Legislator Case Law & Legislation
265/2023 AI generated

265/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 265/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

265/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Keywords

AI generated
rent deduction in supplementary benefits minimum benefits reduction of maintenance contribution overpaid insurance benefits maintenance arrears abusive claim by landlord
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 265 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 265/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Στανέλλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Η., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Αλεξανδρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2017 ανακοπή και τους από 25-5-2017 προσθέτους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πρεβέζης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2020 αίτησή της και τους από 29-4-2021 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 25-5-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614,615 Κ.Πολ.Δ.), υπ' αριθ. 17/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, το οποίο δικάζοντας ως Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας - ανακόπτουσας κατά της υπ' αριθ. 145/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης (το οποίο είχε απορρίψει την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής ως απαράδεκτους) και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, απέρριψε κατ' ουσίαν την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής και επικύρωσε την υπ' αριθ.10/2017 διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων της Ειρηνοδίκη Πρεβέζης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ.Δ.). Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α και β του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 569 διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του Ν. 4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ.2β του Ν.4842/2021, ως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Κατά δε το άρθρο 281 Κ.Πολ.Δ., συζήτηση της υπόθεσης θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ίδιου κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο πριν από την ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.

Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (Α.Π.1376/2022, Α.Π.506/2021, Α.Π.824/2018, Α.Π.866/2017). Αν η τελευταία (30η) ημέρα πριν από τη δικάσιμο (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι (άρθρο 577 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Ολ.Α.Π.33/1996, Α.Π.332/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη, από 25-5-2020, αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί από το Α2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου στη δικάσιμο της 31-5-2021, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 31-10-2022. Οι από 29/4/2021 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 29/4/2021 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 29/4/2021 (βλ.

την υπ' αριθ.318Γ'/29-4-2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Ιωαννίνων με έδρα το Πρωτοδικείο Πρεβέζης Γ. Ε.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα, μετά από αναβολή, ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, κατά την οποία άρχισε η εκδίκασή της, στις 31-10-2022, ασκήθηκαν, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, εμπρόθεσμα και αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 Κ.Πολ.Δ.) είναι παραδεκτή.

Επομένως, και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 138 ΑΚ η δήλωση βούλησης, που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, συνιστά εικονική δικαιοπραξία και είναι άκυρη. Η ακυρότητα της εικονικής δικαιοπραξίας, που έχει ως αποτέλεσμα αυτή να θεωρείται κατά το άρθρο 180 ΑΚ σαν να μην έγινε, είναι απόλυτη, καταλαμβάνοντας στο σύνολό της τη δικαιοπραξία, αφού οι μερικότεροι όροι της δεν έχουν αυτοτέλεια, δηλαδή δεν αποτελούν αντικείμενο αυτόνομης ρύθμισης (Α.Π.1514/2013).

Έτσι, εικονική είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αποσκοπεί στην δημιουργία εντυπώσεως στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονικότητα δε μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσο και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο, αρκεί δηλαδή το γεγονός ότι η δήλωση των δικαιοπρακτούντων είναι προσχηματική και δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.

Οι επιδιώξεις των δικαιοπρακτούντων και τα ειδικότερα κίνητρα που τους ώθησαν να καταρτίσουν εικονική δικαιοπραξία δεν αποτελούν στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται, προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, ενδεχομένως δε να αποτελέσουν επιχειρήματα τα οποία υποβοηθούν το δικαστήριο να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το αν η δήλωση των δικαιοπρακτούντων ήταν φαινομενική ή σοβαρή (Α.Π.480/2019, Α.Π.1427/2017, Α.Π.342/2014).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ, προκειμένου να γίνει ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.

Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από το περιεχόμενο της διαθήκης δεν προκύπτει η έννοια της βουλήσεως του διαθέτη, είτε γιατί αυτή δεν εκφράσθηκε με σαφήνεια, δημιουργώντας αντίστοιχη αμφιβολία, είτε γιατί η ίδια εκφράσθηκε ατελώς, παρουσιάζοντας έτσι αντίστοιχο κενό, οπότε για την ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη μπορεί το δικαστήριο να κάνει χρήση ακόμη και στοιχείων κειμένων εκτός της διαθήκης.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι η διάταξη της διαθήκης είναι σαφής ή αντίθετα ότι αυτή είναι ασαφής και έχει ανάγκη ερμηνείας, η οποία προϋποθέτει εκτίμηση του περιεχομένου της διαθήκης, αποτελεί εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και συνεπώς δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1ΚΠολΔ, Α.Π.1184/2022, Α.Π.738/2018, Α.Π.103/2010).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται στους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και ειδικότερα κατά τη διάταξη υπ' αριθ.1 αυτού που ταυτίζεται μ' αυτή του άρθρου 559 αριθ. 1 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 26/2004, Α.Π.862/2020).

Η παράλειψη δε του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς και η ορθότητα της κρίσεως αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ561 παρ.1, Α.Π.672/2014, Α.Π.1179/1996).

Οι ίδιοι κανόνες (των άρθρων 173 και 200 Α.Κ) παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑ.Π.26/2004, Α.Π.386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (Α.Π.597/2005, Α.Π.838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (Α.Π.426/2010, Α.Π.1365/2005), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559ΚΠολΔ (Α.Π.1184/2022, Α.Π.1324/2018, Α.Π.929/2014).

Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 του Κ.Πολ.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, που ταυτίζεται μ' αυτή του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019).

Επίσης, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π.855/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατόπιν αιτήσεως της καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητης) εξεδόθη σε βάρος της ανακόπτουσας (αναιρεσείουσας) η υπ' αριθ. 10/2017 διαταγή απόδοσης χρήσεως μισθίου και καταβολής μισθωμάτων της Ειρηνοδίκη Πρέβεζας, με την οποία υποχρεώθηκε αφενός μεν η ανακόπτουσα και κάθε τρίτος που έλκει από αυτή δικαιώματα ή κατέχει το μίσθιο για λογαριασμό της, με ή άνευ ανταλλάγματος, να αποδώσει στην καθ' ης η ανακοπή ελεύθερη τη χρήση του μισθίου ακινήτου της, ήτοι μίας οικοδομής, η οποία αποτελείται από ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 200,00 τ.μ.

και πρώτο όροφο, επιφανείας 100,00 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής της ….., αφετέρου δε να καταβάλει η ανακόπτουσα στην καθ' ης η ανακοπή το συνολικό ποσό των 16.800,00 ευρώ, ως αναλογία του ιδανικού της μεριδίου για τα μισθώματα των μηνών από Ιανουάριο του 2012 έως και Μάρτιο του 2017 (ήτοι 63 μήνες Χ 400,00 ευρώ το μηνιαίο μίσθωμα = 25.200 ευρώ Χ 2/3 η αναλογία του ιδανικού της μεριδίου = 16.800,00 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από της καθυστερήσεως καταβολής του ποσού που αντιστοιχεί σε κάθε μηνιαίο μίσθωμα, αφότου αυτό κατέστη απαιτητό, ήτοι από την 4η ημέρα εκάστου μισθωτικού μηνός έως εξοφλήσεως.

Η ανωτέρω διαταγή στηρίχτηκε για την έκδοσή της στο από 6.6.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, το οποίο κατατέθηκε νόμιμα στη Δ.Ο.Υ. Πάργας στις 8.6.2005 και έλαβε αριθμό 305/2005, δυνάμει του οποίου η καθ' ης η ανακοπή και η αδελφή της Β. Κ. του Η. και της Ε. εκμίσθωσαν στη μητέρα τους Ε. Κ. (δηλαδή την ανακόπτουσα), ένα ακίνητο και συγκεκριμένα μία οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 200,00 τ.μ., που χρησιμοποιείται ως κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (εστιατόριο κ.λ.π) και από το πρώτο όροφο, εμβαδού 100,00 τ.μ., που χρησιμοποιείται ως επιχείρηση ενοικιαζομένων δωματίων.

Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε εξαετής, αρχομένη από την 1.6.2005 και λήγουσα την 31.5 2011 και το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 400,00 ευρώ μηνιαίως καταβαλλόμενο εντός του πρώτου τριημέρου εκάστου μηνός. Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι οι λογαριασμοί κάθε είδους παροχών κοινής ωφελείας, τα πάσης φύσεως και υπέρ οιανδήποτε τέλη, φόροι και εισφορές που αφορούν το μίσθιο, πλην του φόρου εισοδήματος, βαρύνουν τη μισθώτρια, ότι η μη εμπρόθεσμη καταβολή του μισθώματος, ως και κάθε άλλης σχετική με τη μίσθωση δαπάνης, παρέχει στις συνεκμισθώτριες το δικαίωμα να καταγγείλουν και να λύσουν αμέσως και μονομερώς τη μίσθωση, καθώς και ότι η καταβολή του μισθώματος θα αποδεικνυόταν αποκλειστικά με έγγραφη απόδειξη των εκμισθωτριών.

Μετά την πάροδο της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης, αυτή παρατάθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων και συνεχίστηκε μέχρι και την αναγκαστική εκτέλεση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Ακολούθως στις 4.4.2017 η καθ' ης η ανακοπή επέδωσε στην ανακόπτουσα την υπ' αριθ. 10/2017 διαταγή απόδοσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων μετά της από 3.4.2017 επιταγής προς εκτέλεση, κάτω από αντίγραφο εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής...Στις 11-5-2017 η καθ' ης απέβαλε την ανακόπτουσα από το μίσθιο...Ακολούθως η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας και σε βάρος της καθ' ης, ...την κρινόμενη από 21.04.2017...

ανακοπή και τους από 25.05.2017...πρόσθετους λόγους αυτής, αιτούμενη την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής...η ανακόπτουσα ως λόγους της ανακοπής της επικαλείται: α) ότι το από 6.6.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, στο οποίο στηρίχτηκε για την έκδοσή της η υπ' αριθ. 10/2017 διαταγή αποδόσεως μισθίου και καταβολής μισθωμάτων της Ειρηνοδίκη Πρέβεζας, είναι ανίσχυρο και άκυρο, αφού κατά την ανακόπτουσα, δεν νοείται νομικά να έχει μισθώσει το μίσθιο από τις ψιλές κυρίες αυτού, δηλαδή την καθ' ης η ανακοπή και την αδελφή της Β.

Κ., ενώ η ίδια (ανακόπτουσα), δυνάμει της ιδιόγραφης διαθήκης που κατέλειπε ο σύζυγός της, τυγχάνει επικαρπώτρια του επιδίκου μισθίου ακινήτου, β) ότι η επίδικη απαίτηση από οφειλόμενα μισθώματα είναι ανύπαρκτη, αφού η κατάρτιση της σύμβαση μίσθωσης ήταν εικονική και προσχηματική και το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό συντάχθηκε με την παρότρυνση και του φοροτεχνικού της για φορολογικούς και μόνο λόγους, προκειμένου να λειτουργήσει νόμιμα η επιχείρηση, που υφίσταται στο μίσθιο από την ίδια την ανακόπτουσα και γ) ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι μη νόμιμη, αφού είναι προϊόν απάτης επί Δικαστηρίω που τέλεσε η καθ' ης η ανακοπή.

Οι λόγοι αυτοί της ανακοπής πρέπει να απορριφθούν καθ' ολοκληρίαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού δεν αποδείχτηκαν από κανένα απολύτως στοιχείο. Αντιθέτως αποδείχτηκε ότι η ανωτέρω σύμβαση μισθώσεως, που καταρτίστηκε με το από 6.6.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό και αντίγραφο αυτού κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδιο Δ.Ο.Υ.

Πάργας, από την οποία και θεωρήθηκε, είναι καθ' όλα ισχυρή και έγκυρη και παράγει έννομες συνέπειες και δεν έγινε προσχηματικά και δη για φορολογικούς και μόνο λόγους, όπως ισχυρίζεται η ανακόπτουσα (χωρίς ωστόσο να εκθέτει ποιοί ήταν αυτοί οι φορολογικοί λόγοι ή φορολογικές ελαφρύνσεις, που επέβαλαν την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως και μάλιστα με συμβατική διάρκεια έξι (6) ολόκληρων ετών...).

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών που περιελήφθησαν τον έγγραφο τύπο, έγιναν στα σοβαρά και όχι φαινομενικά και η σύμβαση μίσθωσης παράγει πλήρως τα έννομα αποτελέσματά της, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ανακόπτουσα προφανώς από σειρά πολλών ετών δυστροπούσε στην καταβολή του μηνιαίου μισθώματος.

Ενδεικτικό δε τούτου είναι ότι η καθ' ης κατά τα οικονομικά έτη 2007, 2008 και 2009 (πραγματικές χρήσεις των ετών 2006, 2007 και 2008) δήλωνε στην αρμόδια φορολογική αρχή ως εισόδημα την αναλογία του μισθώματος που εισέπραττε από την εν λόγω μίσθωση... Εξάλλου ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η ίδια μετά την εύρεση και δημοσίευση της ιδιόγραφης διαθήκης του ανδρός της και πατέρα της καθ' ης, Η.

Κ., κατέστη επικαρπώτρια στο εν λόγω ακίνητο και συνεπώς δεν νοείται ως εμπράγματη δικαιούχος προσωπικής δουλείας, που περιλαμβάνει τη χρήση και την κάρπωση του πράγματος, να μισθώνει το εν λόγω ακίνητο έναντι ανταλλάγματος (ήτοι μισθώματος), δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα στοιχείο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την από 06.11.2004 ιδιόγραφη διαθήκη του μέχρι τότε κυρίου του μισθίου ακινήτων και των επιχειρήσεων που λειτουργούσαν σ' αυτά, Η.

Κ. του Χ., συζύγου της ανακόπτουσας και πατέρα της καθ' ης η ανακοπή, η οποία (διαθήκη), δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία με τα υπ' αριθ. 17/07.02.2006 πρακτικά και απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, ο διαθέτης (που απεβίωσε στις 31.05.2005), ως προς το επίμαχο μίσθιο ακίνητο ορίζει επί λέξει ότι "... Τέλος της αφήνω (εννοεί την θυγατέρα του Β.

Κ.) το ένα τρίτο του οικοπέδου που έχω στο ... και το ένα τρίτο της επιχείρησης του εστιατορίου και των ενοικιαζόμενων δωματίων που υπάρχουν εκεί .... Τέλος της αφήνω (εννοεί την καθ' ης η ανακοπή θυγατέρα μου) τα δυο τρίτα του οικοπέδου που έχω στο ... και τα δυο τρίτα της επιχείρησης του εστιατορίου και των νοικιαζόμενων δωματίων που υπάρχουν εκεί.

Στην αγαπημένη μου γυναίκα Ε. Κ. αφήνω την επικαρπία όλης της περιουσίας που φτιάξαμε μαζί". Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης αυτής και αφού ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 948 ΑΚ, στα ακίνητα περιλαμβάνονται και τα συστατικά του εδάφους, οι θυγατέρες του αποβιώσαντος δεν κατέστησαν ψιλές συγκύριες του μισθίου ακινήτου (και των επιχειρήσεων που λειτουργούσαν σ' αυτές) κατά ποσοστά 1/3 και 2/3 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, αλλά πλήρεις συγκύριες αυτών κατά τις προειρημένες ιδανικές μερίδες.

Τούτο ενισχύεται κυρίως από το γεγονός ότι πέραν του οικοπέδου όπου κείται το μίσθιο, ο διαθέτης κατέλιπε στις θυγατέρες του και τις επιχειρήσεις που λειτουργούσαν σ' αυτό, δηλαδή την εκμετάλλευση του εστιατορίου και των ενοικιαζόμενων δωματίων, γεγονός που σε κάθε περίπτωση δικαιολογεί την περαιτέρω εκμίσθωσή τους στην μητέρα τους (ανακόπτουσα), που δεν διέθετε οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού.

Σε σχέση δε με τη διάταξη με την οποία εγκαθιστά την ανακόπτουσα επικαρπώτρια στην ακίνητη περιουσία του, δεν αναφέρει ότι την καθιστά επικαρπώτρια σε όλη την ακίνητη περιουσία του, αλλά μόνο σ' αυτήν που δημιούργησαν από κοινού όσο αυτός ζούσε. Η ανακόπτουσα όμως δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος να αποδείξει ότι το εν λόγω μίσθιο δεν αποτελούσε πατρική περιουσία του διαθέτη, αλλά απόκτημα που δημιούργησαν από κοινού κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

Αντιθέτως από τα στοιχεία που προσκομίζει η καθ' ης αποδεικνύεται ότι ο θανών διαθέτης απέκτησε το εν λόγω ακίνητο δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του πατέρα του Χ. Κ., που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πάργας, Δημητρίου Δούκα, από κοινού με τον αδελφό του Δ. Κ. και σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 17910/22.12.2000 σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και διανομή του αυτού Συμβολαιογράφου.

Συνεπώς, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι η ανακόπτουσα είναι επικαρπώτρια του μισθίου ακινήτου, δηλαδή φορέας εμπραγμάτου δικαιώματος προσωπικής δουλείας που περιλαμβάνει την χρήση και κάρπωση του πράγματος, όπως η ίδια ισχυρίζεται. Σε αντίθετο πόρισμα δεν δύναται να αχθεί το Δικαστήριο εκ του γεγονότος ότι η καθ' ης η ανακοπή, σε αγωγή που άσκησε σε βάρος του πρώην συζύγου της για αξίωση διατροφής, ανέφερε ότι επί του μισθίου διαθέτει μόνο ψιλή κυριότητα που δεν της αποφέρει εισόδημα, ούτε περαιτέρω το γεγονός ότι στα οικεία φορολογικά έντυπα η καθ' ης η ανακοπή δηλώνει ψιλή συγκυρία του εν λόγω ακινήτου, αφού είναι γεγονός ότι αρχικώς από την ανάγνωση της διαθήκης δημιουργήθηκαν προβλήματα ερμηνείας αυτής ως προς την επικαρπία του μισθίου ακινήτου.

Επίσης πρέπει να λεχθεί ότι η καθ' ης η ανακοπή με την υπ' αριθ. 51.516/2019 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παύλου Κιτνή, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάργας, προέβη σε αποδοχή κληρονομιάς του πατρός της κατά την προαναφερόμενη ιδανική μερίδα σε δικαίωμα πλήρους και όχι ψιλής (συγ)κυριότητας, ενώ περαιτέρω προέβη και σε διορθωτική δήλωση φόρου κληρονομιάς...Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι, και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η ένδικη μίσθωση ήταν εικονική και προσχηματική για φορολογικούς λόγους..., η ίδια δεν εξηγεί για ποιό λόγο εμφανίζονται "έστω και φαινομενικά" αποκλειστικά οι θυγατέρες της ως συγκύριες και συνεκμισθώτριες του μισθίου ακινήτου, αφού κατά τον χρόνο εκείνο, εφόσον αγνοούσαν την ιδιόγραφη διαθήκη του συγγενούς του, καλούνταν άπασες ως καθολικοί διάδοχοι στην κληρονομιά του θανόντος συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα, επομένως και η ανακόπτουσα κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου (άρθρα 1813 και 1820 ΑΚ), με συνέπεια να μην απαιτείται για τη χρήση της αντίστοιχης ιδανικής μερίδας, μισθωτήριο συμβόλαιο.

Από τούτο συνάγεται ότι η ανακόπτουσα γνώριζε ότι οι θυγατέρες της ήταν αποκλειστικά και μόνον αυτές συγκύριες του επίδικου μισθίου και η ίδια ουδέν απολύτως εμπράγματο δικαίωμα διέθετε επ' αυτού δυνάμει κληρονομικής διαδοχής. Μετά ταύτα αποδείχτηκε ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε επί τη βάσει ισχυρού και έγκυρου ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, ότι η σύμβαση μίσθωσης που κατήρτισαν τα συμβαλλόμενα μέρη ήταν απολύτως έγκυρη και όχι εικονική και ότι η καθ' ης η ανακοπή, αιτούμενη την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής για απαίτηση μισθωμάτων προερχόμενη από την ανωτέρω σύμβαση μισθώσεως και προσκομίζοντας το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, που είναι καθ' όλα έγκυρο και ενσωματώνει σοβαρές και όχι φαινομενικές δηλώσεις βούλησης, δεν τέλεσε το αδίκημα της απάτης επί Δικαστηρίω και η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής δεν είναι προϊόν απάτης του Δικαστή που την εξέδωσε...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής ως απαράδεκτους, δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, και απέρριψε κατ' ουσίαν την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής, επικυρώνοντας την υπ' αριθ.10/2017 διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων της Ειρηνοδίκη Πρεβέζης.

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του ισχυρισμού της, την από το άρθρο 560 αριθ.1 και 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια (αντί 559 αριθ.1 και 8 που εκθέτει στο δικόγραφο της αναίρεσής της), καθώς και αυτήν από το άρθρο 559 αριθ.11γ, με τις εξής αιτιάσεις.

Ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί ερμηνείας της διαθήκης, των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, αφού δεν έλαβε υπόψη της την πραγματική βούληση του διαθέτη, η οποία ήταν να εγκαταστήσει την ίδια (αναιρεσείουσα) επικαρπώτρια του επίδικου ακινήτου, η οποία (βούλησή του) προκύπτει από την άδεια οικοδομής του 1985 του επιδίκου, που προσκόμισε η ίδια στο δικαστήριο ουσίας, ως ανταποδεικτικό στοιχείο, στον ισχυρισμό της αντιδίκου της ότι το ακίνητο το απέκτησε ο σύζυγός της από δωρεά εν ζωή του πατέρα του πριν το γάμο τους.

Ωστόσο, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές, στις οποίες στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή ασάφεια στην ιδιόγραφη διαθήκη του συζύγου της ανακόπτουσας και πατέρα της καθ' ης η ανακοπή, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως του διαθέτη, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.

Αντιθέτως δέχθηκε, εκτιμώντας το περιεχόμενο της διαθήκης, ότι οι θυγατέρες του αποβιώσαντος δεν κατέστησαν ψιλές συγκύριες του μισθίου ακινήτου (και των επιχειρήσεων που λειτουργούσαν σ' αυτές) κατά ποσοστά 1/3 και 2/3 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, αλλά πλήρεις συγκύριες αυτών κατά τις προειρημένες ιδανικές μερίδες.

Ακόμη δέχθηκε, σε σχέση με τη διάταξη, με την οποία εγκαθιστά την ανακόπτουσαεπικαρπώτρια στην ακίνητη περιουσία του, ότι δεν την καθιστά επικαρπώτρια σε όλη την ακίνητη περιουσία του, αλλά μόνο σ' αυτήν που δημιούργησαν από κοινού όσο αυτός ζούσε και από κανένα στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι η ανακόπτουσα είναι επικαρπώτρια του μισθίου ακινήτου.

Η ως άνω κρίση του Εφετείου δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης της σχετικής δήλωσης βούλησης του διαθέτη, αλλά πραγματική διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας. Το γεγονός δε ότι το Εφετείο αρύεται, στη συνέχεια, επιχειρήματα από το όλο περιεχόμενο της ιδιόγραφης διαθήκης προς απλή επίρρωση της ήδη, με βάση την σαφή γραμματική διατύπωσή της, εξενεχθείσας ως άνω κρίσης του, δηλαδή ότι δέχεται ότι η παραπάνω κρίση του ενισχύεται από το γεγονός ότι πέραν του οικοπέδου, όπου κείται το μίσθιο, ο διαθέτης κατέλιπε στις θυγατέρες του και τις επιχειρήσεις που λειτουργούσαν σ' αυτό, δηλαδή την εκμετάλλευση του εστιατορίου και των ενοικιαζόμενων δωματίων, και έτσι δέχεται ότι δικαιολογείται η περαιτέρω εκμίσθωσή τους στην μητέρα τους (ανακόπτουσα), που δεν διέθετε οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού, ουδόλως υποδηλώνει ερμηνευτική προσέγγιση της επίμαχης διάταξης της διαθήκης και έμμεση παραδοχή της ύπαρξης αμφιβολίας και κενών, καθιστώσα αναγκαία την προσφυγή του σε ερμηνευτικό κανόνα.

Κατόπιν αυτών, ο παραπάνω, πρώτος από τον αριθ. 1του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Η διαλαμβανόμενη δε στον ως άνω αναιρετικό λόγο αιτίαση, με την οποία η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ.5 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν, ήτοι την άδεια οικοδομής του 1985 του επιδίκου, που προσκόμισε η ίδια στο δικαστήριο ουσίας, ως ανταποδεικτικό στοιχείο, στον ισχυρισμό της αντιδίκου της ότι το ακίνητο το απέκτησε ο σύζυγός της από δωρεά εν ζωή του πατέρα του πριν το γάμο τους, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "πράγματα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε αποδεικτικό στοιχείο.

Ακόμη, η διαλαμβανόμενη στον ως άνω αναιρετικό λόγο αιτίαση, με την οποία η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ'ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που προσκόμισε, ήτοι την ως άνω άδεια οικοδομής, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται σε διάταξη, η οποία, όμως, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου εκδόθηκε σε έφεση κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ, όπως προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 και ταυτίζεται με αυτή του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π. 708/2017).

Η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του ισχυρισμού της, την από το άρθρο 560 αριθ.6 ΚΠολΔ πλημμέλεια (αντί 559 αριθ.19 που εκθέτει στο δικόγραφο της αναίρεσής της), με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη δεν έχει νόμιμη βάση, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, δεδομένου ότι, αφενός δέχθηκε ότι η σύμβαση μίσθωσης που κατάρτισαν τα συμβαλλόμενα μέρη ήταν απολύτως έγκυρη και όχι εικονική, γενόμενη προσχηματικά για φορολογικούς και μόνο λόγους, και ενσωματώνει σοβαρές και όχι φαινομενικές δηλώσεις βούλησης και αφετέρου, αντιφατικά, δέχθηκε ότι η καθ'ης η ανακοπή σε αγωγή της για αξίωση διατροφής ανέφερε ότι επί του μισθίου διαθέτει μόνο ψιλή κυριότητα και στα οικεία φορολογικά έντυπα δηλώνει ψιλή κυρία του εν λόγω ακινήτου.

Ωστόσο το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, α) ότι η ανωτέρω σύμβαση μισθώσεως, που καταρτίστηκε με το από 6.6.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό και αντίγραφο αυτού κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδιο Δ.Ο.Υ., από την οποία και θεωρήθηκε, είναι καθ' όλα ισχυρή και έγκυρη και παράγει έννομες συνέπειες και δεν έγινε προσχηματικά και δη για φορολογικούς και μόνο λόγους, β) ότι οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών που περιελήφθησαν τον έγγραφο τύπο, έγιναν στα σοβαρά και όχι φαινομενικά και η σύμβαση μίσθωσης παράγει πλήρως τα έννομα αποτελέσματά της, γ) ότι οι θυγατέρες του αποβιώσαντος, δυνάμει της ιδιόγραφης διαθήκης του ανδρός της ανακόπτουσας και πατέρα της καθ' ης, Η.

Κ., δεν κατέστησαν ψιλές συγκύριες του μισθίου ακινήτου (και των επιχειρήσεων που λειτουργούσαν σ' αυτές) κατά ποσοστά 1/3 και 2/3 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, αλλά πλήρεις συγκύριες αυτών κατά τις προειρημένες ιδανικές μερίδες και δ) ότι ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας, ότι η ίδια μετά την εύρεση και δημοσίευση της ως άνω διαθήκης κατέστη επικαρπώτρια στο εν λόγω ακίνητο και συνεπώς δεν νοείται, ως εμπράγματη δικαιούχος προσωπικής δουλείας, που περιλαμβάνει τη χρήση και την κάρπωση του πράγματος, να μισθώνει το εν λόγω ακίνητο έναντι ανταλλάγματος (ήτοι μισθώματος), δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα στοιχείο.

Οι παραδοχές δε του Εφετείου ότι η καθ' ης η ανακοπή, σε αγωγή που άσκησε σε βάρος του πρώην συζύγου της για αξίωση διατροφής, ανέφερε ότι επί του μισθίου διαθέτει μόνο ψιλή κυριότητα, καθώς και από το γεγονός ότι στα οικεία φορολογικά έντυπα η καθ' ης η ανακοπή δηλώνει ψιλή συγκυρία του εν λόγω ακινήτου, δεν αντιφάσκουν με την έτερη παραδοχή ότι η ένδικη σύμβαση μισθώσεως καταρτίστηκε εγκύρως και όχι εικονικά, αφού το Εφετείο σαφώς δέχεται ότι η ως άνω ενέργειες της αναιρεσίβλητης οφείλονται στο γεγονός ότι αρχικώς από την ανάγνωση της διαθήκης δημιουργήθηκαν προβλήματα ερμηνείας αυτής ως προς την επικαρπία του μισθίου ακινήτου.

Ενώ, περαιτέρω το Εφετείο επισημαίνει ότι η καθ' ης η ανακοπή με σχετική συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, προέβη σε αποδοχή της κληρονομιάς του πατρός της, κατά την προαναφερόμενη ιδανική μερίδα, σε δικαίωμα πλήρους και όχι ψιλής (συγ)κυριότητας και προέβη και σε διορθωτική δήλωση φόρου κληρονομιάς.

Συνεπώς, στις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου ουδεμία αντίφαση υπάρχει, αντίθετα οι τελευταίες παραδοχές του αποτελούν επιχειρήματα ενισχυτικά της παραπάνω κρίσης του. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθ.12ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν έλαβε υπόψη την, με τις προτάσεις της αντιδίκου της, ομολογία αυτής και δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου στην προσκομισθείσα με επίκληση από την ίδια άδεια οικοδομής της Νομαρχίας Πρεβέζης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται σε διάταξη, η οποία, όμως, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου εκδόθηκε σε έφεση κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου.

Με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους της αναίρεσής της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, δηλαδή να προβεί σε ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, καθόσον δεν συνέτρεχε η ουσιαστική προϋπόθεση για την έκδοση της επίμαχης διαταγής απόδοσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων και συγκεκριμένα εκείνη της ενεργού μισθώσεως αποδεικνυομένης εγγράφως. Ο λόγοι αυτοί είναι, επίσης, απαράδεκτοι, καθόσον αναφέρονται σε διάταξη, η οποία, όμως, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου εκδόθηκε σε έφεση κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου.

Κατ` ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25/5/2020 αίτηση αναίρεσης της Ε. Κ. και τους από 29/4/2021 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 17/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ