266/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated266/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε αξίωση του δημοσίου από απαιτήσεις τρίτων, που περιήλθαν σε αυτό από οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, όχι δε στην εικοσαετή παραγραφή, η οποία ισχύει μόνο στην περίπτωση απαιτήσεων που προκύπτουν ευθέως από σύμβαση, στην οποία το δημόσιο ήταν συμβαλλόμενο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 266 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 266/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ειδικότερα εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Α' ΔΟΥ Καλλιθέας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Π., συζ. Ι. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Δημητρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Δεκεμβρίου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1995/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1620/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του και ν' απορριφθεί κατά το πρώτο.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 87 παρ. 1 του έχοντος εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, ν.δ. 321/1969 "περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού" κάθε χρέος προς το Δημόσιο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε στο δημόσιο ταμείο.
Κατά την παρ. 2 περιπτ. γ' του ίδιου άρθρου, χρέη προς το δημόσιο από συμβάσεις υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή αρχόμενη από τη λήξη του Οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν στο δημόσιο ταμείο, ενώ, κατά την παρ. 4 αυτού, τα προς το δημόσιο χρέη, τα οποία προέρχονται από απαιτήσεις τρίτων, που περιήλθαν σε αυτό από οποιαδήποτε αιτία, και δεν έχουν παραγραφεί στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου μέχρι τη μεταβίβαση τους στο δημόσιο, παραγράφονται μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν στο δημόσιο ταμείο.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε αξίωση του δημοσίου από απαιτήσεις τρίτων, που περιήλθαν σε αυτό από οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, όχι δε στην εικοσαετή παραγραφή, η οποία ισχύει μόνο στην περίπτωση απαιτήσεων που προκύπτουν ευθέως από σύμβαση, στην οποία το δημόσιο ήταν συμβαλλόμενο.
Περαιτέρω απαιτήσεις τρίτων που περιήλθαν στο δημόσιο από οποιαδήποτε αίτια, κατά την έννοια της παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου 87 του ίδιου ν. δ/τος, αποτελούν και οι έναντι των εκ δανείου πρωτοφειλετών και των υπέρ αυτών εγγυητών απαιτήσεις τραπεζών, από τη χορήγηση δανείων με την εγγύηση τραπεζών του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τις, κατ1 εξουσιοδότηση του α.ν. 747/1945 και α.ν. 9/1967, εκδοθείσες αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, οπότε με τη μη εξόφληση του δανείου και την εκ του λόγου τούτου και μόνο βεβαίωση της οφειλής από το εγγυηθέν Δημόσιο, τούτο υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας κατά του πρωτοφειλέτη και του εγγυητή.
Με το άρθρο 113 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού... κ.λ.π." καταργήθηκε το ν.δ. 321/1969. Κατά το άρθρο 65 παρ. 5 του ανωτέρω ν. 2362/1995 (ήδη παρ. 6 μετά την γενόμενη αναρίθμηση με τη διάταξη του άρθρου 39 του ν.3871/2010) που ισχύει από 1-1-1996, απαιτήσεις του Δημοσίου, ως εγγυητή που υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή κατά του οφειλέτη, κατά του εγγυητή και κατά των λοιπών συνυποχρέων, οι οποίες βεβαιώνονται εν στενή εννοία από της ισχύος του νόμου αυτού στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.), παραγράφονται μετά την παρέλευση 10 ετών από του τέλους του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο, μετά την εν στενή εννοία βεβαίωση τους, κατέστησαν ληξιπρόθεσμες.
Οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την ίδια ως άνω αιτία που έχουν βεβαιωθεί στις Δ.Ο.Υ. μέχρι την ημέρα έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού (1-1-1996), παραγράφονται μετά την παρέλευση 10 ετών από τη λήξη του έτους δημοσίευσης του". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την παροχή εγγύησης σε πιστωτική σύμβαση, λόγω υποκατάστασης του στα δικαιώματα του πιστωτή, υπόκεινται από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (1-1-1996) σε 10ετή παραγραφή, η οποία καταλαμβάνει και τις απαιτήσεις, οι οποίες είχαν γεννηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του, (κατ' απόκλιση από τη γενική διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 εδ.
α ν. 2362/1995 κατά την οποία " Οι διατάξεις του παρόντος νόμου περί παραγραφής εφαρμόζονται επί απαιτήσεων που γεννώνται μετά την έναρξη της ισχύος του") εφόσον όμως δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, υπό την ισχύ του οποίου η παραγραφή ήταν 5ετής για το Δημόσιο. Η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 65 παρ. 5 του ν. 2362/1995 που καταλαμβάνει και τις αξιώσεις που γεννήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, εφόσον δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή κατά την έναρξη της ισχύος του νεότερου αυτού νόμου, δεν είναι αντισυνταγματική ούτε αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 γιατί ο νομοθέτης μπορεί υπό τις προϋπόθεσεις αυτές για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος να παρατείνει το χρόνο της παραγραφής.
Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ανακόπτουσα με τον μοναδικό λόγο της ανακοπής της, ζητούσε την ακύρωση της υπ' αριθ. 265/2005 αναγκαστικής κατασχέσεως, λόγω της παραγραφής της απαιτήσεως για την οποία επιβλήθηκε η ως άνω αναγκαστική κατάσχεση, κατ' άρθ. 87 παρ.4 του ν.δ/τος 321/1669. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ανακόπτουσας εφεσίβλητης, η οποία εξετάστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 747/1945, εκδόθηκαν οι υπ'αριθ. 67651/2142/28-7-1978, 12009/218/1-2-1982 και 49675/2110/10-5-1984 αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών με τις οποίες, το Ελληνικό Δημόσιο παρέσχε υπέρ των δανειοληπτριών βιοτεχνικών επιχειρήσεων που θα ελάμβαναν βιοτεχνικά δάνεια από τις εμπορικές τράπεζες από ειδικό κεφάλαιο που είχε συσταθεί για τον λόγο αυτό (απόφαση Ν.Ε. 1421/1/28-7-1966).
Δυνάμει των ανωτέρω υπουργικών αποφάσεων το καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, εγγυήθηκε προς την Εμπορική Τράπεζα το βιοτεχνικό δάνειο που έλαβε από αυτή η εταιρία με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΠΟΛΥΤΕΛΕΣ ΑΠΟΚΤΗΜΑ - Βιοτεχνία παραγωγής κασσετών" ΕΠΕ DYNA" δυνάμει της από 16-9-1985σύμβασης δανείου και της προσθέτου πράξεως αυτής.
Δια των ανωτέρω δε συμβάσεων και η ανακόπτουσα, η οποία ήταν διαχειρίστρια κατά τον χρόνο αυτό της δανειολήπτριας εγγυήθηκε προσωπικά την εξόφληση του δανείου. Επειδή, ούτε δανειολήπτρια εταιρεία αλλά ούτε η εγγυήτρια ανακόπτουσα εξόφλησαν το ως άνω δάνειο, κατέπεσε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό ύψους 23.199,84 ευρώ.
Το ποσό αυτό βεβαιώθηκε ταμειακά στις 23-3-1988 ποσό 22.441,92 ευρώ και στις 8-6-1989 το ποσό των 757,92 ευρώ, από την ΔΟΥ Καλλιθέας και έτσι το Ελληνικό Δημόσιο υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της δανείστριας Τράπεζας, έναντι της πρωτοφειλέτριας αλλά και της εγγυήτριας ανακόπτουσας. Δυνάμει της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 265/2005 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., μετά από την 19531/354/2005 έγγραφη παραγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Καλλιθέας, κατασχέθηκε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, το οποίο λεπτομερώς περιγράφεται σε αυτή, ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας για τα παραπάνω χρηματικά ποσά, τα οποία αναγράφονται στον από 2-12-2005 αναλυτικό πίνακα χρεών με την ένδειξη "ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΔ ΜΕ ΕΓΓ", δηλαδή βιοτεχνικά δάνεια, για το ποσό των 23.199,84 ευρώ.
Η ως άνω απαίτηση, σύμφωνα και με όσα παραπάνω έχουν εκτεθεί, τυγχάνει απαίτηση τρίτου κατ' αρθ. 87 παρ.4 του ν/δτος 321/1969, καθόσον δεν προέρχεται από σύμβαση με άμεσα συμβεβλημένο το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αφού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα το τελευταίο παρέσχε εγγύηση προς την Εμπορική Τράπεζα, δυνάμει των παραπάνω αναφερομένων αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών και επομένως, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 87 παρ.2 τον ν.δ. 321/1969 η οποία ορίζει ότι τα προς το Δημόσιο χρέη εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή, όπως ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου το καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρισμός ο οποίος απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ενόψει της ασκήσεως ποινικής διώξεως κατά της ανακόπτουσας το έτος 1991 διεκόπη η παραγραφή της απαιτήσεως του. Ο ισχυρισμός αυτός απερρίφθη με την εκκαλουμένη ως νομικά αβάσιμος με την αιτιολογία ότι η παραγραφή της επίδικης απαιτήσεως, διακόπτεται μόνο με τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους, στο άρθρο 89 του ν/δτος 321/1969.
Το εκκαλούν επαναφέρει τον ως άνω ισχυρισμό με σχετικό λόγο έφεσης του, παραπονούμενο για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Σύμφωνα δε με όσα στην μείζονα σκέψη αναφέρονται, ο ως άνω ισχυρισμός ο οποίος ορθώς εκτιμάται ως ένσταση περί αναστολής της παραγραφής τυγχάνει νόμιμος στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 88 παρ. 1 εδ. 1 ν. 321/1969, 25 παρ.1,6,7 ν. 1882/1990 και 65 παρ.5 ν. 2362/1995.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό, ως μη νόμιμο, δεν εφάρμοσε ορθά τον νόμο και επομένως, ο σχετικός λόγος της υπό κρίση έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν και αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η ως άνω ανακοπή στην ουσία της.
Αφού δε απορριφθεί ο πρώτος ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου τον οποίο επαναφέρει και με σχετικό λόγο της έφεσης του, περί μη παραγραφής της επίδικης απαίτησης, για τον λόγο ότι για την απαίτηση αυτή ισχύει η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 87 παρ.2 του ν. δ/τος 321/1969, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται, πρέπει να εξετασθεί ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου περί αναστολής της παραγραφής ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Από τα παραπάνω επίσης αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι τα χρέη αυτά βεβαιώθηκαν από το οικείο Δημόσιο Ταμείο την 23-3-1988 και 8-6-1989 αντίστοιχα. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Καλλιθέας υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την υπ' αριθ. 2022/103/26-3-1991, αίτηση ποινικής δίωξης κατά της εφεσίβλητης, για μη εμπρόθεσμη εξόφληση των επιδίκων χρεών, βεβαιωμένων με τις υπ' αριθ. 561/1988, 766/1989 και 90/1990 πράξεις βεβαίωσης της ίδιας ΔΟΥ.
Επί της ως άνω διώξεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 70641/1 996 τελεσίδικη απόφαση του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας κρίθηκε αθώα η εφεσίβλητη. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα και με όσα στην μείζονα σκέψη αναφέρονται, η παραγραφή της παραπάνω απαίτησης του Δημοσίου η οποία για μεν το ποσό των 22.441,92 ευρώ άρχισε την 1-1-1989 για δε το ποσό των 757,92 ευρώ άρχισε την 1 -1-1990 ανεστάλη με την άσκηση της ποινικής διώξεως κατά της εφεσίβλητης, από 26-3-1991 μέχρι 14-11-1996 που εκδόθηκε η παραπάνω τελεσίδικη απόφαση.
Το χρονικό δε αυτό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής σύμφωνα με το άρθρο 257 παρ.1 τον Α.Κ. Εφόσον δε η παραπάνω απαίτηση δεν είχε υποκύψει στην παραγραφή υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς του άρθρου 87 παρ.4 του ν/δτος 321/1969, αυτή υποπίπτει στην δεκαετή παραγραφή του άρθρου 65 παρ.5 τον ν. 2362/1995.
Όμως και παρά την αναστολή της παραγραφής κατά τα ανωτέρω οι επίδικες αξιώσεις οι οποίες βεβαιώθηκαν, όπως προαναφέρθηκε στις 23-3-1988 και 8-6-1989, έχουν υποπέσει στην ως άνω δεκαετή παραγραφή πριν από τις 5-12-2005, που επιβλήθηκε η επίδικη αναγκαστική κατάσχεση επί του ακινήτου της ανακόπτουσας, ήτοι στις 18-8-2004 και 18-8-2005 συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής που προβλέπεται με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 65 παρ.5 τον Ν. 2362/1995.
Συνεπώς, ο ως άνω ισχυρισμός τυγχάνει αβάσιμος κατ' ουσίαν και απορριπτέος. Σύμφωνα λοιπόν με όσα παραπάνω αναφέρονται η υπό κρίση ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας της εφεσίβλητης εις βάρος του εκκαλούντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο Α) κατά το μέρος που έκρινε ότι οι από την ανωτέρω αιτία προερχόμενες απαιτήσεις του Δημοσίου πριν από την ισχύ του νόμου 2362/1995 υπόκειντο στην πενταετή παραγραφή από δε την ισχύ του νόμου τούτου και εφόσον είχαν βεβαιωθεί και δεν είχαν παραγραφεί μέχρι την έναρξη ισχύος του (1-1-1996) υπόκεινται στη θεσπιζόμενη από την διάταξη του άρθρου 65 παρ.5 τούτου δεκαετή παραγραφή και όχι στην εικοσαετή παραγραφή όπως ισχυρίστηκε το Δημόσιο και έκρινε απορριπτέο τον σχετικό ισχυρισμό τούτου δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
κατά το πρώτο μέρος που υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος Β) κατά το μέρος όμως που έκρινε ότι οι ίδιες απαιτήσεις παραγράφηκαν διότι από τότε που άρχισε η παραγραφή τούτων στις 1-1-1989 και 1-1-1990 αντίστοιχα και μέχρι τις 18-8-2004 και 18-8-2005 αντίστοιχα και χωρίς να υπολογίζεται ο χρόνος της αναστολής από26-3-1991 μέχρι 14-11-1996 συμπληρώθηκε η με τη νέα ως άνω διάταξη (άρθρο 65 παρ. 5 εδ.
β' του ν.2362/1995 και ήδη παρ. 6 μετά την γενόμενη αναρίθμηση με τη διάταξη του άρθρου 39 του ν.3871/2010) προβλεπόμενη δεκαετία και δέχθηκε την ανακοπή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή αφού με την εν λόγω διάταξη χωρίς άλλη διάκριση ορίζεται νέα αφετηρία της δεκαετούς παραγραφής ειδικά για τις απαιτήσεις του Δημοσίου που προέρχονται από την ίδια αιτία (ως εγγυητή που υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του δανειστή κατά του οφειλέτη ) και οι οποίες είχαν βεβαιωθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου και δεν είχαν παραγραφεί, όπως είναι και οι ένδικες απαιτήσεις, η οποία ( νέα αφετηρία ) είναι από τη λήξη του έτους της δημοσίευσης του νόμου δηλαδή από 1-1-1996 αφότου και δεν συμπληρώθηκε δεκαετία μέχρι της κατάσχεσης (5-12-2005) .
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατά το σχετικό δεύτερο μέρος είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον βάσιμο τούτο λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν.4055/2012 και κατά διορθωτική ερμηνεία αυτού, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Εξάλλου η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος μειωμένα όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1620/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το εις το σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ