Legislator Case Law & Legislation
265/2024 AI generated

265/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 265/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

265/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αποφασιστικό όμως στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006, ΑΠ 800/2022, ΑΠ 799/2022, ΑΠ 350/2019, ΑΠ 1390/2018, ΑΠ 1631/2017).

Keywords

AI generated
unemployment insurance administrative body unemployment benefits of directors unemployment insurance financing suspension of unemployment benefits unemployment benefits overpayment deduction for charitable contributions
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 265 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 265/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "... (Ο.Μ.Μ.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Χαρακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κωνσταντίνου Αϊβάζη του Παναγιώτη, κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παναγούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 965/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6317/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 10-9-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10-9-2021 και με αριθ. κατ. 69538/137/13-9-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 6317/2021 απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών επί της από 16-10-2018 και με αριθ. κατ. 87435/3631/2018 έφεσης κατά της με αριθ. 965/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία επί της από 27-9-2017 και με αριθ. κατ. 49699/1119/2017 αγωγής.

Με την ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών από 27-9-2017, ως άνω, αγωγή ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος λύση, στις 27-3-2017, της μεταξύ αυτού και του εναγομένου Ν.Π Ι.Δ. σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, με την αποχώρησή του από την υπηρεσία, λόγω θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος πλήρους σύνταξης γήρατος, ισχυρίσθηκε ότι, αν και εδικαιούτο βάσει του άρθρου 8 ν. 3198/1955 σε συνδ.

με άρθρο 3 ν. 2112/1920 αποζημίωση ίση με το ποσό των 28.441 ευρώ, το εναγόμενο του κατέβαλε μόνο το ποσό των 15.000 ευρώ, αρνούμενο να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 13.441 ευρώ. Ζήτησε δε, κυρίως βάσει της σύμβασης εργασίας και επικουρικώς βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το, ως άνω, οφειλόμενο ποσό με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την με αριθ. 965/2018 οριστική απόφαση δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 13.441 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 28-3-2017 μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθ 6317/2021 απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ασκηθείσα από το εναγόμενο από 16-10-2018, ως άνω, έφεση, εξαφάνισε τη με αριθ. 965/2018 απόφαση, κράτησε, δίκασε και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 9.378 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 28-3-2017 μέχρι την εξόφληση Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 [αρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 (ΦΕΚ Α' 189) ορίζεται ότι "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργούμενης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 618/1970 (ΦΕΚ Α 171) "περί εφαρμογής των διατάξεων του α ν. 173/1967 επί αποζημιώσεων κ.λπ." ορίσθηκε ότι "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 κα) του άρθρου 3 του Α.Ν. 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Α.Ν. 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λπ." τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεόμενους, καταργούμενης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή εθίμου".

Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά με μεταγενέστερους νόμους (Ν Δ/μα 207/1974, Ν 1082/1980, Ν 1545/1985 και Ν. 1876/1990) και προσδιορίσθηκε τελικώς με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν 3144/2003 (ΦΕΚ Α 110) στο ποσό των 15.000 ευρώ Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού της θέσπισής τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους, στην περίπτωση δε των τραπεζών και των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, επιβαρύνουν το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους (ΟλΑΠ 14/2001, ΟλΑΠ 10/1998, ΟλΑΠ 33¬34/1997), αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών.

Οι δε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, ενόψει και του σκοπού που υπαγόρευσε το νομοθετικό περιορισμό της της εν λόγω αποζημίωσης στο, ως άνω, ανώτατο όριο, συνάγεται ότι η οφειλόμενη αποζημίωση υπολογίζεται μεν σύμφωνα με το ν. 2112/1920, πλην όμως υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο, στον περιορισμό που τίθεται από τις, ως άνω, διατάξεις και για τους υπαλλήλους των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή των επιχειρήσεων που επιχορηγούνται από κράτος (ΑΠ 1390/2018, ΑΠ 1631/2017).

Αποφασιστικό όμως στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006, ΑΠ 800/2022, ΑΠ 799/2022, ΑΠ 350/2019, ΑΠ 1390/2018, ΑΠ 1631/2017).

Περαιτέρω, με τη με αριθ. 7431/1981 "Σύμβαση ιδρύσεως Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και Προσυμφώνου Δωρεάς", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 10 ν 1198/1981 και απέκτησε ισχύ νόμου, ιδρύθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) Στο άρθρο 1 της σύμβασης ορίζεται ότι ο Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και αυτονομίας, λειτουργεί με βάση Τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, είναι κοινωφελής και όχι κερδοσκοπικός, καθώς και ότι τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Πολιτισμού.

Στο άρθρο 2 της σύμβασης, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 2091/1992 και με το τέταρτο άρθρο ν. 4366/2016, ορίζεται ότι σκοπός του οργανισμού είναι η ολοκλήρωση της κατασκευής και η κατάλληλη λειτουργία και συντήρηση του επί της Λεωφόρου Βασ. Σοφίας και Λάχητος Μεγάρου της Μουσικής, η διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων, καθώς και η διάθεση των αιθουσών και λοιπών χώρων του Μεγάρου προς εξυπηρέτηση σοβαρών μουσικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, που αποβλέπουν πρωταρχικώς στην άνοδο του μουσικού μορφωτικού επιπέδου της χώρας, καθώς και ότι στο σκοπό του εντάσσονται επίσης δραστηριότητες και δράσεις σχετικές με την ενίσχυση της πρόσβασης στη γνώση και στην εκπαίδευση, την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και του πνευματικού πλούτου της Ελλάδος, καθώς και την ενίσχυση της Κοινωνίας των Πολιτών μέσω πολιτιστικών δράσεων.

Στο άρθρο 3 της σύμβασης ορίζεται ότι ο Οργανισμός διοικείται από εντεκαμελές Διοικητικό Συμβούλιο, που διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού και επιλέγεται μεταξύ προσώπων εγνωσμένου κύρους, το αξίωμα δε του συμβούλου είναι τιμητικό και άμισθο. Τέλος, στο άρθρο 6 της σύμβασης ορίζεται ότι πόροι του Οργανισμού, με τους οποίους θα καλύπτονται τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης είναι, μεταξύ άλλων, το υπό του Διοικητικού Συμβουλίου οριζόμενο εκάστοτε αντάλλαγμα για τη διάθεση των αιθουσών και λοιπών χώρων του Μεγάρου (περίπτωση α'), καθώς και ετήσια επιχορήγηση του Δημοσίου οριζόμενη εκάστοτε με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού (περίπτωση ε').

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.

Δεν υπάρχει όλως ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 491/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε αιτιολογίες προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι τούτο (αναιρεσείον) "δεν παρέχει αγαθά ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου και ως εκ τούτου δεν αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας", ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, μετά από παράθεση των νομικών σκέψεων και διατάξεων, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος προσλήφθηκε από το εκκαλούν στις 22-2-1991 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τα καθήκοντα του προϊσταμένου λογιστηρίου.

Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε για ένα έτος και συγκεκριμένα από τις 25-2-1991 έως τις 24-2-1992, οπότε ο εφεσίβλητος συνέχισε να παρέχει την εργασία του με τους ίδιους όρους, κατά πλήρες ωράριο, συνεχώς και αδιαλείπτως έως και την αποχώρησή του στις 27-3-2017, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εκκαλούντος, στελεχώνοντας μάλιστα υψηλόβαθμες και υπεύθυνες θέσεις, με αποτέλεσμα η ως άνω σύμβαση εργασίας να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος κατήρτισε με το εκκαλούν την από 1-9-2003 σύμβαση πρόσθετης εργασίας ορισμένου χρόνου, με την οποία ανέλαβε τα πρόσθετα καθήκοντα του αναπληρωτή οικονομικού και διοικητικού διευθυντή, η διάρκεια της οποίας συμφωνήθηκε από 1-9-2003 έως 31-8-2004, ενώ μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε με τον όρο 5 αυτής ότι "κατά τα λοιπά ισχύουν οι όροι και οι συμφωνίες της από 22-2-1991 αρχικής έγγραφης σύμβασης εργασίας του μισθωτού".

Περαιτέρω, με την από 15-11-2004 τροποποίηση σύμβασης πρόσθετης εργασίας συμφωνήθηκε η μετατροπή της διάρκειας της ως άνω σύμβασης από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Επιπλέον, με την από 27-3-2011 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ του εκκαλούντος και του εφεσίβλητου συμφωνήθηκε η ανάληψη εκ μέρους του εφεσίβλητου των καθηκόντων του οικονομικού διευθυντή, καθήκοντα, τα οποία συνέχισε να καλύπτει και μετά τη λήξη της διάρκειας της σύμβασης στις 31-5-2012 έως και την αποχώρησή του στις 27-3-2017.

Στις 27-3-2017 ύστερα από είκοσι έξι (26) και πλέον έτη συνεχούς υπηρεσίας ο εφεσίβλητος υπέβαλε την αυθημερόν έγγραφη παραίτηση του από το εναγόμενο, με τη ρητή υπόμνηση ότι έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης και έχει υποβάλει αίτηση απονομής πλήρους σύνταξης γήρατος. Την επόμενη ημέρα, το εκκαλούν του επέδωσε την από 27-3-2017 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία τον προσκαλούσε να υποβάλει τα σχετικά δικαιολογητικά για τη λήψη πλήρους σύνταξης.

Στη συνέχεια, ο εφεσίβλητος απέστειλε στο εκκαλούν την από 30-3-2017 συστημένη επιστολή του προσκομίζοντας την από 7-4-2016 με αριθμό πρωτοκόλλου 8247 αίτησή του προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για την απονομή πλήρους σύνταξης γήρατος, την από 7-4-2016 με αριθμό πρωτοκόλλου 8252 αίτησή του προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για την απονομή επικουρικής σύνταξης και την από 14-4-2016 απόδειξη παραλαβής από το ΙΚΑ των συνοδευτικών των ως άνω αιτήσεων δικαιολογητικών εγγράφων.

Εξάλλου, κατόπιν προφορικού αιτήματος του διευθυντή ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού και διοικητικού του εκκαλούντος, ο εφεσίβλητος απέστειλε στις 3-6-2017 με συστημένη επιστολή την υπ' αριθ. 046/2017/113 απόφαση του Διευθυντή του Ζ τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών Κεντρικού Τομέα Αττικής του ΕΦΚΑ, σύμφωνα με την οποία του απονεμήθηκε προσωρινή σύνταξη λόγω γήρατος από 28-3-2017 έως την έκδοση οριστικής απόφασης για την απονομή πλήρους σύνταξης γήρατος, την οποία έλαβε δυνάμει της με αρ. 1774/31-10-2017 απόφασης του ΙΚΑ.

Ήδη, στις 31-12-2012 ο εφεσίβλητος διέθετε τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης των 10.500 ημερών, κατοχυρώνοντας δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 11.100 ημερών και τη συμπλήρωση του 59 έτους της ηλικίας του. Τις δε προϋποθέσεις των 11.100 ημερών ασφάλισης πληρούσε ήδη έως 31-12-2014, αφού κατά το χρόνο εκείνο - πλέον των 10.500 ημερών έως 31-12-2012 - διέθετε 300 ημέρες ασφάλισης κατ' έτος επιπλέον για τα έτη 2013 και 2014, ήτοι 11.100 ημέρες ασφάλισης έχοντας συμπληρώσει το 59° έτος της ηλικίας του.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, συνάγεται ότι ο εφεσίβλητος δικαιούται να λάβει ποσοστό 40% της αποζημίωσης απόλυσης για την περίπτωση απρόθεσμης σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8β Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 Ν. 2112/1920. Όμως, με την από 25-7-2017 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση του το εκκαλούν παρέδωσε στον ενάγοντα την υπ' αριθ. 727987518/25-9-2017 επιταγή ποσού 15.000 ευρώ, με την αιτιολογία ότι από 1-1-2016 ο Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών κρατικοποιήθηκε και ανήκει πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, διότι υπάγεται στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, ότι ισχύει και εφαρμόζεται σε αυτόν το ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου και για τους λόγους αυτούς εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των περιορισμών στο ύψος των αποζημιώσεων που καταβάλλονται νομίμως εξαιτίας της λύσης της σύμβασης εργασίας σε αποχωρούντες εργαζομένους του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ, των Οργανισμών των Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας και εν γένει των επιχειρήσεων που επιχορηγούνται από το Κράτος, οι οποίοι προβλέπονται στις διατάξεις των αρ. 2 παρ. 2 και 3 παρ.1 του α.ν 173/1967 και 1 παρ. 1 του ν.δ 618/1970, ισχυρισμός, ο οποίος προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης.

Όμως, ο ως άνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής δεν περιελήφθη μεταξύ των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης από την 1-1-2016 αλλά αρκετά νωρίτερα, ήτοι από το έτος 2014, όπως προκύπτει από τη με αριθμό πρωτ. οικ. 2/21141/ΔΠΔΣΜ κατάσταση φορέων της Γενικής Κυβέρνησης της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, στην οποία μεταξύ των φορέων περιλαμβάνεται και το εκκαλούν, ωστόσο αν και το τελευταίο υπαγόταν στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης το έτος 2014, κατέβαλλε στους αποχωρούντες εργαζόμενους πλήρη την αποζημίωση, χωρίς να εφαρμόζει τον περιορισμό της αποζημίωσης στο ποσό των 15.000 ευρώ, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 173/1967 Περαιτέρω, το εκκαλούν με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης προβάλει τον ισχυρισμό ότι δικαιολογείται η εφαρμογή του ανωτέρω περιορισμού στο ύψος της αποζημίωσης για την οικειοθελή αποχώρηση των εργαζομένων λόγω συνταξιοδότησης, αφού εξυπηρετείται ο σκοπός της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, που υπηρετούν ο α.ν 173/1967 και το ν.δ 618/1970 και της οικονομικής ανακούφισης του Δημοσίου, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν ίο δημόσιο ταμείο και τελικώς τους φορολογούμενους, καθώς το εκκαλούν είναι Ν.Π.Ι.Δ ενταγμένο στο Δημόσιο Τομέα, που χρηματοδοτείται από το δημόσιο ταμείο, διότι οι μισθοί, οι αποζημιώσεις απόλυσης ή οικειοθελούς αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης και κάθε άλλη αξίωση των υπαλλήλων ικανοποιείται από το Δημόσιο Ταμείο, το Ελληνικό Δημόσιο ανέλαβε την εξυπηρέτηση του δανείου, που έχει χορηγηθεί στο ΟΜΜΑ από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και την εξυπηρέτηση του δανείου που έχει χορηγηθεί από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Ως προς τον ισχυρισμό αυτό λεκτέα τα κάτωθι: σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4366/2016 τροποποιήθηκε η κυρωθείσα με το άρθρο 10 του ν. 1198/1981 υπ' αριθ. 7431/1981 "Σύμβαση Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και Προσύμφωνο Δωρεάς" κατά τρόπο, ώστε η πλειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου του εκκαλούντος να διορίζεται από τους Υπουργούς Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ως άνω Ν. 4366/2016, το Ελληνικό Δημόσιο ανέλαβε την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων του εκκαλούντος προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και σύμφωνα με το άρθρο 5 τον ιδίου ως άνω Νόμου σε αντάλλαγμα, το ακίνητο μετά του κτιριακού συγκροτήματος του εκκαλούντος μεταβιβάστηκε στο Ελληνική Δημόσιο.

Αναφορικά με τα θέματα του προσωπικού του εκκαλούντος, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ιδίου ως άνω Ν. 4366/2016 ορίστηκε ότι για το προσωπικό του ΟΜΜΑ έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, ήτοι οι διατάξεις που αφορούν τις Δημόσιες Επιχειρήσεις, ενώ με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι οι αποδοχές των απασχολούμενων στο εκκαλούν ρυθμίζονται από τις διατάξεις για το ενιαίο μισθολόγιο (ν. 4354/2015).

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση του εκκαλούντος από το Ελληνικό Δημόσιο, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4366/2016 αναφέρεται ότι "καθ' όλο το χρόνο λειτουργίας του ΟΜΜΑ η ετήσια δραστηριότητα του εξασφαλίστηκε κυρίως από τις αρχικές δωρεές και τις χορηγίες ιδιωτών, ενώ εν μέρει μόνον και πάντως με ποσοστό κάτω του 50% συμμετείχε με επιχορηγήσεις το Δημόσιο στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων του ΟΜΜΑ".

Όμως, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 1 του κεφαλαίου Α του ν. 3429/2005, που αφορά τις Δημόσιες Επιχειρήσεις, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του εποπτεύοντος Υπουργού υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του νόμου αυτού, εφαρμοζόμενων αναλόγως, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως εν προκειμένω το εκκαλούν, (εκτός των δημοσίων επιχειρήσεων) χρηματοδοτούμενα από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό.

Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προέκυψε από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4366/2016, η χρηματοδότηση του εγκαλούντος από το Ελληνικό Δημόσιο δεν ανέρχεται σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό και ως εκ τούτου δε συντρέχει η προϋπόθεση της χρηματοδότησης του σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό, προκειμένου το εκκαλούν να υπαχθεί στις διατάξεις, που αφορούν τοις δημόσιες επιχειρήσεις.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 1198/1981, που παραμένει σε ισχύει το εκκαλούν απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό μίας επιχείρησης ως επιχείρησης κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς, που διέπει την ίδρυση και τη λειτουργία της αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006).

Όμως, ο ΟΜΜΑ δεν παρέχει αγαθά ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου και ως εκ τούτου δεν αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επομένως, ο εφεσίβλητος δικαιούται πλήρους αποζημίωσης, ήτοι δικαιούται ποσοστό 40% της αποζημίωσης απόλυσης για την περίπτωση απρόθεσμης σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8β Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 Ν. 2112/1920.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του Ν. 4354/2015 και με το από 25-11-2016 προσωπικό ατομικό δελτίο κατάταξης υπαλλήλου (Α.Α.Κ.Υ), το εκκαλούν κατέταξε τον εφεσίβλητο στο 19° μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ) του ενιαίου μισθολογίου, ορίζοντας τις τακτικές αποδοχές του σε 3.585 ευρώ από 6.500 ευρώ που ελάμβανε προ της εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου.

Για δε την υπηρεσία 21 ετών συμπληρωμένων μέχρι την 12-11-2012 (ημερομηνία δημοσίευσης του Ν. 4093/2012) ο εφεσίβλητος δικαιούται αποζημίωση 17 μηνών (με τακτικές μηνιαίες αποδοχές 3.585 ευρώ) και συγκεκριμένα το 40% της αποζημίωσης (ως επικουρικώς ασφαλισμένος) των αποδοχών 17 μηνών για χρόνο υπηρεσίας 21 ετών στον ίδιο εργοδότη (25-2-1991 έως και 12-11-2012, ημερομηνία δημοσίευσης του Ν. 4093/2012), ήτοι το ποσό των (3.585 Χ 17 μήνες=60.945 Χ 40%=24.378 ευρώ), πλην της προσαύξησης ποσοστού 1/6 για αναλογία δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδομάτων αδείας, δεδομένου ότι από 1-1-2016 ο εφεσίβλητος εντάχθηκε στο ενιαίο μισθολόγιο και δεν ελάμβανε δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα αδείας, δεκτού γενομένου του δεύτερου λόγου της έφεσης ως κατ' ουσία βάσιμου.

Επομένως, κατόπιν της καταβολής μέρους της νόμιμης αποζημίωσης του εφεσίβλητου ποσού των 15.000 ευρώ εκ μέρους του εκκαλούντος, η οφειλή του τελευταίου προς τον εφεσίβλητο ανέρχεται στο ποσό των 9.378 (24.378-15.000) ευρώ. Πρέπει, συνεπώς να γίνει δεκτή η έφεση του εκκαλούντος ως βάσιμη κατά την ουσία της, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κρατηθεί η υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 §1 ΚΠολΔ), να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του εφεσίβλητου-ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη και να υποχρεωθεί το εκκαλούν - εναγόμενο να καταβάλει στον εφεσίβλητο - ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9.378 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της παραίτησης του στις 27-3- 2017, που αποτελεί δήλη ημέρα (αρ. 341 Α.Κ), ήτοι από τις 28-3-2017".

Από τις, ως άνω, παραδοχές προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες σχετικά με τις παρεχόμενες από το αναιρεσείον υπηρεσίες, τις οποίες ουδόλως προσδιορίζει, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα, όσον αφορά το ουσιώδες για την έκβαση της ζήτημα της φύσης των παρεχομένων από το αναιρεσείον υπηρεσιών και εντεύθεν αδυναμία του παρόντος δικαστηρίου να ελέγξει αν οι παρεχόμενες από αυτό υπηρεσίες είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, ώστε το αναιρεσείον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, να αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας κα) περαιτέρω να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 και του ν.δ. 618/1970, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, ή όχι.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και ο, ως άνω, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Δεδομένου δε ότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων.

Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθ. 6317/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτεί από άλλο δικαστή Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ