Legislator Case Law & Legislation
2662/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against drug trafficking conviction for lack of specific seller identification or price details.

Case Number 2662/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against a conviction for selling, buying, and possessing narcotics. The lower court found the defendant guilty based on physical control of the drugs and the legal definition of 'purchase' implying an agreed price, without requiring explicit proof of the seller's identity or exact weight. The court ruled that these specific details are not essential for establishing the crime's constitution and dismissed the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5(1)(b) and (z) of Law 1729/1987; Article 513 of the Civil Code: The sale of narcotics is consummated by the transfer of ownership and delivery, while the purchase implies an agreed price by definition, and possession requires physical control; specific identification of the seller or exact quantity is not required for conviction.

Keywords

AI generated
drug trafficking conviction narcotics possession purchase definition criminal appeal dismissal sufficient evidence standard

Cited Legislation

AI generated
Article 5(1)(b) and (z) of Law 1729/1987
Article 513 of the Civil Code
Article 26(1)(a) of the Penal Code
Article 27(1) of the Penal Code
Article 94 of the Penal Code
Article 98 of the Penal Code
Article 4(1) of Law 1729/1987
Article 5(1)(b) of Law 1729/1987
Article 5(1)(z) of Law 1729/1987
Article 12(1) of Law 1729/1987
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(D) and (E) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2662 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2662/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Ποταμίτη, για αναίρεση της με αριθμό 1.179/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.155/2007.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν.1729/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 10 του ν.2161/1993, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ'αυτό ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Η πώληση πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 Α.Κ. μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και για το σκοπό αυτό παράδοσής της από τον πωλητή στον αγοραστή με τίμημα που συμφωνήθηκε.

Ακόμη για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά", είναι τόσο εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά.

Επίσης, η κατοχή ναρκωτικής ουσίας πραγματοποιείται με την φυσική επί της ουσίας αυτής εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέσει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Περαιτέρω για την αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με την τέλεση των εγκλημάτων της πώλησης, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός:

α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει την τέλεση τούτων με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, εφόσον δεν τίθεται θέμα παραγραφής των εγκλημάτων τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικώτερη πράξη και δ) της ταυτότητας των πωλητών και των αγοραστών, του ύψους του καταβληθέντος τιμήματος, ως και του δόλου, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία ή πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο (Βλ.

Ολ.ΑΠ 1.276/1993). Προσέτι, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν.1729/1987, όπως ίσχυε με την τροποποίησή του με το ν.3189/2003, η χρήση ναρκωτικών ουσιών αποτελεί έγκλημα αυτοτελές και δεν συνιστά αναγκαία συνέπεια της προηγηθείσας προμήθειας και κατοχής της ναρκωτικής ουσίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Όμως, επιβάλλεται να αιτιολογείται ιδιαίτερα η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, τέτοιοι δε ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ.

και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι, σε σχέση με την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ζ' του ν.1729/1987, όπως αυτός ήδη ισχύει, ο ισχυρισμός από το άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 14 του ν. 2161/1993 και στη συνέχεια ο τίτλος του και η πρώτη παράγραφός του με το άρθρο 5 παράγραφοι 2 και 3 του ν. 3189/2003, περί κατοχής ναρκωτικών σε ποσότητα, που εξυπηρετούσε αποδεδειγμένα αποκλειστικά τις δικές ανάγκες, με συνέπεια την ευμενέστερη ποινική μεταχείρισή του, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας.

Όταν όμως ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής δεν είναι πράγματι τέτοιος, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ή απλά υπερασπιστικό επιχείρημα, τότε αυτός δεν είναι αυτοτελής με την παραπάνω έννοια, γι' αυτό και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του.

Ακόμη, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης.

Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ'αυτόν μιάς ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξέτασης της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης.

Μόνο η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του.

Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ των άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του Π.Κ. με το στοιχ. α', ήτοι ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Έτσι, για το ορισμένο του στηριζόμενου στην παραπάνω διάταξη ισχυρισμού, δεν αρκεί η επίκληση λευκού ποινικού μητρώου, αλλ' απαιτείται η επίκληση θετικών στοιχείων με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, που είναι ικανά, αληθή υποτιθέμενα, να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αληθινά, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και της ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης κατά ένα μέρος (μόνο όσον αφορά το καταδικαστικό μέρος για τον αναιρεσείοντα) απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1.179/2007 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην υποδιεύθυνση Ναρκωτικών της Δ/νσης Ασφάλειας Αθηνών είχαν περιέλθει πληροφορίες, ότι σε υπόγεια οικία στα .....

που κείται στην οδό ..... διαμένουν άτομα Περσικής καταγωγής που κατέχουν και διακινούν μεγάλες ποσότητες ηρωΐνης. Κατόπιν τούτου έθεσαν υπό παρακολούθηση την εν λόγω οικία και στις 12.2.2004 και περί ώρα 19.00', καθ' ήν στιγμήν εξήρχοντο του εν λόγω διαμερίσματος οι κατηγορούμενοι, ακινητοποίησαν από τους αστυνομικούς της ως άνω Υποδ/νσης, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυρας που εξετάσθηκε Α.

Στην τσέπη του μπουφάν του πρώτου βρέθηκε και κατασχέθηκε μια αυτοσχέδια νάϋλον συσκευασία που περιείχε ηρωΐνη συνολικού μικτού βάρους 1,2 γραμμαρίων, ενώ στις τσέπες του δεύτερου κατηγορουμένου ουδέν ανευρέθη. Σε νομότυπη έρευνα που πραγματοποιήθηκε παρουσία των δύο κατηγορουμένων ανευρέθη και κατασχέθηκε μέσα στο ντουλάπι της κουζίνας, επιμελώς κρυμμένη πίσω από τρόφιμα, η οποία περιείχε δέκα οκτώ (18) αυτοσχέδιες νάϋλον ανισοβαρείς συσκευασίες με ηρωΐνη συνολικού βάρους τριακοσίων τριάντα έξι (336) γραμμαρίων, τις ποσότητες αυτές των 337,2 (336 + 1,2) γραμμαρίων είχε αγοράσει ο πρώτος κατηγορούμενος από άτομο τα στοιχεία του οποίου δεν απεκάλυψε, αντί τιμήματος το ύψος του οποίου δεν προσδιορίσθηκε, κατά το τελευταίο προ της συλλήψεώς του δεκαήμερο, εξουσίαζε δε αυτές έκτοτε πλήρως φυσικά εις τρόπον ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να διαθέτει αυτές κατά βούληση σε τρίτους, προόριζε δε αυτές για εμπορία.

Ομοίως αποδείχθηκε ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι έκαναν παράνομα χρήση ναρκωτικών ουσιών ... Τουναντίον ο πρώτος κατηγορούμενος είναι αυτουργός της αγοράς και κατοχής των ως άνω ναρκωτικών, καθώς και της παράνομης χρήσης αυτών, τις άνω δε πράξεις τέλεσε εκ προθέσεως χωρίς να είναι τοξικομανής. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., καθόσον δεν αρκεί προς τούτο η ύπαρξη μόνον στον αλλοδαπό κατηγορούμενο λευκού ποινικού μητρώου, αλλά απαιτείται έντιμος βίος σε όλες τις μορφές της συμπεριφοράς του, που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω...".

Εξάλλου, ο πρώτος κατηγορούμενος, και ήδη αναιρεσείων Χ1, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δια του συνηγόρου του, με ανάπτυξη προφορική ζήτησε να του αναγνωρισθεί ότι η κατοχή του 1,2 γραμμαρίου ηρωΐνης απ' αυτόν ήταν για δική του αποκλειστική χρήση και "να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ.", χωρίς να αναφέρει οιοδήποτε άλλο στοιχείο για την πληρότητα των εν λόγω αυτοτελών ισχυρισμών.

Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Πενταμελές Εφετείο, αφού απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου περί κατοχής της ναρκωτικής ουσίας της ηρωΐνης, μικτού βάρους 1,2 γραμμαρίων, για δική του αποκλειστική χρήση και της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., κήρυξε τούτον ένοχο της αγοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών μόνον απ' αυτόν, ως και της χρήσης ναρκωτικών ουσιών (ηρωΐνης) κατ' εξακολούθηση, χωρίς να είναι τοξικομανής, και του επέβαλε ποινή κάθειρξης 11 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών (λόγω του ότι οι πράξεις αυτές αφορούσαν την ίδια ποσότητα ηρωΐνης) και ποινή φυλάκισης 8 μηνών για την πράξη της χρήσης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικής ουσίας και συνολικά του επέβαλε ποινή κάθειρξης 11 ετών και 4 μηνών.

Επισημαίνεται ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται ότι η αγορά και η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών τελέσθηκε από κοινού με τον έτερο συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος (του Χ2), ο οποίος, όμως, κηρύχθηκε αθώος των πράξεων αυτών (όπως κηρύχθηκαν αθώοι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι της πράξης της πώλησης ναρκωτικών ουσιών).

Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, καθώς και της κατ' εξακολούθηση χρήσης αυτών, που αποτελεί και το αντικείμενο της κρινόμενης αιτήσεως, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, αλλά και για τους προβληθέντας απ'αυτόν και απορριφθέντας αυτοτελείς ισχυρισμούς του περί κατοχής της ανευρεθείσης εντός της δεξιάς τσέπης του μπουφάν του ποσότητας ηρωΐνης για δική του αποκλειστική χρήση και περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την από τις αναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ.

απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω τριών (3) εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 και 98 Π.Κ., 4 παρ. 1, 3 περ.

Α3, 5 παρ. 1 περ. Β' και ζ' παρ. 2 και 12 παρ. 1 του ν.1729/1987, ως τα τελευταία αυτά άρθρα ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τους ν. 2168/1993 και 3189/2003, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην άνω καταδικαστική κρίση του για τον αναιρεσείοντα, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέτει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά.

Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) για τη μη θεμελίωση της κατηγορίας της αγοράς των 337,2 γραμμαρίων ηρωΐνης λόγω μη προσδιορισμού του πωλητή και του τιμήματος, β) για μη παραδοχή της κατοχής της ποσότητας των 1,2 γραμμαρίων ηρωΐνης για δική του αποκλειστική χρήση, ενόψει του ότι στην από 30.3.2004 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου .....

αναφέρεται αυτός ως "περιστασιακός χρήστης" και γ) για μη παραδοχή της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης στο πρόσωπό του, πρέπει να σημειωθεί ότι είναι όλες οι ως άνω αιτιάσεις απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον δεν απαιτείται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικής ουσίας και ειδικότερα της αντικειμενικής υπόστασής του, και ο προσδιορισμός του προσώπου του πωλητή αυτής και του συμφωνηθέντος τιμήματος, ενώ αναφορικά με τους προεκτεθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος δεν υποχρεούτο το Δικαστήριο να απαντήσει, ενόψει της ειρημένης αοριστίας τους, τούς οποίους και απέρριψε εκ περισσού με ιδιαίτερες σκέψεις.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης νόμιμης βάσης, ακολούθως δε πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.5.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.179/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ