Legislator Case Law & Legislation
266/2006 AI generated

266/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 266/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Νοεμβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1285/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2141/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/6/2004 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

266/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή, εφόσον θα διαπιστωθεί ότι η κρίση του προαγωγικού οργάνου ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτή των προαγωγικών προϋποθέσεων είναι κατάφωρα άδικη ή παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης να πληρωθεί, θεωρείται η αίρεση υπό την οποία τελεί η προαγωγή ότι πληρώθηκε και ότι η προαγωγή πραγματοποιήθηκε από το χρονικό σημείο από το οποίο έπρεπε να είχε διατυπωθεί η ευμενής κρίση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 266 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 266/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη.

Του αναιρεσίβλητου : Κ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Νοεμβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1285/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2141/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/6/2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλήτας Περίδης, ανέγνωσε την από 27 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 201 ΑΚ επί αναβλητικής αίρεσης το αποτέλεσμα της δικαιοπραξίας εξαρτάται, ολόκληρο ή μέρος, από γεγονός μέλλον και αβέβαιο, πριν από την επέλευση του οποίου δεν επέρχεται αυτό. Στην περίπτωση αυτή έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ κατά την οποία η αίρεση λογίζεται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Τέτοια υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία είναι και εκείνη με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή του τελευταίου ή η χορήγηση μισθολογικών ή άλλων παροχών, αν συντρέχουν στον κατάλληλο χρόνο ορισμένες συμφωνηθείσες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη ή όργανό του, πράγμα που συμβαίνει όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγική εξέλιξη του υπαλλήλου προβλέπεται στον επέχοντα ισχύ σύμβασης κανονισμό του εργοδότη.

Στην περίπτωση αυτή, εφόσον θα διαπιστωθεί ότι η κρίση του προαγωγικού οργάνου ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτή των προαγωγικών προϋποθέσεων είναι κατάφωρα άδικη ή παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης να πληρωθεί, θεωρείται η αίρεση υπό την οποία τελεί η προαγωγή ότι πληρώθηκε και ότι η προαγωγή πραγματοποιήθηκε από το χρονικό σημείο από το οποίο έπρεπε να είχε διατυπωθεί η ευμενής κρίση.

Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι κατά το άρθρο 12 του οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος (που έχει συμβατική ισχύ, Ολ.ΑΠ 27/1995), όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με τις από 25.9.1981 και 29.2.1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της από το βαθμό του Τμηματάρχη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, δηλαδή από τον 4ο στο 3ο βαθμό, αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής κατά απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά γνώμη του διοικητή, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών στον 4ο βαθμό (τμηματάρχη), γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας και ε) ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των διαθεσίμων μέσων και του υπάρχοντος προσωπικού με τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας και την παραγωγικότητας των εργαζομένων, ειδικότερα δε επίδειξη μέριμνας για την πλήρη απασχόληση του προσωπικού, αναφέροντας αρμόδια τις περιπτώσεις υποαπασχόλησης, ενώ η σειρά αξιολόγησης και κατάταξης του υπαλλήλου προς προαγωγή, η οποία δεν αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο για την υπό του Γενικού Συμβουλίου ως μόνον αρμοδίου οργάνου κρίση, αλλά προϊόν υποκειμενικής κρίσης του εργοδότη, εντασσόμενο στην όλη διαδικασία της προαγωγής ως υπηρεσιακή εισήγηση, που σκοπεί να προπαρασκευάσει και να διευκολύνει την κρίση του Γενικού Συμβουλίου, την οποία σε κάθε περίπτωση δεν υποκαθιστά, ούτε δεσμεύει, δεν περιλαμβάνεται στα κατά το άρθρο 12 του ανωτέρω Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και μισθολογικής τάξης των υπαλλήλων της τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των κρινομένων, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως αποφασιστικής σημασίας προαγωγικό κριτήριο.

Περαιτέρω δε και τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος, κατόπιν επιτυχίας του σε προκηρυχθέντα δημόσιο διαγωνισμό, προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα Τράπεζα στις 15.9.1972 με σύμβαση εργασίας. Εντάχθηκε ακολούθως στον ταμιακό κλάδο των υπαλλήλων της και εξελίχθηκε ομαλά στην υπαλληλική ιεραρχία μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη, στον οποίο προήχθη από 1.10.1987.

Από της προσλήψεώς του απασχολείται στο υποκατάστημα Θεσσαλονίκης και από 21.5.1987 άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως ελεγκτής στο Τμήμα Συναλλαγματικών και Πιστωτικών Ελέγχων και από 1.11.1995 ως Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ελέγχου Διαχειρίσεων. Ο ίδιος είναι πτυχιούχος από το έτος 1980 της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων και γνωρίζει καλά την Αγγλική και Γαλλική γλώσσα, ενώ γνωρίζει μέτρια την Ιταλική.

Συμμετείχε ενεργά και παρακολούθησε δέκα (10) συνολικά επιμορφωτικά ενδοτραπεζικά προγράμματα (σεμινάρια) συνολικής διάρκειας 250 ωρών και σε επτά (7) άλλα εξωτραπεζικά επιμορφωτικά τοιαύτα συναφούς όμως με τις τραπεζικές εργασίες ενδιαφέροντος. Συμμετείχε επίσης και σε ομάδα σύνταξης Κανονισμού Ελέγχου Διαχείρισης Υποκαταστημάτων.

Κατά τις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999 και 2000 αξιολογήθηκε με επιδόσεις 15 "εξαιρετική" και 2 "πολύ καλή" και 16 "εξαιρετική", 1 (σταθερότητα στην απόδοση) "πολύ καλή" με γνώμη του δεύτερου κριτή ότι και σε αυτήν την περίπτωση η επίδοσή του είναι εξαιρετική. Με τις ίδιες εκθέσεις και με ομόφωνη γνώμη και των δύο κριτών εξαίρεται η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου άριστη γνώση των μεθόδων και διαδικασιών και γενικά των εργασιών της αναιρεσείουσας Τράπεζας, οι άριστες ικανότητες αυτού στη οργάνωση, τον προγραμματισμό και την πρόβλεψη, η συνεχής και διαρκής πρόοδος αυτού σε όλους τους τομείς, η εξαιρετική ικανότητα αυτού προσαρμογής σε διαφορετικά καθήκοντα και το εξαιρετικό ενδιαφέρον του για απόκτηση γνώσεων σε θέματα της υπηρεσίας του, ενώ εκφράζεται ρητά και η γνώμη τους ότι ο αναιρεσίβλητος έχει τη δυνατότητα να ασκήσει υψηλότερα καθήκοντα και γενικά να ανταποκριθεί με επιτυχία στις απαιτήσεις υψηλότερης θέσης.

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του 2002 από το βαθμό του Τμηματάρχη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου που ανακοινώθηκαν με την υπ' αρ. 5/29.5.2002 εγκύκλιο της Διοίκησης της Τράπεζας, το αρμόδιο Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας με την 7/27.5.2002 απόφασή του παρέλειψε να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο, ενώ προήγαγε μεταξύ άλλων υπαλλήλων της στον ανώτερο βαθμό και τους μέχρι τότε Τμηματάρχες, Α.

Α., Χ. Α., Κ. Β., Β. Β., Κ. Μ. και Θ. Μ. - Γ., τους οποίους ο αναιρεσίβλητος προτείνει προς σύγκριση. Ο πρώτος εκ των ανωτέρω (Α. Α.) έχει προσληφθεί και υπηρετεί στην αναιρεσείουσα από 14.2.1972 και από απόψεως σπουδών είναι απόφοιτος Γυμνασίου και παρακολούθησε τρία ενδοτραπεζικά επιμορφωτικά προγράμματα. Προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.4.1992 και κατά τις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999 και 2000 επί 17 κριτηρίων αξιολογήθηκε με επιδόσεις 12 "εξαιρετική" και 1 "πολύ καλή" και 13 "εξαιρετική" αντίστοιχα, ενώ δεν αξιολογήθηκε για διοικητικές ικανότητες διότι δεν κατείχε θέση ευθύνης διοικήσεως.

Ο δεύτερος (Χ. Α.) έχει προσληφθεί και υπηρετεί στην αναιρεσείουσα από 14.8.1972 και από απόψεως σπουδών είναι απόφοιτος Γυμνασίου. Παρακολούθησε ένα υπηρεσιακό επιμορφωτικό πρόγραμμα και γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα. Προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.4.1991 και ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 3.2.1992 και κατά τις εκθέσεις των ετών 1999 και 2000 αξιολογήθηκε με επιδόσεις 15 "εξαιρετική" και 2 "πολύ καλή", αντίστοιχα.

Ο τρίτος (Κ. Β.) έχει προσληφθεί και υπηρετεί στην αναιρεσείουσα από 12.8.1972 και από απόψεως σπουδών είναι απόφοιτος Γυμνασίου και παρακολούθησε τρία υπηρεσιακά επιμορφωτικά προγράμματα, γνωρίζει δε καλά την Αγγλική γλώσσα (κάτοχος πτυχίου Lower). Προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 3.4.1991, ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 8.8.2001 και κατά τις εκθέσεις των ετών 1999 και 2000 αξιολογήθηκε με επιδόσεις 12 "εξαιρετική" και 5 "πολύ καλή" και 14 "εξαιρετική" και 3 "πολύ καλή", αντίστοιχα.

Ο τέταρτος (Β. Β.) έχει προσληφθεί και υπηρετεί στην αναιρεσείουσα από 8.7.1974 και από απόψεως σπουδών είναι απόφοιτος Γυμνασίου, παρακολούθησε επτά υπηρεσιακά επιμορφωτικά προγράμματα και γνωρίζει καλά την Αγγλική γλώσσα. Προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.10.1995 και δεν ανέλαβε θέση ευθύνης διοικήσεως (Προϊσταμένου) και κατά το έτος 1999 αξιολογήθηκε με επιδόσεις 13 "εξαιρετική" (δεν αξιολογήθηκε για διοικητικές ικανότητες), ενώ κατά το έτος 2000 αξιολογήθηκε με 17 "εξαιρετική".

Ο πέμπτος (Κ. Μ.) έχει προσληφθεί και υπηρετεί στην αναιρεσείουσα από 19.6.1973 και από απόψεως σπουδών είναι απόφοιτος Γυμνασίου, παρακολούθησε τέσσερα υπηρεσιακά επιμορφωτικά προγράμματα και γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα. Προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.10.1992 και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 18.8.1988 και κατά το έτος 1999 αξιολογήθηκε με επιδόσεις 16 "εξαιρετική" και 1 "πολύ καλή", ενώ το 2000 με 17 "εξαιρετική" και ο έκτος (Θ.

Μ. - Γ.) έχει προσληφθεί και υπηρετεί στην αναιρεσείουσα από 3.7.1972 και από απόψεως σπουδών, είναι απόφοιτος Γυμνασίου, παρακολούθησε υπηρεσιακά προγράμματα λογιστικής και γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα. Προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.4.1996 και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 21.7.1992 και αξιολογήθηκε κατά τα έτη 1999 και 2000 με επιδόσεις 17 "εξαιρετική" αντίστοιχα για κάθε έτος.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων υπερείχε καταδήλως ως προς τα υπηρεσιακά εν γένει προσόντα έναντι των ως άνω συναδέλφων του, που προήχθησαν κατά τα ανωτέρω και επομένως ότι εναντίον της καλής πίστεως παρακωλύθηκε από την εναγομένη η προαγωγή του στο βαθμό τους Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1.5.2002.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, διότι με βάση τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ο ενάγων υπερείχε καταδήλως τουλάχιστον ως προς τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο ως άνω συναδέλφους του, που όλοι τους είναι απόφοιτοι Γυμνασίου, α) ως προς τον κατεχόμενο τίτλο σπουδών (πτυχιούχος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής - Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης), β) ως προς την ειδική αρχαιότητα του κατεχόμενου βαθμού (Τμηματάρχη) από 3 έως 8 έτη, γ) στην επιμόρφωση μέσω ειδικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων (σεμιναρίων), δ) στη γνώση ξένων γλωσσών (γνωρίζει σε επίπεδο "καλά" την Αγγλική και Γαλλική και "μέτρια" την Ιταλική, ε) στην αρχαιότητα ανάληψης θέσης ευθύνης (Προϊσταμένου), στ) στην αξιολόγηση και ζ) έναντι του τετάρτου στη γενική αρχαιότητα κατά δύο έτη, ενώ υπολείπεται των πρώτου και τρίτου οριακά σε επίπεδο επτά μηνών από τον πρώτο και ενός μηνός από τον τρίτο.

Αλλά ούτε και εκ πλαγίου το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Οι αυτοί λόγοι αναιρέσεως καθόσον πλήττουν την προσβαλλομένη για την κρίση της περί καταδήλου υπεροχής του αναιρεσιβλήτου και έναντι των λοιπών ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του και παραβίαση, δι' αυτής, ευθέως και εκ πλαγίου των άνω διατάξεων είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού αρκεί προς στήριξη του διατακτικού της η κρίση περί καταδήλου υπεροχής αυτού έναντι των ρηθέντων πρώτου, τρίτου και τετάρτου, η οποία πλήττεται κατά τα άνω ανεπιτυχώς.

Ως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ ο λόγος αυτός της αναιρέσεως ιδρύεται, μεταξύ των άλλων, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκομίσθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη τον πίνακα αξιολόγησης των υποψηφίων για προαγωγή της Γνωμοδοτικής Επιτροπής της αναιρεσείουσας Τράπεζας, αφού ρητά μνημονεύει αυτόν, δέχθηκε περαιτέρω κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του ως προς και μόνον τη σειρά αξιολογήσεως στον πίνακα αυτό, ότι αυτή δεν συνιστά, κατά συμβατικό όρο (άρθρο 12 του ρηθέντος Κανονισμού) τυπικό ή ουσιαστικό προσόν των κρινομένων. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του το προαναφερόμενο έγγραφο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.6.2004 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της 2141/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποίαν ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ