 1765/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1098/2016 απόφασής του, δικάζοντας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δέχτηκε τα εξής: "...αποδείχθηκαν πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την υπ' αρ. 350/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που εκδόθηκε επί της υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 1109/182Μ/2012 αιτήσεως του εκκαλούντος - καθ' ου η αίτηση, Κ. Α., στρεφόμενης κατά των εφεσίβλητων - αιτούντων: α) ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." και β) Β.
Μ. του Π., κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, διορίστηκε ορκωτός ελεγκτής - λογιστής ο Μ. Α., ο οποίος περιλαμβάνεται στο μητρώο του άρθρου 13 του Π.Δ. 226/1992, για τη διενέργεια έκτακτου ελέγχου νομιμότητας των επίσημων βιβλίων της πρώτης εφεσίβλητης - αιτούσας ("... Α.Ε.") που διατάχθηκε, κατ' άρθρο 40 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1920, με την ίδια ως άνω απόφαση, με την οποία, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του εκκαλούντος - καθ' ου η αίτηση (Κ.
Α.) ορίστηκε ότι ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει στον προαναφερθέντα ελεγκτή - λογιστή (Μ. Α.) την αμοιβή που θα καθοριστεί, μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, από το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών - Λογιστών. Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση προέκυψε ότι, ο ως άνω ορκωτός ελεγκτής - λογιστής Μ.
Α., που διορίστηκε για τη διενέργεια του παραπάνω έκτακτου ελέγχου νομιμότητας των επίσημων βιβλίων της πρώτης εφεσίβλητης - αιτούσας ("... Α.Ε."), με την από 21-1-2013 εξώδικη δήλωσή του, την οποία επέδωσε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος - καθ' ου η αίτηση (Κ. Α.) την 22-1-2013, επικαλούμενος φόρτο εργασίας, δήλωσε αδυναμία αναλήψεως των ως άνω καθηκόντων που του ανατέθηκαν και παραιτήθηκε, οπότε ο τελευταίος (εκκαλών - καθ' ου η αίτηση) ζήτησε την αντικατάστασή του με την υπ' αρ.
εκθ. καταθέσεως 256/32Μ/2013 αίτησή του, κατά παραδοχή της οποίας το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, με την υπ' αρ. 117/2013 οριστική του απόφαση, αντικατέστησε τον ως άνω ορκωτό ελεγκτή - λογιστή Μ. Α. και στη θέση του διόρισε τον Α. Α. (AM Σ.Ο.Ε.Λ. ...1), προκειμένου να διενεργήσει τον έκτακτο έλεγχο νομιμότητας των επίσημων βιβλίων της πρώτης εφεσίβλητης - αιτούσας ("...
Α.Ε."), σύμφωνα με το σκεπτικό και διατακτικό της προαναφερθείσας υπ' αρ. 350/2012 οριστικής αποφάσεώς του (Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής). Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση προέκυψε ότι, ο ως άνω ορκωτός ελεγκτής - λογιστής Α. Α., που διορίστηκε με την υπ' αρ. 117/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, σε αντικατάσταση του προαναφερόμενου ορκωτού ελεγκτή - λογιστή Μ.
Α., για τη διενέργεια του ως άνω έκτακτου ελέγχου νομιμότητας των επίσημων βιβλίων της πρώτης εφεσίβλητης - αιτούσας (... Α.Ε."), επικαλούμενος φόρτο εργασίας, καθώς και οικογενειακά προβλήματα υγείας, εξαιτίας των οποίων θα απουσίαζε για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα στο εξωτερικό, αποποιήθηκε τον ως άνω διορισμό του με την από 27-6-2013 εξώδικη δήλωσή του προς τον εκκαλούντα - καθ' ου η αίτηση (Κ.
Α.), που επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του τελευταίου την 1-7-2013, οπότε ο εκκαλών - καθ' ου η αίτηση (Κ. Α.) ζήτησε την αντικατάστασή του με την υπ' αρ. εκθ. καταθέσεως 1278/141/2013 αίτησή του, κατά παραδοχή της οποίας το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, με την υπ' αρ. 266/2013 οριστική του απόφαση, αντικατέστησε τον ως άνω ορκωτό ελεγκτή - λογιστή Α.
Α. και στη θέση του διόρισε τον Ν. Λ. (AM Σ.Ο.Ε.Λ. ...41), προκειμένου να διενεργήσει τον έκτακτο έλεγχο νομιμότητας των επίσημων βιβλίων της πρώτης εφεσίβλητης - αιτούσας ("... Α.Ε."), σύμφωνα με το σκεπτικό και διατακτικό της προαναφερθείσας υπ' αρ. 350/2012 οριστικής αποφάσεώς του (Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής).
Μολονότι όμως το αίτημα της ως άνω υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 1278/141/2013 αιτήσεως του εκκαλούντος - καθ' ου η αίτηση (Κ. Α.) και, συνεπώς, το αντικείμενο της δίκης και της προαναφερθείσας υπ' αρ. 266/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής που εκδόθηκε επ' αυτής ήταν αποκλειστικά και μόνον η αντικατάσταση του προσώπου του ορκωτού ελεγκτή - λογιστή, ο οποίος θα επιφορτιζόταν με το καθήκον της διενέργειας του έκτακτου ελέγχου νομιμότητας των επίσημων βιβλίων της πρώτης εφεσίβλητης - αιτούσας ("...
Α.Ε."), σύμφωνα πάντα με το διατακτικό της υπ' αρ. 350/2012 προαναφερόμενης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία ρητά είχε καθοριστεί ότι η δαπάνη της αμοιβής του οριζόμενου ελεγκτή - λογιστή βαρύνει τον εκκαλούντα - καθ' ου η αίτηση (Κ. Α.), κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αρχικής υπ' αρ.
εκθέσεως καταθέσεως 1109/182Μ/2012 αιτήσεώς του, εντούτοις στο διατακτικό της ως άνω υπ' αρ. 266/2013 αποφάσεως, από προφανή παραδρομή, κατά τη σύνταξή της, γίνεται λόγος σχετικά με την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής του οριζόμενου ελεγκτή - λογιστή, Ν. Λ., ειδικότερα δε αναφέρεται ότι η αμοιβή του τελευταίου θα καταβληθεί από την ελεγχόμενη εταιρεία, δηλαδή την πρώτη εφεσίβλητη - αιτούσα ("...
Α.Ε."). Η ως άνω προφανής παραδρομή του διατακτικού της υπ' αρ. 266/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής αποδεικνύεται από το αντικείμενο της δίκης, που συναρτάται με το αίτημα της υπ' αρ. εκθ. Καταθέσεως 1278/141/ 2013 αιτήσεως του εκκαλούντος - καθ' ου η αίτηση (Κ. Α.), επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω υπ' αρ. 266/2013 οριστική απόφαση, στο οποίο δεν περιλαμβανόταν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αίτημα μεταβολής του βαρυνόμενου με την δαπάνη για την αμοιβή του οριζόμενου ελεγκτή - λογιστή, σε συνδυασμό με το ότι στο σκεπτικό της δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή μνεία ως προς την αμοιβή του οριζόμενου ελεγκτή - λογιστή Ν.
Λ., κρίση που ενισχύεται άλλωστε από το ότι στο διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως (266/2013) ρητά αναφέρεται ότι ο έλεγχος από τον οριζόμενο ελεγκτή - λογιστή θα διενεργηθεί σύμφωνα με το σκεπτικό και διατακτικό της υπ' αρ. 350/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, με απόλυτη σαφήνεια καθορίστηκε ο υπόχρεος καταβολής της αμοιβής του οριζόμενου ελεγκτή - λογιστή, δηλαδή ο εκκαλών - καθ' ου η αίτηση (Κ.
Α.), κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αρχικής υπ' αρ. εκθ. καταθέσεως 1109/182Μ/2012 αιτήσεώς του, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω υπ' αρ. 350/ 2012 απόφαση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη υπ' αρ. 135/2014 οριστική απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και κατά παραδοχή της ένδικης υπ' αρ. εκθ. καταθέσεως 949/94/26-6-2014 αιτήσεως των εφεσίβλητων - αιτούντων διόρθωσε την υπ' αρ. 266/2013 οριστική του απόφαση, ειδικότερα δε την απαλοιφή από το διατακτικό της τελευταίας της από προφανή παραδρομή τεθείσας φράσης "και η αμοιβή του οποίου θα καταβληθεί από την ελεγχόμενη εταιρία το ύψος της οποίας θα προσδιοριστεί από το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.) μετά το πέρας του ελέγχου", ούτως ώστε η σχετική διάταξη του διατακτικού της να διατυπωθεί στο ορθό και ανταποκρινόμενο στη βούληση του δικαστηρίου "ΔΙΟΡΙΖΕΙ σε αντικατάσταση του Α.
Α. του Ι. (AM Σ.Ο.Ε.Λ.) ...1), τον Ν. Λ. του Στυλιανού ορκωτό ελεγκτή - λογιστή (AM Σ.Ο.Ε.Λ. ...41), που περιέχεται στο ειδικό μητρώο του άρθρ. 13 π.δ. 226/1992, προκειμένου να προβεί σε έκτακτο έλεγχο της πρώτης καθ' ης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", ο οποίος θα διενεργηθεί σύμφωνα με το σκεπτικό και διατακτικό της 350/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής", ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην προηγηθείσα υπό στοιχείο V νομική σκέψη διατάξεις, περαιτέρω δε ορθώς εκτίμησε και αξιολόγησε τις ενώπιόν του προσκομισθείσες αποδείξεις, τα αντίθετα δε που υποστηρίζονται από τον εκκαλούντα - καθ' ου η αίτηση με αντίστοιχους λόγους της κρινόμενης εφέσεώς του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως ο αναιρεσείων (εκκαλών - καθ' ου η αίτηση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο προέβη στη διόρθωση της απόφασης κατ' άρθρο 315 ΚΠολΔ, ενώ ορθώς ερμηνεύοντας τη διάταξη αυτή και εφαρμόζοντάς την έπρεπε να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και να απορρίψει την ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη, διότι το αίτημα αυτής δεν συνιστά διόρθωση.
Σύμφωνα με την προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη σε συνδυασμό με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά αυτό ερμήνευσε και συνακόλουθα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, κρίνοντας ότι επιτρέπεται στην προκειμένη περίπτωση η διόρθωση από το άρθρ. 315 ΚΠολΔ ως αφορώσα διόρθωση σφαλμάτων της απόφασης (άλλο θέλησε και διαφορετικό εξέφρασε στο διατακτικό της) και ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από τα άρθρα 39Α, 40, 40Α Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως ισχύουν με το Ν. 3604/2007, σε συνδυασμό με τα άρθρα 739, 740, 788 ΚΠολΔ, ο έλεγχος της ανώνυμης εταιρίας, συμπεριλαμβανομένης και της αίτησης διορισμού και αντικατάστασης των ελεγκτών αυτής διατάσσεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 788 ΚΠολΔ και ενεργείται με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 40 και 40Α § 4 Ν. 2190/1920.
Όπως προκύπτει δε από τη διάταξη του άρθρου 748 ΚΠολΔ, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η έννοια του διαδίκου σ' αυτή λαμβάνεται όχι μόνο βάσει του τυπικού κριτηρίου, ήτοι της κατ' αυτού απευθύνσεως της αιτήσεως, αλλά βάσει της αυθόρμητης ή μετά κλήση προσελεύσεώς του στην αναφερόμενη σε αυτόν δίκη.
Συνεπώς, ο τοιούτος "καθ' ου" θεωρείται κατά νόμο αντίδικος του αιτούντος και καλώς παρίσταται στη δίκη και αυτόκλητος, πολύ δε περισσότερο ως κλητευθείς υπό του αιτούντος. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής του εκ των αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την εφετειακή απόφαση για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, τον, με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, προταθέντα ισχυρισμό απόρριψης της ένδικης αίτησης των αντιδίκων του ως ενεργητικώς ανομιμοποίητης και συνεπώς ως απαραδέκτως ασκηθείσας, γιατί αυτοί δεν απέκτησαν την ιδιότητα του διαδίκου στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η διορθωθείσα με αριθμ. 266/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (εκουσία δικαιοδοσία) με μόνη την απεύθυνση της αίτησης κατ' αυτών, αφού δεν προσεπικαλέσθηκαν ή άσκησαν παρέμβαση ή κλητεύθηκαν κατόπιν διαταγής του Δικαστή.
Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 14 είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της 266/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (εκουσία δικαιοδοσία) προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε με παρόντες τους καθ' ων η αίτηση (αντιμωλία των διαδίκων) και κατά συνέπεια οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν διάδικοι στην ως άνω δίκη και δικαιούνταν ν' ασκήσουν την επίμαχη αίτηση διόρθωσης κατά της εκδοθείσας αποφάσεως του δικαστηρίου.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για το ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση των αναιρεσιβλήτων, στην άσκηση της οποίας δεν νομιμοποιούνταν επειδή δεν είχαν καταστεί κατά νόμιμο τρόπο διάδικοι στην υπό διόρθωση πρωτόδικη δίκη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο ουδόλως έλαβε υπόψη του τον άνω λόγο έφεσής του, ότι δηλ. η αίτηση διόρθωσης είναι ενεργητικά ανομιμοποίητη, ερειδόμενος επί του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ελλείψεως ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης συνιστά άρνηση και, επομένως, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (ΟλομΑΠ 3/2008, ΑΠ 137/2008), πέραν του ότι ο παρών λόγος δεν ιδρύεται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα (ΑΠ 1844/2009).
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις και αιτούνται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2, 741), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2017 και με αριθμό καταθέσεως 102/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1098/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων(1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2019. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ