266/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7987/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1704/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/10/2011 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated266/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 266 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 266/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Κ. και Μ. Κ. Ο.Ε. - INTERCOSMETIKA", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Αλευρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΚΑΠΟΘΗΚΗ Ι. Σ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑ - ΔΙΑΝΟΜΗ -ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ - ΠΑΡΑΦΑΡΜΑΚΩΝ - ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ", ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ. Ι. Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Λώρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7987/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1704/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/10/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 26/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1704/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή η από 10-3-2009 έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε εξαφανισθεί η υπ' αριθ. 7987/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, δικάζοντας ερήμην της εναγομένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ.
Ι. ΕΠΕ" της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ανώνυμη εταιρεία "ΦΑΡΜΑΚΑΠΟΘΗΚΗ Ι. Σ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑ - ΔΙΑΝΟΜΗ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ - ΠΑΡΑΦΑΡΜΑΚΩΝ - ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ" και ήδη αναιρεσίβλητης, είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "Ε. ΚΑΙ Μ. Κ. ΟΕ" και διακριτικό τίτλο INTERCOSMETICA και ήδη αναιρεσείουσας και αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσείουσα, το ποσό των 87.360 ευρώ ως οφειλόμενο απ' αυτήν στο πλαίσιο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής που είχαν μεταξύ τους, από υπαιτιότητά της λόγω μη εκπλήρωσης της σύμβασης.
Ήδη η από 10-3-2009 έφεση της αναιρεσιβλήτου έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά με την αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και αφού εξαφανίστηκε μ' αυτή η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή εν μέρει και καταδίκασε την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα , απορρίφθηκε ακολούθως η ένδικη αγωγή κατά το άνω μέρος.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Επίσης, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη πραγμάτων, οι οποίες αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών.
Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος του δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, όποτε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Τέλος, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ευθεία παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) συντελείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευμένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά, με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς.
Αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά. Εκ πλαγίου δε παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων συντελείται, αν εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως (ΑΠ 1715/1999, 215/2009, 258/2003).
Ωσαύτως, παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται αν στην δικαιοπραξία υπάρχει κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των, ως άνω, ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (ΑΠ 2185/2009, ΑΠ 79/1996).
Πάντως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφειες στη δήλωση βούλησης είναι ανέλεγκτη (ΑΠ 1375/2002 ΑΠ 1326/1992, βλ. και ΟλΑΠ 11/2000 και ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1229/2004). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ` αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2§1, 4§§1 παρ. 2 και 5§1 του Συντάγματος).
Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 4/1998). Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης.
Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Η σύμβαση αυτή είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.
Ωστόσο με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.
Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.
Με τα χαρακτηριστικά αυτά η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφοροποιείται από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού κατά το άρθρ. 1§2 του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" χαρακτηρίζεται ως εμπορικός αντιπρόσωπος ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, δηλαδή σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου.
Ενδιάμεσο τύπου προσώπου, που διαμεσολαβεί και αυτό στη λειτουργία του εμπορίου, αποτελεί ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος, δηλαδή το πρόσωπο που ενεργεί τις παραπάνω πράξεις στο όνομά του, όπως και ο αποκλειστικός διανομέας, όχι όμως για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, όπως ακριβώς και ο εμπορικός αντιπρόσωπος.
Τόσο η σύμβαση αποκλειστικής διανομής όσο και αυτή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου δεν ρυθμίζονται με ειδικές διατάξεις, έχουν όμως τα στοιχεία εντολής, οπότε το υφιστάμενο ακούσιο (γνήσιο) κενό καλύπτεται με αναλογική κατ` αρχήν εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας (άρθρ. 90 του ΕμπΝ) παραπέμπει το άρθρ. 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ.
Ήδη ορίστηκε με το άρθρ. 14§4 του ν. 3557/2007 ότι οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που κυρίως σημαίνει ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ` αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιό του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του.
Με δεδομένο ωστόσο ότι η σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας παρουσιάζει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μεγαλύτερη λειτουργική ομοιότητα με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας απ` ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αφού ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί διαμεσολαβητικές εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό του, ενώ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί μεν στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα του, για λογαριασμό όμως του οποίου, αλλά και στο όνομά του, δηλαδή του εντολέα, ενεργεί και ο εμπορικός αντιπρόσωπος, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε συνδυασμό και με τις αρχές τις ισότητας και της καλής πίστης (άρθρ. 4§1 του Συντάγματος, 288 ΑΚ), να γίνει δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007 οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας.
Αποκλείεται έτσι και μετά το ν. 3577/2007 η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στις παραπάνω συμβάσεις, η οποία βέβαια αποκλειόταν και προηγουμένως. Ειδικότερα οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχουν ευθεία και άμεση εφαρμογή μόνο στον εμπορικό αντιπρόσωπο και δεν αφορούν άλλα πρόσωπα που διαμεσολαβούν στη λειτουργία του εμπορίου, αφού η κοινοτική αυτή Οδηγία αποσκοπεί στην εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών μόνον ως προς τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρ. 1(2) της Οδηγίας και είναι τα πρόσωπα που ενεργούν πράξεις πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα απευθείας εκείνου που αντιπροσωπεύουν.
Επομένως η παραπάνω Οδηγία, η οποία δεν εμποδίζει κατά τα λοιπά τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει παρόμοιες διατάξεις και για παρεμφερείς τύπους επαγγελματιών, που μεσολαβούν με το δικό τους όνομα ή και για δικό τους λογαριασμό στη λειτουργία του εμπορίου, χωρίς η θέσπιση τέτοιων διατάξεων, με τις οποίες γίνεται υπέρβαση του ρυθμιστικού εύρους της Οδηγίας (uberschiessende Umsetzung), να θίγει την εφαρμογή του κοινοτικού και ήδη ενωσιακού δικαίου, στο μέτρο που δεν υπάρχει αντίστοιχο δίκαιο ως προς τους επαγγελματίες αυτούς, δεν καλύπτει πάντως η ίδια τη δραστηριότητα των επαγγελματιών αυτών και ούτε μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά σε συμβατικές σχέσεις διαφορετικές από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού στο επίπεδο του ενωσιακού δικαίου δεν γίνεται γενικώς δεκτή η δυνατότητα νομολογιακής εναρμόνισης του δικαίου των κρατών μελών.
Αντίστοιχα και το π.δ/γμα 219/1991, που ενσωμάτωσε την παραπάνω Οδηγία, αφορά μόνον τους εμπορικούς αντιπροσώπους, με αντικείμενο μάλιστα δραστηριότητας αποκλειστικά την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων και όχι και την παροχή υπηρεσιών προς τον εντολέα τους. 'Όμως δεν αποκλείεται η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, όπως προπάντων είναι ο διανομέας και ο παραγγελιοδόχος, να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της.
Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρ. 4§1 του π.δ/τος 219/1991 και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους.
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι` αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη.
Στις περιπτώσεις αυτές ναι μεν δεν είναι δυνατή στη συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, όμως, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, ενδείκνυται και πριν από το ν. 3577/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του και στις συμβάσεις αυτές και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του, αν ληφθεί ειδικότερα υπόψη ότι ο νομοθέτης, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισάγει με το π.δ/γμα 219/1991 τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και σιωπηρά να αποκλείσει από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες.
Κατά την έννοια αυτή διαπιστώνεται συγκριτικά με τη ρύθμιση του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο η ύπαρξη αντίστοιχου κενού στη νομοθετική ρύθμιση των λοιπών παρεμφερών μ` αυτόν τύπων επαγγελματικής διαμεσολάβησης στη λειτουργία του εμπορίου, που δεν δικαιολογείται στο σύστημα της έννομης τάξης, όπως έμμεσα επιβεβαιώνεται και από την κατά παραπομπή νομοθέτηση με το άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007.
Πρόκειται δηλαδή για ασύγγνωστο ακούσιο κενό, το οποίο ο νομοθέτης όφειλε να προβλέψει και να καλύψει (πρωτογενές κενό), αφού κενό συνιστά γενικώς η έλλειψη στη συγκεκριμένη περίπτωση σύννομης ρύθμισης, μολονότι η έννομη τάξη την αξιώνει λόγω της ομοιότητας της περίπτωσης αυτής με άλλες ρυθμισμένες στο νόμο περιπτώσεις.
Μάλιστα κενό δεν συνιστά μόνον η παντελής έλλειψη ρύθμισης στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και η ελλιπής ρύθμιση, όταν συνιστά αδικαιολόγητη απόκλιση από τις ρυθμισμένες όμοιες περιπτώσεις, οπότε ανακύπτει και πάλι ανάγκη πλήρωσης του κενού μέσω της αναλογίας, η οποία ως ειδικότερη έκφραση της τελολογικής μεθόδου ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου στηρίζεται στην ουσιώδη ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με ρυθμισμένες από την έννομη τάξη περιπτώσεις.
Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού) σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο 9 του εν λόγω π.δ/τος αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία.
Ειδικότερα, στην περίπτωση λύσεως της αορίστου χρόνου συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, που ομοιάζει, κατά τα προεκτεθέντα, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ο διανομέας, εκτός από την αναφερόμενη στο άρθρο 9 του π.δ. 219/1991, αποζημίωση πελατείας, δικαιούται, κατά τη ρητή (και αναλογικά εφαρμοζομένη) διάταξη του εδ.
γ`του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, και αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Ολ. ΑΠ 16/2013). Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...
Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε. ΚΑΙ Μ. Κ. Ο.Ε.", είναι αντιπρόσωπος στην Ελλάδα των οίκων καλλυντικών REVLON NATURAL HONEY, PERSAVON LABORATORIES BERNARD, TONINO LAMBORGHINI, CARRERA, SAXES DE PARIS. Τον Μάιο του έτους 2004 καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Ι. ΕΠΕ", που εδρεύει στη …, έγγραφη σύμβαση διανομής των προϊόντων των ως άνω οίκων καλλυντικών για να καλύπτει η τελευταία τις ανάγκες των πελατών της (φαρμακεία) στα είδη αυτά στις περιοχές της Θεσσαλίας και της Βόρειας Ελλάδας.
Το περιεχόμενο της σύμβασης αυτής έχει ως ακολούθως: "Η εταιρεία INTERCOSMETICA Ε. Κ. Μ. Κ. Ο.Ε. παραχωρεί το δικαίωμα της διάθεσης και διανομής των προϊόντων REVLON NATURAL HONEY - PERSAVON LABORATORIES BERNARD - TONINO LAMBORGHINI - CARRERA - SUCCES DE PARIS στην εταιρεία Σ. Ι. ΕΠΕ η οποία θα τοποθετεί και θα καλύπτει τις ανάγκες των πελατών της (φαρμακεία) στις περιοχές Θεσσαλίας και Βόρειας Ελλάδας. 1.
Η εταιρεία Σ. Ι. ΕΠΕ θα αγοράζει τα προϊόντα της εταιρείας μας στις χονδρικές τιμές και η έκπτωση που θα παρέχεται είναι 35% επί τιμολογίου, η δε πληρωμή θα γίνεται με επιταγή πέντε μηνών. 2. Τα εμπορεύματα θα παραδίδονται στις αποθήκες της εταιρείας Σ. Ι. ΕΠΕ προς διάθεση. 3. Η εταιρεία INTERCOSMETIKA θα παρέχει έκπτωση 5% στην περίπτωση που η πληρωμή των τιμολογίων θα γίνεται μετρητοίς. 4.
Η εταιρεία μας προσδοκώντας στην άριστη συνεργασία, στο τέλος κάθε ετήσιου τζίρου και πάντα σε σχέση με το στόχο πωλήσεων του χρόνου με την επίτευξη θα χορηγεί πιστωτικό σημείωμα εκπτώσεις 5%. 5.Η εταιρεία INTERCOSMETIKA σε περίπτωση αντικειμενικής αδυναμίας προώθησης των προϊόντων της από την Σ. Ι. ΕΠΕ δέχεται να τα πάρει πίσω ως επιστροφές. 6.Η εταιρεία INTERCOSMETIKA θα δέχεται προς επιστροφή προϊόντα καταστραμμένα ή ακατάλληλα προς πώληση. 7.
Η εταιρεία Σ. Ι. ΕΠΕ θα πρέπει μία φορά το μήνα να στέλνει προς ενημέρωση αναλυτική κατάσταση τοποθέτησης προϊόντων ανά πελάτη και περιοχή. 8. Η εταιρεία Σ. Ι. ΕΠΕ έχει την υποχρέωση να ενημερώνει 3 μήνες πριν την εταιρεία μας για τις παραγγελίες και τις αλλαγές στα πλάνα πωλήσεων διαφορετικά η εταιρεία μας δεν φέρει καμία ευθύνη σε περίπτωση ελλείψεων και ο λόγος διότι τα προϊόντα εισάγονται από το εξωτερικό. 9.
Η διάρκεια του συμβολαίου θα είναι διετής (2 χρόνια) από 17 Μαΐου 2004 έως της 17 Μαΐου 2006 με δικαίωμα ανανέωσης τρεις μήνες πριν τη λήξη του. 10. Σε περίπτωση που οι παραπάνω όροι του συμβολαίου δεν τηρηθούν σωστά και ρητά η εταιρεία ΙΝTERCOSMETIKA διατηρεί το δικαίωμα της λύσης του συμβολαίου". Όπως σαφώς προκύπτει από το κείμενο της έγγραφης αυτής σύμβασης στην εναγομένη παραχωρήθηκε από την ενάγουσα το δικαίωμα της διάθεσης και διανομής των προϊόντων των αναφερομένων στη σύμβαση οίκων καλλυντικών, προκειμένου αυτή (εναγομένη) να καλύπτει τις ανάγκες των πελατών της (φαρμακεία) στις περιοχές Θεσσαλίας και Βόρειας Ελλάδας για το διάστημα από 17 Μαΐου 2004 έως και 17 Μαΐου 2006 και δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αποκλειστικής διανομής των προϊόντων, που αντιπροσώπευε η ενάγουσα, με την έννοια ότι αυτή ήταν υποχρεωμένη από τη σύμβαση να πωλεί κατ' αποκλειστικότητα για την εδαφική περιοχή της Θεσσαλίας και της Βόρειας Ελλάδας στην εναγομένη τα ως άνω προϊόντα καθόσον η φράση "κατ' αποκλειστικότητα" δεν αναφέρεται στο κείμενο της έγγραφης σύμβασης αλλ' ούτε και αυτή, (έγγραφη σύμβαση) φέρει τον τίτλο σύμβαση αποκλειστικής διανομής.
Περαιτέρω, στην εν λόγω έγγραφη σύμβαση και στους δέκα αριθμημένους όρους της, διαλαμβάνονται συμφωνίες για την έκπτωση με την οποία θα αγοράζει η εναγομένη τα προϊόντα της ενάγουσας, τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος αυτών, τον τόπο παράδοσης των πωλούμενων εμπορευμάτων, τους λόγους για τους οποίους η ενάγουσα θα δέχεται επιστροφή των προϊόντων της από την εναγομένη, για την υποχρέωση της τελευταίας να ενημερώνει την ενάγουσα μία φορά το μήνα με αναλυτική κατάσταση τοποθέτησης προϊόντων ανά πελάτη και περιοχή καθώς και για την υποχρέωση της ίδιας να ενημερώνει την ενάγουσα για τις παραγγελίες της τρεις μήνες πριν το χρόνο που θέλει να αγοράσει τα προϊόντα της και δεν διαλαμβάνεται συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, περί της υποχρέωσης της εναγόμενης να πραγματοποιεί έναν ελάχιστο κύκλο εργασιών κατά μήνα σε σχέση με τα προϊόντα της ενάγουσας, έτσι ώστε με την παραβίαση του ως άνω όρου από την εναγομένη να γεννάται η υποχρέωση της εναγόμενης να αποζημιώσει την ενάγουσα προς αποκατάσταση της ζημίας της για τα διαφυγόντα κέρδη της από τα εμπορεύματα που είχε συμφωνηθεί να πωληθούν.
Στα πλαίσια της καταρτισθείσης ως άνω συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων η εναγομένη αγόρασε από την ενάγουσα δυνάμει των υπ' αριθμών 001144/17-5-2004, 001147/19-5-2004, 001158/20-5-2004, 001304/23-6-2004, 001303/23-6-2004, 001390/13-7-2004 και 001384/9-7-2004 τιμολογίων - δελτίων αποστολής τα σε αυτά αναφερόμενα εμπορεύματα, χωρίς στη συνέχεια να προβεί σε άλλες αγορές εμπορευμάτων από την ενάγουσα και χωρίς βεβαίως να ενημερώνει αυτήν για την τοποθέτηση των προϊόντων ανά πελάτη και περιοχή κάθε μήνα ούτε και για μελλοντικές παραγγελίες αγοράς εμπορευμάτων πριν από τρεις μήνες ως είχε συμβατική υποχρέωση.
Παράλληλα η ενάγουσα μολονότι η εναγομένη είχε σαφώς παραβιάσει τους ως άνω δύο όρους της σύμβασης δεν κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση ως είχε δικαίωμα κατά τον υπό αριθμό 10 όρο της μεταξύ τους σύμβασης. Αντί αυτού, η ενάγουσα, στις αλλεπάλληλες τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τους εκπροσώπους της εναγόμενης, οι οποίοι της ζητούσαν το Μάρτιο του 2011 να λύσουν τη μεταξύ τους σύμβαση και να δεχθεί την επιστροφή των εμπορευμάτων που η εναγομένη είχε αγοράσει από αυτή (ενάγουσα), απέστειλε αρχικά την 30-3-2005 επιστολή της στην εναγομένη στην οποία αναφέρει ότι "αποδεχόμαστε για μία φορά την επιστροφή των εμπορευμάτων, εφόσον φυσικά αποδέχεσθε την πραγματοποίηση αγορών προϊόντων μας ανά μήνα σύμφωνα με το συνημμένο στην παρούσα forecast", δηλαδή τον επισυναπτόμενο στην επιστολή της πίνακα στον οποίο περιλαμβάνονται κατ' είδος και οίκο οι ελάχιστες ποσότητες που έπρεπε να απορροφήσει η εναγομένη ανά μήνα και ειδικά του οίκου REVLON.
Στον πίνακα αυτό για πρώτη φορά διαλαμβάνεται ελάχιστο όριο παραγγελιών ποσοτήτων εμπορευμάτων του οίκου REVLON ανά μήνα και στο τέλος του περιέχεται η σημείωση ότι αν γίνει δεκτό από την εταιρεία σας (εναγομένη) να επιστραφεί αυτός υπογεγραμμένος για την υλοποίηση του. Καθίσταται έτσι φανερό και από την επιστολή αυτή της ενάγουσας και τον επισυναπτόμενο σε αυτή πίνακα ότι με τη σύμβαση, που είχαν καταρτίσει οι διάδικοι το Μάϊο του έτους 2004, δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ελάχιστο όριο ποσοτήτων αγορών προϊόντων της ενάγουσας από την εναγομένη ανά μήνα.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αποδέχθηκε την πρόταση της ενάγουσας που της απευθύνθηκε με την ως άνω από 30-3-2005 επιστολή και τον επισυναπτόμενο σε αυτή πίνακα αφού δεν υπέγραψε το σχετικό πίνακα όπως της ζητούσε η ενάγουσα με την προαναφερόμενη σημείωση του πίνακα. Τούτο, η μη αποδοχή της πρότασης της ενάγουσας για δέσμευση της εναγόμενης να αγοράζει ελάχιστες ποσότητες εμπορευμάτων των οίκων που αντιπροσώπευε η ενάγουσα, από την τελευταία, μεταξύ των οποίων και του οίκου REVLON, προκύπτει και από την από 15-4-2005 επιστολή της ενάγουσας προς την εναγομένη στο τέλος της οποίας ρητά αναφέρεται ότι "για όσο χρόνο δεν δεσμεύεστε εγγράφως ότι η συνεργασία μας θα συνεχιστεί σε υγιή βάση και με προκαθορισμένες ελάχιστες παραγγελίες, δεν θα είναι δυνατό να παραλάβουμε τα εμπορεύματα που επιθυμείτε να μας επιστρέφετε".
Κατ' ακολουθίαν των ως άνω που προέκυψαν από τα έγγραφα και δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν σύμβαση αποκλειστικής διανομής ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΚΑΠΟΘΗΚΗ Ι.
Σ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑ - ΔΙΑΝΟΜΗ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ - ΠΑΡΑΦΑΡΜΑΚΩΝ - ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ", εξαφάνισε την 7987/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Κ. ΚΑΙ Μ.
Κ. ΟΕ" και διακριτικό τίτλο INTERCOSMETICA, για αποζημίωση με βάση αθέτηση συμβάσεως αποκλειστικής διανομής ορισμένου χρόνου που είχε συναφθεί μεταξύ τους και στη συνέχεια απέρριψε την ένδικη αγωγή. Ειδικότερα, με επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό της πόρισμα, αιτιολόγησε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της επίδικης συμβάσεως, ως συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα δεν αυτοδεσμεύθηκε με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα των οίκων REVLON, NATURAL HONEY, PERSAVON, LABORATORΙES BERNARD, TONINO LABORGINI, CARRERA και SAXES DE PARIS σε τρίτους ανταγωνιστές της αναιρεσίβλητης μέσα στην συγκεκριμένη περιοχή της διανομής της Θεσσαλίας και της Βόρειας Ελλάδας, για το χρονικό διάστημα 17-5-2004 έως και 17-5-2006 και αντίστροφα αυτή ότι υποχρεούται, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια ως άνω περιοχή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε το νόμο, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173, 200, 288, 361, 713-729 ΑΚ, αρθρ. 1 παρ. 2, 4 παρ. 1, 9 πδ 219/1991 όπως ισχύει σήμερα, αρθρ. 90, 91 ΕμπΝ, αρθρ. 14 παρ. 4 ν. 3557/2007 και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό πόρισμά του, σύμφωνα με το οποίο δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αποκλειστικής διανομής ορισμένου χρόνου, στην Αθήνα και για το χρονικό διάστημα 17-5-2004 έως και 17-5-2006.
Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον μοναδικό από τον αριθμό 1 και κατ' εκτίμηση, συνδυαστικά και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμα και πρέπει αντίστοιχα να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. και του Δημοσίου, συνολικής αξίας 300 ευρώ, που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Εξ άλλου η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2011 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Ε. και Μ. Κ. ΟΕ" και διακριτικό τίτλο INTERCOSMETICA για αναίρεση της υπ' αριθ. 1704/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., και παραβόλων του Δημοσίου, συνολικής αξίας 300 ευρώ.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ