Supreme Court dismisses appeals on drug trafficking convictions, rejecting claims of good behavior mitigation and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed appeals against a five-member Athens Court of Appeal's conviction for drug trafficking. The appellants argued for leniency based on good post-crime conduct and requested a stay of proceedings to lift telephone surveillance secrecy. The court rejected these claims, ruling that the appellants failed to provide concrete evidence of sustained good behavior and that the lower court's refusal to lift surveillance was properly reasoned based on existing evidence.
Legislator headnote
AI generatedArt. 5, Art. 8 of Law 1729/1987; Art. 13 of Penal Code: The court established that vague assertions of good post-crime conduct without specific factual instances fail to meet statutory requirements for mitigation, and that a lower court's decision to deny lifting telephone surveillance secrecy is reviewable only if the reasoning is absent or clearly erroneous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2660 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 2660/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:
1. Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαμπράκη και 2. Ζ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γιατρά, περί αναιρέσεως της 657/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Απριλίου 2008 και 18 Απριλίου 2008 αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και στο από 3 Νοεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων του πρώτου των αναιρεσειόντων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 948/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά της υπ' αριθμ. 657/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκήθηκαν α) η από 23-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ και οι από 3-11-2008 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του ιδίου και β) η από 18-4-2008 αίτηση του Ζ. Επομένως, πρέπει οι αιτήσεις να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν κατ' ουσίαν.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987, " με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. μέχρι 100.000.000 δρχ., τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, α) ... β') πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διαθέτει ή διανέμει σε τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο, αποθηκεύει ή παρακαταθέτει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές και γ') κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον Ελληνικό εναέριο χώρο ", ενώ κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου " με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή (10.000.000 δρχ.
μέχρι 200.000.000 δρχ.), τιμωρείται ο παραβάτης (μεταξύ άλλων και) του άρθρου 5, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή αν ενεργεί με το σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών από ανηλίκους ή χρησιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο ανήλικα πρόσωπα κατά την τέλεση των παραπάνω πράξεων ή μετέρχεται κατά την τέλεση των πράξεων αυτών ή προς το σκοπό διαφυγής του, τη χρήση όπλων ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ...".
Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
I
ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται, για την ύπαρξη των επιβαρυντικών περιστάσεων, τη συνδρομή των οποίων δέχθηκε το δικαστήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά.
Η απαιτούμενη κατά τα άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Έτσι, η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση.Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Π.Δ από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάγεται και η παραδοχή από το δικαστήριο μιας ή περισσοτέρων από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 84παρ.2 ΠΚ ελαφρυντικές περιστάσεις, εφόσον ορισμένως και παραδεκτώς προβάλλονται. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως.
Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 657/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες για την από κοινού και κατ' επάγγελμα αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Για τις πράξεις αυτές και αφού αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ, το δικαστήριο επέβαλε σε καθένα από αυτούς ποινή κάθειρξης δέκα επτά (17) ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.
Το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα επόμενα. " ...Η υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών του Α.Τ Ομονοίας, αξιοποιώντας τις πληροφορίες από τοξικομανείς που είχε ότι άτομο Αλβανικής καταγωγής με το όνομα " ... " (που όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια επρόκειτο για τον 1ο κατηγορούμενο) διακινεί ναρκωτικές ουσίες και λαβούσα γνώση του κινητού του τηλεφώνου (....) ανέθεσε στον υπαστυνόμο ....
την "υπόθεση". Ο τελευταίος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ως άνω .... στο εν λόγω κινητό τηλέφωνό του και του ζήτησε να αγοράσει ηρωϊνη. Η πρώτη συνάντησή τους έλαβε χώρα την 19-8-2004 στην Πλατεία ...., όπου ο αστυνομικός συνάντησε τον "....." 1ο κατηγορούμενο και συμφώνησαν να του πωλήσει 350 γραμμάρια ηρωΐνης αντί του τιμήματος των 4.400 ευρώ.
Η δεύτερη συνάντησή τους έγινε την 20/8/04 ώρα 9.00 βραδυνή στην καφετέρια ..... (επί της οδού ....), όπου ο ως άνω Αλβανός "...." ζήτησε και είδε το χρηματικό ποσό που έφερε μαζί του ο υπαστυνόμος ..... για την αγοραπωλησία της ηρωΐνης. Λαμβάνοντας προδήλως μέτρα προφύλαξης και ασφάλειας ο εν λόγω Αλβανός του ζήτησε να μεταβούν στο κείμενο σε μικρή απόσταση ψητοπωλείο "......" (......) για να του παραδώσει τα ναρκωτικά.
Φθάνοντας εκεί, ο προαναφερθείς Αλβανός συναντήθηκε με ένα άλλο άτομο Αλβανικής καταγωγής, νομαζόμενο ....., ανήλικο (γεννηθέντα το 1987), γνωστοποίησε δε στον υπαστυνόμο ότι ο ανήλικος θα του φέρει τα ναρκωτικά. Μέσα στο ψητοπωλείο υπήρχαν "ως πελάτες" συνάδελφοι του υπαστυνόμου οι οποίοι παρακολουθούσαν τα συμβάντα μετέχοντες στην "επιχείρηση", όπως επίσης το ίδιο έκαναν και άλλοι συνάδελφοί του έξω από το ψητοπωλείο.
Περί ώρα 12.40' νυχτερινή της 21.8.04 ο ανήλικος Αλβανός βγήκε από το ως άνω ψητοπωλείο και σε μικρή απόσταση σε ένα στενό (οδός .....) συνάντησε δύο άτομα, από τα οποία πήρε μία τσάντα, και ακολούθως κατευθύνθηκε στο ψητοπωλείο, όπου το περίμεναν ο "...." και ο "αγοραστής" υπαστυνόμος. Αστυνομικοί που συμμετείχαν στην "επιχείρηση", χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τον ανήλικο, συνέλαβαν το ένα από τα δύο αυτά άτομα που παρέδωσαν την σακκούλα στον ανήλικο, πρόκειται δε για τον 2ο κατηγορούμενο, Ζ (ενώ το άλλο άτομο τους διέφυγε).
Φθάνοντας ο ανήλικος στο ψητοπωλείο ο παράδωσε την τσάντα, μαζί με τον ".....", στον αστυνομικό και έλαβαν από εκείνον το συμφωνηθέν τίμημα των ναρκωτικών, 4.400 ευρώ. Την στιγμή, αστυνομικοί που παρευρίσκονταν ως πελάτες στο κατάστημα, τους συνέλαβαν. Στην πλαστική τσάντα ανευρέθησαν τέσσαρες (4) αυτοσχέδιες συσκευασίες περιέχουσες την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωΐνη, σε βραχώδη μορφή, όπως προέκυψε από την επιστημονική της εξέταση και κατασχέθηκε (βλ.
αναγνωσθείσες κατά τα άνω από 21.8.04 έκθεση κατάσχεσης και έκθεση Γενικού Χημείου του Κράτους). Στη συνέχεια σε νομότυπη έρευνα που έγινε στην κατοικία του 1ου κατηγορουμένου Χ) επί της οδού ...., βρέθηκαν επιμελώς κρυμμένες δύο (2) πλαστικές αυτοσχέδιες συσκευασίες περιέχουσες η μία φυτικά αποσπάσματα ινδικής κάνναβης, βάρους 3,3 γραμμαρίων και κοκαΐνη μικτού βάρους 0,9 γρ.
οι οποίες και κατασχέθηκαν (βλ. αναγνωσθείσες ως άνω από 21.3.04 έκθεση κατάσχεσης και έκθεση Γενικού Χημείου του Κράτους). Επίσης μετά των ναρκωτικών κατασχέθηκαν τα κινητά τηλέφωνα και τα χρήματα που βρέθηκαν στους κατηγορουμένους και στον ανήλικο τα οποία χρησιμοποιούσαν για τη διακίνηση των ναρκωτικών, ενώ τα χρήματα προήρχοντο από την εμπορία των ναρκωτικών (βλ.
την αναγνωσθείσα ως άνω από 21-8-04 έκθεση κατάσχεσης στην οποία αυτά αναφέρονται λεπτομερώς). Τις παραπάνω ποσότητες των απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών τις κατείχαν από κοινού οι κατηγορούμενοι (και με το άλλο άτομο αγνώστων στοιχείων που διέφυγε τη σύλληψη), έχοντας τη φυσική εξουσίασή τους, μπορώντας να τις διαθέσουν σε τρίτους, όπως ήταν ο σκοπός του, και να διαπιστώσουν οποτεδήποτε την ύπαρξή τους.
Ομοίως κατά συναυτουργία οι κατηγορούμενοι (μαζί με το άγνωστο άτομο) αγόρασαν αυτές στην περιοχή των Αθηνών το δίμηνο πριν την σύλληψή τους, (δεν εξακριβώθηκε) με σκοπό την εμπορία, από άγνωστο άτομο και αντί αγνώστου τιμήματος (δεν εξακριβώθηκε από την αποδεικτική διαδικασία), μαζί με μεγαλύτερες άλλες ανεξακρίβωτες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, και επώλησαν την 21.8.04, στην Αθήνα, στον υπαστυνόμο ....., ηρωΐνη συνολικού βάρους 355 γραμμαρίων (σε βραχώδη μορφή σε τέσσερις αυτοσχέδιες νάϋλον συσκευασίες) αντί του τιμήματος των 4.400 ευρώ (Δεν αποδείχθηκε όμως ότι το πώλησαν το δίμηνο πριν τη σύλληψή τους, και άλλες ανεξακρίβωτες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών - ηρωΐνης, ινδικής κάνναβης και κοκαΐνης - σε άγνωστα άτομα, αντί αγνώστου τιμήματος (δεν αποδείχθηκε χωρίς αμφιβολία ότι έλαβε χώρα τέτοια συναλλαγή).
Υφίστατο κοινός δόλος στους κατηγορουμένους για την τέλεση όλων των παραπάνω πράξεων, γνώριζε ο κάθε ένας από αυτούς ότι ο συγκατηγορούμενός του πράττει με τον δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος, η δε σύμπραξη μπορεί να περιοριστεί και στην ενέργεια μερικοτέρων πράξεων κατά την τέλεση του εγκλήματος, όπως είναι η παραλαβή ή η παράδοση των ναρκωτικών, (όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση), χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται οι επί μέρους ενέργειες των συναυτουργών (βλ.
και ΑΠ 939/06 Ποιν.Δικ. 2006, 1239, ΑΠ 1698/06 Ποιν.Δικ. 2007, 389). Περαιτέρω από τον διαχωρισμό των ως άνω ναρκωτικών σε δόσεις, την μεγάλη ποσότητα της ηρωΐνης (355 γραμμάρια), η μεγάλη αξία της, την ποικιλία τους (ηρωΐνη, κοκαΐνη, ινδική κάνναβη), σε συνδυασμό και με τις σχετικές πληροφορίες που υπήρχαν στην αστυνομία για διακίνηση, συνάγεται ότι η διάπραξη των αδικημάτων αυτών έγινε με σκοπό την εμπορία.
Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ότι γνωρίζονται μεταξύ τους, ο 1ος όμως ομολογεί ότι βρέθηκε στην καφετέρια .... και στη συνέχεια στο ψητοπωλείο "....." με τον ανήλικο ...., τον οποίο γνώριζε, και ότι απλώς "θα μεσολαβούσε" για να πωλήσει ο ανήλικος ναρκωτικά σε κάποιο Κούρδο, για να εξοικονομήσει την δόση του, ενώ ο 2ος αρνείται την συμμετοχή του στην όλη υπόθεση.
Όμως το Δικαστήριο, ύστερα από προσήκουσα εκτίμηση του όλου ανωτέρω αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε, καταλήγει στο ότι οι κατηγορούμενοι, από κοινού, τέλεσαν τα εγκλήματα που τους αποδίδονται, ήτοι της αγοράς κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Στις πράξεις τους αυτές προέβησαν με πρόθεση, δηλαδή γνωρίζοντας όλα τα συστατικά των πράξεών τους περιστατικά και θέλοντας την παραγωγή αυτών, κει με κοινό δόλο, και σκοπό την εμπορία.
Εξάλλου κατά τον χρόνο διαπράξεως των πιο πάνω πράξεών τους οι κατηγορούμενοι ήταν πρόσωπα που ενεργούσαν κατ' επάγγελμα, αφού αποδείχθηκε ότι αυτοί ενήργησαν, όχι ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου και με υποδομή, και οργανωμένη ετοιμότητα, με πρόθεση την επανειλημμένη τέλεσή τους από τα οποία προκύπτει σκοπός τους για πορισμό σταθερού και μονίμου εισοδήματος (άλλος έκλεινε την συμφωνία και τη συνάντηση, άλλος παρέδιδε τα ναρκωτικά, μετά από προφυλάξεις και μέτρα ασφαλείας - όριζαν τον τόπο της συναλλαγής σε ένα σημείο και αμέσως μετά σε κάποιο άλλο, όπως επί του προκειμένου).
Όμως δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο κατά συνήθεια τέλεση, δηλαδή σταθερή ροπή των κατηγορουμένων προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους προκύπτουσα από την επανειλημμένη τέλεσή τους ούτε ιδιαίτερη επικινδυνότητα των κατηγορουμένων, δηλαδή αντικοινωνικότητα αυτών και σταθερή ροπή τους σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον, προκύπτουσα από την βαρύτητα των πράξεών τους, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής τους, τα αίτια που τους ώθησαν σ' αυτές και την προσωπικότητά τους.
Εξ άλλου ο 1ος κατηγορούμενος προέβαλε τον αυτοτελή νόμιμο ισχυρισμό περί τοξικομανίας κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων. Ο ισχυρισμός του αυτός (νομικός κατά το άρθρο 30 παρ. 1 Ν. 3459/06). Πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία, και τούτο διότι ο ιατροδικαστής που εξέτασε τον κατηγορούμενο την 3-9-04 ορισθείς από τον τακτικό 9ο ανακριτή, γνωμάτευσε ότι εκείνος δεν ήταν τοξικομανής κατά την έννοια του ως άνω νόμου, δηλαδή δεν είχε αποκτήσει κατά τον χρόνο εκείνο την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών, ώστε να μην μπορεί να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις (βλ.
αναγνωσθείσα κατά τα άνω από 3-9-2004 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμο-σύνης του ψυχιάτρου ...... Βέβαια σε εντελώς αντίθετο συμπέρασμα καταλήγει ο ψυχίατρος ....., ο οποίος εξέτασε του κατηγορούμενο πολύ μεταγενέστερα (την 28/1/08), και στην από 30.1.08 έκθεσή του, η οποία αναγνώστηκε κατά τα άνω, γνωματεύει ότι αυτός ετύγχανε πολυτοξικομανής κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεών του (κοκαΐνη, χασίς, αλκοόλ).
Όμως η εν λόγω έκθεση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, γενόμενη μετά πάροδο τριών ετών και πλέον από την σύλληψη του κατηγορουμένου (και λίγο πριν από την εκδίκαση της εφέσεως και ενώ ο κατηγορούμενος είχε καταδικασθεί σε ισόβια κάθειρξη), δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η τέλεση όλων των παραπάνω πράξεων από τους κατηγορουμένους σαφώς προκύπτει και αποδεικνύεται από την προσήκουσα εκτίμηση του όλου ανωτέρω αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε, και ιδίως από την ένορκη κατάθεση του υπαστυνόμου ....., που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και από τις αναγνωσθείσες περικοπές της προανακριτικής του κατάθεσης, από την αναγνωσθείσα ένορκη, κατά την προδικασία ληφθείσα κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού ...., εφόσον οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν με αμεροληψία, αντικειμενικότητα και πειστικότητα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνδυαζόμενα μεταξύ τους και προσηκόντως εκτιμώμενα και αξιολογούμενα αβιάστως οδηγούν στις πιο πάνω παραδοχές αναφορικά με την τέλεση από τους κατηγορουμένους των αξιοποίνων πράξεων της από κοινού, αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, με την έννοια της συναυτουργίας στις πράξεις αυτές που αναλύθηκε παραπάνω και όχι της απλής συνέργειας, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι.
Τα δε από τις παραπάνω μαρτυρικές καταθέσεις προκύπτοντα και αποδεικνυόμενα ενισχύονται και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κάτι διαφορετικό δεν προκύπτει από κάποια από τα λοιπά πρακτικά μνημονευόμενα αποδεικτικά στοιχεία, και μάλιστα ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, εφόσον οι μάρτυρες αυτοί δεν κατέθεσαν κάτι για τις πιο πάνω πράξεις, αλλά ούτε και από τις απολογίες των κατηγορουμένων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εφόσον οι απολογίες αυτές ως εκ του τρόπου με τον οποίο δόθηκαν, την ηθελημένη αοριστία και αντιφατικότητα σε κρίσιμα ζητήματα και σε συσχετισμό με τις λοιπές αποδείξεις, κρίνονται ανειλικρινείς και μη ανταποκρινόμενες προς την πραγματικότητα, καθ' όσον με αυτές επιχειρείται η άρνηση της τελέσεως των πράξεων αυτών.
Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των αποδιδομένων σ' αυτούς αξιοποίνων πράξεων της, από κοινού, αγοράς κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, από δράστες που δρουν κατ' επάγγελμα, και όχι της απλής συνέργειας στις παραπάνω πράξεις, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι. Αναγνωρισθεί όμως στους κατηγορουμένους η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, διότι πέραν του λευκού ποινικού μητρώου που διαθέτουν και το οποίο αποτελεί σοβαρή ένδειξη τελέσεως εγκλημάτων κατά το παρελθόν (χωρίς το Δικαστήριο βέβαια να δεσμεύεται από το περιεχόμενό του βλ.
και ΑΠ 2042/01 Ποιν. Λόγος 2001, 2495), αποδείχθηκε επί του προκειμένου ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι τον χρόνο τελέσεως των συγκεκριμένων πράξεων έζησαν έντιμο βίο που ανάγεται σε όλες τις μορφές της ανθρώπινης συμπεριφοράς (ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική, κοινωνική ζωή, ΑΠ 900/2000 ΠΧ 2001, 164). Απορριφθεί όμως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α'ΠΚ που ζήτησαν, διότι η καλή διαγωγή τους στη φυλακή δεν είναι συνέπεια ελεύθερης επιλογής, αλλά εξαναγκασμένης συμμόρφωσής τους προς τους κανόνες συμπεριφοράς των κρατουμένων στη φυλακή, και αποτέλεσμα του φόβου τους εν όψει της δίκης και της εκκρεμότητας των εναντίον τους κατηγοριών, ούτε αποδείχθηκαν άλλα θετικά στοιχεία δυνάμενα να θεμελιώσουν την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού. (ΑΠ 1643/06 Ποιν.
Δικ. 2007, 378, ΑΠ 2320/04 Ποιν. Λόγος 2004 2816 επ., ΑΠ 2048/2003 Π.Χ. ΝΔ' 745, ΑΠ 182/04 Ποιν. Λόγος 2004 237).
Σημειωτέον ότι στους κατηγορουμένους θα επιβληθεί μία ποινή, κατ' άρθρο 5 παρ. 2 Ν. 1729/87 ήδη 20 παρ. 2 Ν. 3459/06, (αρχή της ενιαίας ποινής, ΑΠ 86/2005), καθόσον οι παραπάνω πράξεις αφορούν τις ίδιες ποσότητες ναρκωτικών.
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων από δράστες μη τοξικομανείς, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ.
β' και ζ' του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλειπείς και ασαφείς αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, λίαν εμπεριστατωμένη είναι η αιτιολογία της αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται ο περί τοξικομανίας ισχυρισμός των κατηγορουμένων και παρατίθενται οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο, συνεκτιμήσαν και τα αναγνωστέα έγγραφα, αποκρούει το αντίθετο πόρισμα της, ως απλούν έγγραφο εκτιμηθείσης και κατ' αίτηση των κατηγορουμένων διενεργηθείσης από 30-1-2008 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου ......
που έγινε μετά την πάροδο τριετίας από της συλλήψεως τους Περαιτέρω, επαρκώς αιτιολογείται η συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πράξεων, αφού εκτίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την περί τούτου κρίση του.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε'του Κ.Π.Δ με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλειπούς αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παραβάσεως του νόμου εν σχέσει με την απόρριψη του περί τοξικομανίας αυτοτελούς ισχυρισμού και την παραδοχή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πράξεων, καθώς επίσης και ο πρώτος όμοιος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Για τους ίδιους λόγους είναι αβάσιμη κατά τον πρώτο λόγο της και η αίτηση του δευτέρου αναιρεσείοντος ο οποίος βάλλει κατά των παραδοχών της αποφάσεως για την συνδρομή της άνω επιβαρυντικής περίστασης. Περαιτέρω, οι αυτοί κατηγορούμενοι, ως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είχαν ζητήσει, [πέραν της ελαφρυντικής περιστάσεως εκ του άρθρου 84 παρ. 2α' του Π.Κ η οποία και πράγματι αναγνωρίσθηκε από το δικαστήριο ότι συντρέχει στο πρόσωπο και των δύο κατηγορουμένων], να αναγνωρισθεί και η ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς για μακρό χρονικό διάστημα.
Για την συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, επικαλέσθηκε ο μεν πρώτος Χ, κατά πιστή μεταφορά από τα πρακτικά ".. και την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2α και 2ε'.." ο δε δεύτερος Ζ "... Πρόκειται για άνθρωπο ευπειθή, ο οποίος πόρρω απέχει από το εγκληματικό προφίλ που επιχειρείται να του αποδοθεί...
Αυτό άλλωστε προκύπτει και από την συμπεριφορά την οποία επέδειξε καθ' όλο το διάστημα που παρήλθε από την φερόμενη ως τελεσθείσα πράξη μέχρι σήμερα.... Ως κρατούμενος επέδειξε συμπεριφορά και διαγωγή εξαιρετική όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν σχετικό πιστοποιητικό καλής διαγωγής της φυλακής Λάρισας όπου κρατείται...".
Ο ισχυρισμός αυτός και για τους δύο αναιρεσείοντες χωρίς την επίκληση παντάπασι πραγματικών περιστατικών δηλωτικών καλής συμπεριφοράς κατά την έννοια του νόμου, αορίστως και απαραδέκτως προβλήθηκε και δεν πληροί το πραγματικό της διατάξεως της παρ. 2 ε' αφού, από μόνη της η συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος, ως κρατουμένου στις Φυλακές και για μόνο το χρονικό διάστημα της κράτησής του, δεν μπορεί να θεμελιώσει την απαιτούμενη καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του κατηγορουμένου.
Κατά συνέπεια για τις άνω ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία και κατά τούτο οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ελλειπή αιτιολογία της αποφάσεως είναι αβάσιμες. Εξάλλου, αναφορικά με το αίτημα των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης προκειμένου να διαταχθεί η άρση του απορρήτου τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των αναφερομένων προσώπων, το δικαστήριο με ταυτάριθμη παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία "...
Το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ύστερα από προσήκουσα εκτίμηση του όλου ανωτέρω αποδεικτικού υλικού που προσκομίσθηκε και κρίνει ότι δεν χρειάζονται νέες αποδείξεις...". Με αυτά που δέχθηκε και απέρριψε το αίτημα αναβολής, διέλαβε στην άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος του πρώτου αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος διότι υπό την επίκληση ελλείψεως αιτιολογίας και με την επίκληση του περιεχομένου μαρτυρικών καταθέσεων, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙV. Μετά από αυτά, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α) την από 23-4-2008 αίτηση του Χ και τους από 3-11-2008 πρόσθετους λόγους του ιδίου και β) την από 18-4-2008 αίτηση του Ζ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 657/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ